Η Βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη

Part 6

Chapter 65 wordsPublic domain

Οι εις Ζαγαρά πολεμήσαντες Τούρκοι, όντες έως οκτακόσιοι και έχοντες επί κεφαλής τον Μουσταφάμπεην, ήλθον την ερχομένην ημέραν εις βοήθειαν των εις Δομπραίναν αποκλεισμένων. Ο Καραϊσκάκης μη γνωρίζων πόση ήτον η δύναμις αύτη των εχθρών και επειδή δεν ήτον θέσις αρμοδία εις τον δρόμον του διά να προσπαθήση να εμποδίση την διάβασίν των, διέταξε τους Έλληνας να φυλάττωσι καλώς τας μεταξύ Δομπραίνας και Κακοσίου θέσεις των. Οι Τούρκοι, άμα επλησίασαν εις το χωρίον, χωρίς να στρατοπεδεύσωσι και να ησυχάσωσιν οπωσούν, ώρμησαν αμέσως εναντίον σώματός τινος Ελλήνων ωχυρωμένου εις μίαν εκκλησίαν, απέχουσαν ως βολήν τουφεκίου από τας ακρινάς οικίας της Δομπραίνας. Οι Έλληνες υπέμειναν την ορμήν των, οι δε Τούρκοι τοποθετηθέντες όπισθεν των πέριξ πετρών αντεπολέμουν, αλλά μετ' ολίγας στιγμάς οι Έλληνες εξελθόντες από τους προμαχώνας των και εφορμήσαντες κατ' αυτών τους εδίωξαν έως εις τας οικίας και ετοποθετήθησαν αυτοί όπου ήσαν οι Τούρκοι. Μετά τινα αντιτουφεκισμόν, επειδή ο στρατητηγός Νικήτας εσηκώθη διά να εφορμήση πλησιέστερον κατά των εχθρών, οι Έλληνες νομίσαντες τούτο σημείον οπισθοδρομήσεως, αμέσως επέστρεψαν όλοι εις την εκκλησίαν, οι δε Τούρκοι κατέλαβον πάλιν την προτέραν των θέσιν.

Ηκολούθει ακόμη με ζωηρότητα η μάχη, όταν εφάνη έν σώμα εχθρών πεζών και ιππέων συνιστάμενον από χιλίους περίπου πολεμιστάς και ερχόμενον από Αττικήν εις βοήθειαν των εις Δομπραίναν πολιορκουμένων. Οι Έλληνες, χωρίς να ταραχθώσι διόλου διά την παρουσίαν αυτής της σημαντικής εχθρικής δυνάμεως, επέμειναν αντιμαχόμενοι εις τους εχθρούς έως την νύκτα, ότε ούτοι ανεχώρησαν εις Δομπραίναν. Το από την Αττικήν ελθόν στράτευμα δεν έλαβε διόλου μέρος εις την μάχην ταύτην, το οποίον έδωκεν αφορμήν εις τους Έλληνας να συμπεράνωσιν ότι την ερχομένην ημέραν έμελλε να γένη σημαντική συμπλοκή. Κανέν σώμα δεν ηθέλησε να μείνη εις την εκκλησίαν, φοβούμενον μην αποκλεισθή από τους εχθρούς και δεν δυνηθή πλέον να λάβη βοήθειαν· ο Καραϊσκάκης λοιπόν διέταξε τους φυλάττοντας ταύτην την θέσιν ν' αναχωρήσωσι την νύκτα, αφού καταστρέψωσι τα περί την εκκλησίαν οχυρώματα.

Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι η δύναμις των εχθρών κατέστη σημαντική και υποθέτων ότι ο Μουσταφάμπεης, Αλβανός πολεμιστής και φιλότιμος, έμελλεν αφεύκτως να κινηθή κατά του στρατοπέδου αυτού των Ελλήνων, διέταξε και κατεσκευάσθη διά νυκτός έν οχύρωμα εις την πλευράν του στρατοπέδου την βλέπουσαν προς Δομπραίναν επί των ερειπίων παλαιού τινος τείχους και εσύστησε τας αναγκαίας περί το στρατόπεδον φυλακάς. Οι Τούρκοι όμως ούτε την νύκτα εκείνην, ούτε τας ακολούθους ημέρας δεν έκαμαν κανέν κίνημα· ευχαριστήθησαν μόνον να βάλωσι φρουράν εις την εκκλησίαν, την οποίαν άφησαν οι Έλληνες, και να την οχυρώσωσιν. Οι Έλληνες ενθαρρυνόμενοι από την ακινησίαν των Τούρκων, εξήρχοντο πολλάκις κατ' αυτών και έδιδον αιτίαν πολέμου, αλλ' αυτοί δεν εκινούντο εις σημαντικήν συμπλοκήν, ηκροβολίζοντο μόνον μακρόθεν και επέστρεφον εις τα ίδια. Τελευταίον ο Μουσταφάμπεης αφήσας έως επτακοσίους πολεμιστάς εις Δομπραίναν, παρέλαβε τα λοιπά στρατεύματα και ανεχώρησε.

Δεν εβράδυναν πολύ οι Έλληνες να γνωρίσωσι την αιτίαν της απραξίας και της από Δομπραίναν αναχωρήσεως των εχθρών. Ο Μουσταφάμπεης άμα έφθασεν εις Δομπραίναν, έμαθε την εις Ταλάντι απόβασιν των Ολυμπίων, οι οποίοι απέκλεισαν στενώς τους φυλάττοντας τας αποθήκας Τούρκους. Επειδή δε από το Ταλάντι εφέροντο αι τροφαί και εις τα λοιπά τουρκικά στρατόπεδα, εστοχάσθη πλέον κατεπείγον να τρέξη εις εκείνο το μέρος, παρά να πολεμήση το στρατόπεδον του Καραϊσκάκη, το οποίον δεν ήτον τόσον επικίνδυνον· διότι και αν ήθελεν επιτύχη να διώξη τους Τούρκους από Δομπραίναν, δεν ηδύνατο να επιφέρη σημαντικήν αλλοίωσιν εις τα τουρκικά πράγματα.

Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι οι εχθροί, αν και με ολίγον ιππικόν, εκυρίευον όλην σχεδόν την έμπροσθεν της Δομπραίνας πεδιάδα και θέλων να συστείλη και από τούτο το μέρος τους εχθρούς, διέταξε τον αρχηγόν του ατάκτου Ελληνικού ιππικού Χατζή Μιχάλην Ταλιάνον, ευρισκόμενον εις Μέγαρα, να μεταβή εις Δομπραίναν· και αυτός υπακούσας αμέσως μετέβη εις το στρατόπεδον την νύκτα της εννάτης του Νοεμβρίου. Ο Καραϊσκάκης θέλων να ωφεληθή από την άγνοιαν των εχθρών διά να κάμη καμμίαν βλάβην εις αυτούς, διέταξε να μην εβγάλωσι τους ίππους εις μέρη όπου ήτον δυνατόν να φανώσιν εις τους εχθρούς, και την νύκτα της ενδεκάτης του αυτού μηνός διώρισε τον Γιαννάκην Σουλτάνην να υπάγη με πεντήκοντα στρατιώτας να κάμη ενέδραν εις τους αμπελώνας της Δομπραίνας, όπου εσυνείθιζον να πηγαίνωσι συχνά οι εχθροί διά σταφύλια και διά βοσκήν των ίππων των, και εάν μεν παρουσιασθώσιν ολίγοι εχθροί, να τους κτυπήση προσπαθών να τους εμποδίση την επιστροφήν, διά να δώση αιτίαν να τρέξωσιν εις βοήθειάν των οι λοιποί Τούρκοι από την Δομπραίναν· εάν δε ήναι πολλοί και ιππείς, να προσποιηθή φυγήν προς το μέρος της θαλάσσης και να αναβή εις τον πλησίον λόφον, όπου ο τόπος είναι άβατος εις το ιππικόν. Όποιον δε από τα δύο ταύτα ήθελε συμβή, το Ελληνικόν ιππικόν, το οποίον έμελλε να είναι έτοιμον, άμα ήθελεν ακούσει τους πρώτους πυροβολισμούς, έπρεπε να εξέλθη και να προσπαθήση ν' αποκόψη την επιστροφήν των εχθρών. Συγχρόνως έμελλε και ο Δήμος Τζέλιος να τοποθετηθή εις την επάνωθεν της Δομπραίνας θέσιν, ώστε οπόταν ήθελεν ιδεί εξερχομένους πολλούς εχθρούς από το χωρίον, να εφορμήση εις αυτό.

Δύο ώρας προ της ανατολής του ηλίου εκίνησεν ο Γιαννάκης Σουλτάνης από το Κακόσι και μετά τρεις ώρας συναπαντάται με έν σώμα πολεμίων, συγκείμενον από τριάκοντα περίπου ιππείς, και αμέσως πυροβολεί κατ' αυτών. Ούτοι οπισθοδρομήσαντες περισσότερον βολής τουφεκίου, εστάθησαν· οι δε Έλληνες επροσποιήθησαν φυγήν. Αλλ' οι Τούρκοι είτε υποπτεύσαντες, είτε κατά τύχην, δεν ηκολούθουν κατόπι και επομένως δεν απεμακρύνοντο πολλά από το χωρίον. Το Ελληνικόν ιππικόν αφ' ού ματαίως επρόσμενεν ικανήν ώραν διά ν' απομακρυνθώσιν οι εχθροί, τελευταίον ώρμησεν ομού με τον Καραϊσκάκην κατ' αυτών ακολουθείτο δε και από τετρακοσίους περίπου πεζούς. Οι Τούρκοι μη όντες ικανοί ν' αντιπαραταχθώσιν επιστρέφουσιν αμέσως εις Δομπραίναν και συσσωματωθέντες με τους εκείθεν εξελθόντας πεζούς και ιππείς, ετοποθετήθησαν πλησίον του κάτω πύργου και αντέκρουον τους Έλληνας. Ο Καραϊσκάκης ιδών ότι ακροβολιζόμενος κατ' αυτόν τον τρόπον με τους Τούρκους δεν τους έβλαπτε τίποτε και επιθυμών να τους αποσπάση τρόπον τινά από τας οικίας και να τους απομακρύνη προς την πεδιάδα, έκαμε σημείον εις τους Έλληνας να προσποιηθώσι φυγήν· αλλ' αυτοί εκλαβόντες ως αληθή την φυγήν, αντί να οπισθοδρομήσωσι κατ' ολίγον και με τάξιν, έφευγον βιαίως προς το στρατόπεδον· ωφελούμενοι από την αταξίαν ταύτην οι ιππείς των εχθρών, τρέχουσι κατά του Ελληνικού ιππικού, καταφθάνουσι και περικυκλόνουσι τον Γιαννάκην Σουλτάνην, ο οποίος επιστρέψας από την ενέδραν εις το στρατόπεδον και μη θέλων να μένη αργός, ενώ εγίνετο μάχη, είχε λάβει ένα από τους τυχόντας ίππους του Καραϊσκάκη μη όντα ούτε ικανόν, ούτε συνειθισμένον εις πόλεμον, με τον οποίον είχεν υπάγει εις το πεδίον της μάχης και ενωθή με το ιππικόν.

Ο Καραϊσκάκης είδεν εις ποίον κίνδυνον εξετέθη ο Σουλτάνης και αμέσως στρέφει πρώτος τον ίππον του, παρακινήσας δε και τους λοιπούς ιππείς να τον ακολουθήσωσιν, ώρμησεν εις βοήθειαν. Ο Σουλτάνης, αν και επερικυκλώθη από τους εχθρούς, αν και ο ίππος του δεν ήτον διόλου επιτήδειος και ικανός ούτε διά πόλεμον ούτε διά φυγήν, αντεμάχετο μ' όλον τούτο μόνος προς πολλούς και αντείχε, μ' όλον ότι είχε λάβει ήδη τέσσαρας πληγάς. Ο Καραϊσκάκης καταφθάνει με τον υπασπιστήν του ιππικού (29) και με τέσσαρας ή πέντε των ευτολμοτέρων ιππέων επιπίπτουν εις τους εχθρούς, φονεύουν δύο εξ αυτών, τρέπουν τους λοιπούς εις φυγήν και διασώζουν τον Σουλτάνην, μένοντα ακόμη επί του ίππου και αντιμαχόμενον. Αλλ' αι πληγαί ήσαν καίριαι και ο ήρως ούτος μετ' ολίγας στιγμάς απέθανεν.

Αν και εις την μάχην ταύτην καμμίαν άλλην ζημίαν δεν έλαβον οι Έλληνες, ενώ επροξένησαν όχι ολίγην εις τους εχθρούς, ο θάνατος όμως του Σουλτάνη ελύπησεν όλους κατάκαρδα· ο γενναίος ούτος πολεμιστής, ενώ ήτον είς των ανδρειοτέρων και φρονιμωτέρων πολεμικών της Ελλάδος, είχε τον στολισμόν της μετριοφροσύνης, ο οποίος τον κατέστηνεν εις όλους αγαπητόν· όσον ήσυχος ήτον εις καιρόν ησυχίας, τόσον ανησυχούσεν εν καιρώ μάχης· δεν ήτον δε κίνδυνος, από τον οποίον να δειλιάση· η ανδρία του εγνωρίσθη προ πάντων εις τας κατά των εχθρών εφόδους επί της πολιορκίας του Μεσολογγίου, ότε και έλαβε δύο κατά διαφόρους καιρούς πληγάς. Αρχηγός του σώματος των Παλαμηδιωτών, εφέρετο αξιολογώτατα και αγαπάτο από όλους, προ πάντων όμως από τον Καραϊσκάκην, ο οποίος έδειξε ζωηροτάτην λύπην διά τον θάνατόν του. Απέθανε δε εις την αρχήν ενός λαμπρού σταδίου, το οποίον τα προτερήματά του και αι περιστάσεις έδειχνον ότι του προετοίμαζον.

Ο Καραϊσκάκης μαθών μετά τινας ημέρας, ότι οι εις Ταλάντι αποβάντες Ολύμπιοι ενικήθησαν κ' εδιώχθησαν, υπώπτευσεν ότι ο Μουσταφάμπεης θέλει κινηθή κατά του υπό την οδηγίαν του Γαρδικιώτου Γρίβα και Νάκου Πανουργιά σώματος, τοποθετημένου εις Δίστομον και Αράχωβαν, διά να το καταστρέψη και ούτω να επέλθη με περισσοτέραν δύναμιν και τόλμην κατά του Καραϊσκάκη. Διά να προλάβη λοιπόν το πράγμα και διά ν' αποφύγη την οποίαν η διαίρεσις του στρατεύματός του ημπορούσε να επιφέρη βλάβην, βλέπων συγχρόνως ότι καθήμενος εις Δομπραίναν, ενώ δεν ηδύνατο να καταστρέψη, τους εχθρούς, έδιδεν υποψίαν εις τους κατοίκους διά της αργοπορίας του ότι δεν ήτον εις κατάστασιν να προβή, επειδή τελευταίον εξέλιπον διόλου και αι τροφαί, απεφάσισε ν' αναχωρήση διά να ενωθή με το λοιπόν σώμα και με τους επαναστατήσαντας στρατηγούς Ρούκην και Δυωβουνιώτην. Το ν' αφήση στράτευμα να πολιορκεί την Δομπραίναν, το έκρινε περιττόν· διότι οι κάτοικοι των επαναστατησάντων χωρίων είχον μεταβή εις την Πελοπόννησον. Όθεν εκίνησεν από Κακόσι πανστρατιά περί τας δύο ώρας της νυκτός της δεκάτης τετάρτης του Νοεμβρίου, διορίσας ως οπισθοφυλακήν το ιππικόν, με το οποίον εστάθη και ο ίδιος, μετέβη δε εις Χώστια, όπου ήσαν τοποθετημένα και τα υπό τους Σουλιώτας στρατιωτικά σώματα. Οι Τούρκοι δεν ενόησαν διόλου την αναχώρησιν των Ελλήνων, την έμαθον δε από ένα των εντοπίων χωρικών, όστις αυτομόλησεν εις τους εχθρούς· δεν ετόλμησαν όμως να καταδιώξωσιν εξ οπίσω τους Έλληνας την νύκτα, αλλά μόνον το πρωί περί τα ξημερώματα εφάνη μέρος του ιππικού των περί τα Χώστια. Ο Καραϊσκάκης έπεμψεν αμέσως κατ' αυτού το Ελληνικόν ιππικόν, αλλ' οι Τούρκοι μη τολμήσαντες ν' αντιταχθώσιν, ωπισθοδρόμησαν προς την Δομπραίναν.

Ο Καραϊσκάκης μη έχων ικανάς τροφάς διά το στρατόπεδον και επιθυμών να ωφελήση τους στρατιώτας με την διαρπαγήν των ποιμνίων των Στεφανικιωτών, οι οποίοι, επίμονοι εις την τουρκολατρείαν των, συνείργησαν εν μέρει και εις την καταστροφήν των εν Ζαγαρά αγωνισθέντων Ελλήνων, διώρισεν εξακοσίους στρατιώτας να υπάγωσιν εις το χωρίον Στεφανίκου διά να το καταστρέψωσιν, αν δυνηθώσιν, ειδέ μή, ν' αρπάσωσιν όλα των κατοίκων τα ποίμνια. Την απόφασιν ταύτην την εκοινοποίησεν ο Καραϊσκάκης και προς τους Σουλιώτας αξιωματικούς και τους επρόβαλε να πέμψωσιν έν μέρος ανάλογον· αλλ' οι Σουλιώται συνελθόντες εις την οικίαν του επαραπονέθησαν διατί να κάμη την απόφασιν ταύτην χωρίς να συμβουλευθή και αυτούς, και μετά τινα λογοτριβήν περί τούτου ανενέωσαν πάλιν της αρχηγίας το πρόβλημα.

Όλοι οι αξιωματικοί του στρατεύματος του Καραϊσκάκη αντέτεινον επιμόνως λέγοντες, ότι δεν θέλουν γνωρίσει άλλον αρχηγόν παρά τον Καραϊσκάκην, ώστε κατήντησαν σχεδόν και εις προφορικάς ύβρεις μετά των Σουλιωτών. Ο Καραϊσκάκης όμως βλέπων ότι η ημέρα προέβαινε και το στράτευμα δεν έπρεπε να χάνη καιρόν, αφ' ετέρου μέρους φοβούμενος μεγαλήτερα σκάνδαλα, παρεκάλεσε τους μετ' αυτού να παραχωρήσωσι, αυτοί δε μόλις επείσθησαν, αφ' ού προεσυμφωνήθη τρόπον τινά ότι η εξουσία του Σουλιώτου αρχηγού θέλει περιορίζεται μόνον εις τα υπ' αυτόν Σουλιωτικά σώματα, εις δε τα γενικά του στρατοπέδου θέλει συσκέπτεται μόνον με τον Καραϊσκάκην.

Αφ' ού έγεινε δεκτόν το ζήτημα, ο Καραϊσκάκης επρόβαλεν εις τους Σουλιώτας να κάμωσιν αμέσως την εκλογήν του αρχηγού των· και συνήλθον επί τούτω εις ιδιαίτερον μέρος· αλλ' αφού ικανήν ώραν συνεσκέφθησαν και δεν εδυνήθησαν ν' αποφασίσωσι τίποτε, αποστέλλουν δύο εξ αυτών προς τον Καραϊσκάκην, όστις επρόσμενε την απόκρισιν, διά την οποίαν και μόνην ανέβαλε και την εδικήν του αναχώρησιν και το κίνημα των διορισθέντων διά την καταδρομήν του Στεφανίκου· του αναγγέλλουν δε ότι η εκλογή δεν είναι δυνατόν να γένη την στιγμήν ταύτην, καθ' ην ετοιμάζονται διά ν' αναχωρήσωσιν· όταν όμως φθάσωσιν εις μέρος ήσυχον, όπου θέλουν σταθή μερικάς ημέρας, τότε θέλουν κάμει την εκλογήν. Ο Καραϊσκάκης αγανάκτησε μεγάλως δι' αυτήν την απόκρισιν, νομίζων ότι η αναβολή γίνεται διά νέα σκάνδαλα, και αμέσως εσηκώθη και ανεχώρησε, διατάξας τους περί αυτόν να τον ακολουθήσωσιν· είπε δε και με θυμόν προς τους πλησίον του, ότι η μάχαιρα θέλει διαλύσει τας απαιτήσεις των Σουλιωτών.

Με όλους τους περί αυτόν αξιωματικούς μετέβη εις την οικίαν του Λάμπρου Βεΐκου, ο οποίος ενομίζετο ο αίτιος τούτων των ταραχών και εις του οποίου ήσαν συναγμένοι όλοι οι Σουλιώται αξιωματικοί, και καθώς ήτον κυριευμένος από τον θυμόν, άρχισε να ονειδίζη τους Σουλιώτας ονομάζων παράλογα και αντιπατριωτικά τα κινήματά των «Εάν (είπε) δεν είχετε σκοπόν, ή δεν ημπορούσατε να κάμετε την εκλογήν του αρχηγού σας, διατί να την προβάλετε με τόσην επιμονήν, η οποία (αν ήθελον επιμείνει και οι Στερεοελλαδίται αξιωματικοί) ήθελεν αποβή ολεθριωτάτη εις όλην την Στερεάν Ελλάδα και εις σας τους ιδίους ακόμη; Αφ' ού δε εκάμετε το πρόβλημα και έγεινε δεκτόν, διατί δεν το εκτελείτε αμέσως, αλλά το αναβάλλετε; Εκ τούτου δεν δύναται τις να συμπεράνη άλλο, ειμή ότι δεν εκινήθητε διά να επιτύχητε την αρχηγίαν, αλλά διά να φέρετε σκάνδαλον εις το στρατόπεδον και να ματαιώσετε την εκστρατείαν». Οι Σουλιώται χωρίς να ζητήσωσι να δικαιολογηθώσι διά το παρόν φέρσιμόν των, ετράπησαν εις παράπονα και εις διηγήσεις εκδουλεύσεων, θανάτων και ζημιών, τα οποία έπαθον πολεμούντες υπέρ τόπου, από τον οποίον οι μεν περί τον Καραϊσκάκην έμελλον ν' απολαύσωσιν αμέσως ωφέλειαν, αυτοί δε μικράς ελπίδας έπρεπε να έχωσιν. Ο Καραϊσκάκης αφ' ού είδε διαφοράν εις τον τρόπον των Σουλιωτών και ότι δεν υπήρχε το προ ολίγου αγέρωχον, τους παρεκίνησε ν' αφήσωσι κατά μέρος όλα τα διατρέξαντα και ν' ακολουθήσωσιν ως αδελφοί εις την εκστρατείαν και ότι εις το τέλος του αγώνος κάνεις δεν θέλει μείνει αδικημένος. Τελευταίον τους κατέπεισε να στείλωσι μέρος στρατεύματος και αυτοί εις καταδρομήν του χωρίου, το οποίον ανωτέρω ανεφέραμεν.

Αφ' ού τοιουτοτρόπως διελύθη και αύτη η τρικυμία, το στρατόπεδον μετέβη εις το μοναστήριον του Αγίου Σεραφείμ του νέου εις Δομπόν. Ο Καραϊσκάκης, επειδή έμελλε να διαβή το στράτευμα από δυσχωρίας τινάς, θέλων να έχη ασφαλή τα οπίσθια, απεφάσισε και άφησε δύναμιν εις το μοναστήριον από εκατόν πεντήκοντα στρατιώτας· την δε επομένην ημέραν ολίγον προ της ανατολής του ηλίου ανεχώρησε και έφθασε το εσπέρας εις το μοναστήριον του Αγίου Λουκά εις Στείρι (30). Εν ώ κατεσκήνωσεν αυτού το στράτευμα, επέστρεψαν τινές των στρατιωτών, των εκστρατευσάντων κατά του χωρίου Στεφανίκου, και ανήγγειλαν την αποτυχίαν της εκστρατείας ταύτης, απέδωκαν δε αυτήν εις την διαφωνίαν των σταλέντων αρχηγών. Οι λοιποί στρατιώται μετέβησαν κατ' ευθείαν εις Δίστομον, όπου μετέβη την ερχομένην ημέραν και όλον το λοιπόν στρατόπεδον.

Εις τούτο το χωρίον είχε σκοπόν ο Καραϊσκάκης ν' αναπαύση μερικάς ημέρας το στράτευμα από την κακοπάθειαν της οδοιπορίας, αλλά μόλις έφθασε και του παρουσιάζεται νέων αγώνων στάδιον.

Ο Μουσταφάμπεης διαλύσας ταχύτατα την εις Ταλάντι εκστρατείαν των Ολυμπίων, ενωθείς και με τον Κεχαγιάμπεην του Κιουταχή, απεφάσισε να διαβή εις Σάλωνα διά να βοηθήση τους εκεί πολιορκουμένους από τον Γ. Δυωβουνιώτην και Νάκον Πανουργιά· επ' αυτώ τω σκοπώ ήλθε με όλον το στράτευμα εις Δαύλειαν καθ' ην ημέραν έφθασαν και τα υπό τον Καραϊσκάκην στρατεύματα εις Δίστομον.

Ο Μουσταφάμπεης έμεινε την νύκτα ταύτην εις το επάνωθεν της Δαύλειας μοναστήριον επονομαζόμενον της Ιερουσαλήμ (31) και εκεί ομιλών με τους περί αυτόν ανέφερεν ότι την επομένην ημέραν έμελλε να διαβή από την Αράχωβαν διά να υπάγη εις Σάλωνα· ακούσας τούτο είς των διακόνων του Μοναστηρίου, ειδήμων της Αλβανικής γλώσσης, μεταβαίνει την νύκτα εις Δίστομον και το αναγγέλλει εις τον Καραϊσκάκην. Ολίγον προ του μεσονυκτίου έλαβεν ο Καραϊσκάκης την είδησιν ταύτην και αμέσως διώρισε τον Γαρδικιώτην Γρίβαν και Γεώργιον Βάιον με πεντακοσίους στρατιώτας να υπάγωσιν εις Αράχωβαν, να προκαταλάβωσι τα οχυρώτερα μέρη αυτής και να κτυπήσωσι τους εχθρούς, αν επιχειρήσωσι να διαβώσι. Συγχρόνως έστειλε και σκοπιάς (καραούλια) διά να τον ειδοποιήσωσι πότε και πόθεν έμελλον να διαβώσιν οι εχθροί, διά να κινηθή εναντίον των.

Την επομένην ημέραν το πρωί οι εχθροί διηρέθησαν εις δύω και το μεν πεζικόν διέβη διά τινος στενής οδού, η οποία φέρει από το μοναστήριον εις Αράχωβαν, το δε ιππικόν και τα φορτηγά διά του Ζεμένου. Άμα ανήγγειλαν αι σκοπιαί το κίνημα των εχθρών, ο Καραϊσκάκης απέστειλε τον Χριστόδουλον Χατζή Πέτρου να υπάγη εις βοήθειαν των προαποσταλέντων εις Αράχωβαν από τινα δρόμον διά του βουνού του Διστόμου· αυτός δε μετ' ολίγον παραλαβών περίπου οκτακοσίους στρατιώτας χωρίς αποσκευάς εκίνησε προς τον Ζεμενόν, όθεν είχον ήδη διαβή οι εχθροί διευθυνόμενοι προς Αράχωβαν.

Το πεζικόν των εχθρών, ενώ επλησίαζεν εις Αράχωβαν, ειδοποιήθη από τινας των κατοίκων ότι φυλάττεται το χωρίον από στρατιώτας Έλληνας· μαθόν όμως συγχρόνως την ολιγότητα αυτών, έλαβε θάρρος και ώρμησε προς το χωρίον. Οι Έλληνες κλεισμένοι εις την εκκλησίαν του Αγίου Γεωργίου και εις τας οχυρωτέρας οικίας, αντέκρουσαν την ορμήν των και επολέμησαν τρεις περίπου ώρας. Έμβαινον ήδη εις την Αράχωβαν και οι διά Ζεμένου διαβάντες Τούρκοι, όταν οι μεν υπό τον Χριστόδουλον επλησίαζον εις το χωρίον από το αντικρινόν μέρος, ο δε Καραϊσκάκης είχεν ήδη διαβή τον Ζεμενόν. Οι Τούρκοι είτε διότι δεν ήλπιζον να υπάρχη εις τούτο το μέρος τοιαύτη Ελληνική δύναμις, είτε διότι δεν ήσαν εις καλήν τάξιν, εδειλίασαν. Μόλις αντεστάθησαν ολίγον εις την πρώτην προσβολήν των Ελλήνων και αμέσως ετράπησαν εις φυγήν προς το μέρος των Σαλώνων. Απαντώσιν όμως και εκείθεν ερχομένους τον Γ. Δυωβουνιώτην, Νάκον Πανουργιάν και Γιαννούσην (32). Μη δυνηθέντες λοιπόν να προχωρήσωσι και καταδιωκόμενοι όπισθεν από τους περί τον Καραϊσκάκην, εστράφησαν προς το μέρος του Παρνασσού και συνήλθον όλοι ομού με τας αποσκευάς των και τα ζώα των εις ένα λόφον επάνωθεν της Αράχωβας, ωχυρωμένον προχείρως πρό τινος καιρού παρά των εντοπίων· οι δε Έλληνες καταλαβόντες τας περί αυτό το μέρος θέσεις έστησαν πολιορκίαν. Εις την μάχην ταύτην από μεν τους Έλληνας δεν εφονεύθη κανείς, επληγώθησαν όμως έξ, από δε τους εχθρούς εφονεύθησαν έως δέκα, εν οις και είς ευνοούμενος υπηρέτης του Μουσταφάμπεη, επληγώθησαν δε έως τριάκοντα.

Οι Έλληνες μη έχοντες αποσκευάς μαζύ των και όντες γυμνοί, καθώς εκίνησαν από Δίστομον, δεν ημπόρεσαν διά την υπερβολικήν ψύχραν να διαμείνωσιν εις την πολιορκίαν. Κατ' αρχάς εσυναλλάχθησαν, αλλ' έπειτα μη δυνάμενοι ν' απαντήσωσι το κρύος ουδέ κατ' αυτόν τον τρόπον, άφησαν διόλου την πολιορκίαν και μετέβησαν εις τας οικίας της Αράχωβας, όπου διενυκτέρευσαν άγρυπνοι, απαντώντες την υπερβολήν του κρύους με τας φωτίας και τον οίνον (33). Οι Τούρκοι την νύκτα εκείνην ηδύναντο ν' αναχωρήσωσιν αβλαβείς ή με ολίγην ζημίαν προς όποιον μέρος ήθελον αποφασίσει· αλλ' οι αρχηγοί των δεν κατεδέχθησαν· έγραψαν δε εις όλα τα πέριξ εχθρικά στρατόπεδα και εις τον ίδιον Κιουταχήν να τους πέμψωσιν όσον το δυνατόν ταχύτερον νέας δυνάμεις διά να διορθώσωσι το συμβάν εις αυτούς ατύχημα. Προ πάντων επέμεινεν ο Κεχαγιάμπεης, ων φιλότιμος και επιστηριζόμενος εις την προς αυτόν αγάπην του Κιουταχή.

Την επομένην ημέραν, πριν ακόμη ανατείλη ο ήλιος, ο Καραϊσκάκης ετοποθέτησε περί τους εχθρούς όλον το Ελληνικόν στράτευμα, το οποίον δεν τους άφινε πλέον ουδέ κεφαλήν να προβάλωσιν έξω από το οχύρωμά των. Αφ' ού δε συνήχθησαν εις Αράχωβαν και όσοι είχον απομείνη εις Δίστομον και όσοι ήσαν εις την πολιορκίαν των Σαλώνων και ήλθε και ο Δ. Μακρής με τους περί αυτόν, ο Καραϊσκάκης απέστειλε μέρος του στρατεύματος εις Ζεμενόν και μέρος εις την οδόν την φέρουσαν εις το μοναστήριον της Ιερουσαλήμ διά να εμποδίσωσι τας βοηθείας, αι οποίαι έμελλον να έλθωσιν εις τους εχθρούς. Άμα έφθασεν εις τα διάφορα Τουρκικά στρατόπεδα η είδησις του αποκλεισμού του Μουσταφάμπεη και Κεχαγιάμπεη και αι προσκλήσεις αυτών διά να δράμωσιν εις βοήθειάν των, διάφορα σώματα εκίνησαν προς Αράχωβαν· και από μεν το μέρος του Ζεμένου ήρχοντο έως οκτακόσιοι Τούρκοι οδηγούμενοι από τινα Αμπτουλάν Αλβανόν. Οι φυλάττοντες την διάβασιν ταύτην Έλληνες αποσυρθέντες εις τας δύω πλευράς, άφησαν τους εχθρούς να εισέλθωσιν εις το στενόν, έπειτα εφορμήσαντες από τας δύω πλευράς τους έτρεψαν εις φυγήν· εφόνευσαν υπέρ τους πεντήκοντα, ήρπασαν μερικά φορτία και τους λοιπούς κατεδίωξαν ικανόν διάστημα προς την Δαύλειαν. Οι δε διά του μοναστηρίου της Ιερουσαλήμ ερχόμενοι δεν ετόλμησαν, ουδέ καν να δοκιμάσωσι την διάβασιν, αλλ' ελθόντες εις λόφον τινά όπου ήτον δυνατόν να τους ιδώσιν οι πολιορκούμενοι, επυροβόλησαν μόνον χωρίς να προχωρήσωσιν. Όταν οι πολιορκούμενοι είδον τον πυροβολισμόν, είτε διότι ήτον τούτο σύνθημα εξόδου, είτε διότι εμψυχώθησαν, εδοκίμασαν να εξέλθωσιν από το περίφραγμα των προς το μέρος της Ιερουσαλήμ. Από το κίνημα τούτο των εχθρών εταράχθησαν τινές των Ελλήνων, οι οποίοι εφύλαττον το προς τον Παρνασσόν μέρος, και ανακατώθησαν ως διά φυγήν. Αλλ' ο Καραϊσκάκης δραμών αυτοπροσώπως προς τούτο το μέρος, τους μεν Έλληνας εμψύχωσε, τους δε πολιορκουμένους αντέκρουσε και δεν άφησε να εξέλθωσιν. Μετά τούτο διευθύνθη αμέσως μέ τινας στρατιώτας προς το μέρος όπου επυροβόλησαν οι εχθροί, διά να απαντήση και τούτων την ορμήν· αλλ' αυτοί δεν ετόλμησαν να προχωρήσωσι.

Οι Τούρκοι στενοχωρούμενοι μεγάλως από την έλλειψιν νερού και τροφών, απελπισθέντες του να λάβωσι βοήθειαν από τα πλησίον στρατόπεδα, επρόβαλον εις τον Καραϊσκάκην να τους συγχωρήση την έξοδον. Αυτός εδέχθη μεν το πρόβλημα τούτο, αλλ' εζήτησε να παραδοθώσιν εις αυτόν αι πόλεις Λεβαδείας και Σαλώνων και διά την ασφάλειαν της εκτελέσεως να μείνωσιν ενέχυρα εις αυτόν οι δύο αρχηγοί του εχθρικού στρατεύματος, ο Μουσταφάμπεης και ο Κεχαγιάμπεης. Οι αρχηγοί των Τούρκων ελπίζοντες ακόμη εις την βοήθειαν του Κιουταχή δεν εδέχθησαν τούτο το πρόβλημα, το οποίον και άλλως δεν εσυμβιβάζετο με την φιλοτιμίαν των και με την πολιτικήν της αυλής των.