Η Βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη

Part 3

Chapter 36 wordsPublic domain

Η νυκτομαχία αύτη διήρκεσε περισσότερον από δύο ώρας. Εφονεύθησαν από μεν τους μετά του Καραϊσκάκη υπέρ τους εξήκοντα, εν οις μόνον είς αξιωματικός· των δε εχθρών η φθορά συμπεραίνεται μεν να έγεινε πολλά σημαντική, καθαρά όμως πληροφορία περί της αληθούς ποσότητος δεν υπάρχει, διότι, ως λέγουσιν, ο Κιουταχής, διά να μη γνωστοποιηθή η φθορά και φέρη δειλίαν εις τα στρατεύματά του, διώρισε και έθαψαν πολλά σώματα εις ένα και τον αυτόν τάφον.

Ολίγας ημέρας μετά την νυκτομαχίαν ταύτην (30 Ιουλίου) ο Καραϊσκάκης υπήγε κατά των εις Πετροχώρι στρατοπεδευμένων εχθρών, επί κεφαλής των οποίων ήτον ο Άγος Μουχουρδάρης. Οι Έλληνες επιπεσόντες από διάφορα μέρη, εκυρίευσαν πολλά από τα ποίμνια των εχθρών βόσκοντα περί το χωρίον. Οι Τούρκοι εξελθόντες εις υπεράσπισιν αυτών, συνεπλάκησαν με τους Έλληνας και ηκροβολίζοντο όλην σχεδόν την ημέραν περί δε το εσπέρας οι εχθροί επιστρέφοντες εις τας σκηνάς των κατεδιώχθησαν από τους Έλληνας με ολίγην βλάβην των.

Μετά τούτο ο Καραϊσκάκης εστρατοπέδευσεν εις Δερβέκισταν, ανταποκριθείς δε μετά των εντός του Μεσολογγίου και πληροφορηθείς περί της ανάγκης νέας στρατιωτικής βοηθείας, συνεκάλεσεν όλους τους προκρίτους της στρατιάς του και τους επρόβαλε την ανάγκην και το ζήτημα των εντός του Μεσολογγίου. Μετά τινα σκέψιν λοιπόν απεφασίσθη να εισέλθη εις Μεσολόγγι ο στρατηγός Κήτσος Τζαβέλας με άλλους τινάς αξιωματικούς, έχοντες όλοι ομού έως εξακοσίους στρατιώτας δοθέντας κατ' αναλογίαν από τα διάφορα σώματα, το οποίον και εγένετο περί τας αρχάς του Αυγούστου.

Ο δε Καραϊσκάκης επιθυμών ν' αποδιώξη τον Άγον Μουχουρδάρην από Πετροχώρι και μη έχων ικανήν δύναμιν διά να το εκτελέση διά των όπλων, επενόησε το ακόλουθον στρατήγημα, το οποίον και επέτυχε θαυμασιώτατα. Διώρισε διάφορα μικρά σώματα να περιφέρωνται εις τα περί το Πετροχώρι δάση τουφεκίζοντα, ανάπτοντα φωτίας την νύκτα και κάμνοντα καπνούς την ημέραν. Τούτο διέταξε να κάμνωσι και όλοι οι εις τα πέριξ χωρία θερίζοντες. Την δε εβδόμην του Αυγούστου διέταξε το μεγαλήτερον μέρος της στρατιάς του να διαβή το μέρος εκείνο του ποταμού, όθεν έπαιρνον οι εχθροί νερόν, και να τοποθετηθή εκεί πλησίον· αυτός δε με το λοιπόν στράτευμα διέβη εις χωρίον Μποτίνου. Την νύκτα διώρισε και ετουφέκιζον κατά σύνθημα τριγύρω εις Πετροχώριον, άναψαν πολλάς πυράς, έκαμαν θορύβους και φανούς καθ' όλην την διάρκειαν της νυκτός, ώστε μόλις άρχισε να φαίνεται το φως της ημέρας, και οι εχθροί λαβόντες βιαίως εκ των πραγμάτων των όσα ήσαν ευμετακόμιστα, έφευγον αφήσαντες όλας τας σκηνάς και τας βαρυτέρας αποσκευάς· από δε τους Έλληνας άλλοι ερρίφθησαν εις τα εν Πετροχωρίω λάφυρα και άλλοι κατεδίωκον ακολουθούντες εξ οπίσω τους εχθρούς. Διότι απ' έμπροσθεν ήτον αυστηρώς απηγορευμένον να τους αντικρούσωσι. Κατ' αυτόν τον τρόπον φεύγοντες καταδιωκόμενοι οι εχθροί, πολλά ολίγας από τας αποσκευάς των διέσωσαν. Τελευταίον μετέβησαν εις το γενικόν στρατόπεδον του Κιουταχή, αφήσαντες ελευθέραν την επαρχίαν Αποκούρου και τα πέριξ αυτής.

Αφ' ού ησφαλίσθη τρόπον τινά το Μεσολόγγιον και αφ' ού οι Τούρκοι ανεχώρησαν από το Πετροχώριον, βλέπων ότι η επί πλέον εις τα μέρη ταύτα διατριβή του ήτον περιττή, ή τουλάχιστον μικράς ωφελείας πρόξενος, απεφάσισε να περάση εις Ξηρόμερον διά να προξενή εμπόδια εις την μετακόμισιν των τροφών του Κιουταχή. Αλλ' επειδή όλα τα διαβατά μέρη του Αχελώου εφυλάττοντο από τους εχθρούς, απεφάσισε να υπάγη διά των Αγράφων και Βάλτου. Αναχωρήσας λοιπόν περί τα μέσα του Αυγούστου από Απόκουρον και διαβάς διά Κραβάρων και Καρπενησίου έφθασεν εις Άγραφα, όπου έμαθεν ότι ο Σταμούλης Γάτσος, διωρισμένος παρά των Τούρκων καπιτάνιος αυτής της επαρχίας, ευρίσκετο εις χωρίον Καροπούλαν με περίπου τριακοσίους πεντήκοντα στρατιώτας. Διευθύνθη λοιπόν εναντίον αυτού· αλλ' επειδή με μικράν προσβολήν εκλείσθησαν οι περί τον Σταμούλην, ο Καραϊσκάκης μη έχων σκοπόν να αργοπορήση εις πολιορκίαν και νομίζων τα τοιαύτα πάρεργα ως προς τον οποίον είχε σκοπόν, ανεχώρησε και διέβη εις Βάλτον, συγχωρήσας εις τους στρατιώτας του να διαρπάσωσι τα καθ' οδόν χωρία των Αγράφων.

Όταν έφθασεν εις Βάλτον, έμαθεν ότι ο Δημήτρης Γώγου αποκλείσας εις έν στενόν πολλάς οικογενείας Βαλτινών, οι οποίοι δεν ήθελον να υποκύψωσιν εις τους εχθρούς, τους έλαβεν υπό την εξουσίαν του. Κινηθείς λοιπόν εναντίον αυτού, τας μεν οικογενείας τας ελευθέρωσε, τους δε περί τον Γώγον εκυνήγησεν.

Ακολουθών την οδοιπορίαν του, έπεσε την νύκτα εις τους εις Μαχαλάν φυλάττοντας Τούρκους, μη ηξεύρων ότι η θέσις αύτη ήτον πιασμένη απ' αυτούς. Επειδή όμως είχον πλησιάσει αρκετά, ώστε δεν ήτο πλέον καιρός να οπισθοδρομήσωσιν, ούτε αλλαχόθεν να διαβώσιν, ενθαρρύνας τους στρατιώτας, ώρμησεν εμπρός, και διέβησαν όλοι πολεμούντες, βλάψαντες πολύ περισσότερον τους εχθρούς, παρ' όσον αυτοί εβλάφθησαν από εκείνους. Ενώ δε επροπορεύετο τοιουτοτρόπως, μη διακρίνας διά το βαθύ της νυκτός σκότος το πλάτος τάφρου τινός προκειμένης και ζητήσας να πηδήση, πίπτει εις αυτήν, χωρίς να εννοηθή από τους ακολουθούντας, οι οποίοι διαβαίνοντες αλλεπαλλήλως και πηδώντες επ' αυτόν, δεν του έδωκαν καιρόν να σηκωθή προτήτερα παρ' όταν δεν ήτον πλέον άλλος να διαβή.

Ύστερον από πολυήμερον διάστημα κακοπαθείας και νυκτοπορείας έφθασε τελευταίον εις Δραγαμέστον, όπου οχυρωθείς έδωκε καιρόν εις τους στρατιώτας του ν' αναπαυθώσιν οπωσούν και να αναλάβωσιν, αυτός δε εμβήκεν εις Μεσολόγγιον να παρατηρήση την κατάστασιν των πολιορκουμένων και να ομιλήση περί τροφών του υπ' αυτόν στρατεύματος με την εκεί Διευθυντικήν επιτροπήν. Αφ' ού συνωμίλησε μετ' αυτής και έκαμε τας παρατηρήσεις του, επαίνεσε μεγάλως τους πολιορκουμένους διά την γενναιότητα και καρτερίαν των προς τον κίνδυνον, ωνείδισεν όμως την επικρατούσαν εις τας τροφάς κατάχρησιν και εξήλθεν αμέσως εις Δραγαμέστον, όπου απεφάσισε να στήση το γενικόν του στρατόπεδον.

Αφ' ού ικανάς ημέρας ανεπαύθη το στράτευμα, ο Καραϊσκάκης έκρινεν εύλογον να γένη κίνημα προς εμπόδισμα της διαβάσεως των τροφών του εχθρικού στρατοπέδου. Λαβών λοιπόν το εκλεκτότερον μέρος της στρατιάς του, επήγε και ενήδρευσεν εις ένα τόπον ονομαζόμενον Μάνιανην, όπου είναι έν σύμφυτον δάσος. Οι διωρισμένοι εις τας σκοπιάς είδον μακρόθεν έν σώμα μέγα εχθρών συνοδευόντων πλήθος φορτηγών. Ο Καραϊσκάκης βλέπων το σώμα τούτο πολλά μεγάλον ως προς την εδικήν του δύναμιν, δεν έκρινεν εύλογον να το κτυπήση κατά πρόσωπον, αλλ' αφ' ού άφησε και διέβη το πλειότερον μέρος, επέπεσεν εις την οπισθοφυλακήν, την οποίαν τρέψας εις φυγήν, έλαβε πολλά φορτηγά και εφόνευσε καί τινας των εχθρών.

Κατά ταύτην την εποχήν ο Τσιώγκας και Ράγκος είχον συγκεντρώσει μερικάς δυνάμεις εις Ξηρόμερον, αλλά δεν ηθέλησαν να ενωθώσι με τον Καραϊσκάκην διά το παλαιόν μεταξύ των πάθος και διά να μην τον γνωρίσωσιν αρχηγόν των.

Αυτός λοιπόν μη δυνάμενος με μόνας τας εδικάς του δυνάμεις ν' αντικρούση κατά πρόσωπον σημαντικά σώματα εχθρών, εξέκοπτε μόνον αποσπάσματα και τα έστελλε διά να βλάπτωσι την διάβασιν των τροφών του εχθρού. Ήτον όμως εις τοιούτον τρόπον η οδός ασφαλισμένη από τον Κιουταχήν, ώστε δεν ήτον εύκολον να γένη σημαντική βλάβη εις τους διαβαίνοντας. Εις όλον το από Καρβασαράν έως εις Μεσολόγγιον διάστημα ήσαν τοποθετημένα εχθρικά σώματα, συνιστάμενα από οκτακοσίους έως χιλίους πολεμιστάς, και απέχοντα περί μίαν ή δύω ώρας αλλήλων. Το έν δε εχθρικόν σώμα ήτον εις χρέος να συνοδεύη τα φορτηγά έως εις την θέσιν του άλλου, ώστε οι Έλληνες δεν ελάμβανον ευκαιρίαν διά να τα βλάψωσι. Μ' όλον τούτο ο Καραϊσκάκης λαβών τους μισούς εκ των μετ' αυτού Ελλήνων, επέπεσε διά νυκτός κατά των εις Καρβασαράν τοποθετημένων εχθρών. Ο Καρβασαράς ήτον το μέρος όπου απεβιβάζοντο αι τροφαί του εχθρικού στρατοπέδου διά να μετακομίζωνται εις Μεσολόγγιον. Το μέρος τούτο ενομίζετο ολιγώτερον υποκείμενον εις τας επιδρομάς των Ελλήνων, διά τούτο και δεν ήτον ικανώς ωχυρωμένον από στρατιωτικήν δύναμιν· ήσαν μ' όλον τούτο εις τα ερείπια του παλαιού φρουρίου, το οποίον είχον επισκευάσει εκ του προχείρου, και εις τας παρά τον αιγιαλόν αποθήκας έως πεντακόσιοι πολεμισταί. Οι Έλληνες επιπεσόντες εξαίφνης, τους μεν εν τω φρουρίω απέκλεισαν, τους δε εις το παραθαλάσσιον ηνάγκασαν να καταφύγωσι με ζημίαν των εις τα ευρεθέντα εκείσε πλοία. Έλαβον οι Έλληνες υπέρ τας εκατόν καμήλους καί τινα εκ των φορτηγών και επέστρεψαν εις το στρατόπεδόν των.

Μετά παρέλευσιν ολίγων ημερών λαβών πάλιν ο Καραϊσκάκης έως οκτακοσίους των εκλεκτοτέρων στρατιωτών επήγε να πιάση θέσιν τινά μεταξύ Λάσπης και Ρίβιου, όπου είναι στενωτέρα η διάβασις, διά να κτυπήση την συνοδίαν την παραπέμπουσαν τας τροφάς των εχθρών, αλλ' όταν αυτός έφθασεν, η συνοδία είχε διαβή. Ενώ λοιπόν ήσαν εις αθυμίαν οι Έλληνες διά την αποτυχίαν, έξαφνα βλέπουν ερχόμενον από το μέρος Μεσολογγίου έν μικρόν εχθρικόν σώμα, εσύγκειτο δε από εξήκοντα πέντε ιππείς πολυτελώς ενδεδυμένους και από τινας πεζούς σύροντας πολλά φορτηγά με αποσκευάς. Ο Καραϊσκάκης διέταξε και προκατέλαβον έμπροσθεν τον τόπον μερικοί, οι δε λοιποί διαμοιρασθέντες εις τα δύω πλάγια της οδού άφησαν τους Τούρκους έως ου εισήλθον εις την ενέδραν· τότε δε αποκλείσαντες αυτούς και από τα όπισθεν, τους εκτύπησαν πανταχόθεν, ώστε εις ολίγων στιγμών διάστημα τους εφόνευσαν όλους εκτός δύο μόνον διασωθέντων διά της φυγής και άλλων δύω ζωγρηθέντων. Μεταξύ των συγκροτούντων το σώμα τούτο ήσαν ο Αγιάνης της Σόφιας, ο Ντελήμπασης, ο Γιουρούκ μπαϊρακτάρης και ο Τατάραγας του Κιουταχή, πηγαίνοντες να κάμωσι νέαν στρατολογίαν. Όλης της αποσκευής, η οποία ήτον πλουσιωτάτη, έγειναν κύριοι οι Έλληνες, από τους ίππους όμως ολίγους έλαβον ζώντας, διότι εφονεύθησαν εις την μάχην.

Μετά ταύτην την ενέδραν καμμία σημαντική πράξις εις την Δυτικήν Ελλάδα δεν έγεινε, μάλιστα τα στρατεύματα, μη έχοντα τροφάς και αναγκαζόμενα να εξοδεύωσιν εξ ιδίων, δεν είχον προθυμίαν να διαμείνωσιν επί πλέον εις Δραγαμέστον. Βλέπων και ο Καραϊσκάκης αφ' ενός μέρους την δυσαρέσκειαν του στρατεύματος, αφ' ετέρου δε ότι δεν εδύνατο να εμποδίση την εις το στρατόπεδον του Κιουταχή μετακόμισιν των τροφών, απεφάσισε να μεταβή πάλιν πλησίον εις το πολιορκούν το Μεσολόγγι στρατόπεδον, όπου ημπορούσε να λαμβάνη τροφάς από τας πέριξ επαρχίας.

Μετέβη λοιπόν περί τα μέσα Μαρτίου εις Κράβαρι και ετοποθετήθη εις Πλάτανον, αλλά μόλις έφθασε και ασθένησε βαρέως. Κατ' εκείνην την εποχήν εξέλειπον ολοτελώς αι τροφαί εις Μεσολόγγιον· και οι εν αυτώ είχαν πλέον αποφασίσει να εξέλθωσι διά των όπλων, αφ' ού απέρριψαν τας παρά του Κιουταχή και Ιμβραήμη προβληθείσας συνθήκας ως ανοικείους εις άνδρας αγωνισθέντας με τοσαύτην γενναιότητα και επιμονήν. Εζήτησαν λοιπόν από τον Καραϊσκάκην να καταβή εις τους πρόποδας του βουνού, πλησίον εις την πεδιάδα του Μεσολογγίου, διά να δεχθή τους εξερχομένους και να αντικρούση την ορμήν των εχθρών, οι οποίοι αναμφιβόλως ήθελον ακολουθεί διώκοντες. Πολλοί ήθελον διαφύγει την αιχμαλωσίαν και τον θάνατον, εάν ο Καραϊσκάκης δεν ήθελεν είναι ασθενής. Μ' όλον ότι επροσπάθησε να πέμψη εις βοήθειαν των εξερχομένων τα υπ' αυτόν στρατιωτικά σώματα, δεν ημπόρεσεν όμως να πείση ειμή έν μέρος μόνον, και εκ τούτων ολίγοι επροχώρησαν έως εις τους πρόποδας, οι δε λοιποί έμειναν καθ' οδόν αποδειλιάσαντες να προχωρήσωσιν. Απεδέχθη ο Καραϊσκάκης και επεριποιήθη όσον εδύνατο τους διασωθέντας από το Μεσολόγγιον και τους παρέπεμψεν εις Σάλωνα διαμείνας αυτός μερικάς ημέρας, έως να ιδή τα κινήματα των εχθρών και να αναλάβη.

Αφ' ού το αθάνατον Μεσολόγγι έπεσεν εις τας χείρας των εχθρών, όλοι της Στερεάς Ελλάδος οι κάτοικοι εκυριεύθησαν από ηθικήν τινα δειλίαν και ταπείνωσιν, άφευκτον επακολούθημα τοιούτων αποτυχιών. Η υπερβολική πείνα, η οποία επεκράτει εις όλας τας επαρχίας, ηνάγκασεν όλον το στρατιωτικόν ομού με τους διασωθέντας από το Μεσολόγγιον να αποσυρθώσιν όπου εύρισκον αφθονώτερα τα προς ζωάρκειαν. Όλοι, όσοι δεν κατεδέχοντο ή εφοβούντο να υποβάλωσι πάλιν τον τράχηλόν των εις τον Οθωμανικόν ζυγόν, και οι γυμνασμένοι περισσότερον εις την στρατιωτικήν κατέφυγον εις την Πελοπόννησον. Οι λοιποί πολίται, μείναντες απροστάτευτοι από στρατιωτικήν δύναμιν και μη έχοντες τρόπον διά να μεταφέρωσιν αλλού τας οικογενείας των, εζήτησαν άσυλον εις τας αποτόμους κορυφάς των ορέων, εις τα δάση και εις τα σπήλαια· αλλά καταδιωκόμενοι και εκεί από τον ανίκητον εχθρόν, την πείναν, και βλέποντες ότι διά να αποφύγωσιν έν είδος θανάτου, έμελλον να υποπέσωσιν εις άλλο σκληρότερον, ηναγκάσθησαν να καταφύγωσιν εις ένα τρόπον σωτηρίας, τον οποίον μόνον τα ανίκητα ταύτα αίτια καταστήνουσιν ολιγώτερον επονείδιστον.

Απεδέχθησαν την πολλάκις παρά των εχθρών προβληθείσαν υποταγήν. Ώστε εις διάστημα ενός μηνός μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου, όλαι αι επαρχίαι της Στερεάς Ελλάδος υπετάχθησαν χωρίς πόλεμον εις τον Κιουταχήν, αυτός δε θέλων να καθησυχάση τα έτι εξηγριωμένα πνεύματα των Ελλήνων, εφέρετο με απαραδειγμάτιστον ημερότητα και συγκατένευσεν ευκόλως εις όλα των τα ζητήματα. Διά να καταστήση δε στερεωτέραν την ησυχίαν και να αφαιρέση πάσαν αιτίαν επαναστάσεως, διέταξε να φυλάττεται η μεγαλειτέρα ευταξία εις τα στρατεύματά του και επαίδευσεν αυστηρώς τους καταφρονήσαντας τας παραγγελίας του.

Ο Καραϊσκάκης αναλαβών από την ασθένειάν του διευθύνθη εις Λάζον, όπου είχον καταφύγει διάφορα στρατιωτικά σώματα· ενόμιζεν ότι δι' αυτών ήθελε δυνηθή να βλάψη τίποτε ακόμη τους εχθρούς· αλλά ταύτα μη έχοντα πλέον τον αυτόν σκοπόν, δεν ήτον ελπίς να κατορθώσωσι τίποτε· μέρος επραγματεύετο μετά των εχθρών και μέρος έβλεπε τον Κάλαμον. Μόνος δε ο Καραϊσκάκης συνέλαβε την ιδέαν του να υπάγη εις την Διοίκησιν, να ζητήση νέας δυνάμεις και εφόδια διά να κινηθή εις νέαν εκστρατείαν κατά των Τούρκων εις Ρούμελην. Με αυτήν την απόφασιν εκίνησεν από τον Λάζον, έχων μεθ' εαυτού όλους, όσους εύρε συμφώνους με τα εδικά του φρονήματα, οι οποίοι εσυμποσούντο έως οκτακόσιοι. Διαβάς δε από τον Ισθμόν της Πελοποννήσου, έφθασεν εις Ναύπλιον την δεκάτην ογδόην Ιουλίου, καθ' ην εποχήν είχεν αναλάβει των Ελληνικών πραγμάτων την διεύθυνσιν η Διοικητική Επιτροπή.

Πολλοί, και μάλιστα οι σημαντικώτεροι των κατοίκων της Στερεάς Ελλάδος, ευρίσκοντο κατ' εκείνην την εποχήν εις Ναύπλιον. Άμα έφθασεν ο Καραϊσκάκης και είδον ότι ο μόνος του σκοπός ήτον το να κατορθώση εκστρατείαν διά την πατρίδα των, όλοι προθύμως ανεδέχθησαν να φροντίσωσι διά παν ό, τι ήτον δυνατόν να συντελέση εις επιτυχίαν αυτής· αλλ' αι απόπειραί των εματαίοναν τας ελπίδας των επειδή η Διοικητική Επιτροπή, μ' όλον ότι έδειχνε μεγαλωτάτην προθυμίαν, δεν επραγματοποιούσε την εκστρατείαν ταύτην, διότι δεν ηδύνατο να χορηγήση τας αναγκαίας τροφάς και πολεμοφόδια· εκτός τούτου ανεφύη και άλλο εμπόδιον διά την τρέχουσαν τότε διαφωνίαν μεταξύ του στρατηγού και αντιστρατήγου Νοταρά περί της συνάξεως των εν Κορίνθω εθνικών σταφίδων, πολλοί απεσταλμένοι των δύο τούτων οπλαρχηγών συνήθροιζον στρατιώτας εις Ναύπλιον, υποσχόμενοι μισθούς και προπληρόνοντες μάλιστα και ικανά. Τούτο αδυνάτισε και ωλιγόστευσε το στράτευμα του Καραϊσκάκη, ώστε η εκστρατεία αύτη, αν και επιθυμείτο από τους πλειοτέρους, δεν ήθελε λάβει ποτέ έκβασιν, εάν δεν ήθελον συντρέξει αφ' ενός μεν μέρους ο κίνδυνος των Αθηνών, όπου είχον ήδη φθάσει αι προφυλακαί του εχθρικού στρατοπέδου, αφ' ετέρου δε αι σταλείσαι από τας Φιλελληνικάς εταιρίας τροφαί και πολεμοφόδια. Εις τας συνεισφοράς ταύτας των γενναίων Φιλελλήνων δικαίως πρέπει να αποδώση τις την επιτυχίαν και υποστήριξιν των έργων του Καραϊσκάκη.

Ύστερον από μεγάλα εμπόδια και επιμόνους αντενεργείας, τας οποίας μόλις ημπόρεσε να υπερνικήση ο Καραϊσκάκης εις Ναύπλιον (14) απεφασίσθη τέλος πάντων Γενικός αρχηγός της Στερεάς Ελλάδος και διετάχθη να εκστρατεύση εις βοήθειαν των Αθηνών. Ανεχώρησεν από Ναύπλιον την 19 Ιουλίου, αλλ' αντί να έβγη εκείθεν αν όχι με πλειοτέρους, τουλάχιστον με όσους είχεν όταν ήλθεν από την Στερεάν Ελλάδα, μόλις ευρέθη με διακοσίους στρατιώτας και από αυτούς μερικοί έφυγον καθ' οδόν, συρόμενοι από την επιθυμίαν των μισθών, τους οποίους υπέσχοντο οι πολεμούντες περί σταφίδων, ώστε με μόνον εκατόν τριάκοντα στρατιώτας έφθασεν εις Σαλαμίνα. Με αυτούς επεχειρίσθη το μέγα της νέας επαναστάσεως της Ρούμελης έργον. Και είναι παράδοξον πώς ημπόρεσε να συγκροτήση στερεόν στρατόπεδον χωρίς ικανήν στρατιωτικήν δύναμιν και χωρίς χρήματα, ενώ όλα τα στρατεύματα και της Πελοποννήσου και της Ρούμελης συνέρρεον εις την διανομήν των σταφίδων της Κορίνθου. Αλλ' εις την συγκρότησιν του στρατοπέδου τούτου κατά μέγα μέρος συνετέλεσαν και οι στρατηγοί Ν. Κριζιώτης, Βάσος και Λέκας, οι οποίοι είχον τοποθετηθή εις Ελευσίνα διά να προφυλάξωσι τα Δερβενοχώρια· δεν ήθελον όμως διαμείνει επί πολύ μόνοι των εις ταύτην την θέσιν, εάν δεν επεστηρίζοντο από την ελπίδα της ταχείας αφίξεως του Καραϊσκάκη. Το επιχείρημα τούτο του Καραϊσκάκη, καθ' ην εποχήν μάλιστα τα λοιπά στρατεύματα ενησχολούντο εις τον σταφιδοπόλεμον, συνετέλεσε πολλά εις το να στήση, τα πρώτα θεμέλια της δόξης του, την οποίαν εστερέωσεν ακολούθως διά των λαμπρών έργων του.

Άμα έφθασεν εις Σαλαμίνα ο Καραϊσκάκης, ανταμώθη με τους στρατηγούς Βάσον και Κριζιώτην, ελθόντας εκεί διά να τον προϋπαντήσωσι. Μη θέλων να χάση καιρόν, τους εσυμβουλεύθη εις ποίον μέρος είναι ωφελιμώτερον να συγκροτήση στρατόπεδον. Επειδή δέ τις επρόβαλε τον Πειραιά, ο Καραϊσκάκης ων άπειρος των τόπων, έκρινεν εύλογον να υπάγωσιν όλοι ομού διά να παρατηρήσωσι την θέσιν ταύτην και ούτω να επιχειρήσωσι την συγκρότησιν του στρατοπέδου. Την επομένην λοιπόν ημέραν εμβήκαν εις πλοιάρια όλοι οι ανωτέρω στρατηγοί, έχοντες μαζύ των έως είκοσι στρατιώτας, και απέβησαν εις τον Πειραιά. Αλλ' ενώ παρατηρούντες την θέσιν επροόδευον προς την ξηράν, εμπίπτουσιν εις μίαν ενέδραν εχθρικήν πολύ ανωτέραν από αυτούς κατά την πληθύν των ανθρώπων. Βλέποντες λοιπόν ότι δεν ήσαν ικανοί ν' αντιπαραταχθώσι κατ' αυτών, τρέπονται εις φυγήν και διασώζονται εις τα πλοιάριά των· εφονεύθη όμως είς από τους μετ' αυτών στρατιώτας και επιάσθησαν ζώντες έξ.

Ο Καραϊσκάκης μη δυνηθείς να παρατηρήση καλώς την θέσιν του Πειραιώς, υποπτεύσας μάλιστα ότι επροδόθη το σχέδιον (15), δεν έκρινε πλέον ωφέλιμον, και ίσως ούτε δυνατόν, το να συγκεντρωθή εις τον Πειραιά στρατόπεδον. Όθεν απεφάσισε να τοποθετήση το στράτευμα εις Ελευσίνα μερικόν καιρόν, έως ου δηλαδή να λάβη την αναγκαίαν αύξησιν, και έπειτα να υπάγη διά ξηράς να τοποθετηθή πλησίον του Κιουταχή, διά να ελαφρύνη το βάρος των πολιορκουμένων, αναγκάζων τον εχθρόν να διαμοιράζη τας δυνάμεις του. Αλλ' ο Κιουταχής υποπτεύσας ταύτα, απεφάσισε να κάμη έφοδον εις την πόλιν και να προλάβη την κυρίευσίν της, πριν καταφθάση ο Καραϊσκάκης να συγκροτήση το μελετώμενον στρατόπεδον.

Το πρωί λοιπόν της τρίτης του Αυγούστου έκαμεν έφοδον από το μέρος της πύλης των Γύφτων (16) και από τους προμαχώνας των Αγίων Θεοδώρων και Αγίων Αναργύρων, μέρη τα οποία εικοσιτέσσαρας ώρας αδιακόπως προεκανονοβόλησεν· αλλ' από μεν την πύλην των Γύφτων αντεκρούσθησαν ανδρείως και ωπισθοδρόμησαν οι εχθροί, εισήλθον όμως εις την πόλιν από τα κρημνισθέντα μέρη του περιβόλου του μεταξύ των δύο ανωτέρω προμαχώνων.

Η μεγάλη έκτασις της πόλεως και του περιβόλου των Αθηνών δεν ήτον δυνατόν να φυλαχθή όχι από χιλίους πολεμιστάς, οι οποίοι την υπερασπίζοντο, αλλά και από δεκαπλασίαν δύναμιν, ενώ μάλιστα οι πολιορκούντες εχθροί ελέγετο να είναι είκοσι περίπου χιλιάδες. Οι πολιορκούμενοι μ' όλο τούτο αντέστησαν με μεγάλην ανδρίαν και προθυμίαν, αλλά μη προφθάνοντες να ανοικοδομώσι τα από τους εχθρικούς κανονοβολισμούς κρημνιζόμενα μέρη του περιβόλου, ηναγκάζοντο να οπισθοδρομώσι προς την Ακρόπολιν, πολεμούντες όμως μ' επιμονήν και μη αφίνοντες τους εχθρούς να κυριεύσωσιν ατιμωρητί ουδέ μικρόν μέρος της πόλεως.

Εις την μάχην ταύτην πολλοί εξ αμφοτέρων των μερών και εφονεύθησαν και αιχμαλωτίσθησαν. Οι Έλληνες όμως είχον την υπεροχήν του να πολεμώσιν από τας οικοδομάς και τα τείχη και διά τούτο δεν έπαθον τόσην φθοράν, εις όσην κατά φυσικόν λόγον πρέπει να υπέπεσον οι εχθροί. Καθ' όσον όμως είναι δυνατόν να πιθανολογήση τις τας ζημίας αμφοτέρων των μερών, από μεν τους Έλληνας εφονεύθησαν έως είκοσιν, επληγώθησαν έως εβδομήκοντα και επιάσθησαν ζώντες έως πεντήκοντα, εκ των οποίων δέκα μεν ήσαν άνδρες, αι δε λοιπαί γυναίκες και παιδία· από δε τους εχθρούς εζωγρήθησαν μεν ολίγοι, εν οις όμως ο πρώτος των πυροβολιστών του Κιουταχή, εφονεύθησαν δε υπέρ τους τριακοσίους και επληγώθησαν πολύ περισσότεροι. Οι πολιορκούμενοι δεν παρεχώρησαν εις τον εχθρόν εξ ολοκλήρου όλην την πόλιν, αλλ' οχυρωθέντες εις τας πλησίον της Ακροπόλεως οικοδομάς από το μέρος του Καρασογιού έως της πύλης των Αλβανών (17) αντέστησαν εις τους εχθρούς και απέκρουσαν την ορμήν των ικανάς ημέρας.

Η πτώσις της πόλεως των Αθηνών ηνάγκασε τον Καραϊσκάκην να επιταχύνη τα κατά των εχθρών κινήματα. Εξέδωκε λοιπόν προσκλήσεις διά να συνέλθωσιν όλα τα στρατεύματα εις Ελευσίνα, όπου έμελλε να συγκροτηθή το γενικόν στρατόπεδον. Έφθασε κατ' εκείνας τας ημέρας και το τακτικόν υπό τον Φαβιέρον, συγκείμενον από χιλίους διακοσίους περίπου, και έν σώμα υπό τον Γεώργιον Χελιώτην, σταλμένον εις βοήθειαν του Καραϊσκάκη από τον στρατηγόν Νοταράν. Εγένοντο λοιπόν όλοι οι ετοιμασθέντες διά την εκστρατείαν ταύτην περίπου τέσσαρες χιλιάδες εξακόσιοι.

Την πέμπτην του Αυγούστου περί το εσπέρας εκίνησαν από Ελευσίνα όλα τα ανωτέρω στρατεύματα και περί τα μεσάνυκτα έφθασαν εις Χαϊδάρι, όπου επυροβόλησαν μονόφορα διά να κάμωσι γνωστόν τον ερχομόν των εις τους πολιορκουμένους και να τους προδιαθέσωσιν εις τον αγώνα, όστις έμελλε να συμβή την ερχομένην ημέραν. Από τον τουφεκισμόν τούτον ενόησαν και οι Τούρκοι τον ερχομόν των Ελληνικών στρατευμάτων, και ο Κιουταχής διπλασιάσας αμέσως τας νυκτερινάς φυλακάς προετοιμάζετο όλην την νύκτα διά να συγκροτήση μάχην την ακόλουθον ημέραν.

Ο Καραϊσκάκης γνωρίζων ότι αι δυνάμεις του δεν ήσαν ικαναί διά να εφορμήση αυτός πρώτος κατά του εχθρού και ων βέβαιος ότι οι Τούρκοι, αφ' ού αυτός ήθελεν οχυρωθή εις ταύτην την θέσιν, έπρεπε να κινηθώσι κατ' αυτού (διότι δεν ηδύναντο να μένωσιν ήσυχοι, έχοντες εις τα οπίσθιά των τοιούτον σώμα), απεφάσισε να κατασκευάση οχυρώματα, εις τα οποία να τοποθετήση μέρος των ατάκτων στρατευμάτων διά ν' απαντήσωσι πρώτα την εχθρικήν ορμήν. Όλον δε το τακτικόν εκρίθη εύλογον να τοποθετηθή εις μίαν κοιλάδα, όπισθεν δε και εκ πλαγίων αυτού να τοποθετηθή το άτακτον· περιπλέον το υπό τον Κριζιώτην και Βάσον σώμα διωρίσθη να εφορά τα κινήματα του στρατεύματος και όπου ήθελεν ίδει ανάγκην, να τρέχη εις βοήθειαν.

Κατ' αυτόν τον τρόπον παραταχθέντες ολίγον προ της ανατολής του ηλίου επερίμενον τους εχθρούς. Αυτοί δε αντιταχθέντες, αφ' ού εκανονοβόλησαν ικανώς με δύο κανόνια, τα οποία διά νυκτός έστησαν αντικρύ του Ελληνικού στρατεύματος, ώρμησαν με προθυμίαν εναντίον των Ελλήνων. Διηθημένοι δε εις όσα σώματα έβλεπον παρατεταγμένους και τους Έλληνας, προσέβαλεν έκαστον εις τους αντιτεταγμένους· αλλά δύο, τα πολυπληθέστερα και δυνατώτερα, επέπεσον το μεν προς τους κλεισμένους εις τα οχυρώματα, οι οποίοι ήσαν το Θετταλομακεδονοθρακικόν σώμα υπό την οδηγίαν του Περραιβού και Στέφου, το δε προς το τακτικόν. Αντεκρούσθησαν όμως με ανδρείαν και από τα δύο μέρη· και επειδή δεν ημπόρεσαν ούτε το έν ούτε το άλλο σώμα να μετακινήσωσιν από τον τόπον του, εκρύφθησαν όπισθεν εις τας εξοχάς της γης και μέσα εις τα κοιλώματα, κατά την συνήθειαν των Αλβανών· αλλά πριν λάβωσι καιρόν να οχυρωθώσι τόσον πλησίον, εφώρμησαν πανταχόθεν οι Έλληνες, τους έτρεψαν εις φυγήν και τους κατεδίωξαν έως εις τας θέσεις των, ότε ολίγον έλειψε να κυριεύσωσι και τα κανόνια των.

Εις την περίστασιν ταύτην ο Φαβιέρος έδωκε γνώμην να εξακολουθήσωσι την καταδίωξιν έως να έμβωσιν εις την πόλιν, προβάλλων ότι η επιτυχία αύτη των Ελλήνων θέλει προξενήσει τόσην δειλίαν εις τους εχθρούς, ώστε να μην αντιπαραταχθώσι πλέον και ν' αφήσωσι την πόλιν χωρίς πόλεμον. Ο Καραϊσκάκης όμως δεν έκρινεν ωφέλιμον την επί πλέον καταδίωξιν διότι εφοβείτο τον σκορπισμόν και εξάπλωσιν των Ελλήνων εις τόπον επίπεδον, όπου ο εχθρός ήτον επικρατέστερος διά το ιππικόν, και διότι ο εχθρός είχεν ακόμη αρκετόν αριθμόν στρατιωτών, οι οποίοι δεν είχον λάβει μέρος εις ταύτην την μάχην. Διά ταύτα ανεκάλεσε τα Ελληνικά στρατεύματα από την καταδίωξιν και τα διέταξε να πιάσωσι τας οποίας είχον εξ αρχής θέσεις. Ο Φαβιέρος ελυπήθη κ' εδυσαρεστήθη καθ' υπερβολήν, διότι δεν εισηκούσθη το πρόβλημά του, και την δυσαρέσκειάν του την έκαμε γνωστήν εις τον Καραϊσκάκην.