Η Βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη

Part 12

Chapter 1213 wordsPublic domain

Έφθασαν εις το μέρος όπου ήτον τοποθετημένον το ιππικόν, αλλ' επειδή ουδ' αυτού δεν εστάθησαν, αλλ' έφευγον με την ιδίαν αταξίαν, ο αρχηγός του ιππικού ηναγκάσθη να συνακολουθήση εις την φυγήν, αφήσας όλας τας σκηνάς και πολλάς αποσκευάς του ιππικού. Επειδή δε η διάβασις έμελλε να γένη από μίαν ξυλίνην γέφυραν, οι ιππείς θέλοντες να προλάβωσι διά να μην τύχη και την πιάσωσιν οι εχθροί και επομένως βλαφθώσι, μη ούσης άλλης διαβάσεως δι' αυτούς, ετάχυνον τον δρόμον των. Τούτο έδωκεν αιτίαν εις τους πεζούς να τρέχωσι μ' όλας τας δυνάμεις των διά να μην μείνωσιν οπίσω και ηύξησαν εις τον ανώτατον βαθμόν τον θόρυβον. Ελεεινόν θέαμα! Εκείνοι οίτινες διέβησαν την νύκτα διά μέσου του στρατοπέδου του Ομέρ πασά εις Δίστομον, προξενήσαντες θάμβος και έκστασιν εις τους εχθρούς, εκείνοι οίτινες επέπεσον την νύκτα εις το στρατόπεδον το πολιορκούν το Μεσολόγγιον και εισεχώρησαν ανά μέσον των σκηνών έως εις αυτό το άσυλον του Κιουταχή, έφευγον με την πλέον φρικτήν αταξίαν και κυριευμένοι από μέγιστον τρόμον, ενώ δεν κατεδιώκοντο εκ του πλησίον από τον εχθρόν, απέδειξαν εμπράκτως ότι φρόνιμος και ανδρείος αρχηγός είναι καλήτερος από μέγα και ανδρείον στρατόπεδον.

Συνήλθον τέλος πάντων εις Φαληρέα όλοι οι φεύγοντες εκτός των Πετμεζαίων, οι οποίοι με οκτακοσίους περίπου στρατιώτας διευθύνθησαν προς Ελευσίνα. Οι Τούρκοι ακολουθούσαν μακρόθεν μέ παρατήρησιν και περίεργον προσοχήν, υποπτεύοντες ίσως καμμίαν ενέδραν, αλλ' ήσαν μακράν του να γνωρίσωσι την αληθή κατάστασιν του Ελληνικού στρατεύματος. Επλησίασαν μ' όλον τούτο εις τους περί τον Φαληρέα προμαχώνας, όπου εάν δεν ήθελον σταθή ο Κήτζος Τζαβέλας και ο Κώστας Βλαχόπουλος, ήθελον ίσως κυριεύσει οι εχθροί και τα κανόνια. Ματαίως επροσπαθούσαν οι αξιωματικοί να εμψυχώσωσιν οπωσούν το στράτευμα και να το πληροφορήσωσιν ότι δεν υπάρχει πλέον κίνδυνος. Οι στρατιώται και προ πάντων οι εσχάτως ελθόντες από τας νήσους, όντες ασυνείθιστοι από τοιαύτα πράγματα, συνήρχοντο πλησίον της θαλάσσης και απέβλεπον προς αυτήν, ως το μόνον μέσον της σωτηρίας των. Όστις είδε το στρατόπεδον τούτο εις την ακμήν του, ζώντος έτι του Καραϊσκάκη, δεν ηδύνατο να μη δακρύση βλέπων τοιαύτην μεταβολήν εις αυτό, το οποίον ωμοίαζεν ως ποίμνιον διασκορπισθέν από τους λύκους. Ηύξησε δε έτι μάλλον την αθυμίαν και τον φόβον των στρατιωτών η διήγησις του τρομερού δυστυχήματος, το οποίον έπαθον οι εκστρατεύσαντες, και το οποίον διηγούμενοι μόνοι των οι διασωθέντες, το αποκατέστηνον ελεεινότερον και αισθαντικοτέρας λύπης και φόβου πρόξενον.

Εφάνη τελευταίον η ημέρα, η οποία τόσον επιθυμητοτέρα ήτον εις τους Έλληνας, όσον έμελλε να διασκεδάση το τρομερόν κακόν του φόβου και της αταξίας. Οι Τούρκοι επέστρεψαν εις τας σκηνάς των, αφήσαντες μόνον μερικούς εις το μοναστήριον. Ο Γιαννούσης θέλων να εμψυχώση οπωσούν τους Έλληνας και να τους αποτρέψη από την επιθυμίαν της φυγής, τους παρεκίνησε να προσβάλωσι κατά των εις το μοναστήριον εχθρών· κινείται πρώτος μέ προθυμίαν και το παράδειγμά του εμψύχωσεν ικανούς. Οι Τούρκοι όμως μη έχοντες, φαίνεται, σκοπόν να φυλάξωσι το μοναστήριον, δεν επιάσθησαν εις μάχην, αλλ' έφευγον πριν ακόμη πλησιάσωσιν οι Έλληνες. Μετά τούτο συνελθόντες οι αξιωματικοί του στρατοπέδου (επειδή ο αρχιστράτηγος δεν είχεν ακόμη φανή έως εις εκείνην την στιγμήν) και έχοντες ακόμη κάποιαν ελπίδα, ότι ημπορούσε να συνέλθη εις αυτό το στρατόπεδον, εσκέπτοντο πώς να διαθέσωσι τα πράγματα. Απεφάσισαν δε να τοποθετηθώσιν εις το μοναστήριον, εις έν οχύρωμα πλησίον του μοναστηρίου και εις τον Φαληρέα.

Αλλ' ενώ κατεγίνοντο εις τούτο οι αξιωματικοί, οι στρατιώται εσκέπτοντο περί τρόπου αναχωρήσεως από το στρατόπεδον και εις ολίγον διάστημα όλοι εν γένει οι νησιώται, έχοντες πλοία εδικά των, ή γνωρίζοντες τους πλοιάρχους ανεχώρησαν, εκτός τινων αξιωματικών μόνον, οι οποίοι διέμειναν εις το στρατόπεδον από φιλοτιμίαν. Ανεχώρησαν ομοίως και πολλοί άλλοι στρατιώται, όσοι ηδυνήθησαν να εύρωσι πλοία, ώστε μόλις το ήμισυ του στρατεύματος διέμενεν ακόμη εις το στρατόπεδον. Μ' όλα ταύτα όμως ετοποθετήθησαν εις τας προσδιορισθείσας θέσεις τα διαμένοντα στρατεύματα· και όταν περί το δειλινόν είδον τον Κιουταχήν ερχόμενον από τας Αθήνας με τρεις χιλιάδας περίπου πεζούς και ιππείς, ετοιμάσθησαν διά να τον αντικρούσωσιν. Αλλ' αυτός περιελθών και επισκεφθείς όλους τους προμαχώνας και τα οχυρώματα, τα οποία είχον αφήσει οι Έλληνες, επέστρεψεν εις το στρατόπεδόν του. Όταν οι Έλληνες είδον ότι δεν είχε σκοπόν διά πόλεμον, εξήλθον από το μοναστήριον και ακολούθησαν ολίγον κατόπιν του, προκαλούμενοι αυτόν τρόπον τινά ως εις μάχην.

Αι νέαι δυνάμεις, αι οποίαι έφθασαν κατ' εκείνας τας ημέρας εις το στρατόπεδον υπό την οδηγίαν του Κώστα Δροσίνη, Γιαννάκη Στράτου και άλλων τινών, έδωκαν ελπίδα εις τους αξιωματικούς, ότι ήτον ακόμη δυνατόν να μη διαλυθή το στρατόπεδον. Έλαβον λοιπόν μέτρον να τοποθετηθώσιν αρμοδίως τα διάφορα σώματα εις τας θέσεις, όσας ενόμιζον αναγκαίας διά να μην καταδιωχθώσιν ή αποκλεισθώσιν επί υποθέσει εφόδου εχθρικής. Αλλ' η έλλειψις αρχηγού εματαίωνεν όλα τα σχέδια. Το στρατόπεδον εσύγκειτο από διάφορα σώματα, των οποίων οι αρχηγοί δεν κατεδέχοντο να οδηγηθώσιν από άλλον όμοιόν των. Αφίνω κατά μέρος τας ματαίας ελπίδας, τας οποίας ημπορούσαν να έτρεφον μερικοί· ο Κήτσος Τζαβέλας και ο Κώστας Μπότσαρης ενομίζοντο ικανώτεροι να διαδεχθώσι τον Καραϊσκάκην. Αποτυχίαι σημαντικαί, αι οποίαι εις διαφόρους μάχας συνέβησαν εις τον Μπότσαρην, έδιδαν την υπεροχήν εις τον Τζαβέλαν και ίσως ο τελευταίος ούτος ήθελεν επιτύχει της αρχηγίας, εάν το σώμα του Καραϊσκάκη ήθελε συγκατατεθή να τον δεχθή· η αντιζηλία όμως η μεταξύ Σουλιωτών και Στερερελλαδιτών, η οποία απέβη τόσον σημαντική επί της εκστρατείας ταύτης του Καραϊσκάκη, δεν άφινε τους αξιωματικούς τούτου του σώματος να δεχθώσι δι' αρχηγόν τον Τζαβέλαν.

Μετά πολλάς και επιμόνους διαφιλονεικήσεις περί της αρχηγίας, επροβλήθη τελευταίον να διορισθή καν προσωρινός αρχηγός ο Τζαβέλας, διά να μη μένη το στράτευμα χωρίς κεφαλήν· αλλ' ουδέ τούτο δεν έγεινε δεκτόν· απεφασίσθη δε μόνον να διοική ο Τζαβέλας εν όσω το στρατόπεδον ευρίσκεται εις Φαληρέα. Εν τούτοις παρουσιάζεται εις την συνέλευσιν των αξιωματικών ο Ι. Θ. Κολοκοτρώνης και ζητεί την άδειαν ν' απέλθη εις Πελοπόννησον, προβάλλων ότι η πατρίς του έχει ανάγκην της παρουσίας αυτού και των στρατευμάτων του διά τον παρά του Ιμπραήμη κίνδυνον· τα αυτά συγχρόνως επρόβαλε και ο Σισίνης. Αλλ' οι αξιωματικοί, οι οποίοι επροσπαθούσαν να διατηρήσωσιν ακόμη το στρατόπεδον, απεκρίθησαν ότι το ζήτημά των δεν είναι αρμόδιον εις την περίστασιν, δεν είναι δε ούτε εύλογον, ούτε έντιμον εις αυτούς ν' αναχωρήσωσι καθ' ην εποχήν το στρατόπεδον έχει ανάγκην ενδυναμώσεως και υποστηρίξεως. Ο I. Θ. Κολοκοτρώνης έχων, καθώς εφαίνετο, σταθεράν απόφασιν διά να αναχωρήση, επέμεινε δικαιολογών το ζήτημά του· επειδή δε οι αξιωματικοί αντέτεινον, η φιλονεικία απέβη ζωηροτάτη, και ο I. Θ. Κολοκοτρώνης ηναγκάσθη να μείνη και εναντίον της επιθυμίας του εις το στρατόπεδον.

Η δυσκολία, την οποίαν επέφεραν εις τον I. Θ. Κολοκοτρώνην, έδωκεν αιτίαν εις τους άλλους Πελοποννησίους αρχηγούς να μεταχειρισθώσι πλαγίους τρόπους προς αναχώρησιν. Ο μεν Σισίνης λοιπόν έφυγε κρυφίως, μεταβάς εις το άντικρυ του Κερατζινίου νησίδιον, από το οποίον ανεχώρησε μισθώσας με ικανήν χρηματικήν ποσότητα έν πλοιάριον. Ο δε Π. Νοταράς, λαβών την άδειαν ν' απέλθη εις Σαλαμίνα δι' ολίγας ημέρας, διευθύνθη εις Κόρινθον με την επιθυμίαν του να λάβη υπό την εξουσίαν του το φρούριον. Τοιούτους τρόπους μεταχειριζόμενοι και άλλοι κατώτεροι αξιωματικοί ανεχώρουν αδιακόπως από το στρατόπεδον.

Ο αρχιστράτηγος ανήγγειλεν εις τους πολιορκουμένους την αποτυχίαν εις το τελευταίον υπέρ αυτών κίνημα και τους εσυγχώρησε τρόπον τινά να διαπραγματευθώσι με τον εχθρόν, αν δεν δύνανται ν' ανθέξωσιν. Οι πολιορκούμενοι έπεμψαν επίτηδες ένα εκ των σημαντικωτέρων αξιωματικών, ονομαζόμενον Τριαντάφυλλον Λήμνιον (53) διά να γνωστοποιήσωσιν εις τον αρχιστράτηγον ότι με στενοχωρίαν μεν, πλην δύνανται να ανθέξωσιν ακόμη τρεις μήνας, εάν και το έξω στρατόπεδον διαμείνη εις Φαληρέα. Όταν οι αξιωματικοί του σώματος του Καραϊσκάκη ήκουσαν την είδησιν ταύτην, δεν ημπόρεσαν να κρύψωσι την αγανάκτησιν, την οποίαν ησθάνθησαν, αλλ' εφώναξαν· «Η ανοησία του να μας κρύψωσι την αληθή κατάστασιν του φρουρίου έγεινεν αιτία να χάσωμεν τον αρχηγόν μας, διότι αν αυτός την εγνώριζεν, ηδύνατο να μεταχειρισθή άλλα μέσα ολιγώτερον επικίνδυνα και με περισσοτέραν ελπίδα επιτυχίας διά να λύση την πολιορκίαν».

Ο αρχιστράτηγος κατά συνέπειαν της αγγελίας ταύτης απεφάσισε να στερεώση στρατόπεδον εις Φαληρέα· αλλ' ων άπειρος των πραγμάτων και μη γνωρίζων τας μεταξύ του στρατοπέδου φατρίας και αντιζηλίας, δεν ηδύνατο να εξακολουθήση έν συνεχές σχέδιον, αλλ' ηναγκάσθη να το μεταβάλλη καθ' όσα του έλεγαν διάφοροι αξιωματικοί και κατά τας οποίας απαντούσε δυσκολίας. Θέλων δε να βεβαιωθή πόσα και ποία σώματα έμελλαν σταθερώς να διαμείνωσιν εις Φαληρέα, διέταξε να γείνη κατάλογος και προς πλειοτέραν ασφάλειαν να υπογραφώσιν εις αυτόν αι πρώτιστοι αξιωματικοί. Οι συγκροτούντες το σώμα του Καραϊσκάκη δεν ηθέλησαν να συγκαταριθμηθώσι με τους εις Φαληρέα, ούτε μέρος της δυνάμεώς των να πέμψωσιν εις έτερον οχύρωμα παρά τα οποία ήδη κατείχαν, προβάλλοντες ότι δεν είναι ικανοί να διαιρεθώσιν, ότι δε υπόσχονται να φυλάξωσι τας θέσεις εις τας οποίας ευρίσκονται· ταύτα ελύπησε τους εις Φαληρέα και τον αρχιστράτηγον· μ' όλον τούτο οικονομούσαν το πράγμα έως να γένη καμμία βάσιμος διόρθωσις.

Ο αρχιστράτηγος αποπέμπων από το στρατόπεδον το ιππικόν ως άχρηστον και ως δυσοικονόμητον, διώρισε να μετακομισθώσιν αλλού και οι ίπποι των αξιωματικών· ωφελούμενοι από την ευκαιρίαν ταύτην και πολλοί στρατιώται ανεχώρησαν από το στρατόπεδον· τούτο εγέννησεν υποψίας εις τους μένοντας, ώστε άμα επαρουσιάζετο τρόπος φυγής εις αυτούς, δεν εδυσκολεύοντο να τον βάλλωσιν εις ενέργειαν. Επειδή δε η ολιγόστευσις του στρατοπέδου εγίνετο ημέραν εξ ημέρας σημαντικωτάτη, ο αρχιστράτηγος διά να εμποδίση την παντελή διάλυσιν, διώρισεν από μεν την θάλασσαν πλοία, από δε την ξηράν τον Γιαννάκην Στράτον διά να μη συγχωρώσι την χωρίς αδείας αναχώρησιν από το στρατόπεδον. Επροκήρυξε δε και αμοιβάς εις όλους όσοι ήθελαν διαμείνει εις τας θέσεις των· κατεσκεύασε και τάφρον από το πηγάδι έως εις τον αιγιαλόν δι' οχύρωσιν και ασφάλειαν του στρατοπέδου· εν γένει δε επροσπάθησε μ' όλους τους δυνατούς τρόπους να διατηρήση το στρατόπεδον. Όλα όμως ταύτα δεν έκαμαν άλλο αποτέλεσμα ειμή ν' αναβάλωσι μόνον προς ώραν την διάλυσίν του.

Η καθημερινή πείρα απέδειξεν εις τον αρχιστράτηγον, ότι εχρειάζετο εις το στρατόπεδον αρχηγός άξιος να διαδεχθή τον Καραϊσκάκην. Νομίζων δε ικανώτερον των λοιπών τον Τζαβέλαν, του επρότεινε να τον διορίση· αλλ' αυτός γνωρίζων ότι δεν ηδύνατο να διοικήση καλώς, εάν δεν ήθελε λάβει πλήρη την συγκατάθεσιν όλου του στρατοπέδου, δεν συγκατετέθη να δεχθή την αρχηγίαν, ειμή ανίσως όλοι οι σημαντικοί του στρατοπέδου ήθελον τον αναγνωρίσει εγγράφως· τούτο δε ήτον αδύνατον να γένη διά τας προεκτεθείσας αιτίας, και το πράγμα έμεινεν εις την ιδίαν κατάστασιν.

Εις τούτο το μεταξύ συνέβη και έλλειψις τροφών· οι στρατιώται, οι οποίοι δεν ήλπιζον πλέον να κάμη καρπόν αυτό το στρατόπεδον και επεθύμουν την διάλυσίν του, έκαμαν ισχυρά παράπονα εις τους αρχηγούς των, αυτοί δε εγνωστοποίησαν ταύτα εις τον αρχιστράτηγον, όστις ευρίσκετο κατ' εκείνας τας ήμέρας εις Μέγαρα. Μ' όλον ότι έγεινεν η εξοικονόμησις των τροφών και το πράγμα έλαβε την επιθυμητήν διόρθωσιν, το κακόν όμως της λιποταξίας όχι μόνον δεν εδιορθώθη, αλλ' εξηπλώθη και εις τους αξιωματικούς, οι οποίοι είχον αρχίσει να φοβώνται και διά την ιδίαν των ύπαρξιν και ασφάλειαν, διότι έβλεπαν λιποτακτούντας αδιακόπως τους στρατιώτας των· μερικοί από τους αξιωματικούς επεχείρησαν μάλιστα να λιποτακτήσωσιν, αλλά γενόμενοι γνωστοί επέσυρον εις εαυτούς το όνειδος όλου του στρατοπέδου· μ' όλον τούτο έγειναν αίτιοι να εισχωρήση γενική υποψία εις όλους τους συγκροτούντας τα διάφορα σώματα, ώστε ούτε ο αξιωματικός ενεπιστεύετο εις τον στρατιώτην, ούτε ο στρατιώτης έβαλλε βάσιν εις τους λόγους του αργηγού του· ώστε μόνον σχεδόν αίτιον, το οποίον εμπόδιζεν έτι την διάλυσιν του στρατοπέδου, ήτον των πλοίων η έλλειψις.

Ο αρχιστράτηγος βλέπων την ελεεινήν ταύτην κατάστασιν και επιθυμών να κάμη καμμίαν διόρθωσιν, επροσκάλεσεν εις συμβούλιον όλους τους αξιωματικούς και τους ερώτησε πώς ηδύνατο να κάμη σταθερόν το στρατόπεδον και ν' αποφύγη τον κίνδυνον της διαλύσεως. Ο Κήτζος Τζαβέλας ως εκ μέρους και των λοιπών είπεν ότι, διά να κατορθωθή τούτο πρέπει να μη συμβή η παραμικρά έλλειψις τροφών, να προσκληθώσι δε και νέα στρατεύματα. Ο αρχιστράτηγος υπεσχέθη να κατορθώση αμφότερα· αλλά μ' όσην ευκολίαν αυτός υπέσχετο, μέ τόσην δυσκολίαν επίστευον οι Έλληνες. Έως ου δε να εκπληρώση ο αρχιστράτηγος τας υποσχέσεις του, απεφασίσθη να διαθέσωσιν επί το ωφελιμώτερον το ήδη υπάρχον στράτευμα. Επροβλήθησαν από τινας μερικαί μετατοπίσεις, δεν ενεκρίθησαν δε από άλλους, και τέλος διελύθησαν οι συνελθόντες, αφήσαντες τα πράγματα εις την ιδίαν κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκοντο.

Την επομένην ημέραν ο Νικήτας είτε κατά τύχην, είτε εκ προμελέτης λαμβάνει μίαν σημαίαν και συναθροίσας περί αυτόν έως πεντακοσίους στρατιώτας, κηρύττει τον Τζαβέλαν αρχηγόν του στρατεύματος και συγχρόνως ζητεί και από τον αρχιστράτηγον την επικύρωσιν. Ο αρχιστράτηγος είχεν ήδη γνωρίσει καλώς τους συγκροτούντας το στρατόπεδον και ήξευρε πόσον δύσκολος ήτον η επιτυχία αυτού του προβλήματος· μ' όλον τούτο είπεν ότι αποδέχεται το πρόβλημα και την επομένην ημέραν θέλει εκδώσει περί τούτου διαταγήν. Ο Νικήτας επιστρέφει εις την σκηνήν του Τζαβέλα και τον συγχαίρει διά τον διορισμόν· αυτός όμως εγνώριζε πολλά καλά τα πράγματα ώστε να βάλη βάσιν εις τα λεγόμενα. Ο Νικήτας μ' όλον τούτο διέταξε τους περί αυτόν και επυροβόλησαν τρις· τούτο κατά μίμησιν έγεινε και εις το λοιπόν στρατόπεδον· αλλά το μεγαλήτερον μέρος εκινήθη εις τούτο μηχανικώς, νομίζον ότι αιτία ήτον καμμία χαροποιά αγγελία. Χωρίς καρπόν απέβη και τούτο το κίνημα του Νικήτα, διότι ούτε ο Τζαβέλας ανεδέχθη τα χρέη αρχηγού, ούτε το στρατόπεδον τον εγνώρισεν, ή τον ενόμισεν ως τοιούτον.

Είδον τέλος πάντων όλοι οι αξιωματικοί του στρατοπέδου, ότι μ' όλας τας προσπαθείας των ήτον αδύνατον να διατηρηθή το στρατόπεδον και ούτω συνελθόντες εις τον αρχιστράτηγον του επρόβαλον ν' αφήση την θέσιν ταύτην και να μεταβιβάση τα στρατεύματα εις την Μεγαρικήν. Ύστερον από πολλάς παρακινήσεις τας οποίας έκαμεν ο αρχιστράτηγος εις τους αξιωματικούς διά να μείνωσι, βεβαιωθείς από όλους ότι δεν ήτον πλέον δυνατόν να διατηρηθή στρατόπεδον εις τας θέσεις ταύτας, απεδέχθη το πρόβλημα και διέταξε τα περί της μεταβάσεως. Κατ' αυτόν λοιπόν τον τρόπον έν μέγιστον στρατόπεδον, το μεγαλήτερον απ' όσα συνεκροτήθησαν καθ' όλον το διάστημα της επαναστάσεώς μας, διελύθη ή μάλλον απέθανε διά μίαν και μόνην αιτίαν, τον θάνατον του αρχηγού του.

ΤΕΛΟΣ

Σημ. Η επομένη συλλογή «ανεκδότων και αποφθεγμάτων» του Καραϊσκάκη, κατηρτίσθη υπό του εκδότου. Τα πλείστα των ανεκδότων σήμερον πρώτον δημοσιεύονται.

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

'Σ τα Γιάννινα, τον καιρό του Αλήπασσα, ο Καραϊσκάκης, νειός ακόμα, χόρευε μια φορά μ' άλλα παληκάρια. Ενώ έσερνε, μπροστινός, τον Τσάμικο, κ' έκανε πολλές γύρες _'σ τον τόπο_, όπως λεν, πέρασε την ιδία στιγμή ο Μουχτάρ πασσάς, γυιός τον Αλήπασσα. Η φουστανέλλα του Καραϊσκάκη σηκώθηκε τον ανήφορο καί φάνηκαν τα _πλιάτσικα_. Ο Μουχτάρ πασσάς πειράχτηκε. Πήγε 'σ τον πατέρα του και παραπονέθηκε. Κράζει τότε ο Αλήπασσας τον Καραϊσκάκη και θυμωμένος του λέει·

— Τι έκαμες, ωρέ Παλιόγυφτο, 'σ το γυιό το δικό μου;

— Τίποτα, πασσά μου, λέει ο Καραϊσκάκης. Δεν τόθελα. Χόρευα κ' έκαμα έτσι μια φορά . . . (κ' έφερε μια γύρα). Τότε πέρναγε ο γυιός σου ο Μουχτάρ πασσάς και θύμωσε. Τι φταίω 'γώ, ο μαύρος; . . .

Ο Αλήπασσας έσκασε τα γέλοια.

— Πώς έκαμες, ωρέ μπίρο μ'; Κάμε το πάλε, ωρέ!

— Έτσι, πασσά μου . . .

— Κάμε το άλλη μια φορά, ωρέ Γιώργο! . . Μπράβο, ωρέ Γιώργο! . . Άιντε τώρα.

ΤΙ ΖΗΤΗΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΗΠΑΣΣΑ

— Τι θέλεις να σε κάμω, ωρέ Καραϊσκάκη; τον ρώτησε κάποτε ο Αλήπασσας.

— Αν με γνωρίζης, πασσά μου, άξιον γι' αφέντη, κάμε με αφέντη· αν με γνωρίζης άξιον για χουσμεκιάρη (δούλο), κάμε με χουσμεκιάρη· αν δε με γνωρίζης άξιον για το τίποτα, ρίξε με 'σ τη λίμνη. (Γ. Γαζής)

Η ΤΟΛΜΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

'Σ το Κομπότι, 'σ τον πόλεμο που έκαμε 'σ τα 1821, 8 Ιουνίου, που νίκησε τους Τούρκους και τους πήρε 'σ το κυνήγι, ανέβηκε σε μια πέτρα κ' έβριζε τους Τούρκους δυνατά. Και για να τους προσβάλη χειρότερα και να δώση θάρρος 'σ τους δικούς του σήκωσε τη φουστανέλλα, κατέβασε το βρακί και τους έδειξε τον πισινό του. Τότε ένας Τούρκος, Γκέκας, κρυμμένος κάπου 'σ τα κλαριά, τον τουφέκισε και τον λάβωσε 'σ τα δυο μηριά και 'σ ένα άλλο μέρος.

ΓΡΑΜΜΑ 'Σ ΤΟ ΧΟΥΡΣΙΤ ΠΑΣΣΑ

Όταν ο Χουρσίτ πασσάς, αρχιστράτηγος των Τούρκων, 'σ τα 1822, του παράγγειλε να πάη να τον προσκυνήση 'σ τη Λάρσα, ο Καραϊσκάκης τούστειλε αυτή την απόκριση·

Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω· κ' εγώ, πασσά μου, ρώτησα τον π.... μου τον ίδιον κι' αυτός μου αποκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω· κι' αν έλθης κατ' επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω! (Γ. Γαζής).

Ο ΜΠΑΤΣΟΣ

Φεύγοντας από το Μεσολόγγι οι Τούρκοι, 'σ τα 1823, τράβηξαν να περάσουν από του Κοράκου το γιοφύρι (δήμος Αργιθέας). Ο Καραϊσκάκης ήταν 'σ το μοναστήρι της Τατάρνας. Μπήκε 'σ την εκκλησιά και προσευχήθηκε·

— Τώρα θα σε ιδώ, Μαυρομάτα· αν νικήσωμε, θα σε προσκυνώ για Παναγία, ειδέ . . .

Κ' έκοψε το λόγο του, πριν τον τελειώση. Τότε έπιασε τον Αϊβλάση. Άμα ζύγωσαν οι Τούρκοι, ο Καραϊσκάκης γνώρισε το μπροστινόν, γιατί τον ήξερε από τα Γιάννινα·

— Καρτέρα με, Ισλιάμ Μπέντο! του φώναξε.

— Σε καρτερώ! του απάντησε ο Ισλιάμ Μπέντος.

Ο Καραϊσκάκης, νευρικός κι' ανυπόμονος, έτρεμε πριν αρχίση ο πόλεμος.

Κοντά του ήταν ο Τσάκας, πελώριος παληκαράς, παλιός του σύντροφος. Γυρίζει και λέει 'σ τον Καραϊσκάκη·

— Τι τρέμεις, ωρέ Γύφτο; Φοβάσαι;

Και του τραβάει έναν κατακέφαλο. Τον έφαγε καλόν, χωρίς να θυμώση ο Καραϊσκάκης. _Γύφτος_ ήταν το παράνομά του, γιατί ήταν μελαψός. Μια παράδοση μάλιστα τον λέει γυιό του καπετάν Αραπογιάνη.

Η νίκη του Αϊβλάση ήταν από τα πρώτα κατορθώματα του Καραϊσκάκη και μεγάλωσε τ' όνομά του.

ΓΡΑΦΕ ΡΑΓΚΟ

'Σ το Μεσολόγγι, όταν κατηγορούσαν τον Καραϊσκάκη πώς τάχα είχε κρυφή συνεννόηση με τους Τούρκους, περισσότερο από τους άλλους τον κατάτρεχε ο Ράγκος, γιατί αντιφέρονταν οι δυο τους για τ' αρματωλίκι των Αγράφων. Μια 'μέρα ο φίλος του Καραϊσκάκη ο Αντρέας Ίσκος σηκώνεται, παίρνει μαζί του τέσσερους πέντε στρατιώτες, πού είχαν πολεμήση με τον Καραϊσκάκη, και πάει 'σ το κονάκι του Ράγκου να τον ιδή. Άρχισαν να τα λεν. Τα παλικάρια έμειναν απόξω, 'σ τ' άλλο δωμάτιο. Άξαφνα ο Ίσκος έκαμε πώς θέλει ν' ανάψη το τσιμπούκι του και φώναξε ένα από τα παιδιά μέσα. Εκεί πού τούβανε τη φωτιά, τον ρωτάει ο στρατηγός, αδιάφορα, με ποιον έκαμε ως τώρα και πού πολέμησε.

— Με τον Καραϊσκάκη, Καπετάνε, απαντάει ο στρατιώτης. Ήμνα κοντά τ' απ' τον καρό τ' Λεπενιώτη. Πολεμήσαμε πολλές βολές αντάμα. Να τα σημάδια . . .

— Καλά, καλά, άιντε τώρα.

Αφού βγήκε ο στρατιώτης, γυρίζει ο Ίσκος και του λέει του Ράγκου·

— Γράφε, Ράγκο!

Ύστερα ο Ίσκος κράζει άλλον στρατιώτη·

— Αμ' εσύ με ποιόν έχεις κάμη, ωρέ, ως τώρα 'σ τον πόλεμο;

— Εγώ, στρατηγέ μ'; Πολέμησα 'σ 'την Άρτα νυχτόημερα με τον Καραϊσκάκη, πολέμησα 'σ το Νιοχώρι, 'σ το Κομπότι, πολέμησα . . .

— Καλά, φεύγα! λέει και 'σ αυτόν ο Ίσκος.

Ύστερα γυρίζει κατά το Ράγκο·

— Γράφε, Ράγκο! του λέει πάλι.

Φωνάζει άλλον στρατιώτη. Αρχίζει κ' εκείνος τα δικά του·

— Πολέμησα 'σ του Κοράκου το γιοφύρι, πολέμησα . . .

— Γράφε Ράγκο!

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ

Κάποτε ο Μεγαπάνος, άρχοντας από το Κάρλελι (Ακαρνανία), του είπε·

— Ωρέ Καραϊσκάκη, δε μαζώνεις λίγο τη γλώσσα σου;

— Άμα μαζώξης εσύ τη βρακοζώνα σου, θα μαζέψω κ' εγώ τη γλώσσα μου, του είπε ο Καραϊσκάκης.

Ο Μεγαπάνος κυνηγούσε της γυναίκες.

ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ

'Σ τον πόλεμο του Κεφαλόβρυσου, όπου σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης, είχε στείλη κι' ο Καραϊσκάκης ένα μικρό σώμα, αυτός όμως δεν έλαβε μέρος 'σ τον πόλεμο, γιατί ήταν άρρωστος 'σ το μοναστήρι του Προυσού. Αφού σκοτώθηκε ο Μάρκος, έφεραν οι Σουλιώτες το λείψανό του και το ξάπλωσαν εμπρός 'σ το νάρθηκα της εκκλησιάς του Μοναστηρίου. Σηκώθηκε τότε ο Καραϊσκάκης από το κρεββάτι κ' επήγε σέρνοντας και φίλησε με δάκρυα το νεκρό του Μάρκου· κ' είπε·

— Άμποτε, ήρωα Μάρκο, κ' εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω.

Κ' επήγε αληθινά όπως ευχήθηκε, ο ήρωας.

Αυτόν το θάνατο εύχονταν όλοι οι γενναίοι εκείνον τον καιρό· _να παν από βόλι_. Τον ίδιο θάνατο ευχήθηκε κι' ο Γκούρας κι' απ' αυτόν επήγε.

Η ΜΑΡΙΩ

Ο Καραϊσκάκης 'σ της εκστρατείες του είχε πάντα μαζί του μια Τουρκοπούλα βαφτισμένη, που την έλεγαν Μαριώ. Αυτή ήταν ντυμένη φουστανέλλες, σαν άντρας, κ' είχε τ' όνομα Ζαφείρης ανάμεσα 'σ τα παληκάρια. Κάποτε λοιπόν ο Καραϊσκάκης περαστικός κατάλυσε 'σ το σπίτι του, με κάμποσα παληκάρια. Πάει ο Ζαφείρης 'σ το μαγερειό και ρίχνεται 'σ της δούλες κι' αρχίζει τσιμπιές, γαργαλητά, φιλιά. Βάνουν της φωνές εκείνες και τρέχουν 'σ την καπετάνισσα. Τρέχει κ' η κυρά Γκόλφω, η Καραϊσκάκαινα, 'σ το στρατηγό καταθυμωμένη·

— Τι πράματα είναι αυτά; του λέει· τα παληκάρια σου _παλεύουν_ της ψυχοκόρες μου!

— Έγνοια σου, μωρή, της λέει ο στρατηγός, έχω και για 'σένα π. . . Μη θυμώνεις.

ΤΙ ΕΙΠΕ 'Σ ΤΟΝ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗ

Κάποτε 'σ τα 1825, 'σ την εκστρατεία της Μεσσηνίας, μάλλωσε με τον Κουντουριώτη και του είπε·

— Ωρέ, Κουντουριώτη άκουγα και νόμιζα θα είναι όλο γιομάτο μυαλό το κεφάλι σου. Εσύ όμως έχεις τόσο μυαλό, όσο έχω 'γώ σπόρο 'σ τ' α . . . μου!

ΠΩΣ ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ ΤΟ ΖΑΪΜΗ

Όταν ο Καραϊσκάκης πήγε 'σ τ' Ανάπλι, 'σ τα 1826, ενώ την Αθήνα την πολιορκούσε ο Κιουταχής, και διορίστηκε Γενικός αρχηγός των στρατεμάτων της Ρούμελης για να πάη να τον πολεμήση, παρουσιάστηκε 'σ τη Διοικητική Επιτροπή. Τότε ο πρόεδρος της Επιτροπής, ο Ζαΐμης, πρώτος τον συχώρεσε για την παλιά τους έχτρα, πού βάσταγε από τον καιρό του εμφύλιου πολέμου, όταν ο Καραϊσκάκης είχε κάμη πολλά κακά 'σ τα σπίτια και χτήματα του Ζαΐμη 'σ την Κερπινή. Ο Ζαΐμης όμως γενναιόκαρδα τον συχώρεσε. Ο Καραϊσκάκης δάκρυσε. Τότε φιλήθηκαν οι δυο και ξεχάστηκαν τα περασμένα. 'Σ τη σκηνή αυτή έτυχε να είναι κι' ο άρχοντας Υδραίος Βασίλης Μπουντούρης κ' είπε 'σ τον Καραϊσκάκη·

— Δεν έκαμες ως τώρα όσο έπρεπε το χρέος σου 'σ την πατρίδα, Καραϊσκάκη· ο Θεός να σε φωτίση να το κάμης από 'δώ κι' ομπρός.

— Δεν τ' αρνιώμαι, αποκρίθηκε ο Καραϊσκάκης. Όταν θέλω, γίνομαι άγγελος κι' όταν θέλω, γίνομαι διάβολος. Από τώρα έχω σκοπό να γίνω άγγελος.

ΤΟ ΒΡΑΚΙ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ

'Σ τον πόλεμο της Δομπραίνας ο Καραϊσκάκης είχε διατάξη τον οπλαρχηγό Βασίλη Μπούσγο να πιάση μια ράχη παραπέρα από 'κεί που γίνονταν ο πόλεμος και να περιμένη ως πού να τον κράξη. Ενώ λοιπόν ακολουθούσε ο πόλεμος, ο Καραϊσκάκης ηύρε μεγάλη αντίσταση 'σ τους Τούρκους κ' έστειλε ένα παληκάρι να πάη να φωνάξη το Μπούσγο βοήθεια. Ο στρατιώτης όμως δείλιασε και δεν έφερε τη διαταγή του στρατηγού 'σ το Μπούσγο. Έτσι ο Καραϊσκάκης αναγκάστηκε να τραβηχτή και φτάνει 'σ τη ράχη, όπου φύλαγε, άνεργος, ο Μπούσγος. Δαιμονίστηκε καθώς τον είδε ο Καραϊσκάκης, γιατί νόμισε πώς από φόβο δεν είχε έρθη βοήθεια του.

— Το βρακί της Κατερίνας! Φέρτε μου το βρακί της Κατερίνας!

Ο Καραϊσκάκης για ντρόπιασμα των δειλών είχε μαζί του ένα παλιόβρακο, που τόξεραν όλοι μ' αυτό τ' όνομα «το βρακί της Κατερίνας» και υποχρέωνε όσους έπιανε φοβιτσάρηδες να το φορέσουν. (Αυτό μας θυμίζει τη Μόσκω του Τζαβέλα, πού άμα ζύγωνε πόλεμος έβανε ντελάλι μέσα 'σ το Σούλι, ότι όποιος Σουλιώτης μείνη 'σ το χωριό και δεν πάη με τους άλλους να πολεμήση, θα φορέση γυναίκεια).

Ο Μπούσγος όμως, αφού δεν έφταιγε σε τίποτα, άναψε κι' αυτός από το θυμό του. Τραβιέται πίσω, κι' όξω την κουμπούρα! Εκεί όμως ξηγήθηκαν τα πράματα κι' ο Καραϊσκάκης, αφού κατάλαβε το λάθος του, ζήτησε συμπάθειο από το Μπούσγο και δακρυσμένος τον φίλησε.

ΤΗΣ ΚΛΑΝΟΜΑΡΩΣ ΤΑ ΚΑΜΩΜΑΤΑ