Η Βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη
Part 4
Εις την μάχην ταύτην από μεν τους Έλληνας εφονεύθησαν οκτώ και επληγώθησαν είκοσι δύω, από δε τους εχθρούς ελέγετο να εφονεύθησαν περισσότεροι των τετρακοσίων και να επληγώθησαν διπλάσιοι. Όλοι οι παρευρεθέντες εις ταύτην την μάχην Έλληνες ηγωνίσθησαν με ανδρείαν· η μεγαλητέρα όμως φθορά του εχθρού έγεινεν από τον λόχον των ανδρείων Φιλελλήνων, από το τακτικόν και από το οχύρωμα των υπό τον Περραιβόν. Τα εις την αριστεράν πλευράν σώματα επί μεν της εφόδου των εχθρών ηκροβολίζοντο μόνον, διότι δεν ήλθε κατ' αυτών σημαντικόν σώμα, συνετέλεσαν όμως εις την τροπήν των Τούρκων, η οποία έλαβε την αρχήν της πρώτον από το μέρος των.
Εις το λοιπόν της ημέρας ταύτης διάστημα, καθώς και εις όλην την ερχομένην, δεν έγεινεν ούτε από το έν μέρος, ούτε από το άλλο κανέν πολεμικόν κίνημα. Καθείς ωχυρώνετο εις την θέσιν του και ετοιμάζετο εις μέλλουσαν συμπλοκήν. Ο Κιουταχής μη νομίζων ικανήν την οποίαν είχε δύναμιν, επροσκάλεσε και τον Ομέρ πασάν Καρυστινόν και άλλα σώματα, τα οποία είχε τοποθετήσει προηγουμένως αλλαχού, ώστε όλοι οι εις μάχην ετοιμασθέντες συνίσταντο εις έξ χιλιάδας πεζούς και δισχιλίους ιππείς. Οι δε Έλληνες επεσκεύασαν τα οχυρώματά των και έστησαν και τέσσαρα μικρά κανόνια.
Την επομένην ημέραν πριν της ανατολής του ηλίου αντιπαρετάχθησαν αμφότερα τα μέρη εις μάχην. Οι Έλληνες εφύλαξαν την ιδίαν τάξιν, την οποίαν είχον και εις την προλαβούσαν συμπλοκήν, εκτός του Φαβιέρου (18) όστις αποχωρήσας από το όλον του τακτικού διακοσίους στρατιώτας τους ετοποθέτησε τεσσαράκοντα βήματα μακράν του περιβολίου το οποίον κατείχον οι λοιποί τακτικοί και μέρος άτακτων. Εδόθη εις τους Τούρκους το σημείον της επιθέσεως, και αμέσως εφώρμησαν κατά των Ελλήνων, έκαστον σώμα προς ους ήτον διωρισμένον, το δε ιππικόν όλον σχεδόν ώρμησε κατά των προτεταγμένων τακτικών· αυτοί εδέχθησαν τους ιππείς με μεγάλην ανδρίαν και, κατά την οποίαν είχον διαταγήν, οι εις την πρώτην σειράν τεταγμένοι πυροβολήσαντες μετέβησαν όπισθεν, το ίδιον έπραξαν και οι εις την δευτέραν. Επειδή όμως οι εχθροί αν και εφονεύοντο ικανοί, ως μη απέχοντες ουδ' είκοσι βήματα των Ελλήνων, επροχώρουν μ' όλον τούτο πάντοτε και κατά πρόσωπον και εκ πλαγίων με σκοπόν να περικυκλώσωσι το σώμα τούτο των τακτικών, οι της τρίτης σειράς δεν επρόφθασαν να πυροβολήσωσιν, αλλά διαλυθείσης της τάξεως αυτών από τους ιππείς, ηναγκάθησαν να τραπώσιν εις φυγήν. Ιππείς και τακτικοί επεριπλέχθησαν, ώστε και οι εις τον τοίχον του περιβολίου Έλληνες δεν εδύναντο να πυροβολήσωσι διά τον φόβον του να βλάψωσι και τους οικείους των· εις ολίγων στιγμών διάστημα όσοι εκ των τακτικών επρόλαβον, κατέφυγον εις τους οικείους των· οι δε περικυκλωθέντες, οι οποίοι ήσαν έως τεσσαράκοντα, κατεκόπησαν και αιχμαλωτίσθησαν.
Αφ' ού διεχωρίσθησαν οι τακτικοί από το ιππικόν, άρχισεν ο πυροβολισμός πανταχόθεν, και οι μεν ιππείς κτυπώμενοι από τους εις το περιβόλιον Έλληνας, τους οποίους δεν ημπόρεσαν να μετακινήσωσιν, ηναγκάσθησαν να οπισθοδρομήσωσιν· οι δε εις τα άλλα Ελληνικά σώματα προσβαλόντες, μη δυνηθέντες να τρέψωσιν αυτά εις φυγήν με την πρώτην έφοδον, ετοποθετήθησαν πλησίον και υποκρυφθέντες όπισθεν των εξοχών της γης και εντός των κοιλωμάτων των ρυάκων, αντεμάχοντο με τους Έλληνας, των οποίων ο τουφεκισμός ήτον αδιάκοπος· αφ' ού δε εκ διαλειμμάτων έκαμαν και ικανάς εφόδους κατά των Ελληνικών προμαχώνων και απεκρούσθησαν, τελευταίον εδόθησαν εις συνεχή κανονοβολισμόν. Αυτό τούτο έκαμον και οι Έλληνες, αλλ' η εκ των Ελληνικών κανονίων βλάβη ήτον πολλά μικρά, ως προς εκείνην την οποίαν επροξενούσαν τα των εχθρών, διότι τα Ελληνικά κανόνια ήσαν ασυγκρίτως μικρότερα των τουρκικών και διότι δύο εξ αυτών αποκατέστησαν ανίκανα ως συντριβέντων των τροχών των.
Ο τρόπος ούτος του πολεμείν διήρκεσεν έως το εσπέρας. Επειδή δε ικανός αριθμός Ελλήνων επληγώθησαν, τους οποίους δεν είχον ευκολίαν δι' έλλειψιν φορτηγών να τους μεταφέρωσιν εις Ελευσίνα ή άλλον τόπον ασφαλείας, επειδή το νερόν δεν ήτον ικανόν εις όλον το στρατόπεδον, επειδή εξέλιπαν και αι τροφαί, όσας είχον λάβει μαζύ των οι Έλληνες, επειδή όλα ταύτα, λέγω, παρατηρούμενα από τους στρατιώτας, επροξένουν ζωηράν αθυμίαν και ψιθυρισμόν, ο Καραϊσκάκης φοβούμενος μήπως την ερχομένην νύκτα λειποτακτήσωσι τινές και το παράδειγμά των δώση αιτίαν να διαλυθή αισχρώς το στρατόπεδον και ίσως να πάθη και καμμίαν αδιόρθωτον ζημίαν, διώρισε να ετοιμασθώσιν όλοι διά να αναχωρήσωσι πλησιαζούσης της νυκτός.
Ολίγον λοιπόν προ της δύσεως του ήλιου εκίνησαν συγχρόνως οι Έλληνες προς Ελευσίνα. Αλλ' οι Τούρκοι, οι οποίοι καθ' όλον το διάστημα της ημέρας δεν είχον προξενήσει σημαντικήν φθοράν εις τους Έλληνας, ώστε να υποπτεύσωσι φυγήν, ιδόντες αυτούς περιστρεφομένους εις τας θέσεις των, υπέθεσαν ότι έμελλον να κάμωσι γενικήν έφοδον· συγκεντρωθέντες λοιπόν ενεδυναμώνοντο εις αυτάς με σκοπόν να αντικρούσωσι την ορμήν των. Όταν δε είδον ότι οι Έλληνες έφευγον, δεν ήτον καιρός πλέον να τους καταδιώξωσι, διότι είχον αρκετά απομακρυνθή απ' αυτούς.
Εις την φυγήν των οι Έλληνες δεν έπαθον καμμίαν ζημίαν, αποπλανηθέντες όμως διά το σκότος της επελθούσης νυκτός, άλλοι μεν την επιούσαν ημέραν έφθασαν εις το στρατόπεδον, άλλοι δε μόλις την δευτέραν και τρίτην. Τα δε κανόνια, μη δυνάμενοι να τα μετακομίσωσιν οι παραλαβόντες ταύτα χωρικοί, τα έκρυψαν εις μέρος απόκρυφον· αλλά προδοθέντα εκυριεύθησαν μετά ταύτα από τους εχθρούς. Εις την τελευταίαν μάχην εφονεύθησαν και αιχμαλωτίσθησαν Έλληνες υπέρ τους εβδομήκοντα, εκ των οποίων οι περισσότεροι τακτικοί· από δε τους εχθρούς, ως ελέγετο μετά ταύτα από Αλβανούς, εφονεύθησαν υπέρ τους πεντακοσίους, επληγώθησαν δε πολύ περισσότεροι, εκ των οποίων ολίγοι διέφυγαν τον θάνατον μη έχοντες, εν καιρώ θέρους μάλιστα, την ανήκουσαν περιποίησιν.
Μετά την μάχην ταύτην ανεχώρησαν από το στρατόπεδον πολλοί από τους Δερβενοχωρίτας, Αιγινήτας και Σαλαμινίους, καθώς και από τους Στερεοελλαδίτας, όσοι δεν επαγγέλλοντο τον στρατιώτην, αλλ' ήλθον διά να λάβωσι μέρος εις ταύτην την μάχην. Το δε τακτικόν χωρίς την γνώμην και συγκατάθεσιν του Καραϊσκάκη μετεβιβάσθη από τον Φαβιέρον εις Αμπελάκι, χωρίον της Σαλαμίνος, επί λόγω του να αναλάβη εις μερικάς ημέρας από τους κόπους της εκστρατείας. Ο Καραϊσκάκης εδυσαρεστήθη καθ' υπερβολήν και δεν είχε πλέον διόλου συστολήν εις την φύσει αχαλίνωτον γλώσσαν του· δεν έμεινεν όμως ούτε ο Φαβιέρος αδιάφορος εις τα κατ' αυτού λεγόμενα· ελπίζων μάλιστα να ωφεληθή από την αποτυχίαν ταύτην, την οποίαν αυτός απέδιδεν εις τον Καραϊσκάκην, και υποθαλπόμενος από τους εν Ναυπλίω εχθρούς του Καραϊσκάκη, ανέφερεν εις την Κυβέρνησιν ότι δεν είναι δυνατόν να οδηγηθή καλώς τακτικόν στράτευμα από άνθρωπον ανίδεον διόλου της τακτικής. Επεθύμει και ήλπιζε να κατασταθή γενικός αρχηγός της εκστρατείας ταύτης, ή αν τούτο δεν εκατορθώνετο, τουλάχιστον να επιτύχη ώστε το τακτικόν να μην υπόκειται διόλου εις τον Καραϊσκάκην.
Η Διοίκησις, γνωρίζουσα αφ' ενός μέρους πόσον αναγκαίος ήτον ο Καραϊσκάκης εις την εκστρατείαν ταύτην διά τα προσωπικά του προτερήματα και διά την οποίαν έχαιρεν υπόληψιν από το στρατόπεδον, μη θέλουσα δε αφ' ετέρου να δυσαρεστήση και τον Φαβιέρον, τον οποίον ομοίως ενόμιζεν ωφέλιμον διά τα πράγματα της Στερεάς Ελλάδος, επροσπάθησε να συμβιβάση την μεταξύ των διαφοράν· και διά να οικονομήση την αίτησιν του Φαβιέρου, χωρίς να πειράξη την φιλοτιμίαν του Καραϊσκάκη, έγραψε προς τον δεύτερον να συμβουλεύεται τον Φαβιέρον εις τα πολεμικά του σχέδια, ως άνθρωπον έμπειρον εις τα πολεμικά και φίλον της πατρίδος. Αλλά τόσον τούτο το μέσον καθώς και όσα άλλα μετεχειρίσθησαν άλλοι προς συμβιβασμόν απέβησαν μάταια. Ο Καραϊσκάκης επιμένων διέταξε τον Φαβιέρον να μεταφέρη το τακτικόν εις το στρατόπεδον της Ελευσίνος, όπου ήτον υποψία να γένη κίνημα παρά των εχθρών· ο Φαβιέρος όμως δεν υπήκουσεν, επρόβαλε δε ως δικαιολόγημα ότι οι τακτικοί συναναστρεφόμενοι μετά των ατάκτων διαφθείρουσι τα ήθη των. Τούτο παρώξυνε μεγάλως τον Καραϊσκάκην, ώστε δεν άφινε να του διαφύγη καμμία περίστασις, εις την οποίαν ηδύνατο να κατακρίνη και να υβρίση σκληρώς τον Φαβιέρον.
Οι εχθροί του Καραϊσκάκη, εκ των οποίων τινές ευρίσκοντο και εις το ίδιον στρατόπεδόν του, επιθυμούντες ν' αφαιρέσωσι από αυτόν την αρχηγίαν και αποτυχόντες του να το κατορθώσωσι διά της Κυβερνήσεως, έβαλαν προ οφθαλμών να διαλύσωσι το στρατόπεδον, διό και εζήτουν αφορμήν, ήτις κατά δυστυχίαν δεν άργησε να παρουσιασθή. Ο Κιουταχής έγραψε διαταγάς προς τους κατοίκους των χωρίων της Αττικής (οι οποίοι ήσαν μεν υποτεταγμένοι εις τους Τούρκους, συνεννοούτο όμως τινές εξ αυτών και με τους Έλληνας) ότι εντός ολίγων ημερών εκστρατεύει εις Ελευσίνα διά να καταστρέψη τους εκεί εμφωλεύοντας Έλληνας, γνωστοποιεί δε τούτο εις τους κατοίκους διά να μη δειλιάσωσιν από το κίνημα, αλλά να μένωσιν ήσυχοι εις τα χωρία των. Τα γράμματα ταύτα εφέρθησαν εις το στρατόπεδον του Καραϊσκάκη. Συνέβη δε ταυτοχρόνως να έλθη και ετέρα είδησις περί της εκστρατείας ταύτης από το ίδιον στρατόπεδον του Κιουταχή. Ώστε οι εχθροί του Καραϊσκάκη, οι οποίοι επεθύμουν του στρατοπέδου την διάλυσιν, επαρουσίαζον εις τους στρατιώτας μέγιστον τον κίνδυνον, εάν δεν προλάβωσι να φύγωσιν από Ελευσίνα, και τον όλεθρον άφευκτον, αν πολιορκηθώσιν. Ο Καραϊσκάκης επροσπάθησε να εμπνεύση θάρρος εις τους στρατιώτας· βλέπων όμως ότι ο θόρυβος εγίνετο από στιγμήν εις στιγμήν μεγαλήτερος, εκάλεσεν όλους τους αξιωματικούς του στρατοπέδου και τους παρεκίνησεν, εάν δεν θέλωσι να μείνωσιν εις την θέσιν των διά να πολεμήσωσι τον εχθρόν, τουλάχιστον ας υπομείνωσιν εις το στρατόπεδον, έως ου να ιδώσιν ερχόμενον τον εχθρόν, και τότε δύνανται χωρίς εντροπήν να μεταβώσιν εις άλλο οχυρώτερον μέρος. Ενώ εγίνοντο αι συνομιλίαι αύται, ήρχοντο αγγελίαι από στιγμήν εις στιγμήν ότι οι στρατιώται λειποτακτούσιν αδιακόπως από το στρατόπεδον· οι επιθυμούντες μάλιστα την διάλυσιν του στρατοπέδου επαρουσίαζαν την λειποταξίαν μεγαλητέραν και τον κίνδυνον σημαντικότερον. Επειδή δε ο Καραϊσκάκης επιμένων δεν έδιδε γνώμην να φύγωσι, τινές των αξιωματικών προσκαλούντες και τους άλλους εις την φυγήν ενώπιον του Καραϊσκάκη, είπον ότι δεν κάθονται να γένωσι θύματα της φιλοδοξίας του Καραϊσκάκη, τότε ο Καραϊσκάκης απεκρίθη με αγανάκτησιν «Πηγαίνετε όπου αγαπάτε. Ο Καραϊσκάκης θέλει επιμείνει εις την θέσιν του, και ας χαθή. Όταν όμως σας ερωτήσωσιν οι άνθρωποι τι εκάμετε τον αρχηγόν σας, ειπέτε ότι τον παρεδώσαμεν εις τους εχθρούς, διότι δεν ηθέλησε να γένη αρχηγός της λειποταξίας». Ο λόγος ούτος εκφωνηθείς με τόνον και πάθος, οποίον απαιτούσεν η περίστασις, έκαμε ζωηράν εντύπωσιν εις όλους τους παρευρεθέντας αξιωματικούς και στρατιώτας, δεν ημπόρεσεν όμως να εμποδίση και τους ενεργούντας την διάλυσιν του στρατοπέδου. Αυτοί παρασύραντες και τους στρατιώτας ανεχώρησαν από Ελευσίνα περί τα μεσάνυκτα και μετέβησαν εις Σαλαμίνα (19).
Ο Καραϊσκάκης συντροφευμένος από τους σημαντικωτέρους αξιωματικούς επήγεν εις τον τόπον, όπου εσυνείθιζον να θέτωσι την νυκτερινήν εμπροσθοφυλακήν, και ανάψαντες φωτίας διενυκτέρευσαν εκεί διά να δώσωσι τρόπον τινά θάρρος εις τους δειλιάσαντας στρατιώτας. Μ' όλα όμως τα μέτρα ταύτα, μόλις έμειναν εις το στρατόπεδον οι σημαντικώτεροι αξιωματικοί και έως τριακόσιοι στρατιώται, και ούτοι δε αφού τους παρεκάλεσε θερμώς ο Καραϊσκάκης να διαμείνωσιν εις το στρατόπεδον την νύκτα εκείνην διά να μη φύγωσιν με καταισχύνην, και τους υπεσχέθη ότι συγκατατίθεται ν' αναχωρήσωσι την επομένην ημέραν. Μ' όλα ταύτα ο Καραϊσκάκης μη έχων απόφασιν ν' αναχωρήση, εκτός εάν έβλεπε σημαντικήν εχθρικήν δύναμιν, επροσπαθούσε να ενθαρρύνη τους μείναντας αξιωματικούς και στρατιώτας, και οι λόγοι του (αφ' ού προϊούσης της ημέρας άρχισε να διαλύεται κατ' ολίγον ο φόβος, τον οποίον είχεν αποκαταστήσει μεγαλήτερον το βαθύ της νυκτός σκότος) έκαμαν τοιαύτην προσβολήν, ώστε μ' όλον ότι εφάνησαν ερχόμενοι οι εχθροί, αυτοί δεν εσυλλογίζοντο πλέον διά φυγήν, αλλ' ετοιμάζοντο δι' αντίκρουσιν. Οι εχθροί επλησίασαν έως βολής τουφεκίου εις το Ελληνικόν στρατόπεδον, και αφ' ού έκαμάν τινας αποπείρας και είδον ότι οι Έλληνες δεν φεύγουσιν, ανεχώρησαν οπίσω εις τας Αθήνας. Όλοι απέδωκαν εις μόνον τον Καραϊσκάκην την διατήρησιν του στρατοπέδου, και οι διαμείναντες αξιωματικοί και στρατιώται ευχαριστήθησαν πολλά διότι επείσθησαν εις την γνώμην αυτού και δεν ανεχώρησαν. Ο Καραϊσκάκης έγραψεν αμέσως αναφοράν εις την Κυβέρνησιν εναντίον των πρωταιτίων της λειποταξίας. Επειδή όμως αυτοί μετανοήσαντες εζήτησαν την συγχώρησιν, δεν ενέκρινε να επιμείνη, και ούτως εις ολίγας ημέρας συνήλθον πάλιν όλοι εις το στρατόπεδον.
Οι εν τω φρουρίω απελπισθέντες του να ιδώσι την πολιορκίαν διαλυομένην ογλίγωρα, έλαβον υποψίαν ότι η σταθερότης και η επιμονή του Κιουταχή θέλει αποκλείσει το φρούριον ως και το Μεσολόγγιον. Και καθώς φυσικά συμβαίνει εις τους αποκλεισμένους, αισθανόμενοι ως και των μικροτάτων πραγμάτων την έλλειψιν και δυσαρεστούμενοι, κατέφυγον εις την ζήτησιν των μισθών των, πρόφασιν εις την οποίαν καταφεύγουσιν, όταν πλησιάζη ο κίνδυνος, όλοι όσοι δεν κινούνται από το αίσθημα του πατριωτισμού και της φιλοτιμίας (20). Ο δε φρούραρχος, μη δυνάμενος ν' αναβάλη την επίμονον αίτησίν των, ηναγκάσθη και την εθεράπευσε πραγματικώς με δόσιν μέρους του μισθού των, διότι μ' ελπίδας μόνον και υποσχέσεις δεν εδύνατο πλέον να τους αναπαύση. Αλλά μ' όλον ότι έγεινεν η οικονομία αυτή, πολλοί έφευγον κρυφίως από το φρούριον. Ο Γκούρας βλέπων τούτο και ακούων πολλούς μη ευχαριστουμένους να διαμείνωσιν εις την πολιορκίαν, εστοχάσθη ως απαραιτήτως αναγκαίον ν' αυξήση την εν τω φρουρίω δύναμιν, ώστε και άν ποτε μέρος της φρουράς ήθελεν αποφασίσει ν' αναχωρήση, η φυγή του να μην γείνη επαισθητή εις τους όσοι ήθελον μείνει. Απέστειλε λοιπόν τον εξάδελφόν του Ιωάννην Μαμούρην εις τον Καραϊσκάκην διά να ζητήση στρατιωτικήν δύναμιν, τον διέταξε δε, αν δεν δυνηθή να κατορθώση διά του Καραϊσκάκη τίποτε, να στρατολογήση αυτός αριθμόν τινα στρατιωτών και να τους οδηγήση ο ίδιος εις το φρούριον· του έδωκε δε και τ' αναγκαία διά την στρατολογίαν ταύτην χρήματα.
Αν και η αποτυχία της εις Χαϊδάρι εκστρατείας ηνάγκασε την Κυβέρνησιν να λάβη μέτρα διά να δυναμώση περισσότερον το στρατόπεδον του Καραϊσκάκη, η βραδύτης όμως, με την οποίαν ενεργούσε διά την έλλειψιν των μέσων, εβίασε τον Καραϊσκάκην να φροντίση περί εσωτερικής ενδυναμώσεως της Ακροπόλεως Αθηνών· αλλά μη έχων χρήματα δεν εδυνήθη να πείση κανέν σώμα διά να εισέλθη εις το φρούριον. Όταν λοιπόν ήλθεν ο Μαμούρης και του εξήγησε την ανάγκην του φρουρίου, απεφάσισε να εμψυχώση το σώμα των Επτανησίων διά να εισέλθη εις το φρούριον, καθώς ήτον προ πολλού σχεδιασμένον. Το σώμα τούτο συνίστατο από διακοσίους περίπου στρατιώτας και εφοδιασθέν με τα διά συνεισφοράς συναχθέντα υπέρ αυτού χρήματα, απεφάσισε να εισέλθη, εις το φρούριον, οδηγούμενον από τον Ιωάννην Μαμούρην, όστις είχε την ανήκουσαν εμπειρίαν των οδών και των από τους εχθρούς αφυλάκτων διαβάσεων. Προσετέθησαν εις τούτους και πεντήκοντα περίπου στρατιώται, τους οποίους μισθώσας έλαβε μαζύ του ο Μαμούρης.
Συνελθόντες λοιπόν όλοι ούτοι εις Αμπελάκι της Σαλαμίνος και γενόμενοι κατά πάντα έτοιμοι, εμβήκαν εις τα πλοία την δωδεκάτην του Σεπτεμβρίου και απέβησαν εις τα παράλια της Αττικής. Προχωρήσαντες προς το φρούριον από δρόμους μη φυλαττομένους από τους εχθρούς, επλησίασαν ικανώς, αλλά μετά επτά ωρών συνεχή οδοιπορίαν αποκαμόντες οι προπορευόμενοι, εστάθησαν ολίγον διά να περιμείνωσι τους ακολουθούντας· αυτοί όμως δεν εφάνησαν, διότι ταραχθέντες ως από πανικόν τινα φόβον είχον αποκοπή από τους προπορευομένους και είχον επιστρέψει οπίσω εις τα παράλια, όπου ήσαν τα πλοία περιμένοντα να ίδωσι την έκβασιν του επιχειρήματος. Ο Μαμούρης αφ' ενός μέρους διά την βραδύτητα των λοιπών στρατιωτών, αφ' ετέρου δε βλέπων ότι το φως της Σελήνης, η οποία είχεν ήδη προχωρήσει εις τον ορίζοντα, ήθελεν είναι επιβλαβές δι' αυτούς, διότι έμελλον να διαβώσι μεταξύ των εχθρικών χαρακωμάτων, συσκεφθείς και με τους λοιπούς στρατιώτας, απεφάσισε με κοινήν γνώμην να μην επιχειρήσωσιν εκείνην την νύκτα διά να έμβωσιν εις το φρούριον, αλλά κρυφθέντες εις κανέν μέρος να επιχειρήσωσι τούτο την ερχομένην νύκτα. Μετέβησαν λοιπόν εις Καρέαν, εις το μοναστήριον του Αγίου Ιωάννου, όπου παρέμειναν το λοιπόν της νυκτός διάστημα και την ακόλουθον ημέραν· αλλ' επειδή παρετήρησαν νέους προμαχώνας εις το μέρος, όπου έμελλον να εισέλθωσι, και επειδή υπώπτευσαν ότι εγνώσθησαν από τους εχθρούς, διότι τινές εξ αυτών κατά τύχην περιπατούντες είχον πλησιάσει αρκετά εις το μοναστήριον, ακούσαντες και την νύκτα μέγαν πυροβολισμόν των εχθρών, δεν έκριναν συμφέρον να δοκιμάσωσι την είσοδον, φοβούμενοι τα επακόλουθα της αποτυχίας δεινά. Όθεν επέστρεψαν την νύκτα εις το μέρος όπου είχον αποβή και εμβάντες εις τα πλοία ομού με τους οπισθοδρομήσαντας πρότερον επέστρεψαν εις Σαλαμίνα.
Διά την αποτυχίαν ταύτην ελυπήθη μεγάλως ο Καραϊσκάκης, βλέπων δε όσον δυσκολοτέραν, τόσον αναγκαιοτέραν την εις το φρούριον είσοδον νέας δυνάμεως, επρόβαλεν εις τους λοιπούς, εν Ελευσίνι στρατηγούς να μισθώσωσιν εκατόν είκοσι στρατιώτας, να τους ενώσωσι με το Επτανήσιον σώμα, το οποίον δεν είχεν απελπισθή του να εισέλθη εις το φρούριον μ' όλην την αποτυχίαν, και να τους αποστείλωσιν εις το φρούριον με τας αναγκαίας προφυλάξεις. Εγένετο δεκτόν το πρόβλημά του· και αφ' ού έγεινεν η αναγκαία ετοιμασία, επεφορτίσθη ο Κριζιώτης να τους οδηγήση έως εις τον τόπον της αποβάσεως. Εμβάντες λοιπόν εις τα πλοία την εικοστήν εβδόμην του Σεπτεμβρίου, απέβησαν πλησίον των Τριών Πύργων και μετά δύω σχεδόν ωρών συνεχή οδοιπορίαν έφθασαν πλησίον εις την Ακρόπολιν. Αλλ' επειδή συναπαντήθησαν κατά τύχην από έν σώμα ιππικού των εχθρών, νομίσαντες ότι επροδόθη το σχέδιόν των ετράπησαν εις φυγήν. Οι εχθροί, μ' όλον ότι ήκουσαν τον θόρυβον των φευγόντων, δεν εκινήθησαν αμέσως εις καταδίωξιν είτε διά το σκότος της νυκτός, είτε διότι ενόμισαν εαυτούς ολίγους, και τούτο έδωκε καιρόν εις τους Έλληνας να διασωθώσι. Φεύγοντες μ' όλον τούτο διεκόπησαν εις διάφορα κόμματα· μέρος μεν, εν οις και ο επίτροπος του αρχηγού του σώματος των Επτανησίων (21), έφυγον προς τα βουνά και εκείθεν την ερχομένων ημέραν μετέβησαν εις το εν Ελευσίνι στρατόπεδον. Εκ δε των προς την θάλασσαν φυγόντων έν σώμα κατεδιώχθη από τους εχθρούς εις τον τόπον της αποβάσεως, αλλά πολέμησαν γενναίως και βοηθούμενον από τα πλοία διεσώθη αβλαβές, έξ δε καταφυγόντες εις μίαν εκκλησίαν κειμένην πλησίον των Τριών Πύργων ύστερον από ικανήν αντίστασιν εφονεύθησαν εκτός ενός, όστις διεσώθη κολυμβών, έν μέρος δε, συνιστάμενον από εικοσιπέντε σχεδόν εκ του σώματος των Επτανησίων, κατέφυγεν εις έν νησίδιον πλησίον της ξηράς, όπου οχυρωθέν εκ του προχείρου και αντιπολεμήσαν γενναίως προς πλήθος πεζών και ιππέων εχθρών και υπομείναν αφόβως τον συνεχή και αλλεπάλληλον κανονοβολισμόν όλην την ημέραν και την ακόλουθον νύκτα, διεσώθη τελευταίον αβλαβές από τον Κριζιώτην, όστις επήγεν εις βοήθειάν του με δύω πλοιάρια, με τα οποία και τους μετέφερεν εις τα μεγάλα πλοία, τα οποία δεν ημπορούσαν να πλησιάσωσιν εκεί διά την ρηχότητα των νερών.
Η δευτέρα αύτη αποτυχία κατελύπησε τον Καραϊσκάκην και ομού με αυτόν όλους τους ευαισθήτους πατριώτας, αλλά την λύπην του την εκορύφωσεν η είδησις του θανάτου του Γκούρα (22), την οποίαν επίτηδες απεσταλμένοι από το φρούριον έφερον εις το στρατόπεδον. Δεν ήτον πλέον καιρός μακρών και βραδέων σκέψεων διότι εκτός της αθυμίας, την οποίαν φυσικώ τω λόγω επροξένησεν εις τους πολιορκουμένους, το συμβεβηκός τούτο ήτον υποψία διαιρέσεων και διχονοιών, το οποίον ημπορούσε να αυξήση τα δεινά των πολιορκουμένων. Συνεκάλεσε λοιπόν όλους τους στρατηγούς και αξιωματικούς τους συγκροτούντας το εν Ελευσίνι στρατόπεδον και ωμίλησεν ούτω· «Το φρούριον των Αθηνών κινδυνεύει και η πτώσις του θέλει είναι πτώσις όλης της Στερεάς Ελλάδος· δεν έχει εις άλλους τας ελπίδας του, παρά εις ημάς· δεν είναι εντροπή μας να το αφήσωμεν απροστάτευτον;» Όλοι ομοφώνως απεκρίθησαν ότι προσφέρουσι και την ιδίαν των ύπαρξιν διά την σωτηρίαν του φρουρίου. «Λοιπόν, επανέλαβεν ο Καραϊσκάκης, εγώ δεν βλέπω άλλον τρόπον αρμοδιώτερον και προχειρότερον, ειμή να δεχθή να εισέλθη εις το φρούριον επί κεφαλής της αποσταλησομένης εις αυτό βοηθείας είς από ημάς, όστις ήθελεν έχει ιδιαίτερον στρατιωτικόν σώμα, το οποίον να τον αγαπά ενταυτώ και να τον σέβεται· διά να μην αποτύχωμεν δε και ταύτην την φοράν, το οποίον θέλει είναι ολεθριώτατον, δύω βλέπω αρμοδιωτέρους, τον εαυτόν μου και τον στρατηγόν Κριζιώτην». Επειδή δε είπον μερικοί ότι δεν συμφέρει ο Γενικός αρχηγός να κλεισθή μέσα εις το φρούριον, αλλά να μείνη έξω και να προσπαθή περί διαλύσεως της πολιορκίας· — «Εκτός τούτου, επρόσθεσεν ο Καραϊσκάκης, ενώ δεν ημπορώ να χρησιμεύσω εις το φρούριον, όσον ο αδελφός μας Κριζιώτης· διότι πρώτην φοράν πατώ ταύτα τα χώματα· ο δε Κριζιώτης ως διατρίψας πολύν καιρόν εις τα εδώ γνωρίζει και τας θέσεις και τους κατοίκους και προ πάντων, διά τας οποίας έχει σχέσεις μετά των εν τω φρουρίω πολεμικών, θέλει κατασταθή σεβαστός εις τους πολιορκουμένους και θέλει διαθέσει άριστα τα πράγματα του φρουρίου». Όλοι ομοφώνως επαίνεσαν την γνώμην του Καραϊσκάκη και παρεκίνησαν τον Κριζιώτην διά να δεχθή το πράγμα. Ο δε Κριζιώτης κινούμενος από φιλοτιμίαν απεδέχθη χωρίς δυσκολίαν το πρόβλημα.
Αλλ' άμα εκοινοποιήθη το πράγμα εις τους στρατιώτας αυτού, συνήχθησαν αμέσως περί αυτόν και μ' όλον ότι τον αγαπούσαν και τον εσέβοντο εις τον ανώτατον βαθμόν, μ' όλον τούτο δεν έλειψαν να του προξενήσωσιν ικανάς δυσκολίας· του επαρρησίασαν κατ' αρχάς τον κίνδυνον, με σκοπόν διά να τον αποτρέψωσιν από τούτο το επιχείρημα. Αλλ' επειδή αυτός επρόβαλεν, ότι είναι έτοιμος να καταφρονήση πάντα κίνδυνον, διά να μην παραβή την υπόσχεσίν του, εστράφησαν εις την αληθή αιτίαν, ότι χωρίς ικανά χρήματα δεν πρέπει να επιχειρισθή τοσούτον επικίνδυνον έργον.
Το κεφάλαιον των χρημάτων το εστοχάσθη απ' αρχής ο Καραϊσκάκης, αλλά μη βλέπων τινά πόρον εσχεδίασε να υποχρεώση, τους στρατηγούς να καταθέσωσι μέρος και τα λοιπά να βιάση τους πλουσιωτέρους εκ των πλησιεστέρων χωρίων διά να τα δώσωσι. Πολλά σύντομα συνήχθησαν τα χρήματα και έγεινεν η ετοιμασία. Αλλά διά να μην αποτύχη και ταύτην την φοράν το επιχείρημα της εις το φρούριον εισόδου, εκρίθη αρμόδιον ώστε όλον το εν Ελευσίνι στράτευμα και τα εν Μεγάροις τότε νεωστί ελθόντα από Κόρινθον να υπάγωσι να τοποθετηθώσι πλησίον του εις Πατήσια στρατοπέδου του Κιουταχή και την νύκτα, καθ' ην ήτον συμφωνημένον να εισέλθη ο Κριζιώτης εις το φρούριον, να επιπέσωσιν, ή τουλάχιστον να πλησιάσωσιν εις το εχθρικόν στρατόπεδον, διά να μη δυνηθώσιν οι εχθροί να υπάγωσιν εις βοήθειάν των εν τη πόλει, όταν ο Κριζιώτης ήθελε δοκιμάσει την είσοδον.
Την νύκτα της ενδεκάτης του Οκτωβρίου ήτον προσδιωρισμένον να δοκιμάση ο Κριζιώτης την είσοδον· έμελλε δε προηγουμένως να υπάγη να ετοιμασθή εις Αμπελάκι, να παραλάβη εκείθεν και το σώμα των Επτανησίων και διά των πλοίων να μεταβή εις τα παράλια της Αττικής. Την ενδεκάτην λοιπόν περί το γεύμα ειδοποιήσας ο Καραϊσκάκης και τους εις Μέγαρα ευρισκομένους, εκίνησε μ' όλον το στράτευμα προς τας Αθήνας διά του Μενιδίου· ήσαν δε όλοι ομού υπέρ τας τρεις χιλιάδας.
Άμα είδον οι εν Μενιδίω Τούρκοι τους Έλληνας, ειδοποίησαν όλους τους κατοίκους, όντας εξαπλωμένους και εργαζομένους εις την προκειμένην πεδιάδα, να συνέλθωσιν εις το χωρίον διά να προφυλαχθώσιν· η από ιππείς όμως συγκειμένη εμπροσθοφυλακή των Ελλήνων προλαβούσα αιχμαλώτισεν ένα Οθωμανόν και δύο εκ των κατοίκων· ακροβολίσθη δε ολίγον και με τους εχθρούς έμπροσθεν του χωρίου. Διαβάντες εκείθεν οι Έλληνες έφθασαν περί την δύσιν του ηλίου εις Ζευγολατείον, χωρίον μικρόν έρημον, μίαν ώραν σχεδόν απέχον του εχθρικού στρατοπέδου. Άμα ενύκτωσεν οπωσούν και συνήλθον όλοι οι στρατιώται, διώρισεν ο Καραϊσκάκης ν' ανάψωσι φωτίας όσας πλειοτέρας δυνηθώσι, διά να φανερώσωσι τον ερχομόν των εις του εχθρούς και να τους παρουσιάσωσι την δύναμίν των μεγαλειτέραν απ' ό, τι πραγματικώς ήτον. Οι εχθροί όμως είχον ήδη πληροφορηθή περί τούτων από δύω ιππείς προαποσταλέντας επίτηδες από τους εις Μενίδι ευρισκομένους Τούρκους.