Η Βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη
Part 10
Ο Καραϊσκάκης ιδών ότι οι Έλληνες είχον ήδη αποκάμει από τον αγώνα, τον κόπον και την δίψαν και μη θέλων να τους εκθέση εις νέαν προσβολήν, την οποίαν πιθανώς ηδύνατο να κάμη ο Κιουταχής, τους διέταξε ν' αποσυρθώσι τακτικώς και προφυλακτικώς διά να μη βλαφθώσιν από τους εχθρούς, αν τυχόν επιχειρήσωσι να τους καταδιώξωσιν. Η μάχη αύτη διήρκεσεν έξ ώρας κατά συνέχειαν· εφονεύθησαν δε εκ μεν των Ελλήνων έως είκοσι, επληγώθησαν διπλάσιοι, εφονεύθησαν και είκοσι δύω πολεμιστήριοι ίπποι· των δε εχθρών η ζημία δεν έγεινε γνωστή, συμπεραίνεται όμως να έγεινε σημαντική αφ' όσα διηγήθησαν δύω νέοι χριστιανοί από την επαρχίαν Λιδωρικίου, οι οποίοι ήσαν μισθωτοί εις το σώμα του Τζέλιου Πίτζαρη και εν καιρώ της μάχης ηυτομόλησαν προς τους Έλληνας λαβόντες την σάλπιγκα, την οποίαν προ ημερών είχον λάβει οι Τούρκοι φονεύσαντες τον σαλπιγκτήν.
Η νίκη αύτη εμψύχωσεν όλους εν γένει τους συγκροτούντας το στρατόπεδον και ο Καραϊσκάκης, εφορεύων μόνος του, δεν άφινε να μένωσιν αργοί οι Έλληνες, ώστε καθ' ημέραν σχεδόν εγίνοντο ακροβολισμοί εις διάφορα μέρη του στρατοπέδου. Οι ακροβολισμοί ούτοι εγίνοντο ενίοτε γενικώτεροι, ώστε αποκατεσταίνοντο μάχαι, καθώς και την 30 Μαρτίου, ότε εφονεύθησαν τινές και επληγώθησαν ο Λεόντιος Λαζόπουλος Ολύμπιος και ο Αναστασιέλος.
Κατά ταύτην την εποχήν εις την εν Τροιζήνι Συνέλευσιν έγεινε πρόβλημα να διορισθή αρχιστράτηγος ο Τζιούρτζ. Οι εις αυτήν απεσταλμένοι πληρεξούσιοι του στρατοπέδου ενόμισαν αναγκαίον, πριν συγκατατεθώσιν εις τούτο, να το γνωστοποιήσωσιν εις τον Καραϊσκάκην. Ο Καραϊσκάκης απεκρίθη με γενναιότητα: «Αι Αθήναι να ελευθερωθώσι, τα μέσα του στρατοπέδου να μη λείψωσι, και είμαι πρόθυμος να δεχθώ οποιονδήποτε αρχηγόν διορίσωσιν». Εφάνη όμως μετά ταύτα ότι ο διορισμός ούτος υπήρξεν η αιτία τρόπον τινά του θανάτου του.
Ο Καραϊσκάκης, αφ' ού συνήχθησαν και άλλα στρατεύματα, νομίζων ότι ήτον ήδη εις κατάστασιν να κατασκευάση τον προμαχώνα εκείνον, τον οποίον προ ολίγων ημερών επιχειρήσας δεν είχεν επιτύχει, διέταξε τους ευρισκομένους εις το Μετόχιον να παραχωρήσωσι την θέσιν των εις τον I. Θ. Κολοκοτρώνην και να ήναι έτοιμοι να τον ακολουθήσωσιν, όταν τους διορίση. Ετοιμάσας λοιπόν την αναγκαίαν ύλην, επήγε με αυτούς την νύκτα και επεχείρησε να κατασκευάση τον προμαχώνα. Μ' όλον ότι δε οι εχθροί τους εννόησαν και τους αντεπολέμησαν από τα πλησίον οχυρώματα με πυροβόλα και με έν κανόνιον, οι Έλληνες φιλοτιμούμενοι από τον αρχηγόν και αμιλλώμενοι προς αλλήλους, επέμειναν και κατεσκεύασαν το οχύρωμα τούτο, το οποίον μόλις απείχεν από τα εχθρικά έως εβδομήκοντα βήματα.
Ο Κιουταχής φοβούμενος μη κατορθώσωσιν οι Έλληνες να κάμωσι προμαχώνας και εις τον ελαιώνα, το οποίον ήθελεν είναι πολλά επικίνδυνον δι' αυτόν, κατεσκεύασε και αυτός άλλους προμαχώνας μεταξύ του ελαιώνος και του Ελληνικού στρατοπέδου. Επροσπαθούσε δε παντοιοτρόπως ν' αντικρούη την πρόοδον των Ελλήνων. Διά τούτο, όταν έν σώμα στρατιωτών διωρισμένον από τον Καραϊσκάκην επήγε να πιάση έν πηγάδιον, κείμενον εις την παρακειμένην πεδιάδα, ο Κιουταχής εκινήθη κατ' αυτού με ικανήν πεζικήν και ιππικήν δύναμιν, στοχαζόμενος ίσως ότι ανεγείρων οχυρώματα και πιάνων θέσεις πλησίον των Ελλήνων, ηδύνατο να τους στενοχωρήση και να τους βλάψη. Οι Έλληνες αντεστάθησαν και τον αντέκρουσαν με ανδρίαν, δεν ημπόρεσαν μ' όλον τούτο να τον εμποδίσωσι του να κυριεύση το πηγάδιον και άλλας τινάς περί αυτό θέσεις, όπου κατεσκεύασαν οχυρώματα· απήλαυσεν όμως ταύτα με ζημίαν εκατόν περίπου φονευμένων· από δε τους Έλληνας εφονεύθησαν έως δεκαπέντε και επληγώθησαν διπλάσιοι.
Ο Καραϊσκάκης διά να διορθώση την εκ της στερήσεως του πηγαδίου βλάβην, διώρισε και κατεσκεύασαν δύο οχυρώματα επί τινος λόφου προς το πηγάδιον, τα οποία μόλις απείχον των εχθρικών έως διακόσια βήματα, εις τα οποία ετοποθέτησε τους Πετμεζαίους και τον Σισίνην με τους υπό την οδηγίαν των. Βλέπων δε ότι ευδοκιμούσαν τα επιχειρήματά του και προώδευον αρκετά, είχε μεγάλην χαράν, η οποία εφαίνετο προ πάντων από το προς τους αξιωματικούς του στρατοπέδου φέρσιμόν του. Δεν εφείδετο κανέν είδος επαίνου προς εκείνους, οι οποίοι ήθελον πράξει κανέν έργον ανδρίας ή φρονήσεως εις τον πόλεμον· προ πάντων υπερεξεθείαζε το εν Μετοχίω σώμα, διά του οποίου κατώρθωσε να κατασκευάση το οχύρωμα εκείνο, εις το οποίον είχεν αποτύχει την πρώτην φοράν και το οποίον εθεώρει ως σημαντικώτατον, διότι εκείθεν εθεώρει τα κινήματα του εχθρού και επροστάτευε τα περί αυτό λοιπά οχυρώματα.
Εις τοιαύτην κατάστασιν ήτον το στρατόπεδον όταν έφθασεν εις τον Πειραιά και ο Κόχραν διωρισμένος από την Εθνικήν Συνέλευσιν Ναύαρχος. Έφερε δε μεθ' εαυτού διάφορα πολεμικά πλοία, εν οις και το δίκροτον η «Ελλάς». Ο Καραϊσκάκης συνωδευμένος από τους σημαντικωτέρους των αξιωματικών του στρατοπέδου επήγεν εις συνέντευξιν αυτού. Ο τρόπος της υποδοχής, τον οποίον μετεχειρίσθη προς αυτούς ο Κόχραν, τους είλκυσε πολλά, ώστε έγεινε λόγος μεταξύ των ότι δεν πρέπει να ήναι ψευδή τα περί αυτού λεγόμενα. Ο Κόχραν ερώτησεν εις την συνέντευξιν ταύτην τον αρχηγόν περί της καταστάσεως του στρατοπέδου και περί της Ακροπόλεως των Αθηνών. Αυτός του εξέθεσεν εν συνόψει την κατάστασιν του στρατοπέδου, περί δε της Ακροπόλεως του εκοινοποίησε τας τελευταίας επιστολάς των πολιορκουμένων. Ο Κόχραν επαινέσας τον ζήλον του στρατεύματος, επρόσφερεν εις αυτό διά του Καραϊσκάκη μίαν σημαίαν κυανήν, έχουσαν εν τω μέσω την γλαύκα, υπεσχέθη δε να οικονομήση όλας τας ελλείψεις του. Περί δε της Ακροπόλεως ωμίλησε με πολλήν ζωηρότητα. Είπεν ότι και την ιδίαν του ζωήν προσφέρει διά την ελευθερίαν των Αθηνών υπεσχέθη χίλια δίστηλα εις εκείνον, όστις πρώτος ήθελε στήσει, την σημαίαν εις τα τείχη της Ακροπόλεως, και έταξε πολλάς δωρεάς και αμοιβάς εις όλους, όταν ήθελε διαλυθή το εχθρικόν στρατόπεδον.
Όσην υπόληψιν έλαβεν ο Καραϊσκάκης προς τον Κόχραν, τόσην καταφρόνησιν και απέχθειαν προς τον Τζιούρτζ, διορισθέντα και αυτόν αρχιστράτηγον. Αν και ήναι πιθανόν να εκινήθη εις τούτο από ζηλοτυπίαν, μ' όλον τούτο τα πρώτα του αρχιστρατήγου κινήματα του έδωκαν ικανήν αιτίαν να τον μεμφθή και να τον κατακρίνη. Ο Τζιούρτζ, άμα διωρίσθη, επεχείρησε να στρατολογήση και έδωκε διά τούτο χρήματα εις τον Κώσταν Βλαχόπουλον. Μετέβη έπειτα εις Μέγαρα, όπου διέτριβον οι Σουλιώται αρχηγοί· έδωκε και εις αυτούς μίαν ποσότητα χρημάτων και τους κατέπεισε μ' αυτά να συμμεθέξωσι του αγώνος. Ώστε τι συνέβη εκ τούτου; Οι μη κινδυνεύσαντες και μη αγωνισθέντες επροπληρώθησαν διά να λάβωσι μέρος εις τον αγώνα, οι δε συγκροτούντες το στρατόπεδον και αγωνισθέντες δεν απήλαυσαν τίποτε. Η δυσαρέσκεια διά την ανισότητα ταύτην ήτον γενική εις το στρατόπεδον, η ελπίς όμως ενός μέλλοντος ευτυχούς έκαμνε τους στρατιώτας να υπομένωσιν.
Όταν έφθασε και ο Τζιούρτζ εις το στρατόπεδον, επήγεν εις συνέντευξιν του ο αρχηγός με τους σημαντικωτέρους αξιωματικούς του. Τας αυτάς σχεδόν ερωτήσεις του Κόχραν έκαμε και αυτός και τας ιδίας απαντήσεις έλαβεν. Εμβήκε δε εις ενέργειαν, και το πρώτον έργον του εστάθη να διορίση νέους φροντιστάς, το οποίον ελύπησε καιρίως τον Καραϊσκάκην διότι υπετίθετο δυσπιστία εις τους παρ' αυτού διωρισμένους φροντιστάς. Διά τούτο, όταν ο αρχηγός του ιππικού διευθύνθη προς τον Καραϊσκάκην διά τινας ανάγκας των ιππέων, αυτός διεύθυνε τον απεσταλμένον προς τον αρχιστράτηγον, λέγων ότι προς εκείνον πρέπει ν' αποτείνωσι του λοιπού τας αιτήσεις των. Ο απεσταλμένος επρόβαλε την ανάγκην του ιππικού εις τον αρχιστράτηγον, αλλ' αυτός απεκρίθη, ότι δεν δύναται να του χορηγήση το ζητούμενον, διότι δεν έβαλεν εισέτι εις τάξιν τας υποθέσεις του. Η άρνησις αύτη επείραξε τους ιππείς και επαραπονέθησαν εις τον Καραϊσκάκην, ο οποίος έδειξε την δυσαρέσκειάν του και τους εφανέρωσεν ότι συμπάσχει και ο ίδιος.
Μ' όλον τούτο ο Καραϊσκάκης ενεργούσεν ακούραστα τα καθήκοντά του, και ευχαριστούμενος διά τας καθ' ημέραν προστιθεμένας νέας δυνάμεις, ανησχολείτο προθύμως εις την διευθέτησιν αυτών, επέβλεπε πανταχού και διοίκει το στράτευμα τόσον τακτικά, ώστε όλοι εθαύμαζον την φρόνησιν και δραστηριότητά του. Και τω όντι ο Καραϊσκάκης ήτον πρώτος από τους Έλληνας αρχηγούς, όστις έλαβεν υπό την οδηγίαν του διά μιας δεκαπέντε περίπου χιλιάδας στράτευμα και το διοίκησε με την μεγαλητέραν τάξιν, εμπειρίαν και φρόνησιν.
Αλλ' όσον ευχάριστος ήτον η κατάστασις του στρατοπέδου, τόσον αθλία επαρουσιάζετο εκείνη των πολιορκουμένων. Ανήγγειλαν κατ' επανάληψιν εις τον αρχηγόν ότι εξέλιπον διόλου σχεδόν και αι τροφαί και το νερόν και τα ιατρικά διά τους πληγωμένους και ασθενείς, ώστε ευρίσκοντο εις την εσχάτην αμηχανίαν. Τούτο έδωκεν αιτίαν εις τον Καραϊσκάκην να συγκροτήση συμβούλιον περί της Ακροπόλεως. Συνήλθον λοιπόν εις την σκηνήν του μέρος των προκριτωτέρων αξιωματικών και ο Κόχραν. Γενομένης δε συζητήσεως περί του τρόπου καθ' ον θέλουν δυνηθή να επιταχύνωσι την διάλυσιν της πολιορκίας, ο Καραϊσκάκης επρόβαλεν ότι νομίζει της πρώτης ανάγκης το να κυριευθή από τους Έλληνας το μοναστήριον του αγίου Σπυρίδωνος εις Πειραιά· διότι με τούτο ήθελον πέσει εις την εξουσίαν των και όλα τα περί αυτό οχυρώματα, ώστε το εις Κερατζίνι στρατόπεδον ήθελεν ενωθή με το εις Φαληρέα, και τότε όλοι ομού ήθελον είναι εις κατάστασιν να επιχειρήσωσι κανέν κίνημα γενικόν κατά του εχθρικού στρατοπέδου με ελπίδα επιτυχίας. Ο Κόχραν εζήτησε από τον αρχηγόν να του είπη τι να πράξη, ή πώς να κατασταθή ωφελιμώτερος εις εκτέλεσιν του προβαλλομένου σχεδίου, ο δε Καραϊσκάκης κολακευθείς από τον ευγενή τρόπον του Κόχραν, απεκρίθη ότι αφιερώνει εις αυτόν την κατεδάφισιν του μοναστηρίου· διότι τον νομίζει υπέρτατον των μηχανικών και τολμηρότατον εκτελεστήν και των πλέον επικινδύνων επιχειρήσεων.
Αφ' ού ενεκρίθη αυτό το σχέδιον, ο Κόχραν εζήτησε να ίδη την θέσιν του μοναστηρίου· και ο Καραϊσκάκης τον ωδήγησεν εις ένα ωχυρωμένον λόφον, από τον οποίον ηδύνατο να ίδη και την θέσιν ταύτην και το λοιπόν στρατόπεδον. Αλλ' επειδή ο Κόχραν δεν ενόμισεν ικανάς όσας παρατηρήσεις έκαμεν από αυτόν τον λόφον και εζήτησε να οδηγηθή πλησιέστερον, ο Καραϊσκάκης διώρισε τον Χατζή Μιχάλην, αρχηγόν του ιππικού, να τον οδηγήση όσον πλησιέστερον ήτον δυνατόν. Ο Κόχραν λοιπόν διά θαλάσσης, ο δε Χατζή Μιχάλης διά ξηράς επροχώρησαν προς την θέσιν του μοναστηρίου όσον πλησιέστερον ηδυνήθησαν· και αφ' ού έκαμεν ο Κόχραν όσας επεθύμει να κάμη παρατηρήσεις, υπεσχέθη να επιχειρήση την κατεδάφισιν του μοναστηρίου.
Ο Καραϊσκάκης, αφ' ού έπραξε ταύτα μετά του Κόχραν, έδωκε τας ακολούθους διαταγάς. Επειδή κέντρον της μάχης έμελλε να γένη το μοναστήριον, του οποίου την κατεδάφισιν είχεν υποσχεθή να επιχειρήση ο Κόχραν, οι εις την ράχην ευρισκόμενοι Έλληνες να μην κάμωσι κανέν κίνημα, οποιαδήποτε και αν ήθελεν είναι η έκβασις του κατά το μοναστήριον επιχειρήματος. Όσοι δε δεν είναι διωρισμένοι εις οχυρώματα, καθώς και όσοι πλεονάζουσιν εις αυτά, να ήναι έτοιμοι ν' ακολουθήσωσι τον αρχηγόν όταν τους προσκαλέση. Εις το πλησιέστερον του Παλαιοκάστρου Ελληνικόν οχύρωμα διέταξε να στηθή έν κανόνιον, διά να κανονοβολώσι τους εις τούτο εχθρούς, όχι διά να τους βλάπτωσιν, αλλά μόνον διά να τους απασχολώσι. Διέταξε ταυτοχρόνως και τον Νικόλαον Πετμεζάν να διαβή διά θαλάσσης όπισθεν του μοναστηρίου και να κινηθή και αυτός εκείθεν κατά των εχθρών. Προς το μέρος, όπου ούτος έμελλε, να αποβή, οι εν τω μοναστηρίω εχθροί είχον πέμψει φυλακήν συγκειμένην από εκατόν περίπου στρατιώτας. Οι περί τον Πετμεζάν εφορμήσαντες κατ' αυτών τους τρέπουσιν εις φυγήν· ενώ δε ούτοι ακολουθούσαν διώκοντες και επλησίαζον εις έν εχθρικόν οχύρωμα, οι εις Φαληρέα κινηθέντες εις άμιλλαν από το παράδειγμα και προηγουμένου του σημαιοφόρου των Υδραίων, εφορμούν έως χίλιοι εις το Τουρκικόν οχύρωμα και εισπηδώσιν εις αυτό, καθ' ην εποχήν επέπιπτον εις αυτό από το άλλο μέρος οι περί τον Πετμεζάν. Όσοι από τους εν αυτώ Τούρκους διέφυγον την μάχαιραν των Ελλήνων κατέφυγον έντρομοι εις το μοναστήριον και εις τα πλησιέστερα εχθρικά οχυρώματα.
Την ευτυχή ταύτην έκβασιν θεωρήσας από το αντιπέραν μέρος ο αρχηγός, επαρακίνησε τους μετ' αυτού να κινηθώσι κατά των εχθρών, και συνοδευόμενος από τον I. Θ. Κολοκοτρώνην, εφορμά κατά του Παλαιοκάστρου. Οι εις αυτό Τούρκοι δεν ηδυνήθησαν ν' αντισταθώσιν, αλλ' αμέσως έντρομοι ετράπησαν εις φυγήν. Διέσπειραν τον τρόμον και εις τα πλησίον οχυρώματα, από τα οποία εθεώρουν την άτακτον φυγήν των, ώστε εις ολίγων στιγμών διάστημα οι Έλληνες προοδεύοντες με προθυμίαν αποκατέστησαν κύριοι όλων των παρά την θάλασσαν Τουρκικών οχύρωμάτων και επολιόρκησαν στενώτατα το μοναστήριον. Τοιούτος τρόμος ενεσπάρη εκείνην την ημέραν εις τους εχθρούς και εις τόσην αθυμίαν και δειλίαν εφαίνοντο βυθισμένοι, ώστε ολίγη προσβολή, ως πολλοί εσυμπέραινον, ήθελε τους τρέψει εις φυγήν και οι Έλληνες ήθελον δυνηθή να φθάσωσιν εις τον ελαιώνα. Αλλ' ο Καραϊσκάκης δεν ενέκρινε να επεκτείνη περισσότερον την νίκην του, φοβούμενος ίσως την απροσχεδίαστον εξάπλωσιν του στρατοπέδου. Η ημέρα εκείνη υπήρξεν ημέρα πανηγύρεως διά τους Έλληνας· διό συγχρόνως με τους πολεμούντας επυροβόλουν και όλοι οι λοιποί, καθώς και οι πολιορκούμενοι εις το φρούριον, εξηγούντες με τούτο την ευχαρίστησίν των εις τα γενόμενα.
Ολίγας ώρας μετά την μάχην ταύτην έφθασαν εις το στρατόπεδον και τα εις Μέγαρα διατρίβοντα Σουλιώτικα σώματα, τα οποία ετοποθέτησεν ο αρχηγός εις έν από τα κατ' εκείνην την ημέραν κυριευθέντα εχθρικά οχυρώματα. Οι αρχηγοί των σωμάτων τούτως, και προ πάντων ο Κώστας Μπότζαρης, επροσπάθησαν να δείξωσιν εις τον Καραϊσκάκην, ότι γνωρίζουσι την φρόνησιν και εμπειρίαν του και ότι τον σέβονται διά ταύτα και ευχαρίστως δέχονται να υπηρετήσωσι την πατρίδα υπό την οδηγίαν του. Ο δε Καραϊσκάκης αποκριθείς μετριοφρόνως και αποδώσας την αιτίαν της μεταξύ των διαφωνίας εις τα αφεύκτως επακολουθούντα την ανθρωπίνην αδυναμίαν λάθη, τους επαρακάλεσε να ήναι πρόθυμοι εις τον μέλλοντα αγώνα και να συνεργασθώσιν ως αδελφοί με ομόνοιαν και καθαρότητα καρδίας.
Ο Καραϊσκάκης, αφ' ού ετοποθετήθη εις το Παλαιόκαστρον, το οποίον αυτήν την ημέραν εξουσίασεν από τους εχθρούς, και αφ' ού διώρισε και εις τα λοιπά οχυρώματα τας αναγκαίας φυλακάς, εκάλεσε τους αξιωματικούς του στρατοπέδου διά να σκεφθή μετ' αυτών ποίον μέτρον έπρεπε να μεταχειρισθώσι διά να βιάσωσι τους αποκλεισθέντας εις το μοναστήριον να παραδοθώσι ταχύτερον. Ενεκρίθη δε να μεταχειρισθώσι καλήτερον μέσα συμβιβαστικά, με την ελπίδα του ότι κατορθώνεται συντομώτερον δι' αυτών η αναχώρησις των εχθρών, το οποίον επεθύμει καθ' υπερβολήν ο Καραϊσκάκης, διά να δυνηθή, απαλλαττόμενος από τας προς αυτό το μέρος ενασχολήσεις, να προοδεύση εις το υπέρ της Ακροπόλεως σχέδιόν του. Ο Καραϊσκάκης επρότεινε να κοινοποιηθή η γνώμη αύτη και εις τον Κόχραν και μάλιστα εις αυτόν ν' αφιερώσωσι το να κάμη εις τους αποκλεισμένους το πρόβλημα του ν' αναχωρήσωσι μ' οποίας συνθήκας ήθελον ευαρεστηθή, διότι, είπε, δεν έχουν οι Τούρκοι προς αυτόν την οποίαν έχουν προς τους Έλληνας καταφρόνησιν.
Κατά συνέπειαν τούτων ο Κόχραν έπεμψεν αμέσως εις τους πολιορκουμένους μίαν λέμβον διά να τους προβάλη να παραδοθώσι· αλλά μόλις εφάνη πλησιάζουσα προς το μοναστήριον η λέμβος, και οι πολιορκούμενοι επυροβόλησαν κατ' αυτής, ώστε επλήγωσαν ένα Άγγλον Φιλέλληνα. Οι απεσταλμένοι ηναγκάσθησαν να οπισθοδρομήσωσι και η αποστολή των δεν έλαβεν έκβασιν. Ο Κόχραν αγανακτήσας καθ' υπερβολήν διά το παράλογον φέρσιμον των Τούρκων, διέταξεν αμέσως το δίκροτον και τα λοιπά πλοία τα συγκροτούντα τον στόλον του να κανονοβολήσωσι το μοναστήριον. Τα πλοία εξακολουθήσαντα έως το εσπέρας κατά συνέχειαν τον κανονοβολασμόν, κατεκρήμνισαν τα τείχη του μοναστηρίου· μ' όλον τούτο οι Τούρκοι υπέμεινον, διότι (καθώς έπειτα παραδοθέντες ωμολόγησαν) δεν υπέφερον σημαντικόν φόνον από τον κανονοβολισμόν των Ελλήνων.
Ο Καραϊσκάκης εφρόντισε ν' αυξήση τας πολιορκούσας το μοναστήριον φρουράς, διά να μην αφήση να σταλώσιν εις τους αποκλεισμένους βοήθεια και τροφαί από τον Κιουταχήν, το οποίον υπώπτευεν· ο Κιουταχής όμως, μ' όλον ότι οι αποκλεισμένοι κατώρθωσαν να του γνωστοποιήσωσι διά τινος επίτηδες απεσταλμένου την δεινότητα της θέσεώς των και τας ανάγκας των, δεν έπραξέ τι προς βοήθειάν των ούτε εκείνην την νύκτα, ούτε την επομένην ημέραν ή διότι δεν ηδύνατο, ή διότι ενόμισεν ότι δεν ήσαν εις την εσχάτην ανάγκην, αλλ' ηδύναντο ακόμη ν' ανθέξωσι.
Την επομένην ημέραν τα πλοία επανέλαβον τον κανονοβολισμόν, άμα ανέτειλεν ο ήλιος, και δεν έπαυσαν ειμή το εσπέρας. Οι Τούρκοι βλέποντες ότι κατεδαφίσθη ολοτελώς το μοναστήριον, ότι τους εξέλιπον αι τροφαί και τα πολεμοφόδια, προ πάντων δε το νερόν, τελευταίον μη βλέποντες ουδέ βοήθειαν καμμίαν, ουδέ καν προσπάθειαν συνδρομής από το μέρος των οικείων των, ενώ μόλις απείχον πεντακόσια βήματα, απεφάσισαν να ζητήσωσι συνθήκας και διεύθυνον ταυτοχρόνως το πρόβλημά των εις τον Καραϊσκάκην, τον Ναύαρχον και τον Αρχιστράτηγον.
Το πρόβλημα των Τούρκων ήτον να εξέλθωσι με τα όπλα και τας αποσκευάς των και να μεταβώσιν ανενόχλητοι εις το Τουρκικόν στρατόπεδον. Ο δε Καραϊσκάκης επιθυμών να δεχθή αυτό με την γνώμην τρόπον τινά και την συγκατάθεσιν όλου του στρατοπέδου, περιήλθε μόνος του τας διαφόρους θέσεις και το εκοινοποίησε. Απαντών δε δυσκολίας τινάς εις μερικούς, επροσπάθησε και τους έπεισε βάλλων προ οφθαλμών των την ανάγκην της ταχίστης συνδρομής, την οποίαν είχον οι εν τη Ακροπόλει Έλληνες, το άδηλον του μέλλοντος, το άστατον της τύχης του πολέμου και τέλος τα αδόμενα περί εκστρατείας του Ιμπραΐμη εις Αττικήν. Το δε έγγραφον, διά του οποίου απεδέχετο την παρά των εχθρών προβαλλομένην συνθήκην, έβαλε και το υπέγραψαν και οι Σουλιώται, αφ' ενός μεν μέρους διά να τους αφαιρέση το ν' αντιπράξωσιν, αφ' ετέρου δε διότι έδιδον πολλήν πίστιν οι Αλβανοί εις αυτούς. Οι Τούρκοι λαβόντες το έγγραφον τούτο και ευχαριστούμενοι τρόπον τινά από τον Καραϊσκάκην, του εμήνυσαν διά των απεσταλμένων του, ότι επειδή τους συγχωρούν να εξέλθωσι με τα όπλα και τας αποσκευάς των και επειδή ο Κιουταχής δεν εφρόντισεν υπέρ της σωτηρίας των, υπόσχονται μεθ' όρκου όχι μόνον να μη κινήσωσιν όπλα κατά των Ελλήνων εις τας μελλούσας μάχας, αλλ' ακόμη και να αναχωρήσωσι διόλου από το στρατόπεδον, παραλαμβάνοντες μαζύ των και όσους άλλους δυνηθώσιν εκ των συγγενών, φίλων και συμπατριωτών των.
Προς ασφαλή εκτέλεσιν της συνθήκης ταύτης οι Τούρκοι εζήτησαν ενέχυρα και εδόθησαν εις αυτούς ο Βάσος, ο Ιωάννης Λογοθέτου και άλλοι τινές, τους οποίους παραλαβόντες οι Τούρκοι εις το μέσον των, εκίνησαν από το μοναστήριον προς το στρατόπεδον του Κιουταχή, προπορευομένου και οδηγούντος αυτούς του Καραϊσκάκη. Προ της παραδόσεως των Τούρκων εκοινολογείτο εις το στρατόπεδον ότι ήσαν πλουσιώτατοι και με πλήθος πολυτίμων όπλων και αποσκευών· διά τούτο πλήθος στρατιωτών συνέρρευσεν εις το μοναστήριον κινούμενον από περιέργειαν να ιδή. Πολλοί εξ αυτών, αφ' ού δεν είδον σύμφωνα τα πράγματα με τα λεγόμενα, ηκολούθουν τους Τούρκους συρόμενοι από μίαν περιέργειαν, την οποίαν εκινούσεν εις αυτούς έν θέαμα σπάνιον εις τον αγώνα τούτον, ο οποίος αμφοτέρωθεν εγίνετο εξολοθρευτικός. Είχον αρκετά προχωρήσει οι Τούρκοι, όταν Έλλην τις εκ των παρακολουθούντων εζήτησε να λάβη βιαίως από ένα Τούρκον έν πυροβόλον (τουφέκι). Ο Τούρκος αντέτεινεν, επειδή δε ο Έλλην επέμενεν εις την αρπαγήν προσθέτων και απειλάς, ο Τούρκος στενοχωρηθείς πυροβολεί κατά του Έλληνος με την πιστόλα του. Οι στρατιώται οι οποίοι, φαίνεται, επεθύμουν αιτίαν, έλαβον αμέσως μέρος εις την ταραχήν, και ο μεν πλησιέστερος κτυπά και φονεύει τον Τούρκον, οι δε λοιποί επιπίπτουν εις τους άλλους. Οι παρευρεθέντες αξιωματικοί επροσπάθησαν να καταπαύσωσι την ταραχήν μεταχειρισθέντες και παρακλήσεις και απειλάς, δεν ημπόρεσαν όμως να το κατορθώσωσι. Εφονεύθησαν δε εκ των τριακοσίων διακόσιοι πεντήκοντα, οι δε λοιποί μόλις διέφυγον την σφαγήν. Εις τον θόρυβον τούτον εφονεύθησαν και από τους Έλληνας έως δέκα και επληγώθησαν διπλάσιοι. Ο δε Καραϊσκάκης και τα ενέχυρα, καθώς και οι παρευρεθέντες αξιωματικοί μόλις διέφυγον τον κίνδυνον.
Ο Καραϊσκάκης τόσην λύπην αισθάνθη διά την βάρβαρον και απάνθρωπον ταύτην πράξιν, ώστε του ήτον προκριτώτερον να χαθή παρά να επιζήση εις έργον, το οποίον έμελλε ν' αμαυρώση την υπόληψιν όλου του στρατοπέδου. Το μέγεθος της θλίψεώς του ηδύνατό τις να το συμπεράνη από τα παράξενα και μανιώδη κινήματά του. Ύβριζε τον αίτιον και τους αξιωματικούς, όσους ενόμιζεν ότι δεν εφρόντισαν όσον έπρεπε διά να προλάβωσιν, ή να εμποδίσωσι το δυστύχημα, αναθεμάτιζε την ώραν και ό, τι άλλο ήρχετο εις τον νουν του εκείνην την στιγμήν. Τρέμων από τον θυμόν του, εκινείτο ως μανιώδης ικανήν ώραν χωρίς ν' αποφασίση τίποτε· τελευταίον διώρισε και εμάζωξαν την σκηνήν του διά να αναχωρήση· ανήγγειλε δε την φυγήν του και εις τους οικειοτέρους του διά να τον συνακολουθήσωσι, λέγων ότι δεν θέλει πλέον να διοική επίορκον και άπιστον στράτευμα. Πολλοί των σημαντικοτέρων αξιωματικών συνελθόντες περί αυτόν μόλις τον κατέπεισαν με τας παρακινήσεις των να αναλάβη την συνέχειαν των εργασιών του και να φροντίση να εκπλύνη το όνειδος του στρατοπέδου, ευρίσκων και τιμωρών τον αίτιον της τρομεράς ταύτης απιστίας· εξετάζων δε ο Καραϊσκάκης επληροφορήθη, ότι ο πρωταίτιος ήτον είς εκ των στρατιωτών του Ιωάννου Νοταρά. Αμέσως λοιπόν διέταξε και εβάλθη υπό φύλαξιν ο στρατηγός ούτος, έως ου εύρη και παραδώση εις το στρατόπεδον τον ένοχον.
Εις ταύτα ενησχολείτο ο Καραϊσκάκης ομού με τους σημαντικωτέρους των αξιωματικών, όταν εγχειρίζεται εις αυτόν διαμαρτύρησις από μέρους του αρχιστρατήγου διά την καταπάτησιν της συνθήκης και την σφαγήν των εχθρών. Συναρπασθείς αμέσως από θυμόν και αγανάκτησιν είπε σωρείαν ύβρεων και κακολογιών εναντίον του αρχιστρατήγου ενώπιον και του ιδίου απεσταλμένου του· στραφείς έπειτα προς τους αξιωματικούς του είπε με τόνον ενταυτώ και παράπονον· «Έχει αρά γε γνώσιν, ενώ θεωρεί από την γολέτταν τον πόλεμον, να διευθύνη διαμαρτυρήσεις εις ημάς, οι οποίοι αντιπαλαίομεν με τόσων ειδών διαβόλους;» Ο Καραϊσκάκης διά την οποίαν είχεν αποκτήσει εις το στρατόπεδον υπόληψιν και δύναμιν δεν εφοβείτο, ουδέ εσέβετο τον αρχιστράτηγον, ο οποίος, ως μη συμμετέχων μάλιστα των κακοπαθειών και κινδύνων του πολέμου, δεν ενομίζετο αρχηγός, αλλά προμηθευτής των αναγκαίων του στρατοπέδου, και επειδή ουδέ ταύτα δεν ήσαν ικανά και άφθονα, ως ήλπισαν κατ' αρχάς, δεν είχε δύναμιν ανάλογον με την αξίαν του υπουργήματός του. Ελυπήθη όχι ολίγον και ο Κόχραν διά την καταπάτησιν της συνθήκης και εις την πρώτην ορμήν του θυμού του διώρισε και εξήλθον όλα τα υπό την οδηγίαν του πλοία από τον Πειραιά και άραξαν από το όπισθεν μέρος· συγχρόνως διέταξε και ανεχώρησαν τριακόσιοι περίπου εκ των υπ' αυτού στρατολογηθέντων, οι οποίοι προ ολίγου είχον αποβή και τοποθετηθή εις το Παλαιόκαστρον. Ο Καραϊσκάκης μ' όλα ταύτα δεν απέκαμεν, αλλ' εξακολουθούσε τας εργασίας του όπως ηδύνατο. Κατέπεισε δε και τον στόλαρχον και τον αρχιστράτηγον να λησμονήσωσι τα γενόμενα και να συμπράξωσιν ως και πρότερον.
Έχων δε πάντοτε προ οφθαλμών τον κίνδυνον της Ακροπόλεως και βλέπων την ανάγκην του να κάμη κανέν αποφασιστικόν κίνημα υπέρ των εν αυτή πολιορκουμένων, πολλάς ημέρας κατά συνέχειαν ήτον εις ανησυχίαν και περιφερόμενος εις τας διαφόρους θέσεις του στρατοπέδου επαρατηρούσε και εσχεδίαζεν. Εν μια δε των ημερών παραλαμβάνει τους σημαντικωτέρους των αξιωματικών και μεταβαίνει εις το εις Φαληρέα στρατόπεδον, διά να κάμη κ' εκείθεν παρατηρήσεις. Αφ' ού ικανήν ώραν με το τηλεσκόπιον περιειργάσθη όλον τον μεταξύ του Ελληνικού στρατοπέδου και της Ακροπόλεως τόπον, εκάλεσε πλησίον του τους αξιωματικούς και τους είπεν ότι νομίζει ωφέλιμον να κινηθώσιν οι Έλληνες προς την Ακρόπολιν διηρημένοι εις δύω σώματα, ανά τέσσαρας χιλιάδας έκαστον, και εφωδιασμένοι με οκτώ ημερών τροφάς και πολεμεφόδια και με τ' αναγκαία εργαλεία προς κατασκευήν οχυρωμάτων. Το έν εκ των δύω τούτων σωμάτων να διευθυνθή δεξιόθεν, το δε εξ αριστερών διά του ελαιώνος· εδείκνυε δε ταυτοχρόνως και τας θέσεις όπου ενόμιζεν ασφαλές να τοποθετηθώσι τα σώματα ταύτα, διά ν' αντικρούσωσι την πρώτην ορμήν του εχθρού και να ενεργήσωσιν έπειτα εκείθεν περί της προόδου των εις Ακρόπολιν.