Η Βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη

Part 2

Chapter 29 wordsPublic domain

Ο Καραϊσκάκης επιθυμών καθ' υπερβολήν να επιτύχη το ζήτημά του, και νομίζων ότι ηδύνατο να ωφεληθή από την επικρατούσαν κατ' εκείνην την εποχήν διαίρεσιν εις την Πελοπόννησον, έγραψε προς τον Κολοκοτρώνην, ότι όλοι σχεδόν οι αρχηγοί της Δυτικής Ελλάδος είναι σύμφωνοι με το πνεύμα του και επιθυμούν να τον συνδράμωσιν, αλλ' ότι εμποδίζονται από τον Μαυροκορδάτον και ολίγους άλλους ομόφρονάς του. Εάν λοιπόν του σταλή έν σώμα τριακοσίων μόνον στρατιωτών Πελοποννησίων, θέλει κατορθώσει να διώξη τον Μαυροκορδάτον και επομένως ότι θέλει υπάγει εις την Πελοπόννησον με όλους τους αρχηγούς της Δυτικής Ελλάδος. Και τούτο το σχέδιον του Καραϊσκάκη δεν έφερε κανένα καρπόν, είτε διότι ο Κολοκοτρώνης δεν ενόμισε πιθανά τα γραφόμενα, διά να τα αποδεχθή, είτε διότι δεν ήτον εις κατάστασιν να τα βάλη εις ενέργειαν (5)

Ο Καραϊσκάκης και οι Τζαβελαίοι έχοντες ικανήν δύναμιν στρατιωτικήν εις Μεσολόγγιον και Ανατολικόν και δυσαρεστημένοι, ως είπομεν, ούτε αυτοί εφέροντο με την ανήκουσαν ευταξίαν, αντεκδικούμενοι τρόπον τινά δι' όσα ενόμιζον ότι ηδικήθησαν, ούτε τους στρατιώτας των ατακτούντας συνέστελλον. Ενώ λοιπόν ο Καραϊσκάκης διέτριβεν εις Ανατολικόν, είς εκ των πρώτων αξιωματικών του ατακτήσας εις Μεσολόγγιον επιάσθη και ερραβδίσθη παρά των εντοπίων. Τούτο μαθών ο Καραϊσκάκης στέλλει και συλλαμβάνει δύο των προκρίτων Μεσολογγίου και τους μεταφέρει εις Ανατολικόν διά να κάνη την αντεκδίκησιν. Εταράχθησαν καθ' υπερβολήν διά το κίνημα τούτο του Καραϊσκάκη όλοι οι κάτοικοι του Μεσολογγίου και καθώς συμβαίνει εις εξαγριούμενον λαόν, ελέγοντο πολλά περί εξώσεως του Καραϊσκάκη και των μετ' αυτού Σουλιωτών από το Μεσολόγγιον και άλλα όμοια, διά τα οποία μερικοί απεσταλμένοι από τον Καραϊσκάκην επήγαν αιφνηδίως και εκυρίευσαν το Βασιλάδι. Τούτο έτι μάλλον ετάραξε τους Μεσολογγίτας· διότι υπώπτευσαν ότι δεν ήτο αποτέλεσμα των τρεχουσών ταραχών, αλλ' εκ προμελέτης σχέδιον.

Ενώ διά ταύτα είχεν αυξήσει αρκετά ο βρασμός μεταξύ των δύο αντιφερομένων μερών, προσετέθη και νέον υποψίας αίτιον κατά του Καραϊσκάκη. Εκοινοποιήθη ότι κάποιος Κωνσταντής Βουλπιώτης εστάλη παρά του Καραϊσκάκη εις τον Ομέρ πασά Βρυόνην διά να του υποσχεθή από μέρους του, ότι θέλει του παραδώσει το Μεσολόγγιον και Ανατολικόν (6). Η επιστολή αύτη από μέρους του Καραϊσκάκη προς τον Ομέρ Βρυόνην είχε γένει τω όντι (7) και επειδή ο Βουλπιώτης εξωμολογείτο τρόπον τινά το σφάλμα του, έδωκεν αιτίαν εις το να φανή το πράγμα πιστευτόν εις πολλούς· ωφελούμενοι λοιπόν από την περίστασιν ταύτην οι εχθροί του Καραϊσκάκη, επέκειντο τολμηρότερον κατ' αυτού· οι δε φίλοι του διά την οποίαν και αυτοί οι ίδιοι έλαβον υποψίαν περί αυτού του πράγματος, απέβησαν ατολμότεροι εις την υπεράσπισιν αυτού, ώστε και οι μετ' αυτού Σουλιώται μετεκάλεσαν τους κυριεύσαντας το Βασιλάδι, όντας εκ των στρατιωτών των, και το άφησαν πάλιν εις την εξουσίαν των Μεσολογγιτών.

Επειδή λοιπόν από την εξομολόγησιν του Βουλπιώτου ανεκαλύπτετο προδοσία, διωρίσθη από τον Μαυροκορδάτον επιτροπή διά να εξετάση την κατηγορίαν ταύτην. Μετεφέρθησαν και πολλά διοικητικά στρατεύματα διά να διώξωσι διά της βίας τον Καραϊσκάκην, αν εκουσίως δεν ήθελεν αναχωρήσει με τους υπ' αυτόν από Ανατολικόν. Ο Καραϊσκάκης όμως είχε προηγουμένως μεταφέρει εις Ανατολικόν και τους εν Μεσολογγίω στρατιώτας του και τους των συμβοηθών του και είχεν οχυρωθή, εις τας οικίας, ώστε οι εναντίοι του δεν ετόλμων να επιφέρωσι βίαν εις αυτόν, διότι εφοβούντο τα αποτελέσματα ενός πολέμου, όστις ήθελε γένει εν τω μέσω γυναικών και παιδίων και πολλών αόπλων πολιτών, και διότι έβλεπον τον αποφασιστικόν τρόπον του Καραϊσκάκη. Επροσπάθησαν λοιπόν με διαφόρους τρόπους, ώστε τρόπον τινά τον επειθανάγκασαν να εξέλθη από το Ανατολικόν με όλους τους μετ' αυτού.

Ο Μαυροκορδάτος και η παρ' αυτού διορισθείσα επιτροπή ομού με άλλους τινάς των αξιωματικών του στρατιωτικού διεκήρυξαν προδότην τον Καραϊσκάκην, του αφήρεσαν τον βαθμόν και τον διέταξαν να αναχωρήση από την Δυτικήν Ελλάδα. Αφ' ού κατ' αυτόν τον τρόπον διετέθησαν τα πράγματα, ολίγοι ήσαν πλέον οι αμφιβάλλοντες διά την προδοσίαν ταύτην. Επειδή όμως ο Βουλπιώτης, όστις υπετίθετο ως όργανον αυτής, έλαβεν υποδοχήν από τον Μαυροκορδάτον αντί της ανηκούσης εις τοιούτον αμάρτημα ποινής, έδωκεν αιτίαν να πιθανολογήσωσιν ότι απέδωκεν εις τον Καραϊσκάκην κατά ζήτησιν των εχθρών αυτού σκοπούς, τους οποίους εκείνος δεν είχε διόλου κατά νουν.

Ό, τι δε πολλοί φρόνιμοι και απαθείς παρατηρηταί εσυμπέραινον περί της υποθέσεως ταύτης είναι το εξής : Ο Καραϊσκάκης επεθύμει να κατασταθή εις Άγραφα· βλέπων δε ότι διά της Διοικήσεως δεν ηδύνατο να το κατορθώση, διότι πλησίον αυτής υπερίσχυε το κόμμα των εναντίων του, επροσπάθει να το κατορθώση δι' όπλων· αλλά επειδή ο τότε αρχηγός της επαρχίας των Αγράφων Ράγκος ήτον σύμφωνος με τον Σούλτσην Κόρτσαν, Οθωμανόν διοικητήν των Τρικκάλων, και ήτον βέβαιον ότι ήθελε λάβει συνδρομήν παρ' αυτού εις πάσαν ανάγκην, ο Καραϊσκάκης εσχεδίασε να καταφύγη εις τον Ομέρ Βρυόνην, όντα εχθρόν του Σούλτση Κόρτσα, διά να λάβη συνδρομήν παρ' αυτού, ώστε να φέρη τον σκοπόν του εις έκβασιν. Τοιαύτας ανταποκρίσεις και μυστικάς συνομιλίας μετά των Αλβανών δεν έκαμεν ούτε μόνος ούτε πρώτος. Πολλοί εκ των Αλβανών υπέθαλπον και εκαλλιέργουν τοιαύτας διά να ωφελώνται δι' αυτών εις τας παρά του Σουλτάνου επιφερομένας κατ' αυτών επιδρομάς και εις τας μεταξύ των έριδας.

Ο Καραϊσκάκης, αφ' ου εξήλθεν από το Ανατολικόν, απεφάσισε να υπάγη, εις Άγραφα διά να δοκιμάση να κατασταθή διά των ιδίων του όπλων εις την επαρχίαν ταύτην· αποκρύπτων όμως τον αληθή αυτού σκοπόν, εκοινοποίησεν ότι πηγαίνει να πολεμήση όπου εύρη Τούρκους διά να αποδείξη ψευδή τα κατ' αυτού λεγόμενα. Οι λόγοι του δεν εφάνησαν πιστευτοί, αλλά και κανείς δεν ημπορούσε να τον εμποδίση από του να κινηθή, διότι χειροπιαστή αιτία δεν υπήρχε και διότι είχεν όχι ευκαταφρόνητον στρατιωτικήν δύναμιν· μ' όλον ότι ήτο κατατρεγμένος από την Διοίκησιν και ασθενής εις τοιούτον βαθμόν, ώστε δεν ηδύνατο, όταν εξήλθεν από το Ανατολικόν, ουδέ έφιππος να σταθή. Ο Στορνάρας λοιπόν κατά διαταγήν της Διοικήσεως έμελλε να παρατηρή τα κινήματά του, οι δε λοιποί στρατηγοί ήσαν ιδεασμένοι να εμποδίσωσιν αυτόν από παν κατά των Αγράφων κίνημα, όταν ήθελον ιδεί ότι επεχειρίζετό τι τοιούτον.

Ο Καραϊσκάκης συνεννοούμενος και με τον Ανδρέαν Ίσκον, ο οποίος του ευκόλυνε την διάβασιν, διέβη εις Ασπροπόταμον, εκείθεν έγραψεν εις τον επίτροπον του Σούλτση Κόρτζα Αλβανόν, ότι αυτός καταδιωγμένος από τους Έλληνας έρχεται εις τα Άγραφα, όπου αν οι Τούρκοι συνεργήσωσι να κατασταθή, θέλει αποβή ωφελιμώτατος εις αυτούς. Οι Τούρκοι όντες πολλά αδύνατοι κατ' εκείνην την εποχήν, έκλιναν εις το να του δώσωσι διαταγήν να κατασταθή καπιτάνος εις Άγραφα· υπώπτευον μ' όλον τούτο ότι ο καθ' αυτό σκοπός του κινήματος του Καραϊσκάκη δεν είναι ο προβαλλόμενος, αλλ' ότι υποκρύπτεται τι στρατήγημα, το να προσποιήται αυτός μεν ότι διώκεται, οι δε άλλοι, οι κατ' αυτού ερχόμενοι, ότι τον διώκουσι, διά να εισβάλωσιν εξαίφνης εις τα Άγραφα και τα δύο κόμματα και να βλάψωσι τους Τούρκους ευρίσκοντες αυτούς ολίγους και ανετοίμους.

Ο Ράγκος αφού διά πολλών τρόπων επροσπάθησε ν' αποδείξη εις τους Τούρκους, ότι ο Καραϊσκάκης είναι τω όντι κατατρεγμένος από την Διοίκησιν της Δυτικής Ελλάδος και ότι τα κινήματά του ταύτα είναι έργα απελπισίας, μόλις τελευταίον τους έπεισε να μη δεχθώσι το πρόβλημα του Καραϊσκάκη, αλλ' εκ συμφώνου να τον πολεμήσωσι και να τον καταστρέψωσιν. Ενώ λοιπόν ο Καραϊσκάκης είχε τοποθετηθή εις τον Κόζιακα του Ασπροποτάμου, επήγε κατ' αυτού ο Ν. Στορνάρης, ο Λιακατάς, ο Ράγκος και άλλοι τινές και τον επολέμησαν. Η μάχη δεν είχε σημαντικά αποτελέσματα ούτε διά το έν μέρος ούτε διά το άλλο. Ιδών όμως ο Καραϊσκάκης ότι εκεί ήθελεν αποκλεισθή, ανεχώρησε κρυφίως την νύκτα· και επειδή είχε μάθει ότι ο Σούλτσης Κόρτσας με χιλίους περίπου Τούρκους είχε προκαταλάβει τας Πόρτας, όπου ήτον η πιθανωτέρα διάβασις αυτού, κατέβη εις την πεδιάδα του Μολαληκίου, όπου δεν επιθανολογούσαν ποτέ οι Τούρκοι ότι ήτο δυνατόν να καταβή, και εμβήκεν εις την επαρχίαν των Αγράφων καταδιωκόμενος και από Τούρκους και από Έλληνας.

Αλλ' ενώ τον ηκολούθουν τοσούτοι κατά πόδας, ο Ράγκος προλαβών δι' άλλης οδού εβγήκεν έμπροσθεν αυτού, ώστε ο Καραϊσκάκης ηναγκάσθη και αύθις να ακροβολισθή. Έπειτα μέρος μεν των κατ' αυτού στρατευμάτων έμεινεν οπίσω, μέρος δε τον ηκολούθει καταδιώκον· εκινήθησαν ταυτοχρόνως κατ' αυτού και οι εις Μαυρίλου ευρισκόμενοι Τούρκοι, ώστε περικυκλωθείς ηναγκάσθη να πολεμήση και τρίτον, κλεισθείς εις το μοναστήριον της Βράχας· εις την μάχην ταύτην από μεν τους του Καραϊσκάκη εφονεύθησαν ο Αντώνιος Ζαραλής και άλλοι τινές, από δε τους πολιορκούντας Τούρκους και Έλληνας εφονεύθησαν έως τεσσαράκοντα. Έφυγε δε και εκείθεν την νύκτα ο Καραϊσκάκης και μετέβη εις την επαρχίαν Καρπενησίου, όπου έλαβεν υποδοχήν από τους Γιολδασαίους, όντας κατ' εκείνην την εποχήν φίλους του.

Αφ' ού ησύχασεν ολίγον εις Καρπενήσιον, έγραψεν εις τον Μαυροκορδάτον απολογούμενος τρόπον τινά και ζητών συγχώρησιν (8) Αλλ' επειδή δεν ήτο πλέον επίφοβος και επειδή επέμενον πολλά όλοι οι εναντίοι του και προ πάντων ο Τσιώγκας και Ράγκος, οι οποίοι δι' αλλεπαλλήλων γραμμάτων εβίαζον τον Μαυροκορδάτον όχι μόνον να μην του δώση την συγχώρησιν, αλλά μάλιστα και να τον κατατρέξη όσον το δυνατόν σκληρότερα, εστάθη αδύνατον να επιτύχη την συγχώρησιν. Βλέπων λοιπόν ότι δεν ήτον δυνατόν να υπάρξη μεταξύ τοσαύτης εναντιότητος και από μέρους των στρατηγών (9) και από την ιδίαν διοίκησιν της Δυτικής Ελλάδος, απεφάσισε να αναχωρήση από αυτά τα μέρη, μετέβη δε εις Ναύπλιον, όπου τότε η Διοίκησις, καταβαλούσα τους εναντιωθέντας εις την στερέωσιν αυτής Πελοποννησίους, είχε κατασταθή ισχυρά.

Εις Ναύπλιον εύρε και τον Οδυσσέα, και επειδή ουδ' εκείνος δεν έχαιρε την υπόληψιν του κοινού και της Κυβερνήσεως, συνενώθησαν στενώς μεταξύ των διά να βοηθώνται αμοιβαίως εις πάσαν περίστασιν. Συμφώνως λοιπόν αμφότεροι εζήτησαν από το Εκτελεστικόν διαταγάς να εξέλθωσιν εις την Στερεάν Ελλάδα, έχοντες έκαστος υπ' αυτόν χιλίους μισθωτούς στρατιώτας, και ο μεν Οδυσσεύς να διορισθη αρχηγός της Ανατολικής Ελλάδος, ο δε Καραϊσκάκης αρχηγός των όπλων της επαρχίας Αγράφων. Βοηθούμενοι από τον Κολέττην, τον οποίον είχον κατορθώσει να πείσωσιν, είχον πολλάς ελπίδας ότι θέλουν κατορθώσει τα ζητήματά των. Ενώ εταλαντεύετο ο Κουντουριώτης, διότι από μεν τους εν Μεσολογγίω εμάνθανεν ότι ο Καραϊσκάκης ήτον προδότης, από δε τον Κολέττην εβεβαιόνετο ότι η κατηγορία είχε την πηγήν της από την φατρίαν, ο Γεώργιος Αινιάν (10) νεωστί τότε ελθών από Μεσολόγγιον, κατέπεισε τον Κουντουριώτην να μην αποδεχθή τα ζητήματα αυτών, κυρίως όμως το του Καραϊσκάκη, λέγων ότι ο εις Άγραφα πηγαιμός αυτού ήθελε ταράξει μεγάλως τα πράγματα της Δυτικής Ελλάδος και ήθελε καταστήσει όλως διόλου ανίσχυρον την εκεί διοίκησιν, εάν ήθελον ακυρωθή τα παρ' αυτής περί Καραϊσκάκη αποφασισθέντα και πραχθέντα.

Αφ' ού μεταχειρισθέντες διαφόρους τρόπους δεν κατώρθωσαν τίποτε, ανεχώρησαν δυσαρεστημένοι από Ναύπλιον. Έμειναν δε εις Άργος, ελπίζοντες ότι η υποψία του μήπως κατασταθώσιν επιβλαβείς εις το έθνος, θέλει μεταπείσει την Διοίκησιν να συγκατατεθή εις τα ζητήματά των· αλλά βλέποντες την αυτήν επιμονήν, εζήτησαν πλαγίως να τους δοθώσι διαταγαί να εκστρατεύσωσιν εις την Ανατολικήν Ελλάδα με τριακόσιους μισθωτούς στρατιώτας έκαστος. Η Κυβέρνησις απεδέχθη το ζήτημά των και εξέδωκε τας αναγκαίας διαταγάς· και ούτως αυτοί ανεχώρησαν.

Μόλις έφθασαν εις Σάλωνα, όπου ήσαν συγκεντρωμένα μερικά στρατεύματα, και αναγγέλλεται εις την Διοίκησιν ότι ο Οδυσσεύς ανταποκρίνεται και συνεννοείται μετά των εχθρών. Ενομίσθη και ο Καραϊσκάκης συμμέτοχος διά την μετά του Οδυσσέως φιλίαν· αλλά δεν ήτον αληθές. Η Κυβέρνησις φοβουμένη τας της αγανακτήσεως αυτών ενδεχομένας συνεπείας και θέλουσα να τας προλάβη, διώρισεν έφορον των στρατευμάτων της Στερεάς Ελλάδος τον Γεώργιον Αινιάνα, όστις είχεν ικανάς σχέσεις μετά των λοιπών στρατηγών και οπλαρχηγών της Ρούμελης. Όταν ο Αινιάν έφθασεν εις Σάλωνα, ο Οδυσσεύς και ο Καραϊσκάκης έχοντες μεγαλειτέραν ισχύν εις το στρατόπεδον και θέλοντες να εκδικηθώσι διά τα εις Ναύπλιον διατρέξαντα, διήγειραν και πολλούς άλλους εναντίον του, ώστε απεφάσισαν όλοι ομού διά να μη τον δεχθώσιν. Αλλ' ενώ ο Αινιάν ειδοποιηθείς ετοιμάζετο να αναχωρήση, ο Καραϊσκάκης μετέβαλε γνώμην, μη θέλων να εξαγριώση επί πλέον την Διοίκησιν εναντίον του, και πείθει και τους λοιπούς να μην εναντιωθώσιν.

Ο Καραϊσκάκης μετά τινων ημερών παρέλευσιν διέλυσε την μετά του Οδυσσέως φιλίαν· διότι, ενώ ρητώς από όλους τους στρατηγούς και αξιωματικούς του στρατοπέδου απηγορεύθη αυστηρώς η μετά των Τούρκων ανταπόκρισις, ο Οδυσσεύς όχι μόνον διά γραμμάτων συνεννοείτο μετ' αυτών, αλλά και προσωπικώς ανταμώθη. Τούτο εδυσαρέστησεν όλους εν γένει τους στρατηγούς, προ πάντων όμως τον Καραϊσκάκην, ο οποίος επιθυμών επιμόνως να κατασταθή εις Άγραφα, δεν ήθελε να δώση παραμικράν αιτίαν υποψίας ή δυσαρεσκείας εις την Διοίκησιν, μάλιστα εφρόντιζε να αθωωθή εντελώς και να συγχωρηθή διά όλα τα διατρέξαντα προλαβόντως.

Επειδή δε είχον παραστήσει εις την Διοίκησιν, ότι οι κάτοικοι της επαρχίας Αγράφων δεν ήθελον τον Καραϊσκάκην και ότι αν ήθελε διορισθή εκεί, ήθελον προέλθη πολλά σκάνδαλα, εστοχάσθη αυτός ότι διά να αναιρέση ταύτα, ήτον ανάγκη να κατορθώση τους κατοίκους να τον ζητήσωσι δι' αναφοράς των. Απέστειλε λοιπόν εκεί τινάς των οικείων του, και οι κάτοικοι των Αγράφων, ή τουλάχιστον έν μέρος ικανόν, είτε διά φόβον του Καραϊσκάκη, είτε αληθώς δυσαρεστούμενοι από τον Ράγκον, συνελθόντες απεφάσισαν να τον ζητήσωσι παρά της Διοικήσεως, εις την οποίαν και απέστειλαν επί τούτω τέσσαρας αντιπροσώπους αυτών. Η Διοίκησις αφ' ού κατ' αρχάς εναντιώθη, τελευταίον μη θέλουσα να παροξύνη επί πλέον τον Καραϊσκάκην, φερόμενον καλώς, και διά να συμβιβάση οπωσούν το πράγμα, ώστε να μην έχη επιβλαβείς συνεπείας, εις μεν το ήμισυ της επαρχίας κατέστησεν αρχηγόν τον Καραϊσκάκην, εις δε το άλλο ήμισυ άφησεν αρχηγόν τον Ράγκον. Ο Καραϊσκάκης, αν και με τούτο δεν ευχαριστήθη, εσιώπησεν όμως, ελπίζων ότι εις δευτέραν ευκαιρίαν θέλει κατορθώσει εντελώς τον σκοπόν του.

Διά τον συμβάντα κατ' εκείνην την εποχήν δεύτερον ανταρτικόν πόλεμον διετάχθη και ο Καραϊσκάκης, καθώς και όλα σχεδόν τα της Στερεάς Ελλάδος στρατεύματα, να μεταβή εις Πελοπόννησον. Συμμετέσχε των κατά του Ζαΐμη αγώνων εις Κερπινήν, και ακολουθών τον Κολέττην, όντα αρχηγόν της κατά των ανταρτών εκστρατείας, διέβη πολλάς επαρχίας της Πελοποννήσου έως εις Αρκαδίαν και Μεσσηνίαν, ότε κατά πρώτον έφθασε το πρώτον μέρος των Αιγυπτιακών στρατευμάτων.

Ο Κολέττης ανεκαλέσθη τότε και εξεστράτευσε κατά του Ιμβραήμη ο Κουντουριώτης. Υπό την οδηγίαν αυτού διωρίσθη και ο Καραϊσκάκης, καθώς και τα λοιπά στρατεύματα, και παρευρέθη εις την εν Κρομμυδίω μάχην, εις την οποίαν ενικήθησαν και εβλάφθησαν σημαντικά οι Έλληνες. Επειδή δε η αποτυχία αύτη απεδόθη εις την ανικανότητα του Σκούρτη, τον οποίον είχε διορίσει ο Κουντουριώτης επί κεφαλής όλων των στρατευμάτων, ο Καραϊσκάκης, όστις δεν είχε διόλου εις την γλώσσαν του χαλινόν, δεν περιωρίσθη μόνον εις περιφρονητικάς εκφράσεις και πικρούς σαρκασμούς κατά του Σκούρτη, επροχώρησε και εις κατηγορίας κατά του Κουντουριώτου διά την τοιαύτην εκλογήν, ώστε τον εδυσαρέστησε σημαντικά. Έτι μάλλον ηύξησε την δυσαρέσκειαν και η δυσπιστία την οποίαν έλαβε προς τον Κουντουριώτην διά την προς τον Μαυροκορδάτον εμπιστοσύνην και σχέσιν του. Ο Καραϊσκάκης έχων αδιάλλακτον εχθρόν τον Μαυροκορδάτον, του οποίου τας οδηγίας εφαίνετο ότι ηκολούθει ο Κουντουριώτης, δεν ήλπιζε να περάση καλώς εις την οποίαν ευρίσκετο θέσιν. Συνέβη να δυσαρεστηθώσι και άλλοι πολλοί δι' άλλας αίτιας, ώστε ο Καραϊσκάκης γενόμενος κέντρον όλων των τοιούτων εις ολίγον διάστημα καιρού ευρέθη με έν σώμα δισχιλίων περίπου στρατιωτών συμφώνων μετ' αυτού (11).

Ενώ τα πράγματα ήσαν εις τοιαύτην στάσιν, ανηγγέλθη ότι ικανά τουρκικά στρατεύματα επροχώρησαν εις τας επαρχίας της Στερεάς Ελλάδος· ο Καραϊσκάκης με τους αρχηγούς του ομοφρονούντος με αυτόν στρατεύματος, επιθυμών και προλαβόντως να αναχωρήση εκείθεν, άμα ήλθεν η είδησις αύτη, εζήτησε την άδειαν από τον Κουντουριώτην, προβάλλων ότι οι στρατιώται, ως έχοντες τας οικογενείας των εις την Στερεάν Ελλάδα και όντες αναγκασμένοι να υπάγωσι να τας υπερασπισθώσιν, ήθελον λειποτακτήσει, εάν δεν τους εδίδετο η άδεια να εκστρατεύσωσιν εις τας πατρίδας των. Ο Κουντουριώτης βλέπων ότι η αναχώρησις εκείνου του σώματος ήθελε δώσει αφορμήν και εις πολλά άλλα διά να πράξωσι το ίδιον, δεν συγκατένευσεν αλλ' ο Καραϊσκάκης με τους συν αυτώ ανεχώρησε και χωρίς άδειαν, και μετέβη εις Ναύπλιον. Άμα ανεχώρησεν ο Καραϊσκάκης, ο Κουντουριώτης έγραψε προς το Εκτελεστικόν όχι μόνον να μην δεχθή τον Καραϊσκάκην και τους συν αυτώ αρχηγούς, αλλά μάλιστα να καθαιρέση των αξιωμάτων αυτούς και να διαλύση τα σώματά των. Το Εκτελεστικόν όμως δεν εστοχάσθη αρμόδιον να μεταχειρισθή τοιούτον αυστηρόν μέτρον εναντίον ενός σώματος από δισχιλίους στρατιώτας, καθ' ην εποχήν ο Ιμβραήμης άρχισε να προοδεύη εις την Πελοπόννησον και οι Τούρκοι εις την Στερεάν Ελλάδα ελεηλάτουν πολλάς επαρχίας· όθεν λαβόν και την γνώμην της Βουλής, επεριποιήθη αυτό, και αφ' ού το εφωδίασε με χρήματα, τροφάς και πολεμοφόδιά, το απέστειλεν εις την Στερεάν Ελλάδα κατά την ζήτησίν του.

Ο τρόπος της υποδοχής ταύτης εφάνη παράδοξος εις πολλούς· διότι ηλπίζετο να βάλη το Εκτελεστικόν εις πράξιν αν όχι όλα, μέρος καν των όσα έγραψε κατ' αυτών ο Κουντουριώτης, διά να μη λάβωσιν αιτίαν απειθείας και τα λοιπά στρατεύματα, απεδόθη δε εις τον Κολέττην, ο οποίος είχε τότε όλην την ισχύν εις το Εκτελεστικόν, καθώς εις αυτόν απεδόθη και η αιτία της από Νεόκαστρον αναχωρήσεως του Καραϊσκάκη, επί σκοπώ του να ματαιώση την εκστρατείαν ταύτην, την οποίαν ήρπασε τρόπον τινά από τας χείρας του η προς αυτόν έχθρα και αντίπραξις του Μαυροκορδάτου.

Αναχωρήσας από Ναύπλιον ο Καραϊσκάκης μετέβη εις την Στερεάν Ελλάδα (12) καθ' ην εποχήν ο Γκούρας είχε λάβει υπό την εξουσίαν του και ετοίμαζε να πέμψη εις την Κυβέρνησιν τον Οδυσσέα, ο οποίος υποπτεύσας από μέρους των Τούρκων κίνδυνον είχεν επιστρέψει πάλιν εις τους Έλληνας. Το έργον του Γκούρα δεν εφάνη αρεστόν ούτε εις τον Καραϊσκάκην, ούτε εις τους λοιπούς αρχηγούς, διότι εφοβούντο το παράδειγμα. Ο Γκούρας υποπτεύσας ότι ηδύναντο και διά της βίας να αποσπάσωσιν από τας χείρας του τον Οδυσσέα και να τον ελευθερώσωσι, τον διευθύνε κρυφίως εις το φρούριον των Αθηνών.

Ο Καραϊσκάκης με όλους τους μετ' αυτού στρατηγούς διέβη εις τα πέριξ της πόλεως Σαλώνων, όπου εστρατοπέδευσεν ο Κεχαγιάς του Κιουταχή. Εις την Ανατολικήν Ελλάδα ήτον τότε διωρισμένος γενικός αρχηγός ο Γκούρας, ώστε όλα τα εις την Ανατολικήν Ελλάδα στρατεύματα ήσαν υπό την οδηγίαν του. Αλλ' ο Καραϊσκάκης, είτε διά την φυλάκωσιν του Οδυσσέως, είτε νομίζων ανίκανον τον Γκούραν διά τοιαύτην αρχηγίαν, είτε τέλος διά το ανήσυχον και φιλόδοξον πνεύμα του διεφέρθη εντόνως μετ' αυτού, ώστε η Διοίκησις μη θέλουσα ούτε από τον Γκούραν να αφαιρέση την αρχηγίαν, διότι όχι μόνον δεν ήτον υπεύθυνος, αλλ' είχεν έτι και ικανά σώματα υπακούοντα εις τας διαταγάς του, ούτε τον Καραϊσκάκην να δυσαρεστήση, υποστηριζόμενον από μέγα μέρος Σουλιωτών, εύρε μέσον αρμόδιον προς κατάπαυσιν το να μη μένωσι και οι δύω εις το αυτό στρατόπεδον. Όθεν επειδή του Μεσολογγίου η πολιορκία απέβαινεν ολοέν στενωτέρα, η Διοίκησις διώρισε τον Καραϊσκάκην (13) να υπάγη να τοποθετηθή εις κανέν εύθετον μέρος περί το εχθρικόν στρατόπεδον, το πολιορκούν το Μεσολόγγιον, όπου βλάπτων τους εχθρούς από τα οπίσθια, να αποσπά προς αυτόν τας δυνάμεις των και να ελαφρύνη οπωσούν τους πολιορκουμένους. Μεταβάς λοιπόν εις Λιδωρίκι και εκείθεν συνεννοηθείς και με άλλους οπλαρχηγούς της Δυτικής Ελλάδος, επήγε με όλους εις Καρπενήσι, όπου ήτον έν μικρόν σώμα εχθρών, εις τους οποίους μέρος των πλησιοχώρων κατοίκων είχεν υποταχθή.

Επιπεσών εις αυτούς τους ηνάγκασε να κλεισθώσιν εις τας οικίας· επειδή όμως η καταστροφή αυτών ήτον μακροτέρας πολιορκίας έργον, παρ' όσον αι ανάγκαι του Μεσολογγίου τον εσυγχώρουν να διατρίβη μακράν αυτού, ευχαριστήθη μόνον να λάβη μερικάς τροφάς από τους εχθρούς και από τους κατοίκους των πέριξ χωρίων και ανεχώρησεν εις Πλάτανον των Κραββάρων.

Δύο ημέρας μετά το φθάσιμον του Καραϊσκάκη εις Πλάτανον έφθασεν εκεί και ο στρατηγός Τζαβέλας με άλλους τινάς αξιωματικούς και ικανόν σώμα στρατιωτών. Μετά ταύτα συνελθόντες όλοι οι προϊστάμενοι ταύτης της στρατιάς εις Άμπλαν, τόπον των Κραβάρων, και συσκεφθέντες απεφάσισαν να επιπέσωσι διά νυκτός εις το εχθρικόν στρατόπεδον, αφ' ού προειδοποιήσωσιν εν καιρώ και τους εντός του Μεσολογγίου, διά να εξέλθωσι ταυτοχρόνως και αυτοί και να γένη μεγαλητέρα η σύγχυσις και η φθορά του εχθρού. Κατ' αυτήν την απόφασιν δύω χιλιάδες περίπου Έλληνες, χωρίς να φέρωσι μεθ' εαυτών αποσκευάς, αλλά έχοντες έκαστος εις τον ώμον του τεσσάρων ημερών τροφάς, εκίνησαν προς το εχθρικόν στρατόπεδον με την μεγαλητέραν δυνατήν μυστικότητα, την μεν νύκτα περιπατούντες δι' ασυνειθίστων δρόμων και ατραπών, την δε ημέραν κρυπτόμενοι εις δάση και τόπους, όπου δεν εσύχναζον άνθρωποι, μόλις μετά τετραήμερον νυκτοπορείαν έφθασαν εις εν δάσος του Ζυγού, δύω ώρας περίπου απέχον του εχθρικού στρατοπέδου, όπου κρυφθέντες απεφάσισαν να διημερεύσωσιν, έως ου να αναλάβωσιν εντελώς τας δυνάμεις των, και την επιούσαν νύκτα να βάλωσιν εις πράξιν το σχέδιον.

Τινές από το εχθρικόν στρατόπεδον, μ' όλον ότι προχωρήσαντες διά να κόψωσι ξύλα επλησίασαν πολύ εις το μέρος, όπου ήσαν οι Έλληνες, δεν ημπόρεσαν μ' όλον τούτο να τους εννοήσωσι, τόσον επιδεξίως είχον κρυφθή εις τους θάμνους και τα σύδενδρα μέρη και τόσον μεγάλην σιωπήν και ησυχίαν διετήρησαν. Προς το εσπέρας δε, επειδή εφάνησαν πλησίον των Ελλήνων τρεις χριστιανοί εκ των ακολουθούντων ως υπηρέται το εχθρικόν στρατόπεδον, ο Καραϊσκάκης έστειλε τινάς των στρατιωτών διά να τους συλλάβωσιν, οι οποίοι και εξετέλεσαν επαξίως την διαταγήν. Από τους χριστιανούς τούτους επληροφορήθη ο Καραϊσκάκης την κατάστασιν του εχθρικού στρατοπέδου και ωδηγήθη εις την έφοδον. Αφ' ού το βαθύ σκότος της νυκτός διεδέχθη το τόσον οχληρόν εις τους Έλληνας φως του ηλίου, εξελθόντες αφόβως και ησύχως από τα καταφύγιά των συνήχθησαν όλοι ομού και προετοιμάσθησαν.

Περί την δευτέραν ώραν της νυκτός ο Καραϊσκάκης διώρισε και έκαμαν τρεις φανούς εις μέρος, όπου οι μεν εν Μεσολογγίω (προς τους οποίους είχε δοθή τούτο σύνθημα επιθέσεως) να τους ίδωσιν, εις δε τους εχθρούς, να μείνωσιν αόρατοι. Έπειτα διαιρέσας εις τρία σώματα τους Έλληνας διά να επιπέσωσιν από διάφορα μέρη κατά των εχθρών, αυτός επί κεφαλής ενός, το οποίον έμελλε να προσβάλη εις τας σκηνάς του Κιουταχή, ώρμησε με προθυμίαν κατά των εχθρών. Έφθασαν εις το εχθρικόν στρατόπεδον κατά την τετάρτην ώραν της νυκτός, ότε οι Τούρκοι ήσαν ανυπόπτως βυθισμένοι εις το πρωτοΰπνιον, οδηγηθέντες από τόπους αρμοδίους· ούτε από τας προφυλακάς των εχθρών εννοήθησαν, ούτε από τους εις το στρατόπεδον, ειμή όταν έφθασαν πλέον εις τας ακρινάς σκηνάς· τότε δε εκκενώσαντες όλοι ταυτοχρόνως τα πυροβόλα των εφώρμησαν εις τους εχθρούς, οι οποίοι εκπλαγέντες διά το απροσδόκητον άφησαν ερήμους τας πλειοτέρας σκηνάς των και έφευγον εις το μέρος όπου εστρατοπέδευεν ο Κιουταχής, το οποίον ήτο περιασφαλισμένον με βαθείας τάφρους και οχυρώματα. Εφώρμησαν και εκεί οι Έλληνες με την ελπίδα του να τους αποτινάξωσι και να τους σκορπίσωσιν, αλλ' αντικρουσθέντες και εμποδιζόμενοι και από το βάθος των τάφρων, δεν ημπόρεσαν να προχωρήσωσι. Λαβόντες λοιπόν καιρόν οι εχθροί και συνελθόντες από τον εξαφνικόν φόβον ενεθαρρύνοντο και επεχείρουν να εξέρχωνται κατά των Ελλήνων, οι οποίοι είχον στραφή τότε εις τα λάφυρα. Συγχρόνως και το ιππικόν το περιπολεύον κατά νύκτα το στρατόπεδον, συγκεντρωθέν επέπιπτε κατά των Ελλήνων. Αυτοί δε διά το ήδη ανατέλλον φως της Σελήνης (το οποίον ήτον κατά πάντα εναντίον εις το επιχείρημά των), όχι ολιγώτερον δε και διά την εις τους εχθρούς γνωστοποίησιν του συνθήματός των, ηναγκάσθησαν να αναχωρήσωσιν από το εχθρικόν στρατόπεδον. Οι δε εντός του Μεσολογγίου, άμα είδον τους φανούς, προετοιμάσθησαν και ακούσαντες των άλλων την συμπλοκήν, ώρμησαν κατά των εχθρών, τους εξέβαλον από τινας προμαχώνας, έλαβον δι' ικανήν ώραν υπό την εξουσίαν των τα εν αυτοίς κανόνια και επροχώρησαν ικανώς προς το μέρος όπου επολέμουν οι μετά του Καραϊσκάκη, αλλ' αφ' ού εκείνοι ανεχώρησαν, ηναγκάσθησαν και αυτοί να επανέλθωσιν εις τα ίδια.