Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο
Part 6
Ας υποθέσωμεν ότι το μέτρον υφάσματος είναι το κοινόν ισοδύναμον, θα είχομεν επί παραδ. 20 μ. υφάσματος = 20 μ. ύφασμ., ταυτολογία ουδέν εκφράζουσα, ούτε αξίαν, ούτε ποσότητα αξίας. Το εμπόρευμα τούτο δεν κέκτηται όθεν κοινόν ισοδύναμον, όπως τα άλλα εμπορεύματα, δέον δε να εκλέξη αυθαιρέτως έν εμπόρευμα διά να εκφράση την αξίαν του. Έν εμπόρευμα δεν αποβαίνει γενικόν ισοδύναμον, ει μη διότι πάντα τ' άλλα εμπορεύματα το διέκριναν και το ανύψωσαν εκ της θέσεώς του διά να παίζη τον ρόλον τούτον. Αφ' ης στιγμής ο αποκλειστικός ούτος χαρακτήρ έρχεται να προσκολληθή εις ειδικόν είδος εμπορεύματος η φυσική του μορφή εξομοιούται ολίγου κατ' ολίγον με την μορφήν του ισοδυνάμου, ήτις του απεδόθη, αποκτά κοινωνικήν αυθεντίαν, γίνεται εμπόρευμα — χρήμα ή λειτουργεί ως χρήμα. Η ιδιαιτέρα ειδική λειτουργία του και κατά συνέπειαν το κοινωνικόν μονοπώλιόν του, είναι να παίζη τον ρόλον του γενικού ισοδυνάμου μεταξύ των εμπορευμάτων.
Εάν, εν τη μορφή του κοινού ισοδυνάμου, αντικαταστήσωμεν το εμπόρευμα ύφασμα διά του εμπορεύματος χρυσού, επιτυγχάνομεν κατ' εξοχήν την &μορφήν νόμισμα ή χρήμα.&
20 μ. υφάσμ. =] 1 ενδυμασία =] 10 λίτραι τεΐου =] 10 λίτραι καφφέ =] 10 γραμ. χρυσού. 1 στατήρ σιδήρου =] κ.λ.π. κ.λ.π.
Ο τύπος ουδόλως ήλλαξεν, ειμή μόνον αντί του υφάσματος ο χρυσός τώρα κέκτηται την μορφήν του γενικού ισοδυνάμου. Η πρόοδος έγκειται απλούστατα εις το ότι η μορφή της αμέσου και γενικής ανταλλακτικότητος η μορφή του γενικού ισοδυνάμου, ενεσωματώθη οριστικώς εν τη φυσική και ειδική μορφή του χρυσού.
Ο χρυσός παίζει τον ρόλον του νομίσματος, έναντι των λοιπών εμπορευμάτων, διότι έπαιζε προηγουμένως, απέναντι τούτων τον ρόλον του εμπορεύματος. Όπως όλα εκείνα, ελειτούργει επίσης ως ισοδύναμον, είτε τυχαίως εις τας μεμονωμένας ανταλλαγάς είτε εις ιδιαίτερον ισοδύναμον παρά τα άλλα ισοδύναμα. Ολίγον κατ' ολίγον ελειτούργησεν εις όρια κατά το μάλλον ή ήττον ευρέα ως γενικόν ισοδύναμον. Ευθύς ως κατέκτησε το μονοπώλιον του ρόλου τούτου εν τη εκφράσει της αξίας των εμπορευμάτων, απέβη εμπόρευμα — χρήμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ II.
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΩΝ
Όλα τα εμπορεύματα δεν είναι αξίαι χρήσεως διά τους κατέχοντας αυτά, και είναι αξίαι χρήσεως διά τους μη κατέχοντας αυτά. Ωσαύτως πρέπει να περάσουν από χειρός εις χείρα καθ' όλην την γραμμήν. Αλλ' η αλλαγή αύτη από χειρός εις χείρα αποτελεί την ανταλλαγήν των, και η ανταλλαγή των καθιδρύει τας σχέσεις των ως αξιών και τα μορφώνει εις αξίας. Πρέπει λοιπόν τα εμπορεύματα να παρουσιάζονται ως αξίαι πριν δυνηθούν να γίνουν αξίαι χρήσεως. Αλλ' αφ' ετέρου πρέπει η αξία των χρήσεως να έχη εξακριβωθή πριν ή εμφανισθούν ως καθ' εαυτό αξίαι, διότι η ανθρωπίνη εργασία η δαπανηθείσα εν τη παραγωγή των δεν υπολογίζεται ή εφ' όσον δαπανάται υπό χρήσιμον εις άλλους μορφήν. Μόνη όθεν η ανταλλαγή των δύναται ν' αποδείξη, εάν η εργασία αύτη είναι χρήσιμος εις άλλους, δηλ. εάν το προϊόν της δύναται να ικανοποιήση ανάγκας άλλων.
Δι' έκαστον κάτοχον εμπορευμάτων, παν ξένον εμπόρευμα είναι ιδιαίτερον ισοδύναμον του ιδικού του. Το εμπόρευμά του είναι, συνεπώς το γενικόν ισοδύναμον πάντων των άλλων. Αλλ' επειδή όλοι οι ανταλλάκται ευρίσκονται εις την αυτήν θέσιν ουδέν εμπόρευμα είναι γενικόν ισοδύναμον και η σχετική αξία των εμπορευμάτων, ουδεμίαν γενικήν μορφήν κέκτηται, υπό την οποίαν να δύνανται ταύτα να συγκρίνονται ως ποσότητες αξίας. Εν μια λέξει ταύτα δεν παίζουν, τα μεν έναντι των δε τον ρόλον των εμπορευμάτων, αλλά τον ρόλον απλών προϊόντων ή αξιών χρήσεως.
Οι ανταλλάκται δεν δύνανται να συγκρίνουν τα είδη των εις αξίας και συνεπώς ως εμπορεύματα ειμή συγκρίνοντες ταύτα προς άλλο οιοδήποτε εμπόρευμα τιθέμενον έναντι αυτών, ως γενικόν ισοδύναμον, ό,τι ακριβώς απεδείχθη ήδη διά της προηγουμένης αναλύσεως. Αλλά το γενικόν τούτο ισοδύναμον, δεν δύναται να είναι ή το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής δράσεως. Έν ιδιαίτερον εμπόρευμα τίθεται λοιπόν διά κοινής πράξεως κατά μέρος των άλλων εμπορευμάτων και χρησιμεύει διά να εμφανίζη τας αμοιβαίας των αξίας. Η φυσική μορφή του εμπορεύματος τούτου αποβαίνει ούτω η ισοδύναμος μορφή, η κοινωνικώς ανεγνωρισμένη. Ο ρόλος του γενικού ισοδυνάμου είναι εις το εξής η ειδική κοινωνική λειτουργία του αποχωρισθέντος εμπορεύματος και καθίσταται χρήμα.
Κατ' αρχάς, όταν η ανταλλαγή των εμπορευμάτων ελάμβανε χώραν εκτός των κοινοτήτων, την ιδιότητα του γενικού ισοδυνάμου απέκτα, οτέ μεν εμπόρευμά τι οτέ δε άλλο τι κατά τας περιστάσεις. Αλλ' ευθύς ως εγκατέστη η ανταλλαγή εις το εσωτερικόν των κοινοτήτων, την ιδιότητα γενικού ισοδυνάμου προσέλαβεν αποκλειστικώς ιδιαίτερον είδος εμπορεύματος, το οποίον απεκρυσταλλώθη εις μορφήν χρήματος. Κατ' αρχάς η τύχη αποφασίζει ποίον είδος εμπορεύματος καθορίζεται προς τούτο.
Δυνάμεθα εν τούτοις να είπωμεν ότι τούτο εξαρτάται γενικώς εκ δύο καθοριστικών συνθηκών. Η μορφή χρήμα αποδίδεται ή εις είδη εισαγωγής τα πλέον σημαντικά, τα οποία πρώτα εμφανίζουν πραγματικώς την ανταλλακτικήν αξίαν των εντοπίων προϊόντων ή εις αντικείμενα ή μάλλον εις χρήσιμον αντικείμενον, το οποίον τοις αποτελεί το κύριον στοιχείον του απαλλοτριωτού εντοπίου πλούτου, ως τα κτήνη επί παραδείγματι.
Οι νομάδες λαοί πρώτοι αναπτύσσουν την μορφήν χρήμα, διότι όλη των η περιουσία και όλος των ο πλούτος ευρίσκεται υπό κινητήν μορφήν και κατά συνέπειαν αμέσως απολλοτριωτήν. Επί πλέον το είδος της ζωής τούς θέτει συνεχώς εις επαφήν μετά ξένων κοινωνιών και τους αναγκάζει εις ανταλλαγήν των προϊόντων των.
Οι άνθρωποι πολλάκις εχρησιμοποίησαν αυτόν τούτον τον άνθρωπον εν τω προσώπω του δούλου, ως την πρώτην ύλην του χρήματός των· ουδέποτε συνέβη τούτο διά το έδαφός των. Μία τοιαύτη έννοια δεν ηδύνατο να γεννηθή ή εντός κοινωνίας αστικής ανεπτυγμένης ήδη, χρονολογείται δε από το τελευταίον τρίτον του δεκάτου εβδόμου αιώνος και η πραγματοποίησίς της δεν επεχειρήθη εις μεγάλην κλίμακα, υπό ολοκλήρου έθνους παρά ένα αιώνα αργότερον εν Γαλλία κατά την επανάστασιν του 1789.
Κατόπιν η ανταλλαγή θραύει τα δεσμά της, τα καθαρώς τυπικά, και συνεπώς η αξία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει επί πλέον και πλέον γενικώς την ανθρωπίνην εργασίαν, η μορφή χρήμα μεταπίπτει εις εμπορεύματα, τα οποία η φύσις καθιστή ικανά να εκπληρώσουν την κοινωνικήν λειτουργίαν του γενικού ισοδυνάμου, δηλ. εις τα πολύτιμα μέταλλα.
Αν και ο χρυσός και ο άργυρος δεν είναι εκ φύσεως νόμισμα, εν τούτοις το νόμισμα είναι εκ φύσεως άργυρος και χρυσός, ως το αποδεικνύει και η προσαρμογή των φυσικών ιδιοτήτων των μετάλλων τούτων προς τας λειτουργίας του νομίσματος. Αλλά μέχρι τούδε δεν γνωρίζομεν παρά μίαν λειτουργίαν του νομίσματος, την υπηρεσίαν του να χρησιμεύη ως τρόπος εκδηλώσεως των εμπορευμάτων, ή ως ύλη, εν τη οποία η ποσότης των αξιών των εμπορευμάτων εκφράζεται κοινωνικώς. Όθεν, μία μόνον ύλη υπάρχει, δυναμένη να είναι μορφή ικανή διά να εκδηλώση την αξίαν ή να χρησιμεύση ως συγκεκριμένη εικών της αφηρημένης ανθρωπίνης εργασίας και συνεπώς ίσης εκείνης, της οποίας όλα τα αντίτυπα κέκτηνται την αυτήν ομοιόμορφον ιδιότητα. Αφ' ετέρου, καθώς αι αξίαι δεν αλλάσσουν ή κατά ποσότητα, το εμπόρευμα — νόμισμα δέον να είναι επιδεκτικόν των καθαρώς ποσοτικών διαφορών.
Δέον να είναι διαιρετόν κατά βούλησιν και να δύναται να ανασυντίθεται εις το σύνολον όλων του των μερών. Έκαστος γνωρίζει ότι ο χρυσός και ο άργυρος κέκτηνται φυσικώς όλας τας ιδιότητας ταύτας. Η αξία χρήσεως του εμπορεύματος — χρήματος καθίσταται διπλασία. Εκτός της ιδιαιτέρας αξίας του χρήσεως, ως εμπορεύματος — χρήματος, ο χρυσός επί παραδείγματι χρησιμεύει ως πρώτη ύλη διά τα είδη πολυτελείας, διά να πληρώνη οδόντας κατεστραμμένους κλπ., κέκτηται τυπικήν αξίαν χρήσεως, η οποία αρχήν έχει την ειδικήν της κοινωνικήν λειτουργίαν.
Επειδή όλα τα εμπορεύματα δεν είναι παρά ισοδύναμα, ιδιαίτερα του χρήματος, όπερ πάλιν είναι το γενικόν ισοδύναμον, έπεται ότι το χρήμα παίζει απέναντι των εμπορευμάτων τον ρόλον του παγκοσμίου εμπορεύματος, ταύτα δε εμφανίζονται απέναντί του ως ιδιαίτερα εμπορεύματα.
Είδομεν ότι ο τύπος χρήμα ή νόμισμα δεν είναι παρά η αντανάκλασις των σχέσεων της αξίας παντός είδους εμπορευμάτων εις έν είδος εμπορεύματος. Το ότι αυτό το χρήμα είναι εμπόρευμα τούτο δεν δύναται να είναι ανακάλυψις παρά δι' εκείνον μόνον, ο οποίος λαμβάνει ως σημείον αναχωρήσεως την συμπληρωμένην μορφήν του, διά να φθάση κατόπιν εις την ανάλυσίν του.
Η κίνησις των ανταλλαγών δίδει εις το εμπόρευμα, το οποίον μετατρέπει εις χρήμα, όχι την αξίαν του, αλλά την ειδικήν μορφήν της αξίας του. Συγχέοντες δύο τόσον διάφορα πράγματα, έφθασαν να θεωρούν τον άργυρον και τον χρυσόν ως καθαρώς υποθετικάς αξίας. Το γεγονός, ότι το χρήμα είς τινας υπηρεσίας του, δύναται να αντικατασταθή δι' άλλων απλών εκφράσεών του, εδημιούργησε την πλάνην, ότι το χρήμα είναι απλή έκφρασις.
Εξ άλλου, είναι αληθές, η πλάνη αύτη έκαμεν αισθητόν εκ των προτέρων ότι υπό την εμφάνισιν εξωτερικού τινος αντικειμένου, το νόμισμα αποκρύπτει εν τη πραγματικότητι κοινωνικήν τινα σχέσιν. Υπό την έννοιαν ταύτην παν εμπόρευμα θα ήτο έκφρασις, διότι δεν είναι αξία ή ως υλικόν περίβλημα της δαπανηθείσης διά την παραγωγήν του ανθρωπίνης εργασίας.
Παρετηρήσαμεν ήδη ότι η ισοδύναμος μορφή εμπορεύματος δεν αφήνει τίποτε να γνωσθή επί του μεγέθους της ποσότητος της αξίας του. Εάν γνωρίζωμεν ότι ο χρυσός είναι νόμισμα, ήτοι ανταλλακτός με όλα τα εμπορεύματα, δεν γνωρίζομεν όμως πόσον στοιχίζουν επί παραδείγματι 10 γραμ. χρυσού. Ως κάθε εμπόρευμα το χρήμα δεν δύναται να εκφράση την ιδίαν του ποσότητα αξίας ειμή εν σχέσει με άλλα εμπορεύματα. Η κυρίως αξία του καθορίζεται υπό του αναγκαίου χρόνου εργασίας διά την παραγωγήν του και εκφράζεται εις το &ποσοστόν& (quantum) παντός άλλου εμπορεύματος, απαιτήσαντος εργασίαν της αυτής διαρκείας.
Ο καθορισμός ούτος της ποσότητος της σχετικής του αξίας λαμβάνει χώραν εις αυτήν ταύτην την πηγήν της παραγωγής του εν τη πρώτη του ανταλλαγή. Ευθύς ως εισέλθη εν τη κυκλοφορία ως νόμισμα η αξία του είναι καθορισμένη. Ήδη κατά τα τελευταία έτη του 17ου αιώνος παρετηρήθη ότι το νόμισμα είνε εμπόρευμα· η ανάλυσις δεν ευρίσκεται εν τούτοις ή εις τα πρώτα της βήματα. Η δυσκολία δεν συνίσταται εις το να εννοήσωμεν ότι το νόμισμα είναι εμπόρευμα, αλλά να γνωρίσωμεν πώς και διατί εμπόρευμά τι γίνεται νόμισμα.
Εμπόρευμά τι δεν φαίνεται ποτέ ότι γίνεται χρήμα, διότι τα άλλα εμπορεύματα εκφράζουν αμοιβαίως εν αυτώ τας αξίας των. Όλως τουναντίον αι τελευταίαι αύται φαίνονται να εκφράζουν δι' αυτού τας αξίας των διότι είναι χρήμα. Η κίνησις, η χρησιμεύσασα ως ενδιάμεσον, εξαφανίζεται εν τω ιδίω της αποτελέσματι χωρίς να αφήνη ουδέν ίχνος. Τα εμπορεύματα ευρίσκουν χωρίς να φαίνεται ότι συνέβαλον εις τίποτε, την ιδίαν των αξίαν αντιπροσωπευομένην και καθωρισμένην, εν τω σώματι εμπορεύματός τινος υφισταμένου παρά και εκτός τούτων. Τα απλά ταύτα πράγματα, άργυρος και χρυσός, ως ταύτα εξέρχονται των κόλπων της γης παρουσιάζονται αμέσως ως άμεσος ενσάρκωσις πάσης ανθρωπίνης εργασίας. Εκείθεν η μαγεία του χρήματος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ III.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ
I. Μέτρον των αξιών.
Η πρώτη υπηρεσία του χρυσού (42) είναι να χορηγή εις το σύνολον των εμπορευμάτων την ύλην, εν τη οποία ταύτα εκφράζουν τας αξίας των ως ποσά της αυτής ονομασίας, της αυτής ποιότητος, και δυνάμενα να συγκριθώσι από της απόψεως της ποσότητος. Λειτουργεί όθεν ως παγκόσμιον μέτρον των αξιών και χάρις εις την υπηρεσίαν ταύτην, ο χρυσός το ισοδύναμον — εμπόρευμα αποβαίνει νόμισμα. Δεν είναι το νόμισμα εκείνο, το οποίον καθιστά τα εμπορεύματα σύμμετρα: τουναντίον. Ακριβώς διότι τα εμπορεύματα ως αξίαι είναι υλοποιειθείσα εργασία και κατά συνέπειαν σύμμετρα μεταξύ των, δύνανται να μετρήσουν όλα συγχρόνως τας αξίας των διά τινος ειδικού εμπορεύματος και να μεταβάλουν αυτό εις νόμισμα, ήτοι να καταστήσουν τούτο κοινόν μέτρον. Αλλά το μέτρον των αξιών διά του νομίσματος είναι η μορφή, την οποίαν δέον κατ' ανάγκην ν' ενδυθή το εν αυταίς μέτρον δηλ. ο χρόνος της εργασίας.
Η έκφρασις της αξίας ενός εμπορεύματος εις χρόνον: Χ εμπόρευμα Α = Ψ εμπόρευμα — νόμισμα, είναι η εις νόμισμα μορφή του, δηλ. η τιμή του.
Η τιμή ή η μορφή — νόμισμα των εμπορευμάτων ως η μορφή αξία εν γένει διακεκριμένη των σωμάτων της ή του φυσικού των σχήματος είναι φανταστικαί. Η αξία του σιδήρου, του υφάσματος, του σίτου κ.λ.π. παραμένει εις αυτά ταύτα τα πράγματα αν και αοράτως. Αντιπροσωπεύονται διά της ισότητός των προς τον χρυσόν, διά σχέσεως προς το μέταλλον τούτο, όπερ ευρίσκεται επί κεφαλής ούτως ειπείν των εμπορευμάτων. Ο ανταλλάκτης υποχρεούται όθεν είτε να το ονομάζη με την γλώσσαν των αυτήν, είτε να τοις αναρτήση επιγραφάς διά ν' αναγγείλη την τιμήν των εις τον εξωτερικόν κόσμον.
Της εκφράσεως της αξίας των εμπορευμάτων εις χρυσόν ούσης απλούστατα ιδέας, δεν χρειάζεται διά την πράξιν ταύτην ή ιδέα υπάρχουσα μόνον εν τη φαντασία.
Δεν υπάρχει παντοπώλης αγνοών ότι πολύ απέχει από του να κερδίση χρυσόν διά των εμπορευμάτων του, όταν δίδη εις την αξίαν των την μορφήν τιμήν, ή εν φαντασία την μορφήν χρυσόν και ότι δεν έχει ανάγκην πραγματικού κόκκου χρυσού διά να εκτιμήση εις χρυσόν εκατομμύρια αξιών εμπορευμάτων. Εν τη λειτουργία του ως μέτρου αξιών το χρήμα χρησιμοποιείται ως ιδεώδες νόμισμα. Η περίπτωσις αύτη έδωσε λαβήν εις τας πλέον τρελλάς θεωρίας. Αλλ' αν και το χρήμα ως μέτρον αξίας δεν λειτουργεί ειμή ιδεολογικώς, και ο χρυσός ο προς τον σκοπόν τούτον χρησιμοποιούμενος, δεν είναι κατά συνέπειαν ή φαντασιώδης χρυσός, η τιμή των εμπορευμάτων όμως δεν εξαρτάται ολιγώτερον απολύτως από την ύλην του νομίσματος. Η αξία, ήτοι το ποσοστόν της ανθρωπίνης εργασίας, το περιεχόμενον π. χ. εις τόννον σιδήρου, εκφράζεται φαντασταστικώς υπό του ποσοστού του εμπορεύματος νομίσματος στοιχίζοντος ακριβώς ίσην εργασίαν.
Αφ' ης στιγμής τα εμπορεύματα διά να εκφράσουν την αξίαν των δέον ν' αναφερθούν εις ποσότητα χρυσού καθορισθείσαν ως μέτρον συγκρίσεως, εις μετρικήν μονάδα, η ποσότης αύτη του χρυσού, ίνα έχη κοινωνικήν αναγνώρισιν ρυθμίζεται υπό του νόμου. Η σταθερά αύτη ποσότης καθίσταται το υπόδειγμα των τιμών.
Αι τιμαί ή τα ποσοστά του χρυσού, εν αις μεταβάλλονται ιδεολογικώς τα εμπορεύματα, εκφράζονται νυν υπό των νομισματικών ονομάτων του μετάλλου: ούτω αντί να είπωμεν 1 σάκκος σίτου αξίζει 10 γραμ. χρυσού, λέγωμεν ότι αξίζει 20 φράγκα.
Η τιμή, το νομισματικόν όνομα της πραγματοποιηθείσης εν τω εμπορεύματι εργασίας, δεικνύει ότι είναι ανταλλακτή, διά του νομίσματος και ότι δέον ν' ανταλλαγή. Εξ άλλου ο χρυσός δεν λειτουργεί ως ιδεώδες μέτρον της αξίας παρά διότι ευρίσκεται ήδη εις την αγοράν ως εμπόρευμα νόμισμα.
II. Μέσον κυκλοφορίας.
α'. Η μεταμόρφωσις των εμπορευμάτων.
Η ανταλλαγή κάμνει τα εμπορεύματα να διέρχωνται από χειρών, εις τας οποίας είναι όχι — αξίαι χρήσεως εις χείρας, εις τας οποίας ταύτα χρησιμεύουν ως αξίαι χρήσεως. Το προϊόν μιας χρησίμου εργασίας αντικαθιστά το προϊόν μιας άλλης χρησίμου εργασίας. Τούτο είναι η κοινωνική κυκλοφορία των αγαθών. Αφού το εμπόρευμα φθάσει εις το σημείον, εις το οποίον χρησιμοποιείται, ως αξία χρήσεως, μεταπίπτει από της σφαίρας των ανταλλαγών εις την σφαίραν της καταναλώσεως. Αλλ' η υλική αύτη κυκλοφορία πραγματοποιείται διά σειράς μεταβολής της μορφής, διά μιας μεταμορφώσεως του εμπορεύματος, την οποίαν θα μελετήσωμεν αμέσως.
Ας μεταφερθώμεν προς στιγμήν επί του θεάτρου της δράσεως της αγοράς, ένθα ο χρυσός κατέχει τον ένα πόλον και όλα τα άλλα εμπορεύματα τον άλλον πόλον. Τι βλέπομεν;
Οιοσδήποτε ανταλλάκτης, ένας υφαντουργός π. χ., μετατρέπει το εμπόρευμά του, 20 μ. υφάσματος εις τιμήν ωρισμένην 40 φρ. λ. χ. Το ανταλλάσσει αντί 40 φρ., κατόπιν δε ανταλλάσσει τα δυο ταύτα λουδοβίκια αντί μιας ενδυμασίας, της οποίας έχει ανάγκην διά προσωπικήν του χρήσιν. Δεν πραγματοποιείται λοιπόν ανταλλαγή, εάν δεν λάβουν χώραν δύο αντίθετοι μεταμορφώσεις συμπληρούμεναι αμοιβαίως — μεταβολή του εμπορεύματος εις χρήμα και μεταβολή τούτου εκ νέου εις εμπόρευμα — . Αι δύο αύται μεταμορφώσεις του εμπορεύματος παρουσιάζουν ταυτοχρόνως από απόψεως του ιδιοκτήτου των δύο πράξεις — πώλησιν, ανταλλαγήν του εμπορεύματος με χρήμα — αγοράν, ανταλλαγήν του χρήματος με εμπόρευμα — και το σύνολον των δύο τούτων πράξεων είναι: &Πωλείν διά το αγοράζειν&.
Το συμπέρασμα διά τον υφαντουργόν εκ της υποθέσεως ταύτης είναι ότι ούτος έχει τώρα ένδυμα και όχι ύφασμα, αντί του εμπορεύματός του, άλλο ίσης αξίας, αλλά διαφόρου χρησιμότητος· η ανταλλαγή του εμπορεύματος επιβάλλει όθεν μεταλλαγάς του τύπου.
ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ — ΧΡΗΜΑ — ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ Ε — Χ — Ε
Λαμβανομένης από της καθαράς υλιστικής απόψεώς της η κίνησις καταλήγει εις Ε — Ε, ανταλλαγή εμπορεύματος δι' εμπορεύματος, μετρατροπή των υλών της κοινωνικής εργασίας. Τοιούτον είναι το αποτέλεσμα, δι' ού εξαφανίζεται το φαινόμενον.
Έχομεν νυν να εξετάσωμεν ιδιαιτέρως εκάστην των διαδοχικών μεταμορφώσεων, από τας οποίας θα διέλθη το εμπόρευμα.
&Ε — Χ πρώτη μεταμόρφωσις του εμπορεύματος ή πώλησις.&
Η αξία του εμπορεύματος εξέρχεται εκ του ιδίου της σώματος διά να εισέλθη εις το σώμα του χρυσού. Τούτο είναι το επικίνδυνον πήδημά της. Εάν αποτύχη δεν θα πάθη τίποτε, ο κάτοχός της όμως θα στερηθή ταύτης. Πολλαπλασιάζουσα τας ανάγκας της η κοινωνική διαίρεσις της εργασίας περιώρισε διά μιας την παραγωγικήν της ικανότητα και τούτο ακριβώς, διότι το προϊόν της τής χρησιμεύει ως ανταλλακτική αξία ή ως γενικόν ισοδύναμον. Πάντως όμως τον τύπον τούτον αποκτά μετατρεπόμενον εις χρήμα, το δε χρήμα ευρίσκεται εις άλλου θυλάκιον. Διά να εξέλθη εκείθεν, πρέπει το εμπόρευμα προ παντός άλλου να είναι αξία χρήσεως διά τον αγοραστήν, η εν αυτώ δαπανηθείσα εργασία να είναι τοιαύτη υπό μορφήν κοινωνικώς χρήσιμον ή να αποτελή κλάδον της κοινωνικής διαιρέσεως της εργασίας. Η διαίρεσις όμως της εργασίας δημιουργεί οργανισμόν παραγωγής αυθόρμητον, του οποίου τα νήματα υφάνθησαν και υφαίνονται ακόμη εν αγνοία των παραγωγών ανταλλακτών.
Έν προϊόν ικανοποιεί σήμερον κοινωνικήν ανάγκην· αύριον θ' αντικατασταθή ίσως, μερικώς ή εξ ολοκλήρου, υπό αντιπάλου προϊόντος. Ακόμη και δι' εργασίαν, ως εκείνη του υφαντουργού μας, μέρος επίσημον της κοινωνικής διαιρέσεως της εργασίας, η αξία χρήσεως των 20 μέτρων του υφάσματος δεν είναι ακριβώς ηγγυημένη. Εάν η ανάγκη του υφάσματος εις την κοινωνίαν, η δε ανάγκη αύτη έχει το μέτρον της, ως παν άλλο πράγμα, έχει ήδη ικανοποιηθή υπό αντιπάλων υφαντουργών, το προϊόν του φίλου μας αποβαίνει πλεόνασμα και συνεπώς άχρηστον. Ας υποθέσωμεν εν τούτοις ότι η χρήσιμος αξία του προϊόντος του έχει εκτιμηθή και ότι το χρήμα έχει προσελκυσθή υπό του εμπορεύματος. Πόσον χρήμα; Ιδού πλέον το ζήτημα. Είναι αληθές ότι η απάντησις ευρίσκεται εκ των προτέρων εις την τιμήν του εμπορεύματος, εκθέτουσα ταύτην διά του μεγέθους της αξίας. Δεν λαμβάνομεν υπ' όψει την αδύνατον πλευράν του πωλητού, τα κατά το μάλλον ή ήττον σκόπιμα λάθη υπολογισμού, τα οποία άνευ οίκτου διορθούνται εις την αγοράν.
Ας υποθέσωμεν ότι εδαπανήθη διά το προϊόν του ο ωρισμένος κοινωνικός χρόνος. Η τιμή του εμπορεύματος δεν είναι λοιπόν παρά το νομισματικόν όνομα του ποσοστού της εργασίας, την οποίαν απαιτεί κατά μέσον όρον παν είδος της αυτής φύσεως. Αλλ' εν αγνοία και άνευ της αδείας του υφαντουργού μας, αι παλαιαί μέθοδοι της υφαντουργίας ανεστατώθησαν. Ο χθες αναγκαίος κοινωνικός χρόνος της εργασίας, διά την παραγωγήν ενός μέτρου υφάσματος δεν υφίσταται πλέον, όπως σπεύδει να του το αποδείξη ο πλούσιος διά του τιμολογίου των συναγωνιστών του. Κατά δυστυχίαν του, υπάρχουν πολλοί υφαντουργοί εις τον κόσμον.
Ας υποθέσωμεν τέλος ότι έκαστον τεμάχιον υφάσματος, ευρισκόμενον εις την αγοράν δεν εκόστισεν ή τον αναγκαίον χρόνον εργασίας· το ολικόν εν τούτοις ποσόν των τεμαχίων τούτων δύναται ν' αντιπροσωπεύη εργασίαν δαπανηθείσαν ασκόπως.
Εάν ο στόμαχος της αγοράς δεν δύναται ν' απορροφήση όλον το ύφασμα εις την κανονικήν τιμήν των 2 φρ. κατά μέτρον, τούτο αποδεικνύει ότι πολύ μεγάλη μερίς κοινωνικής εργασίας εδαπανήθη υπό την μορφήν της υφαντουργίας. Το αποτέλεσμα είναι το αυτό, ως εάν έκαστος υφαντουργός, ιδιαιτέρως εχρησιμοποίει διά το ατομικόν του αγαθόν πλέον της κοινωνικής αναγκαίας εργασίας. Ενταύθα δυνάμεθα να είπωμεν κατά την Γερμανικήν παροιμίαν «μαζύ πιασμένοι, μαζύ κρεμασμένοι». Όλον το ύφασμα εις την αγοράν αποτελεί έν εμπόρευμα, του οποίου έκαστον τεμάχιον δεν είναι ή μέρος ποσοστόν.
Ωσαύτως οι ανταλλάκται μας ανακαλύπτουν ότι η αυτή διαίρεσις της εργασίας, η οποία δημιουργεί τούτους ανεξαρτήτους ιδιωτικούς παραγωγούς, καθιστά την πορείαν της κοινωνικής παραγωγής και τας σχέσεις τας οποίας δημιουργεί, τελείως ανεξαρτήτους των θελήσεών των, εις τρόπον ώστε, η ανεξαρτησία των προσώπων των μεν και των δε, ευρίσκει το κατ' ανάγκην συμπλήρωμά του, έναντι εις σύστημα αμοιβαίας εξαρτήσεως, επιβληθείσας υπό των πραγμάτων.
Η διαίρεσις της εργασίας μεταβάλλει το προϊόν της εργασίας εις εμπόρευμα και ως εκ τούτου επιβάλλει την μετατροπήν του εις τμήμα. Καθιστά δε συγχρόνως την επιτυχίαν της τοιαύτης μετουσιώσεως (transsubstantiation) τυχαίαν. Δυνάμεθα εν τούτοις να παρατηρήσωμεν το φαινόμενον, εν τη ολότητί του, οφείλομεν δε τότε να υποθέσωμεν ότι η πορεία του είναι κανονική. Εξ άλλου εάν το εμπόρευμα δεν είναι απολύτως άχρηστον, η αλλαγή της μορφής του γίνεται πάντοτε, οιαδήποτε και αν είναι η τιμή της πωλήσεώς του. Ας επιστρέψωμεν όμως εις την ανταλλαγήν. — Εκείνο που είναι φανερόν είναι ότι εμπόρευμα και χρυσός, 20 μ. υφάσματος και 2 λουδοβίκια, αλλάσσουν χείρα ή θέσιν. Το εμπόρευμα πραγματοποιεί την τιμήν του, ήτοι αγοράζει χρυσόν διότι &πώλησις είναι αγορά& λέγει ο Quesnay ή &πωλείν είναι αγοράζειν&. Όθεν Ε — Χ είναι συγχρόνως Χ — Ε.
Έως εδώ δεν εγνωρίζομεν μεταξύ των ανθρώπων, άλλην οικονομικήν σχέσιν, ειμή την σχέσιν των ανταλλακτών, σχέσιν εν τη οποία, ούτοι οικειοποιούνται το προϊόν ξένης εργασίας χορηγούντες το ιδικόν των.
Εάν όθεν είς των ανταλλακτών παρουσιασθή εις τον άλλον ως κάτοχος χρήματος, τότε έν εκ των δύο συμβαίνει: ή το προϊόν της εργασίας του κέκτηται φυσικώς την μορφήν νόμισμα, δηλαδή το προϊόν του είναι χρυσός, άργυρος κλπ., εν μια λέξει, ύλη του νομίσματος, ή το εμπόρευμα ήλλαξεν ήδη μορφήν, επωλήθη και ως εκ τούτου απεγυμνώθη της πρώτης του μορφής. Διά να λειτουργήση ως νόμισμα ο χρυσός, οφείλει φυσικώς να παρουσιασθή εις την αγοράν εις οιονδήποτε σημείον. Εισέρχεται εν τη αγορά εις αυτήν την πηγήν της παραγωγής του, δηλ. εκεί ένθα ανταλλάσσεται ως προϊόν άμεσον της εργασίας έναντι άλλου προϊόντος της αυτής αξίας.
Αλλ' από της στιγμής εκείνης αντιπροσωπεύει πάντοτε μίαν &πραγματοποιηθείσαν τιμήν εμπορεύματος&: ανεξαρτήτως της ανταλλαγής του χρυσού έναντι εμπορεύματος εν τη πηγή του της παραγωγής, ο χρυσός ευρίσκει εις τας χείρας εκάστου ανταλλάκτου — παραγωγού, το προϊόν της πωλησεως ή της πρώτης μεταμορφώσεως του εμπορεύματός του, Ε — Χ. Ο χρυσός κατέστη χρήμα ιδεώδες ή μέτρον αξιών, διότι τα εμπορεύματα εξέφραζον τας αξίας των εν αυτώ και ούτω εδημιούργουν την φανταστικήν μορφήν των — αξίαν αντίθετον των φυσικών των μορφών των χρησίμων προϊόντων· η κίνησις αύτη μετατρέπει πάσας εις χρυσόν και μεταβάλλει ως εκ τούτου εις χρυσόν την μεταμορφωθείσαν μορφήν των, όχι πλέον φανταστικώς, αλλά πραγματικώς. Το τελευταίον ίχνος των συνήθων μορφών και των συγκεκριμένων εργασιών των, εξ ων έλκουν την καταγωγήν, εξαφανισθέν ούτως, δεν καταλείπει πλέον ή ακαθόριστον και ομοιόχρωμον δείγμα της αυτής κοινωνικής εργασίας. Βλέποντες έν νόμισμα δεν δυνάμεθα να είπωμεν τι είδος μετετράπη εν αυτώ. Το νόμισμα δύναται όθεν να είναι βόρβορος ενώ ο βόρβορος δεν είναι νόμισμα.
Ας υποθέσωμεν τώρα, ότι τα δύο χρυσά νομίσματα, διά των οποίων ο υφαντουργός μας εξεποίησε το εμπόρευμά του, προέρχονται εκ της μεταμορφώσεως ενός σάκκου σίτου.
Η πώλησις του υφάσματος Ε — Χ, είναι συγχρόνως η αγορά του, Χ — Ε. Ενώ το ύφασμα είναι πωλημένον, το εμπόρευμα τούτο αρχίζει κίνησιν περατουμένην διά του αντιθέτου του, &της αγοράς της ενδυμασίας&. Ενώ το ύφασμα είναι ηγορασμένον, περατώνει κίνησιν, αρχίσασαν διά του αντιθέτου του, της πωλήσεως του σίτου, Ε — Χ (ύφασμα — χρήμα). Η πρώτη αύτη φάσις Ε — Χ — Ε (ύφασμα — χρήμα — ένδυμα) είναι συγχρόνως Χ — Ε (χρήμα — ύφασμα), η τελευταία φάσις μιας άλλης κινήσεως Ε — Χ — Ε (σίτος — χρήμα — ύφασμα).
&Η πρώτη μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος&, η διάβασίς του από της μορφής εμπορεύματος εις την μορφήν χρήμα, είναι πάντοτε &δευτέρα μεταμόρφωσις&, όλως αντίθετος &ενός άλλου εμπορεύματος&, της επιστροφής του εκ της μορφής χρήματος εις την μορφήν εμπόρευμα.