Η Βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη

Part 5

Chapter 57 wordsPublic domain

Την πέμπτην ώραν της νυκτός ήτον συμφωνημένον να πλησιάση ο Κριεζώτης εις το φρούριον, και την ώραν ταύτην έπρεπε και τα έξω στρατεύματα να προσβάλωσιν εις το στρατόπεδον του Κιουταχή. Ο Καραϊσκάκης λοιπόν συγκαλέσας όλους τους αξιωματικούς του στρατεύματος επρόβαλε να γένη έφοδος γενική εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Αλλ' επειδή πολλοί εναντιώθησαν, λέγοντες ότι δεν ήτον φρονήσεως έργον να επιπέσωσιν εις ωχυρωμένον στρατόπεδον, αντεπρόβαλε να εκλεχθώσιν οι ανδρειότεροι και τολμηρότεροι, διά να πλησιάσωσι καν εις το στρατόπεδον του εχθρού, να τουφεκίσωσιν από πλησίον και να κάμωσι κάποιον αντιπερισπασμόν, οι δε λοιποί να σταθώσιν οπίσω διά να υποστηρίξωσι τους πρώτους, αν συμβή να κινδυνεύσωσιν. Επειδή όμως ουδέ τούτο το σχέδιον δεν έγεινεν απ' όλους δεκτόν, και από φιλονεικίαν εις φιλονεικίαν μεταβαίνοντες δεν κατώρθωνον τίποτε, ο Καραϊσκάκης υποπτεύσας ότι εγίνετο οργανισμός διά να ματαιωθή ολοτελώς τούτο το κίνημα και ων ανήσυχος διά τον κίνδυνον των περί Κριζιώτην και επομένως του φρουρίου, είπε προς τους παρεστώτας αποφασιστικά· «Η ώρα ήλθε και όποιος αγαπά την πατρίδα ας έλθη κατόπι διά να σώσωμεν το φρούριον». Εκίνησε δε αμέσως πρώτος προς το εχθρικόν στρατόπεδον, και το παράδειγμά του ενέπνευσε θάρρος εις όλους, ώστε εκίνησαν προθύμως κατόπι του και ήθελον ίσως πλησιάσει όλοι εις το εχθρικόν στρατόπεδον, εάν είς από τους σημαντικούς Σουλιώτας αρχηγούς δεν ήθελεν οπισθοδρομήσει, λέγων· «Δεν πηγαίνω να θυσιάσω όσους στρατιώτας διέσωσα από το Μεσολόγγι». Το παράδειγμα τούτου έγεινεν αιτία να μην ακολουθήσωσι και οι λοιποί, άλλοι μην εννοούντες το πράγμα, οι περισσότεροι όμως χωρίς να ηξεύρωσι τίποτε, αλλ' υποθέτοντες ότι έγεινε κατά διαταγήν του αρχηγού.

Ο Καραϊσκάκης επροχωρούσε προς τους εχθρούς, χωρίς να ηξεύρη ότι δεν ακολουθούν οι λοιποί. Τελευταίον όταν επλησίαζον αρκετά εις το εχθρικόν στρατόπεδον, ώστε διέκρινον τους περί τας φωτίας στρατιώτας, του αναγγέλλουν οι περί αυτόν ότι οι λοιποί δεν έρχονται και ότι είναι κίνδυνος μόνοι των, ενώ είναι τόσον ολίγοι, να παρουσιασθώσι πλησίον εις τον εχθρόν· αυτός μ' όλον τούτο επέμενεν εις το να προχωρή και μόλις επείσθη από τας παρακινήσεις των φίλων του να σταθή ολίγον μακράν από τας προφυλακάς του εχθρού, επί λόγω του να συσσωματωθώσιν όλοι ομού πριν εννοηθώσιν από τους εχθρούς. Σταθείς δε ολίγον και ιδών ότι δεν ακολουθούσαν άλλοι, έβαλεν εις γραμμήν τους συνακολουθήσαντας, όντας έως εκατόν πεντήκοντα, και διέταξε να πυροβολήσωσι προς το εχθρικόν στρατόπεδον. Ο σκοπός του τουφεκισμού δεν ήτον πλέον διά βλάβην του εχθρού, αλλά διά να τους ειδοποιήση μόνον περί της πλησιάσεως και να μην τον αφήση να κινηθή προς το μέρος, όθεν έμελλε να εισέλθη ο Κριζιώτης εις το φρούριον (εάν ήθελε γένει γνωστόν το επιχείρημα). Συγχρόνως με τους προχωρήσαντας επυροβόλησαν και οι μείναντες εις το Ζευγολατείον ταχθέντες εις γραμμάς, και αφ' ού ετριπλασίασαν αμφότερα τα μέρη τον πυροβολισμόν των, οι προχωρήσαντες επέστρεψαν όπου και οι λοιποί, και ενωθέντες όλοι ομού επανήλθον την αυτήν νύκτα εις το στρατόπεδον.

Ήτον σύνθημα της εις το φρούριον εισόδου του Κριζιώτου το να ριφθώσιν εννέα κανόνια. Ο Καραϊσκάκης βλέπων ότι επροχώρει η νύκτα, ήτον εις μεγάλην αγωνίαν περί του επιχειρήματος· διότι δεν ηκούετο σύνθημα· αλλά τελευταίον περί την δεκάτην ώραν της νυκτός ηκούσθη ο κρότος των κανονίων της Ακροπόλεως, και ο Καραϊσκάκης, όλος χαρά, δεν είχε πλέον όρεξιν ύπνου, αν και αγρύπνησε και εκακοπάθησεν ικανώς όλην εκείνην την νύκτα. Το αίτιον του να μη προφθάση ο Κριζιώτης εις το φρούριον κατά την διωρισμένην ώραν υπήρξεν η εναντιότης των ανέμων· κανέν άλλο εναντίον συνάντημα δεν συνέβη εις αυτόν. Αποβάς περί το μεσονύκτιον εις το μεταξύ του Πειραιώς και Μουνυχίας παράλιον και αναπαυθείς ολίγον, εκίνησε προς το φρούριον ενθαρρύνων και παρακινών τους στρατιώτας· διαβάς δε εν τω μέσω των εχθρών, πριν τους δώση καιρόν να τον εννοήσωσι και να τον κτυπήσωσιν, εισήλθεν ασφαλώς εις το φρούριον (23).

Προ καιρού ο Καραϊσκάκης είχε γνωρίσει ότι κατά πρόσωπον πολεμών τον εχθρόν, δεν ήτον δυνατόν να διαλύση την πολιορκίαν των Αθηνών. Ενόμιζε λοιπόν ωφέλιμον προς διάλυσιν της πολιορκίας ταύτης το να εκστρατεύση εις τας έμπροσθεν επαρχίας της Στερεάς Ελλάδος, όπου όσον ήθελε προχωρεί, τόσον ήθελεν αυξάνει τας εδικάς του δυνάμεις με την προσθήκην των εις τους εχθρούς υποδουλωμένων Ελλήνων και ήθελε βλάπτει τας του εχθρού με το εμπόδισμα των τροφών και της διαβάσεως νέων στρατευμάτων. Αλλά διά να βάλη εις πράξιν τοιούτον σχέδιον έπρεπε να έχη πολύ περισσοτέρας δυνάμεις απ' όσας είχεν υπό την οδηγίαν του. Επ' αυτώ τω σκοπώ είχε γράψει προ καιρού εις την Διοίκησιν διά να τον ενδυναμώση και με άλλα στρατεύματα. Επειδή δε είχεν ήδη τελειώσει η σύναξις των σταφίδων της Κορίνθου και τα εκεί συνελθόντα στρατεύματα ήσαν πλέον περιττά, η Διοίκησις τα διέταξε να υπάγωσιν εις το εν Ελευσίνι στρατόπεδον υπό τη οδηγίαν του Καραϊσκάκη διά να συμπράξωσιν εις τα υπέρ της Στερεάς Ελλάδος πολεμικά επιχειρήματά του.

Ο Καραϊσκάκης, αφ' ού το φρούριον κατέστη εις την ανήκουσαν ασφάλειαν, βλέπων ότι ήτον αρμόδιος καιρός να εκστρατεύση κατά το προμελετηθέν σχέδιον, προσκληθείς και από τον Γ. Δυωβουνιώτην και I. Ρούκην όντας τότε υποτεταγμένους εις τους εχθρούς, απεφάσισε να κινηθή· έκρινε όμως αναγκαίον να κοινοποιήση προηγουμένως το σχέδιον τούτο και εις τους εις Μέγαρα στρατοπεδευμένους Σουλιώτας αρχηγούς, διά να τους πείση να συνεκστρατεύσωσι προθύμως και αυτοί· και τούτο διότι υπώπτευεν ότι, έχοντες προς αυτόν αντιζηλίαν, εμπορούσαν να μην ακολουθήσωσιν εις την εκστρατείαν, προφασιζόμενοι ότι δεν τους εσυμβουλεύθη. Επροσκάλεσε λοιπόν όλους τους αρχηγούς και πρώτους αξιωματικούς αυτού του σώματος και τους εκοινοποίησε το σχέδιον. Αυτοί απεκρίθησαν ότι το εγκρίνουν και το αποδέχονται, αλλ' ότι ως υπηρετήσαντες και αυτοί σημαντικά την πατρίδα, ενόμιζον ανάξιον του χαρακτήρος των να μην έχωσιν ιδιαίτερον αρχηγόν. Ο Καραϊσκάκης, είτε από μετριοφροσύνην, είτε από πολιτικήν, απεδέχθη το πρόβλημά των και απεφάσισαν εκ συμφώνου να διαιρεθή η γενική αρχηγία εις τριμελή επιτροπήν, να ήναι μέλη αυτής ο Καραϊσκάκης, ο Νικήτας και όποιος έμελλε να εκλεχθή από τους Σουλιώτας.

Όταν εγίνετο η συνομιλία αύτη, ο Καραϊσκάκης δεν είχε μαζύ του κανένα σχεδόν από τους υπ' αυτόν στρατηγούς και αξιωματικούς. Έκρινε λοιπόν αναγκαίον να τους προσκαλέση και να τους κοινοποιήση τα γενόμενα. Η ομιλία αύτη είχεν ήδη διαδοθή εις το στρατόπεδον και εγίνετο πολύς ψιθυρισμός· είχε δε ούτος την αρχήν του από την μεταξύ Σουλιωτών και λοιπών Στερεοελλαδιτών υπάρχουσαν διαίρεσιν (24), η οποία τόσον είχεν εξάψει τα πνεύματα αμφοτέρων των μερών, ώστε ουδ' εις το παραμικρόν δεν παρεχώρει παντελώς το έν εις το άλλο. Όταν ο Καραϊσκάκης εκοινοποίησε το πράγμα εις τους συνελθόντας αξιωματικούς του στρατοπέδου, όλοι αντέτειναν με αγανάκτησιν (25). Επροσπάθησεν ο Καραϊσκάκης να τους καταπραΰνη, λέγων ότι το πράγμα τούτο αν ήναι πειρακτικόν, είναι διά την εδικήν του φιλοτιμίαν· αυτός όμως παραχωρεί διά το συμφέρον της πατρίδος· αλλ' αυτοί επιμένοντες κατήντησαν να του ειπώσιν, ότι υπ' αυτόν μόνον αρχηγόν είν' έτοιμοι να θυσιάσωσι και την ιδίαν των ζωήν, δεν ανέχονται όμως να τον ακολουθήσωσιν εις εκστρατείαν, καθ' ην θέλει έχει και άλλους συναρχηγούς. Αν δε αυτός έχει σταθεράν απόφασιν να κάμη κατά την γνώμην των Σουλιωτών, ας μη λογαριάση πλέον αυτούς διά συντρόφους του. Επρόσθεσαν δε ότι τότε μόνον ηδύναντο ν' αποδεχθώσι της αρχηγίας την διαίρεσιν, όταν ήθελε το διορίσει η Κυβέρνησις (26).

Ο Καραϊσκάκης βλέπων το αμετάπειστον της γνώμης των, ειδοποίησε τους Σουλιώτας διά γράμματος, εις το οποίον υπεγράφησαν και όλοι οι αξιωματικοί του στρατοπέδου, τους επρόβαλε δε, αν θέλουν, να συνακολουθήσωσιν εις την υπέρ της Στερεάς Ελλάδος εκστρατείαν, μενόντων των πραγμάτων εις την οποίαν ήσαν κατάστασιν. Οι Σουλιώται ηρνήθησαν αποφασιστικά το να λάβωσι μέρος εις ταύτην την εκστρατείαν. Αλλ' έν συμβεβηκός, το οποίον ημπορεί να νομισθή, ως ευτύχημα διά τον Καραϊσκάκην και την Στερεάν Ελλάδα, συνετέλεσεν εις την επιτυχίαν της εκστρατείας και εμψύχωσε τους περί τον Καραϊσκάκην.

Μέγα μέρος των εν Κορίνθω υπό διαφόρους οπλαρχηγούς συνελθόντων στρατευμάτων νομίζον ότι αδικείτο εις τους μισθούς του από τους πρωτίστους Σουλιώτας αρχηγούς, απεχωρίσθη από αυτούς· συσσωματωθέν δε και συνδεθέν με όρκους και άλλους δεσμούς ωνομάσθη Ηπειρωτοσουλιωτικόν σώμα και απεφάσισε ν' ακολουθήση τον Καραϊσκάκην, της βοηθείας του οποίου ενόμισεν ότι είχεν ανάγκην. Οι συγκροτούντες τούτο το σώμα ήρπασαν ικανόν μέρος σταφίδων ανήκον εις ιδιώτας Κορινθίους διά να πληρωθώσι μισθούς, χρεωστουμένους εις αυτούς παρά της Διοικήσεως ή παρά των αρχηγών των. Υποπτεύοντες δέ τινα καταδρομήν επρόβαλον εις τον Καραϊσκάκην να τον συνακολουθήσωσιν επί υποσχέσει του να υπερασπισθή τα οποία ενόμιζον ότι είχον δίκαια. Ο Καραϊσκάκης νομίζων ότι δεν ήτον όλον το άδικον από μέρος των και επειδή με την συνδρομήν αυτών ηδύνατο να βάλη εις ενέργειαν την υπέρ της Στερεάς Ελλάδος εκστρατείαν, εδέχθη ευχαρίστως το πρόβλημά των, υποσχεθείς να διορθώση το πράγμα από μέρους της Κυβερνήσεως.

Ενώ δε εγίνοντο ταύτα, ο Φαβιέρος μείνας αρκετόν καιρόν εις Αμπελάκι άπρακτος, διά να παύση την κατακραυγήν των ανθρώπων ότι δεν λαμβάνει μέρος εις τον πόλεμον, απεφάσισε να κινηθή εις κανέν επιχείρημα. Ελθών λοιπόν εις Ελευσίνα επρόβαλεν εις τον Καραϊσκάκην ότι εσχεδίασε να επιπέση εις τους εις Θήβας στρατοπεδευμένους εχθρούς και ότι επιθυμεί να λάβη συμβοηθούς εις το επιχείρημά του έως τριακοσίους ατάκτους στρατιώτας. Ο Καραϊσκάκης μαθών ότι η διάβασις του στρατεύματος έμελλε να γένη από τόπον πεδινόν και γνωρίζων τον χαρακτήρα και την συνήθειαν των Ελλήνων στρατιωτών, παρέστησεν εις τον Φαβιέρον το δυσκατόρθωτον της επιχειρήσεως, του επρόσθεσε δε· «Αν κατορθώσης να διώξης τους Τούρκους από την πόλιν των Θηβών και να την κυριεύσης, δυσκόλως μεν, ίσως όμως δυνηθής να την διαφυλάξης εις δευτέραν εχθρικήν συμπλοκήν· εάν όμως αποτύχης, ολίγους των τακτικών θέλεις διασώσει διωκομένους εις την πεδιάδα από το ιππικόν των εχθρών». Αλλ' επειδή ο Φαβιέρος επέμενεν, ο Καραϊσκάκης, διά να μη λέγεται ότι εμπόδισε το πράγμα από κακοβουλίαν του, παρεχώρησε και διέταξε τον Δ. Καλλέργην και Στέφον Σέρβον (τους οποίους ονομαστί εζήτησεν ο Φαβιέρος) να παραλάβωσι τους στρατιώτας των, όντας έως τριακοσίους, και να ακολουθήσωσι τον Φαβιέρον εις τούτο το επιχείρημα.

Την εννάτην λοιπόν του Οκτωβρίου οι δύω ούτοι αξιωματικοί κινήσαντες από Ελευσίνα και ενωθέντες εις Κούντουρα με τους τακτικούς, επροχώρησαν εκείνην την νύκτα έως εις τον Ασωπόν, όπου έμειναν ν' αναπαυθώσιν ολίγον. Ιδόντες δε οι Έλληνες και προ πάντων οι άτακτοι, ότι ο δρόμος ήτον διά της πεδιάδος, και φοβηθέντες μη απαντηθώσιν από εχθρικόν ιππικόν, ή αποτυχόντες του επιχειρήματος καταδιωχθώσι, δεν ηθέλησαν να προχωρήσωσι· και μέρος μεν εκ των ατάκτων αντέτεινε φανερά, μέρος δε εκρύπτετο καθ' οδόν, ώστε ο Φαβιέρος, αφ' ού επροχώρησεν ολίγον και είδεν ότι όσον προώδευε το στράτευμα, τόσον ωλιγόστευε, απελπισθείς του να δυνηθή να φέρη τον σκοπόν του εις έκβασιν, διώρισε τους Έλληνας να οπισθοδρομήσωσι, και ούτως οι μεν μετά του Καλλέργη και Στέφου επέστρεψαν πάλιν εις Ελευσίνα, το δε τακτικόν μετά του Φαβιέρου μετέβη και εστάθη εις Μέγαρα.

Ο Καραϊσκάκης επιθυμών να κάμη βασιμωτέραν την εις την Στερεάν Ελλάδα εκστρατείαν του, ώστε να ελπίζη πιθανώτερον περί της επιτυχίας της, επρόβαλεν εις τον Φαβιέρον να συνακολουθήση μετά του τακτικού. Αλλ' αυτός, ενώ υπεσχέθη κατ' αρχάς, ύστερον ηρνήθη είτε διά την μεταξύ αυτού και του Καραϊσκάκη δυσαρέσκειαν, είτε πεισθείς εις τους Σουλιώτας αρχηγούς, ή τελευταίον διότι ενόμιζε δύσκολον την διατήρησιν των τακτικών εις επαρχίας εν μέρει μεν έρημους, εν μέρει δε συμπραττούσας μετά των εχθρών. Ο Καραϊσκάκης ελυπήθη διά την άρνησιν· μ' όλον τούτο απεφάσισε να βάλη εις πράξιν το περί της εκστρατείας ταύτης σχέδιον και χωρίς την σύμπραξιν του τακτικού.

Αφ' ού όλα τα της εκστρατείας έγειναν έτοιμα, ο Καραϊσκάκης συνεκάλεσεν όλους τους συγκροτούντας το στρατόπεδον στρατηγούς και αξιωματικούς, και αφ' ού με την συγκατάθεσιν αυτών διώρισε τον Βάσον αρχηγόν του εν Ελευσίνι στρατοπέδου, επρόβαλεν εις τους λοιπούς, όσοι έμελλον να συνακολουθήσωσιν, ότι διά να επιτύχωσιν εις την εκστρατείαν ταύτην είναι απαραιτήτως αναγκαίον να έχωσι τους στρατιώτας των εις την πλέον αυστηράν ευταξίαν και υποταγήν· να μη συγχωρήσωσι δε ή παραβλέψωσι κανέν είδος καταχρήσεως· διότι η εις τους εχθρούς υποταγή της Ρούμελης κατά μέγα μέρος επήγασεν από αυτάς τας καταχρήσεις. «Έπειτα (είπε) πώς θέλουν έλθη με ημάς οι κάτοικοι των επαρχιών, εις τας οποίας μέλλομεν να υπάγωμεν, εάν ημείς φερώμεθα προς αυτούς και από τους ιδίους Τούρκους χειρότερα;» Απεδέχθησαν όλοι με προθυμίαν τα λεγόμενα. Αλλ' ο Καραϊσκάκης διά πλειοτέραν ασφάλειαν διέταξε να γενή έγγραφον υποσχετικόν περί της ευταξίας ταύτης, το οποίον υπογραφέν απ' όλους τους στρατηγούς και αξιωματικούς, παρεδόθη εις χείρας του. Περιείχετο δε προς τοις άλλοις εις το έγγραφον τούτο ότι ο ατακτήσας θέλει παιδεύεται αυστηρώς από τον αρχηγόν, χωρίς να δύναται κανείς από τους συμφωνήσαντας να τον εξαιρέση της ευθύνης, και αν ήθελεν ανήκει ιδίως εις αυτόν. Όλον το σώμα το οποίον απεφασίσθη διά την εκστρατείαν ταύτην εσυμποσούτο από δύω χιλιάδας πεντακοσίους πολεμιστάς. Με τούτους επεχείρησεν ο Καραϊσκάκης το μέγα έργον της επαναστάσεως της Ρούμελης.

Την εικοστήν πέμπτην του Οκτωβρίου περί το μεσημέρι εκίνησεν από την Ελευσίνα το στράτευμα· έμεινε δε την νύκτα εις τα Κουντουριώτικα Καλύβια και την ερχομένην ημέραν μετέβη εις Κάζαν, όπου διέμεινε και την επιούσαν νύκτα. Ο Καραϊσκάκης διά να πληροφορηθή ακριβώς αν δεν υπάρχωσιν εις κανέν μέρος της διαβάσεως εχθροί, διά να προλάβη αφυλάκτους τους εις Δομπραίναν και να προξενήση καμμίαν βλάβην εις αυτούς διά το αιφνίδιον, έκρινεν αναγκαίον να στείλη μίαν εμπροσθοφυλακήν. Διώρισε λοιπόν εις τούτο τον Αλέξην Γαρδικιώτην Γρίβαν, όστις λαβών τριακοσίους περίπου στρατιώτας εκίνησεν ολίγον μετά την δύσιν του ηλίου προς την Δομπραίναν. Μόλις όμως εμβήκεν εις τον δρόμον και ήρχισε ραγδαιοτάτη βροχή, η οποία δεν άφησε να τελεσφορήση τούτο το επιχείρημα. Οι στρατιώται διά το βαθύ της νυκτός σκότος και διά την βροχήν απεπλανήθησαν και διεσκορπίσθησαν, και μόλις έν σώμα από τριάκοντα μόνον έφθασε πλησίον εις την Δομπραίναν και τοποθετηθέν εις ένα αντικρύ αυτής λόφον επαρατηρούσε τα κινήματα των εχθρών· αλλά χωρικοί τινες εργαζόμενοι εις την παρακειμένην πεδιάδα, ιδόντες αυτούς και νομίσαντες ότι ήλθον να λαφυραγωγήσωσιν, ως και άλλοτε συνέβαινεν, ανήγγειλαν το πράγμα εις τους εχθρούς. Αυτοί δε έπεμψαν αμέσως τριάκοντα ιππείς διά να προφυλάξωσι τα ζώα των και τα των κατοίκων και να καταδιώξωσι τους Έλληνας. Ενώ επροχώρουν οι ιππείς ούτοι προς τον λόφον, απαντώσιν ένα στρατιώτην Βούλγαρον από την εμπροσθοφυλακήν του Ελληνικού στρατεύματος, ο οποίος επροχώρει μόνος προς την Δομπραίναν, νομίζων ότι οι φαινόμενοι ιππείς ήσαν Έλληνες. Οι εχθροί συλλαβόντες αυτόν ζώντα έμαθον ότι ήρχετο κατ' αυτών ο Καραϊσκάκης, και αμέσως επιστρέψαντες ωχυρώνοντο εις τους πύργους και εις τας δυνατωτέρας οικίας του χωρίου.

Ολίγον προ της δύσεως του ήλιου έφθασεν ο Καραϊσκάκης εις Δομπραίναν και αμέσως προσέβαλεν εις το χωρίον με όσους έτυχε να φθάσωσι συγχρόνως με αυτόν· οι δε λοιποί Έλληνες, φθάνοντες ανά σώματα (επειδή από τας βροχάς και το μάκρος της οδοιπορίας είχον διακοπή καθ' οδόν) ερρίπτοντο αμέσως κατά των εχθρών· τέλος περικυκλώσαντες πανταχόθεν το χωρίον και εφορμήσαντες το εκυρίευσαν, εκτός των τριών πύργων και των περί το μέσον του χωρίου τέσσαρων ή πέντε οικιών, όπου κατέφυγον οι εχθροί καί τινες των οικογενειών, όσαι ή επρόκριναν να μείνωσι μετά των εχθρών, ή δεν εδυνήθησαν να φύγωσιν, όταν έφυγον και οι λοιποί κάτοικοι του χωρίου. Εκυρίευσαν οι Έλληνες έως τριάκοντα ίππους πολεμιστηρίους καί τινα φορτηγά, τα οποία μετεκόμιζον τα εφόδια των εχθρών.

Ο Καραϊσκάκης επροσπάθησε να πείση τους Έλληνας να μείνωσιν εις Δομπραίναν διά να φυλάξωσι πολιορκημένους τους εχθρούς, αλλ' αυτοί, μη όντες εις κατάστασιν ν' αγρυπνήσωσι διά την εκ της μακράς οδοιπορίας κακοπάθειαν, δεν επείσθησαν, αλλ' αφ' ού ελαφυραγώγησαν το χωρίον, μετέβησαν την νύκτα εις Κακόσι. Οι εχθροί λοιπόν μείναντες την νύκτα εκείνην αφύλακτοι ωχυρώθησαν καλήτερον και έστειλαν εις τα πλησιέστερα εχθρικά στρατόπεδα διά να πέμψωσι βοηθείας όσον το δυνατόν ταχύτερον. Εις την συμπλοκήν ταύτην από τους Έλληνας εφονεύθη είς και επληγώθησαν πέντε· ασήμαντος πρέπει να εστάθη και η ζημία των εχθρών· διότι επολεμούσαν από τας οικίας.

Την ερχομένην ημέραν εισήλθαν πάλιν οι Έλληνες εις τας οικίας της Δομπραίνας και επολέμουν τους εχθρούς, αλλ' αυτοί οχυρωθέντες την νύκτα και επελπίζοντες εις τας οποίας επεκαλέσθησαν βοηθείας, επέμενον με τολμηρότητα. Ο Καραϊσκάκης υποπτεύων ότι έμελλον να φθάσωσιν ογλήγορα εχθρικαί βοήθειαι, έβαλε σκοπιάς εις όλους τους δρόμους τους φέροντας προς την Δομπραίναν και αμέσως του ανήγγειλαν ότι εκατόν περίπου ιππείς ήρχοντο από το εν Θήβαις στρατόπεδον. Τρέχει αυτοπροσώπως ο ίδιος μετά τινων πεζών και ολίγων εφίππων και προκαταλαβών έν μέρος όπου εστένευεν αρκετά ο δρόμος, εκτύπησεν, οπισθοδρόμησε και εδίωξεν εις τα οπίσω τους εχθρούς, αφ' ού τους επροξένησεν ικανήν ζημίαν.

Επιθυμών δε ο Καραϊσκάκης να εξώση τους εχθρούς από την Δομπραίναν όσον το δυνατόν συντομώτερα, διά να μην καταφθάσωσι νέαι βοήθειαι και τους ενδυναμώσωσι περισσότερον, διέταξε και μετεκόμισαν έν κανόνιον από την εις τον λιμένα Δομπραίνης ευρισκομένην Ελληνικήν γολέτταν (27), αλλ' η βλάβη την οποίαν και δι' αυτού επροξενούσεν εις τους εχθρούς ήτον ασήμαντος, διότι οι πύργοι, προς τους οποίους διευθύνετο, ήσαν δυνατής κατασκευής και εχρειάζοντο πολλαί και αλλεπάλληλοι βολαί διά να εξασθενήση ή να κατεδαφισθή μέρος αυτών. Ο Καραϊσκάκης μ' όλον τούτο είχε δώσει διαταγήν να κανονοβολώσι καθ' ημέραν μεταφέροντες το κανόνιον πλησίον εις το χωρίον, διά να έχωσιν ενασχόλησιν τρόπον τινά και εμψύχωσιν οι στρατιώται και διότι η είδησις, του ότι το Ελληνικόν στρατόπεδον είναι προμηθευμένον και με κανόνια, ηδύνατο να ενθαρρύνη τους υπό τον εχθρόν Έλληνας, επειδή εβεβαιόνοντο τρόπον τινά ότι οι περί τον Καραϊσκάκην δεν ήλθον διά να λαφυραγωγήσωσι και να φύγωσιν.

Ενώ δε μίαν ημέραν ετοποθέτησαν το κανόνιον είς τινα θέσιν μόλις απέχουσαν ως βολήν τουφεκίου από τον εις το κέντρον του χωρίου πύργον και πλήθος στρατιωτών συνέρρευσεν εις την θέσιν ταύτην και εις τας ακρινάς του χωρίου οικίας, συμβαίνει μία ραγδαιοτάτη βροχή συντροφευμένη με σφοδρότατον άνεμον, το οποίον έκαμε τους στρατιώτας να μεταβώσι κατ' ολίγους εις τας κατοικίας των. Ο Καραϊσκάκης, αν και δεν ήτον εις το μέρος όπου εγίνετο η συμπλοκή, υπώπτευσεν όμως εκείνο το οποίον και τω όντι είχε συμβή και έδραμε διά να φροντίση να μετακομισθή το κανόνιον εις τόπον ασφαλή. Έως να φθάση εις τον τόπον, όπου ήτον το κανόνιον, ολίγοι στρατιώται διέμειναν, οι λοιποί είχον ήδη φθάσει εις Κακόσι, απ' όσους δε απαντούσε καθ' οδόν εκείνοι μόνον επέστρεφον, όσοι τον εντρέποντο, και είχον φιλοτιμίαν. Έπιασε και μόνος του το σχοινίον, διά του οποίου εσύρετο το κανόνιον, έφθασε και ο Νικήτας και άλλοι τινές αξιωματικοί και ούτω το μετεκόμιζον εις το στρατόπεδον. Ενώ εγίνοντο ταύτα, αναγγέλλουσιν εις τον Καραϊσκάκην ότι έν σώμα Ελλήνων, το οποίον είχεν υπάγει εις τα αμπέλια της Δομπραίνας, επερικυκλώθη από τους εχθρούς και είναι εις μέγιστον κίνδυνον. Αφιερώνει αμέσως εις τον Νικήταν και τους λοιπούς αξιωματικούς την φροντίδα της μετακομίσεως του κανονίου και αυτός διευθύνεται προς το μέρος όπου ήσαν οι κινδυνεύοντες με μόνον ένα από τους υπηρέτας του και ένα εθελοντήν, αφ' ού όμως εμήνυσε να εξέλθωσι και άλλοι στρατιώται από το χωρίον. Αλλά μόλις επροχώρησεν ολίγον και απαντά ερχομένους τους Έλληνας, εις βοήθειαν των οποίων επήγαινεν.

Ενώ επέστρεφεν ο Καραϊσκάκης εις την κατοικίαν του καταβεβαρημένος από την βροχήν, από την λάσπην και από τον κόπον, ιδών πλησίον του τον εθελοντήν (28), τον οποίον εγνώριζεν ότι διά περιέργειαν και φιλοτιμίαν εξέθεσε τον εαυτόν του εις τους κόπους και τους κινδύνους της εκστρατείας· «Βλέπεις (λέγει προς αυτόν) εις ποία βάσανα είμεθα υποκείμενοι; και μ' όλα ταύτα ποίος μας το γνωρίζει; — Αν κατά το παρόν (απεκρίθη ο νέος) τα πάθη δεν αφίνουν να γνωρισθώσιν αι εκδουλεύσεις και οι αγώνες σου, δεν πρέπει ν' απελπισθής. Θέλει έλθει καιρός να γνωρίσωσι την αξίαν εκάστου και ν' αποδώσωσι τον ανήκοντα έπαινον και την δικαίαν αμοιβήν. —

Γράφε καν (επανέλαβεν ο Καραϊσκάκης) γράφε ό, τι βλέπεις και τούτο θέλει είναι αρκετή ανταμοιβή δι' ημάς.

Το φθάσιμον των Ελληνικών στρατευμάτων εις Δομπραίναν έγεινεν αμέσως γνωστόν εις όλας τας πέριξ επαρχίας, αλλ' οι κάτοικοι δεν ετόλμησαν να λάβωσι τα όπλα, υποπτεύοντες μήπως η εκστρατεία είναι προσωρινή και μόνον διά λαφυραγωγίαν. Ταύτην την ατολμίαν βλέπων και ο Ρούκης εζήτησεν από τον Καραϊσκάκην να στείλη εις αυτόν στρατιωτικήν τινα δύναμιν, διά να εμψυχώση τους κατοίκους και να τους κινήση πάλιν εις πόλεμον κατά του εχθρού. Ο Καραϊσκάκης πεπεισμένος και ο ίδιος διά την ανάγκην ταύτην, απέστειλε τον Γαρδικιώτην Γρίβαν και Νάκον Πανουργιά με περίπου τετρακοσίους στρατιώτας, γράψας και προς τον Δυοβουνιώτην και προς τους λοιπούς αρχηγούς των όπλων να λάβωσι προθύμως μετοχήν εις τον παρόντα κρίσιμον αγώνα.

Διεδόθη και εις την Πελοπόννησον η είδησις της εις Δομπραίναν αφίξεως και στρατοπεδεύσεως του Καραϊσκάκη και πολλοί από τους εκεί ευρισκομένους Στερεοελλαδίτας συσσωματούμενοι ήρχοντο εις βοήθειάν του. Η προθυμία της εις Ρούμελην εκστρατείας ανεφάνη και εις τους υπό την οδηγίαν των Σουλιωτών αρχηγών στρατιώτας, οι οποίοι ήρχισαν ήδη και ν' αποσπώνται, όταν και οι ίδιοι αρχηγοί των απεφάσισαν να μεταβώσι και αυτοί εις Δομπραίναν και να συμμεθέξωσιν εις τον ιερόν τούτον αγώνα. Μόνον από τους αρχηγούς τούτους ο Κώστας Μπότζαρης και Κήτζος Τσαβέλας δεν ωδήγησαν αυτοπροσώπως τα υπό την οδηγίαν των σώματα εις ταύτην την εκστρατείαν είτε διά να μην αναγνωρίσωσι με την πράξιν αρχηγόν τον Καραϊσκάκην, είτε διότι είχον σκοπόν να λάβωσι μέρος εις την τότε συγκροτουμένην Εθνικήν Συνέλευσιν.

Οι κάτοικοι των πέριξ επαρχιών αν και έβλεπον ότι το Ελληνικόν στρατόπεδον ηύξανεν ολοέν και η εκστρατεία αύτη αποκατεστήνετο σημαντικωτάτη διά την εις Βιτιρνίτζαν διάβασιν του Δ. Μακρή και Γ. Δράκου και διά την εις Ταλάντι απόβασιν των Ολυμπιακών στρατευμάτων, μ' όλα ταύτα δεν ετόλμων να λάβωσι τα όπλα κατά των εχθρών και να συμπράξωσι με τον Καραϊσκάκην. Ως και αυτά τα περί το στρατόπεδον χωρία, μ' όλον ότι δεν ήσαν πλησίον Τούρκοι, δεν ετόλμησαν να κινηθώσιν, αλλ' εζήτησαν από τον Καραϊσκάκην δύναμιν. Ο Καραϊσκάκης αφ' ού ενεθάρρυνε τους απεσταλμένους των, έστειλεν εις βοήθειάν των τον Αντώνιον Κοντοσόπουλον και Γιαννάκην αδελφόν του Οδυσσέως με διακοσίους περίπου στρατιώτας, οι οποίοι μετέβησαν αμέσως κ' ετοποθετήθησαν εις τα χωρία Ζαγαρά και Κουτουμουλά. Οι κάτοικοι των χωρίων τούτων θέλοντες να δείξωσιν εις τους εχθρούς, (μετά των οποίων, φαίνεται, συνεννοούντο) ότι εξ ανάγκης εδέχθησαν τους Έλληνας, και ν' αποκτήσωσι με τούτο καταφύγιον εις εναντίαν περίστασιν, ειδοποίησαν τον Μουσταφάμπεην αρχηγόν των κατά τας επαρχίας ταύτας τουρκικών στρατευμάτων, ευρισκόμενον τότε εις Λεβαδείαν· αυτός δε ετοιμασθείς εκίνησεν αμέσως προς τα χωρία ταύτα. Οι Έλληνες μη ελπίζοντες να ήναι τόσον μεγάλη η εχθρική δύναμις, εξαπλωθέντες εις τόπον περισσότερον απ' όσον ήσαν ικανοί να φυλάξωσι και μη οχυρωθέντες καλώς ουδ' εις αυτόν, ηναγκάσθησαν εις πρώτην έφοδον των εχθρών να τραπώσιν εις φυγήν, ήτις απέβη εις αυτούς πολλά επιζήμιος· διότι εφονεύθησαν υπέρ τους τριάκοντα πέντε και εσυλλήφθησαν ζώντες μερικοί, εν οις και ο Γιαννάκης αδελφός του Οδυσσέως, τον οποίον όμως εφόνευσαν μετ' ολίγον.