Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο

Part 8

Chapter 829 wordsPublic domain

Η κυκλοφορία του νομίσματος, επιχειρούσα διάσπασιν μεταξύ του πραγματικού περιεχομένου και του νομισματικού περιεχομένου, μεταξύ της μεταλλικής υπάρξεως και της λειτουργικής των ειδών τοιαύτης, επιφέρει ήδη, υπό μορφήν βραδείαν, την πιθανότητα της αντικαταστάσεώς των εν τη υπηρεσία των ως νομίσματος διά χαλκών νομισμάτων κτλ. Αι τεχνικαί δυσκολίαι της νομισματοκοπίας μικροτάτων μερών του βάρους του χρυσού ή του αργύρου και το γεγονός, ότι μέταλλα κατώτερα χρησιμεύουν ως μέτρον αξίας και κυκλοφορούν ως νόμισμα μέχρις ου το πολύτιμον μέταλλον τα εκθρονίση, εξηγούν ιστορικώς τον ρόλον των, ως συμβολικού νομίσματος. Αντικαθιστούν τον νομισματοποιημένον χρυσόν εις τας σφαίρας της κυκλοφορίας, ένθα η κυκλοφορία του νομίσματος είναι τουλάχιστον ταχυτέρα, δηλαδή ένθα αι πωλήσεις και αγοραί ανανεούνται διαρκώς επί της μικροτέρας κλίμακος. Διά να εμποδίσωμεν τους δορυφόρους τούτους να εγκαθιδρυθούν εις την θέσιν του χρυσού, αι αναλογίαι εις τας οποίας δέον να ώσιν αποδεκτοί εν τη πληρωμή καθορίζονται παρά των νόμων. Οι διάφοροι κύκλοι τους οποίους διατρέχουν τα διάφορα είδη του νομίσματος φυσικώς διασταυρούνται. Το συμπληρωτικόν νόμισμα, επί παραδείγματι, εμφανίζεται διά να πληρώση κλάσματα των ειδών χρυσού. Ο χρυσός εισέρχεται συνεχώς εν τη κυκλοφορία, αλλά και συνεχώς εκδιώκεται υπό του συμπληρωτικού νομίσματος, ανταλλασσόμενον αντ' αυτού.

Η μεταλλική ουσία των κερμάτων αργύρου ή χαλκού καθορίζεται αυθαιρέτως παρά του νόμου: Εν τη κυκλοφορεία των φθείρονται ακόμη περισσότερον, των νομισμάτων χρυσού. Όθεν η λειτουργία των καθίσταται εκ των πραγμάτων τελείως ανεξάρτητος του βάρους των, δηλ. κάθε αξίας. Παρά ταύτα όμως, και είναι τούτο το κύριον σημείον, εξακολουθούν να λειτουργούν ως αντικαταστάται των ειδών χρυσού. Η νομισματική λειτουργία του χρυσού απεσπασμένη τελείως της μεταλλικής της αξίας είναι όθεν φαινόμενον παραχθέν υπό των προστριβών αυτής ταύτης της κυκλοφορίας της. Δύναται όθεν ν' αντικατασταθή εις την λειτουργίαν ταύτην υπό αντικειμένων σχετικώς άνευ ουδεμιάς αξίας, οία τα χαρτονομίσματα. Εάν εις τα μεταλλικά κέρματα ο καθαρώς συμβολικός χαρακτήρ συγκαλύπτεται μέχρι ενός σημείου, εκδηλούται άνευ αμφιβολίας εις το χαρτονόμισμα. Ως είδομεν μόνον το πρώτον βήμα είναι δύσκολον.

Πρόκειται ενταύθα &περί χαρτονομίσματος του κράτους μετ' αναγκαστικής κυκλοφορίας&. Τούτο γεννάται αυτομάτως εκ της μεταλλικής κυκλοφορίας. Το &πιστωτικόν νόμισμα& τουναντίον προϋποθέτει σύνολον συνθηκών, αίτινες από απόψεως απλής κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μάς είναι ακόμη άγνωστοι. Ας παρατηρήσωμεν εν τω μεταξύ ότι εάν το κυρίως χαρτονόμισμα προέρχεται εκ της λειτουργίας του χρήματος &ως μέσου κυκλοφορίας, το πιστωτικόν νόμισμα&, έχει την φυσικήν του ρίζαν εις την λειτουργίαν του χρήματος ως &μέσου πληρωμής&.

Το κράτος ρίπτει εις κυκλοφορίαν χαρτονομίσματα, επί των οποίων αναγράφονται ονομασίαι του νομίσματος, ως π. χ. 1 λουδοβίκιον 5 λουδ. κ. λ. π.

Εφ' όσον τα γραμμάτια ταύτα κυκλοφορούσιν αντί βάρους χρυσού της αυτής ονομασίας, η κίνησίς των αντικατοπτρίζει μόνον τους νόμους της κυκλοφορίας του πραγματικού νομίσματος. Ειδικός νόμος της κυκλοφορίας του χαρτονομίσματος δύναται να προκύψη εκ του ρόλου του τούτου, ως αντιπροσώπου του χρυσού ή του αργύρου. Είναι δε ο νόμος ούτος απλούς και συνίσταταται, εις το ότι η έκδοσις του χαρτονομίσματος δέον να είναι ανάλογος με την ποσότητα του χρυσού (ή του αργύρου), του οποίου είναι το σύμβολον, και ο οποίος ώφειλε πραγματικώς να κυκλοφορή. Η ποσότης του χρυσού, την οποίαν δύναται ν' απορροφήση η κυκλοφορία κυμαίνεται συνηθέστερον άνωθεν ή κάτωθεν ενός μέσου όρου. Εν τούτοις ουδέποτε πίπτει κάτωθεν &ενός μίνιμουμ& το οποίον εις εκάστην χώραν η πείρα μάς καθιστά γνωστόν. Ότι όμως η &μίνιμουμ& αύτη μάζα ανανεώνει αδιακόπως τα ακέραια μέρη της, δηλαδή έχει ένα &σύρε κ' έλα& των κατ' ιδίαν ειδών, των εισερχομένων και εξερχομένων εις αυτήν, τούτο δεν αλλάσσει φυσικά τίποτε, ούτε τας αναλογίας της ούτε την συνεχή κίνησίν της εις την σφαίραν της κυκλοφορίας.

Ουδέν εμποδίζει όθεν την αντικατάστασίν της διά συμβόλων χαρτονομίσματος. Εάν τουναντίον αι διώρυγες της κυκλοφορίας πληρούνται χαρτονομίσματος μέχρι του ορίου της απορροφητικής ιδιότητός των διά το πολύτιμον μέταλλον, τότε η παραμικροτέρα διακύμανσις εις την τιμήν των εμπορευμάτων δυνατόν να τας κάμη να υπερεκχειλίσουν. Έκτοτε παν μέτρον μάταιον. Μη λαμβανομένης υπ' όψει μιας γενικής μειώσεως των πιστωτικών αξιών, ας υποθέσωμεν ότι το χαρτονόμισμα υπερβαίνει την κανονικήν του αναλογίαν. Κατόπιν ως και πρότερον δεν θα αντιπροσωπεύη εν τη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή το ποσοστόν του χρυσού του απαιτουμένου παρ' αυτού κατά τους υπάρχοντας νόμους του και το οποίον κατά συνέπειαν είναι το μόνον αντιπροσωπευτόν.

Εάν επί παραδείγματι, η ολική μάζα του χαρτονομίσματος είναι διπλασία απ' ότι έδει να ήτο, έν γραμμάτιον εκατόν φράγκων αντιπροσωπεύον 50 γραμ. χρυσού δεν θ' αντιπροσωπεύη πλέον παρά 25 μόνον. Το αποτέλεσμα είναι το αυτό, εάν ο χρυσός, εν τη λειτουργία του ως νομίσματος, ευρεθή αλλοιωμένος.

Το χαρτονόμισμα είναι μορφή χρυσού ή σημείον νομίσματος. Η υφισταμένη σχέσις μεταξύ τούτου και των εμπορευμάτων συνίσταται απλούστατα εις τούτο: ότι αι αυταί ποσότητες χρυσού, αι ιδιεολογικώς εκφραζόμενοι εν τη τιμή των αντιπροσωπεύονται παρ' αυτού συμβολικώς. Όθεν το χαρτονόμισμα δεν είναι σημείον αξίας ειμή, εφ' όσον αντιπροσωπεύει ποσότητας χρυσού αίτινες ως πάσαι αι άλλαι ποσότητες εμπορευμάτων, είναι ωσαύτως ποσότητες αξίας.

Ο αποκλειστικός χαρακτήρ της λειτουργίας ταύτης, δεν πραγματοποείται, είναι αληθές, διά τα χρυσά ή αργυρά νομίσματα κεχωρισμένως λαμβανόμενα αν και εκδηλούνται εις το γεγονός ότι εφθαρμένα κέρματα εξακολουθούν μόλα ταύτα να κυκλοφορούν. Έκαστον νόμισμα χρυσού δεν είναι απλώς όργανον κυκλοφορίας ειμή εφ' όσον κυκλοφορεί. Δεν συμβαίνει όμως το αυτό και διά την μίνιμουμ μάζαν χρυσού δυναμένην ν' αντικατασταθή παρά του χαρτονομίσματος. Η μάζα αύτη ανήκει πάντοτε εις την σφαίραν της κυκλοφορίας. Λειτουργεί αδιακόπως ως όργανόν της και υφίσταται αποκλειστικώς ως στήριγμα της λειτουργίας ταύτης. Η κυκλοφορία της αντιπροσωπεύει ούτω την συνεχή αλλοίωσιν των αντιθέτων κινήσεων της μεταμορφώσεως Ε — Χ — Ε, ένθα η όψις αξία των εμπορευμάτων, δεν τας αντιμετωπίζει ή διά να εξαφανισθή αμέσως, ένθα η αντικατάστασις ενός εμπορεύματος δι' άλλου κάμνει το χρήμα να ολισθαίνη αδιακόπως από χειρός εις χείρα. Η λειτουργική της ύπαρξις απορροφά, ούτως είπειν, την υλικήν της ύπαρξιν. Φευγαλέα αντανάκλασις των τιμών των εμπορευμάτων λειτουργεί ως σήμα εαυτής και δύναται κατά συνέπειαν ν' αντικατασταθή με άλλο σήμα. Πρέπει μόνον το σήμα του νομίσματος να είναι, όπως εκείνη κοινωνικώς ανεγνωρισμένον, καθίσταται δε τοιούτον διά της αναγκαστικής κυκλοφορίας. Η αναγκαστική αύτη δράσις του κράτους δεν δύναται να εξασκηθή ή εν τη εθνική περιοχή της κυκλοφορίας, εκεί δε μόνον δύναται ωσαύτως να περιορισθή η λειτουργία, την οποίαν το νόμισμα εκπληροί ως νομισματική μονάς.

III. Το νόμισμα ή το χρήμα.

Μέχρις εδώ εξητάσαμεν το πολύτιμον μέταλλον υπό την διπλήν του άποψιν, ως μέτρον αξιών και ως όργανον κυκλοφορίας. Ως νόμισμα ιδεατόν εκπληροί την πρώτην λειτουργίαν, εν δε τη δευτέρα δύναται ν' αντιπροσωπευθή υπό συμβόλων. Υπάρχουν όμως λειτουργίαι εις ας δέον να παρουσιάζηται εν τω μεταλλικώ του σώματι ως πραγματικόν ισοδύναμον των εμπορευμάτων ή ως εμπόρευμα — νόμισμα.

Υπάρχει άλλη τις λειτουργία εισέτι, την οποίαν δύναται να εκπληρώση είτε προσωπικώς είτε δι' αναπληρωτών, αλλ' εις την οποίαν παρουσιάζεται πάντοτε έναντι των εν χρήσει εμπορευμάτων ως η μόνη φυσική ενσάρκωσις της αξίας των. Εις όλας τας περιπτώσεις ταύτας λέγομεν ότι λειτουργεί ως κυρίως νόμισμα ή κυρίως χρήμα εν αντιθέσει προς τας λειτουργίας του, ως μέτρου αξιών και νομίσματος.

α') Θησαυρισμός.

Η κυκλοφοριακή κίνησις των δύο αντιθέτων μεταμορφώσεων των εμπορευμάτων ή συνεχής αλλοίωσις της πωλήσεως και της αγοράς εκδηλούται υπό της ακαταπονήτου κυκλοφορίας του νομίσματος ή εν τη λειτουργία του ως &perpetum mobile&, ως αιωνίου κινητήρος της κυκλοφορίας. Ακινητεί ή μεταβάλλεται, όπως λέγει ο Boisguillebert, &από κινητόν εις ακίνητον&, από νομισματική μονάς εις &νόμισμα ή χρήμα&, ευθύς ως η σειρά των μεταμορφώσεων διακόπτεται, ευθύς ως η πώλησις δεν ακολουθείται αμέσως υπό της αγοράς.

Ευθύς ως αναπτύσσεται η κυκλοφορία των εμπορευμάτων αναπτύσσεται η ανάγκη και η επιθυμία να στερεοποιηθή και διατηρηθή το προϊόν της πρώτης μεταμορφώσεως, το εμπόρευμα το μετατραπέν εις &χρυσαλίδα& χρυσού ή αργύρου. Έκτοτε πωλούν εμπορεύματα όχι μόνον διά ν' αγοράσουν άλλα, αλλά ωσαύτως διά ν' αντικαταστήσουν την μορφήν εμπορεύματα εις μορφήν χρήμα. Το νόμισμα σκοπίμως σταματηθέν εν τη κυκλοφορία του απολιθούται, ούτως ειπείν, αποβαίνων θησαυρός, ο δε πωλητής μεταβάλλεται εις θησαυριστήν.

Κυρίως εν τη νηπιότητι της κυκλοφορίας ανταλλάσουν μόνον το πλεόνασμα αξιών χρήσεως με εμπόρευμα νόμισμα. Ο χρυσός και ο άργυρος αποβαίνουν, ούτω αφ' εαυτών η κοινωνική έκφρασις του πλεονάσματος και του πλούτου. Η αφελής αύτη μορφή του θησαυρισμού διαιωνίζεται παρά τοις λαοίς, των οποίων ο εκ παραδόσεως τρόπος παραγωγής ικανοποιεί απ' ευθείας στενόν κύκλον στασίμων αναγκών.

Υπάρχει ολίγη κυκλοφορία και θησαυροί πολλοί, ό,τι ακριβώς συμβαίνει παρά τοις Ασιανοίς, ιδίως όμως παρά της Ινδοίς.

Ευθύς ως η εμπορική παραγωγή λάβει ανάπτυξίν τινα, έκαστος παραγωγός δέον να προμηθευθή χρήμα. Τούτο είναι «κοινωνική εγγύησις» το nervus rerum, το νεύρον των πραγμάτων. Πράγματι, αι ανάγκαι του παραγωγού ανανεούνται αδιακόπως, και αδιακόπως του επιβάλουν την αγοράν ξένων εμπορευμάτων, ενώ η παραγωγή και η πώλησις των ιδικών του, απαιτούν κατά το μάλλον ή ήττον χρόνον εξαρτάται δε εκ χιλίων συμπτώσεων. Διά να αγοράσωμεν χωρίς να πωλήσωμεν, πρέπει πρώτον ν' έχωμεν πωλήσει χωρίς να έχωμεν αγοράσει. Φαίνεται αντίφασις ότι η πράξις αύτη, δύναται γενικώς να πραγματοποιηθή. Εν τούτοις τα πολύτιμα μέταλλα ανταλλάσσονται εις την πηγήν των της παραγωγής αντί άλλων εμπορευμάτων. Ενταύθα, η πώλησις λαμβάνει χώραν (παρά του κατόχου των εμπορευμάτων) άνευ αγοράς (εκ μέρους του κατόχου του χρυσού και του αργύρου). Και μεταγενέστεραι πωλήσεις μη συμπληρωθείσαι παρ' αγορών επομένων, ουδέν άλλο πράττουν ή διανέμουν τα πολύτιμα μέταλλα μεταξύ όλων των ανταλλακτών. Σχηματίζεται ούτω εφ' όλων των σημείων των σχετιζομένων με εμπορικάς εργασίας, εφεδρείαι χρυσού και αργύρου εις τας πλέον διαφόρους αναλογίας. Η πιθανότης να κρατηθή και διατηρηθή το εμπόρευμα ως ανταλλακτική αξία ή ανταλλακτική αξία ως εμπόρευμα διεγείρει το πάθος του χρυσού. Εφ' όσον εκτείνεται η κυκλοφορία Κεφάλαιον και χρήμα των εμπορευμάτων, η δύναμις του νομίσματος αυξάνει ως απόλυτος και πάντοτε διαθέσιμος μορφή του κοινωνικού πλούτου.

«Ο χρυσός είναι πράγμα θαυμάσιον! ο κατέχων τούτον είναι κύριος πάσης επιθυμίας του. Διά του χρυσού δύναταί τις ακόμη ν' ανοίξη εις τας ψυχάς τας θύρας του παραδείσου» (Κολόμβος. Επιστολή εκ της Ζαμαϊκής 1503).

Της όψεως του νομίσματος ουδόλως προδιδούσης οποίον τι μετετράπη, το παν, εμπόρευμα ή άλλο τι, μεταβάλλεται εις νόμισμα. Η κυκλοφορία αποβαίνει ο μέγας κοινωνικός άμβυξ εις τον οποίον χύνεται το παν ίνα εξέλθη μεταμορφωμένον εις αποκρυσταλλωμένον νόμισμα. Τίποτε δεν ανθίσταται εις την αλχημείαν αυτήν, ούτε αυτά τα κόκκαλλα των αγίων, πολύ ολιγώτερον ακόμη τα πλέον λεπτά ημιάγια αντικείμενα, &res sacro santae extra commercium hominum&. Όπως πάσα ποσοτική των εμπορευμάτων διαφορά εξαφανίζεται εις το χρήμα, ούτω και αυτό ριζικός ισοπεδωτής, εξαφανίζει όλας τας διακρίσεις. Αλλά το χρήμα είναι και αυτό εμπόρευμα, αντικείμενον δυνάμενον να πέση εις οιουδήποτε χείρα, Η κοινωνική δύναμις αποβαίνει ούτω δύναμις ιδιωτική των ατόμων. Ούτω η αρχαία κοινωνία, το καταγγέλλει ως ανατρεπτικόν πράκτορα ως τον δραστικώτερον διαλυτήν της οικονομικής οργανώσεώς της και των λαϊκών ηθών.

Η σύγχρονος κοινωνία χαιρετά εις τον χρυσόν, τον άγιόν της graal, την έκλαμπρον ενσάρκωσιν αυτής της αρχής της ζωής της.

Το εμπόρευμα ως αξία χρήσεως ικανοποιεί ιδιαιτέραν ανάγκην και αποτελεί ιδιαίτερον στοιχείον του υλικού πλούτου. Αλλ' &η αξία& του εμπορεύματος μετρά τον βαθμόν της ελκτικής δυνάμεώς της, εφ' όλων των στοιχείων του πλούτου τούτου και κατά συνέπειαν &τον κοινωνικόν πλούτον& του κατέχοντος ταύτην. Ο ανταλλάκτης κατά το μάλλον ή ήττον βάρβαρος αυτός ακόμη, ο χωρικός της δυτικής Ευρώπης, ουδόλως γνωρίζει να χωρίζη την αξίαν της μορφής της. Δι' αυτόν αύξησις του αποθέματός του εις χρυσόν και εις άργυρον σημαίνει αύξησιν αξίας.

Ασφαλώς η αξία του πολυτίμου μετάλλου αλλάσσει, κατόπιν των επενεχθεισών μεταβολών, είτε εν τη ιδία του αξία, είτε εν τη αξία των εμπορευμάτων. Αλλά τούτο δεν εμποδίζει αφ' ενός μεν, όπως 200 γραμ. χρυσού περιέχουν κατόπιν ως και πρότερον περισσοτέραν αξίαν από 100 και 300 περισσοτέραν αξίαν από 200 κλπ., ούτε αφετέρου όπως η μεταλλική μορφή του νομίσματος παραμένει η γενική ισοδύναμος μορφή όλων των εμπορευμάτων, η κοινωνική ενσάρκωσις πάσης ανθρωπίνης εργασίας. Ο έχων κλίσιν προς το θησαυρίζειν, δεν έχει εκ φύσεως ούτε κανόνα ούτε μέτρον. Το χρήμα θεωρούμενον από απόψεως ποιότητος ή μορφής, η παγκόσμιος αντιπροσώπευσις του υλικού πλούτου, δεν έχει όρια, διότι είναι αμέσως μεταβλητόν εις παν είδος εμπορεύματος, αλλ' έκαστον ποσόν πραγματικού χρήματος έχει το ποσοτικόν του όριον και κατά συνέπειαν δεν έχει ειμή περιωρισμένην αγοραστικήν δύναμιν. Η αντίθεσις αύτη μεταξύ της πάντοτε καθωρισμένης ποσότητος και της απροσδιορίστου ποιότητος της δυνάμεως του χρήματος, οδηγεί αδιακόπως τον θησαυριστήν εις την εργασίαν του Σισύφου. Ομοιάζει ως προς κατακτητήν, του οποίου πάσα νέα κατάκτησις δεν οδηγεί ή εις νέα σύνορα.

Διά να κρατήσωμεν και διατηρήσωμεν το πολύτιμον μέταλλον ως νόμισμα και κατά συνέπειαν ως στοιχείον θησαυρισμού, πρέπει να το παρεμποδίσωμεν από του να κυκλοφορή ή ν' αποβαίνη &από μέσον αγοράς& μέσον απολαύσεως. Ο θησαυριστής θυσιάζει ούτω εις το είδωλον τούτο όλας τας επιθυμίας της σαρκός του, ουδείς περισσότερον αυτού λαμβάνει υπό σοβαράν έποψιν το ευαγγέλιον της εγκρατείας. Αφ' ετέρου δεν δύναται ν' αφαιρέση εις νόμισμα από την κυκλοφορίαν ή ό,τι του δίδουν εις εμπορεύματα.

Όσον περισσότερον παράγει τόσον περισσότερον δύναται να πωλή. Βιομηχανία, οικονομία, φιλαργυρία, αύται είναι αι κύριαί του αρεταί. Αγοράζειν πολλά, πωλείν ολίγα, τούτο είναι το άπαν της πολιτικής του οικονομίας.

Ο θησαυρός δεν έχει μόνον χονδροειδή μορφήν, έχει επίσης αισθητικήν μορφήν. Είναι η συσσώρευσις έργων χρυσοχοΐας αναπτυσσομένης με την αύξησιν του κοινωνικού πλούτου. «Ας ήμεθα πλούσιοι ή ας φαινόμεθα πλούσιοι» (Diderot ). Ούτω σχηματίζεται, αφ' ενός αγορά πλέον εκτεταμένη διά τα πολύτιμα μέταλλα, αφ' ετέρου βραδεία πηγή προμηθείας, εν τη οποία αντλούμεν κατά τας περιόδους της κοινωνικής κρίσεως.

Εις την οικονομίαν της μεταλλικής κυκλοφορίας, οι θησαυροί εκπληρούν διαφόρους υπηρεσίας. Η πρώτη έλκει την καταγωγήν της εκ των συνθηκών των προεξαρχουσών εις την πορείαν του νομίσματος. Είδομεν πώς το κυκλοφορούν ποσόν του νομίσματος αυξάνει ή ελαττούται με τας σταθεράς διακυμάνσεις, τας οποίας δοκιμάζει η κυκλοφορία των εμπορευμάτων από απόψεως εκτάσεως, τιμών και ταχύτητος. Όθεν το ποσόν τούτο δέον να είναι ικανής αυξήσεως και ελαττώσεως.

Μέρος του νομίσματος πότε δέον να εξέρχεται εκ της κυκλοφορίας, πότε να επιστρέφη. Ίνα η μάζα του τρέχοντος χρήματος αντιστοιχή εις τον βαθμόν, καθ' ον η σφαίρα της κυκλοφορίας ευρίσκεται πεπληρωμένη, δέον όπως η πραγματικώς κυκλοφορούσα ποσότης του χρυσού ή του αργύρου, αποτελεί μέρος του υπάρχοντος εις την χώραν πολυτίμου μετάλλου. Ο όρος ούτος εκπληρούται διά της μορφής θησαυρού του χρήματος. Αι αποθήκαι των θησαυρών χρησιμεύουν συγχρόνως και ως διώρυγες εκροής και αρδεύσεως, εις τρόπον ώστε αι διώρυγες κυκλοφορίας να μην εκχειλίζουν ποτέ.

β') Μέσον πληρωμής.

Εις την μέχρι τούδε εξετασθείσαν άμεσον μορφήν της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η αυτή αξία παρουσιάζεται πάντοτε διττή, εμπόρευμα εις τον ένα πόλον, νόμισμα εις τον άλλον. Οι παραγωγοί ανταλλάκται ευρίσκονται, ως αντιπρόσωποι αντιμετώπων ισοδυνάμων. Εφ' όσον εν τούτοις αναπτύσσεται η κυκλοφορία, αναπτύσσονται ωσαύτως περιπτώσεις τείνουσαι, εις τον χωρισμόν της εκποιήσεως του εμπορεύματος από της πραγματοποιήσεως της τιμής του δι' ενός χρονικού διαστήματος. Ούτω π. χ. Είδος τι εμπορεύματος απαιτεί περισσότερον χρόνον διά την παραγωγήν του, ενώ έτερον είδος απαιτεί ολιγώτερον χρόνον. Αι εποχαί της παραγωγής δεν είναι αι αυταί διά τα διάφορα εμπορεύματα. Εάν εμπόρευμα παράγηται εις αυτόν τον τόπον της αγοράς του, έν άλλο δέον να ταξειδεύση διά να μεταβή εις απομεμακρυσμένην αγοράν. Είναι όθεν δυνατόν ο είς των ανταλλακτών να είναι έτοιμος προς πώλησιν, ενώ ο άλλος δεν είναι έτοιμος προς αγοράν. Όταν αι αυταί συναλλαγαί ανανεούνται μεταξύ των αυτών προσώπων, οι όροι της αγοράς και της πωλήσεως των εμπορευμάτων, θα κανονίζονται ολίγον κατ' ολίγον, συμφώνως προς τους όρους της παραγωγής των. Αφ' ετέρου πάλιν η χρήσις ειδών τινών εμπορευμάτων, οικίας π. χ. εκποιείται υπό προθεσμίαν και μόνον μετά την πάροδον της προθεσμίας ταύτης ο αγοραστής επιτυγχάνει πραγματικώς την συμφωνηθείσαν αξίαν χρήσεως. Αγοράζει όθεν πριν πληρώση. Ο είς των ανταλλακτών πωλεί παρόν εμπόρευμα, ο άλλος αγοράζει ως αντιπρόσωπος του μέλλοντος ν' αφιχθή χρήματος. Ο πωλητής αποβαίνει πιστωτής, ο αγοραστής αποβαίνει οφειλέτης. Όπως η μεταμόρφωσις του εμπορεύματος λαμβάνει ενταύθα νέαν όψιν ούτω και το χρήμα αποκτά νέαν λειτουργίαν. Αποβαίνει μέσον πληρωμής· οι χαρακτήρες του πιστωτού και του οφειλέτου προέρχονται ενταύθα εκ της απλής κυκλοφορίας. Η αλλαγή της μορφής της εναποθέτει εις τε τον πωλητήν και αγοραστήν την νέαν των μορφήν. Κατ' αρχάς, οι νέοι ούτοι ρόλοι είναι διαβατικοί ως και οι παλαιοί, παιζόμενοι κατά σειράν υπό των ιδίων ηθοποιών, δεν έχουν όμως όψιν τόσον αγαθήν, η δε αντίθεσίς των αποβαίνει πλέον επιδεκτική αποκρυσταλλώσεως. Οι αυτοί χαρακτήρες δύνανται να παρουσιασθούν ανεξαρτήτως της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Εις την αρχαιότητα, η κίνησις της πάλης των τάξεων, έχει κυρίως την μορφήν πάλης συνεχώς ανανεουμένης μεταξύ πιστωτών και οφειλετών, ήτις εν Ρώμη καταλήγει εις την ήτταν και καταστροφήν, του οφειλέτου πληβείου, αντικατασταθέντος υπό του δούλου. Εις τον Μεσαίωνα η πάλη καταλήγει εις την καταστροφήν του φεουδάρχου οφειλέτου. Εκείνος χάνει την πολιτικήν δύναμιν ευθύς ως καταρρέει η οικονομική βάσις, ήτις ήτο το στήριγμά της. Εν τούτοις η νομισματική αύτη σχέσις πιστωτού προς οφειλέτην και εις τας δύο αυτάς εποχάς κατοπτρίζει εαυτήν επί της επιφανείας βαθυτέρων ανταγωνισμών.

Ας επανέλθωμεν εις την κυκλοφορίαν των εμπορευμάτων. Η σύγχρονος εμφάνισις των ισοδυνάμων εμπορεύματος και χρήματος εις τους δύο πόλους της πωλήσεως έπαυσε. Τώρα το χρήμα λειτουργεί κατά πρώτον λόγον ως μέτρον αξίας εν τω καθορισμώ της τιμής του πωλουμένου εμπορεύματος. Η τιμή αύτη ορισθείσα διά συμφωνητικού εκδηλοί την υποχρέωσιν του αγοραστού ήτοι το ποσόν του χρήματος, διά το οποίον είναι υπόχρεος εις ωρισμένην προθεσμίαν.

Είτα λειτουργεί ως φανταστικόν μέσον αγοράς. Αν και υφίσταται μόνον εις την υπόσχεσιν του αγοραστού, όμως ενεργεί ούτω την μετατόπισιν του εμπορεύματος. Μόνον μετά την λήξιν της προθεσμίας εισέρχεται εις την κυκλοφορίαν ως μέσον πληρωμής, ήτοι μεταβαίνει από της χειρός του αγοραστού, εις την του πωλητού. Το μέσον της κυκλοφορίας μετετράπη εις θησαυρόν, διότι η κίνησις της κυκλοφορίας εσταμάτησεν εις το πρώτον ήμισυ. Το μέσον της πληρωμής εισέρχεται εις την κυκλοφορίαν, τότε μόνον, όταν έχει ήδη εξέλθει το εμπόρευμα. Ο πωλητής μετέβαλε το εμπόρευμα εις χρήμα διά να ικανοποιήση τας ανάγκας του, ο θησαυριστής, διά να το διατηρήση εις την μορφήν του γενικού ισοδυνάμου, — τέλος ο αγοραστής — οφειλέτης διά να δυνηθή να πληρώνη. Εάν δεν πληρώση λαμβάνει χώραν καταναγκαστική πώλησις. Η μετατροπή του εμπορεύματος εις την μορφήν — αξίαν, εις νόμισμα, αποβαίνει αύτη κοινωνική ανάγκη επιβαλλομένη εις τον παραγωγόν ανταλλάκτην ανεξαρτήτως των αναγκών του και των προσωπικών του ιδιοτροπιών.

Ας υποθέσωμεν ότι ο χωρικός αγοράζει από τον υφαντουργόν 20 μ. υφάσματος εις την τιμήν των 2 λουδοβικίων, τα οποία είναι επίσης η τιμή ενός τετάρτου στατήρος σίτου, και τα οποία πληρώνει μετά ένα μήνα. Ο χωρικός μεταβάλλει τον σίτον εις ύφασμα πριν τον μετατρέψει εις χρήμα. Πραγματοποιεί όθεν, την τελευταίαν μεταμόρφωσιν του εμπορεύματός του, προ της πρώτης. Είτα πωλεί σίτον 2 λουδ., τα οποία δίδει εις τον υφαντουργόν κατά την ορισθείσαν προθεσμίαν.

Το πραγματικόν νόμισμα δεν του χρησιμεύει πλέον ενταύθα ως μέσον υποκαταστάσεως του υφάσματος διά του σίτου. Δι' αυτόν το νόμισμα είναι τουναντίον η τελευταία λέξις της συναλλαγής, καθ' ό απόλυτος μορφή της αξίας, ην έχει να χορηγήση, καθ' ό παγκόσμιον νόμισμα. Όσον διά τον υφαντουργόν, το εμπόρευμά του εκυκλοφόρησε και επραγματοποίησε την τιμήν του, αλλά μόνον διά μέσου ενός τίτλου απορρέοντος εκ του πολιτικού δικαίου. Εισήλθεν εις την κατανάλωσιν άλλου εμπορεύματος πριν μετατραπή εις νόμισμα. Η πρώτη μεταμόρφωσις του υφάσματος παραμένει όθεν μετέωρος πραγματοποιουμένη εις την λήξιν της προθεσμίας του χρέους του χωρικού.

Αι λήξασαι υποχρεώσεις εις καθορισθείσαν περίοδον αντιπροσωπεύουν την ολικήν μορφήν των πωληθέντων εμπορευμάτων. Η ποσότης του απαιτηθέντος νομίσματος διά την πραγματοποίησιν του ποσού τούτου, εξαρτάται πρώτον εκ της ταχύτητος της πορείας των μέσων πληρωμής. Δύο περιστατικά την κανονίζουν: 1ον Η σύνδεσις των σχέσεων πιστωτού προς οφειλέτην, όπως όταν Α π. χ., ο οποίος λαμβάνει χρήμα από τον οφειλέτην του Β τον πιστωτήν του Γ κ. λ. κ. 2ον Το χρονικόν διάστημα, το οποίον χωρίζει τας διαφόρους προθεσμίας, κατά τας οποίας ενεργούνται αι πληρωμαί. Η σειρά των αλλεπαλλήλων πληρωμών ή των πρώτων συμπληρωματικών μεταμορφώσεων, διακρίνεται τελείως εκ της διασταυρώσεως των σειρών μεταμορφώσεων, τας οποίας ανελύσαμεν προηγουμένως.

Η σχέσις μεταξύ πωλητών και αγοραστών δεν εκδηλούται μόνον εις την κίνησιν των μέσων της κυκλοφορίας, αλλά γεννάται εν αυτή τη πορεία του νομίσματος. Η κίνησις του μέσου πληρωμής εκφράζει τουναντίον σύνολον, προϋπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων.

Το ταυτόχρονον και συνεχές των πωλήσεων (ή αγορών), το οποίον κάμνει, ώστε η ποσότης των μέσων της κυκλοφορίας να μη δύναται πλέον να ικανοποιηθή υπό της ταχύτητος της πορείας του, αποτελεί νέον μοχλόν εν τη οικονομία μέσων πληρωμής. Με την συγκέντρωσιν των πληρωμών εις μίαν θέσιν αναπτύσσονται αυθορμήτως οργανώσεις και μέθοδοι, διά να αντισταθμίσουν έν τινι μέτρω αμοιβαίως. Ούτω π. χ. κατά τον Μεσαίωνα συνέβαινον εις Λυώνα, με τα virements. Αι πιστώσεις του Α εις τον Β, του Β εις τον Γ, του Γ εις τον Α και ούτω καθ' εξής δεν έχουν ανάγκην ή να συγκριθούν διά να ακυρωθούν αμοιβαίως, έν τινι μέτρω, αι θετικαί και αρνητικαί ποσότητες, και δεν απομένει πλέον ούτω, παρά να γίνη το ισοζύγιον του λογαριασμού. Όσον μεγαλυτέρα είναι η συγκέντρωσις των πληρωμών τόσον είναι σχετικώς μικρότερον το ισοζύγιόν των και ως εκ τούτου η μάζα των εν κυκλοφορία μέσων πληρωμής. Η λειτουργία του νομίσματος ως μέσου πληρωμής συνεπιφέρει αντίθεσιν άνευ μέσης προθεσμίας. Εφ' όσον αι πληρωμαί ισολογίζονται, το νόμισμα λειτουργεί μόνον ιδεολογικώς ως λογιστικόν νόμισμα και μέτρον αξιών ευθύς ως αι πληρωμαί πρόκειται να ενεργηθούν πραγματικώς, το νόμισμα παρουσιάζεται ως απλούν μέσον κυκλοφορίας, ως μεταβατική μορφή, χρησιμεύουσα ως μέσον εις την μετάθεσιν των προϊόντων χωρίς όμως να επεμβαίνη και ως ατομική ενσάρκωσις της κοινωνικής εργασίας, ως μόνη πραγματοποίησις της ανταλλακτικής αξίας, ως απόλυτον εμπόρευμα. Η αντίθεσις αύτη εκρήγνυται την στιγμήν των εμπορικών και βιομηχανικών κρίσεων, στιγμήν εις την οποίαν εδόθη η ονομασία της νομισματικής κρίσεως.