Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο

Part 4

Chapter 465 wordsPublic domain

Είδομεν ότι δεν ήτο δυνατόν λογικώς να παραδεχθώμεν την απόδειξιν της αντιλήψεως ότι η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων μετράται υπό του ποσού της απλής εργασίας της περιεχομένης εις αυτά. Και εξετάσαμεν πώς εγγεννάτο το σόφισμα, το οποίο καθίστα εσφαλμένον τον συλλογισμόν.

Ο Κ. Μαρξ παραγνωρίζει τον χαρακτήρα του κεφαλαίου, ότι είναι οικονομικόν αγαθόν όπως όλα τα άλλα και είς των πολλών παραγόντων της παραγωγής, της συνισταμένης απλώς εις τας τροποποιήσεις της εργασίας, των υπηρεσιών των κεφαλαίων και άλλων οικονομικών αγαθών, είς τινα οικονομικά αγαθά, τα οποία oνομάζομεν προϊόντα.

Μία συνέπεια της εις το κεφάλαιον αποδόσεως ιδιότητος οικονομικού αγαθού είναι ότι έχει τους αυτούς λόγους να αποδεχθή ή να αρνηθή, ότι τούτο έχει χρησιμότητα εν τη κοινωνία, ότι η χρήσις του κεφαλαίου πρέπει να πληρώνηται, ή ότι η χρήσις παντός άλλου οικονομικού αγαθού συμβάλλοντος εις την παραγωγήν πρέπει ν' αμείβεται.

Εξητάσαμεν επ' αυτού τας δυσκολίας τας οποίας συναντώμεν θέλοντες να καταστρέψωμεν την ιδιοκτησίαν επί του κεφαλαίου, ενώ διατηρούμεν την ιδιοκτησίαν επί των άλλων οικονομικών αγαθών.

Τέλος, ίδωμεν ότι και εάν αποδεχθώμεν την βασικήν αρχήν του Κ. Μαρξ, δεν δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι η ύπαρξις του κεφαλαιούχου είναι επιβλαβής εις την κοινωνίαν.

Πάντα όμως ταύτα δεν μας γνωρίζουν τας θεωρίας, αίτινες δέον ν' αντικαταστήσουν τας του Κ. Μαρξ, ούτε τα μέσα διά να επιτύχωμεν το μάξιμουμ της ευημερίας διά την κοινωνίαν.

Την απάντησιν εις τα ζητήματα ταύτα θα εύρωμεν εις την πολιτικήν οικονομίαν, των ζητημάτων δε τούτων η λύσις θα είναι η συνέπεια μιας πλήρους θεωρίας ανταλλαγής και παραγωγής.

Προ πολλού ήδη η πολιτική οικονομία απέδειξε ότι ο ελεύθερος συναγωνισμός είναι ο αναγκαίος όρος, διά την επίτευξιν του μάξιμουμ της ευημερίας του ατόμου και του είδους, και αι τελευταίαι εργασίαι της επιστήμης απέδωσαν τόσην ακρίβειαν εις την απόδειξιν του θεωρήματος τούτου, ώστε δυνάμεθα σήμερον δικαίως να το θεωρώμεν ως το μάλλον ασφαλώς βέβαιον εις την κοινωνικήν επιστήμην.

IV

Το βιβλίον του Κ. Μαρξ περιέχει επίσης αρκετά σημαντικόν περιγραφικόν και ιστορικόν μέρος επί της αγγλικής βιομηχανίας. Η λογική του μέρους τούτου φαίνεται πολύ ελαφρά. Σπανίως βλέπομεν απόπειραν συλλογισμού αυστηρού διά την σύνδεσιν των γεγονότων, εκ των οποίων ο Κ. Μαρξ εξάγει τας συνεπείας, φαίνεται δε ότι επαφίεται την φροντίδα ταύτην εις απλήν συγκέντρωσιν ιδεών κατά το πλείστον ανηκουσών εις το κεφάλαιον της συγκινήσεως.

Τούτο άλλως τε είναι το σύνηθες σύστημα των σοσιαλιστικών σχολών. Πρόκειται ν' αποδείξουν ότι γεγονότα αξιόμεμπτα είναι συνέπεια του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Αποδεικνύουν, πράγμα που δεν είναι το ίδιον, ότι τα γεγονότα ταύτα συνυπάρχουν εις την κοινωνίαν μαζύ με το καπιταλιστικόν σύστημα (32). Ο συλλογισμός θα ήτο καλός μόνον δι' εκείνους, οι οποίοι διατείνονται, ότι τα πάντα είναι θαυμάσια εις τον κόσμον τούτον και ότι το καπιταλιστικόν σύστημα έχει την θαυματουργόν αρετήν να επιβάλη την δικαιοσύνην και τιμιότητα επί της γης.

Βεβαίως υπήρχον πολλαί αστείαι προσωπικότητες έτοιμαι να εκφράσωσι τον θαυμασμόν των διά την υφισταμένην κατάστασιν των πραγμάτων, να ενθουσιασθούν διά τας αρετάς των και ν' ανακράζουν μετά του Βιργιλίου.

Magnus ab integro sæclorum nascitur ordo. Jam redit er Virgo; redeunt Saturnian regna; Jam nova progenus cœlo dimittitur alto.

Μετέβαινον να διδάξουν εις τους πτωχούς, την ταπείνωσιν, την υποταγήν και το σέβας προς τους μεγάλους της γης, κατορθώσαν δ' ακόμη και να συγκινηθούν διά την τύχην των μαύρων των εργαζομένων υπό το μαστίγιον των φυτευτών της Βιργινίας. Σήμερον λιβανίζουν τους πολιτευομένους και διαδίδουν σοφίσματα διά να δικαιολογήσουν την σπατάλην του δημοσίου ταμείου. «Επενόησαν δ' ακόμη, λέγει ο Παύλος Κουριέ, ατελή τινα υπηρεσίαν, ην και ο αυλικός θα ηρνείτο, ή τουλάχιστον δεν θα εθεώρει τιμήν του να την ενεργήση».

Δεν είναι όμως μόνον οι βασιλείς, οίτινες έχουν αυλικούς, είχεν ακόμη και ο Δήμος εποχής του Αριστοφάνους· σήμερον δ' ακόμη δεν παρουσιάζεται έλλειψις τοιούτων. Αλλ' οι αυλικοί και οι συνένοχοι των πολιτευομένων αποτελούν λεγεώνα και πάντες ομού καταβροχθίζουν σοβαράν μερίδα πλούτου, τον οποίον παράγει η εργασία ηνωμένη με το κεφάλαιον.

Ο κ. W. G. Summer απέδειξε (33) ότι χάρις εις την καταστροφήν αυτήν του πλούτου συμβαίνει, ώστε οι πλούσιοι να γίνωνται, πλουσιώτεροι και οι πτωχοί πτωχότεροι. Ιδέτε εις τας Ηνωμένας Πολιτείας τας μεγάλας περιουσίας, αι οποίαι εδημιουργήθησαν διά μέσου της προστασίας ή διά παντός άλλου είδους κλοπής επιτευχθεισών χάρις εις την βοήθειαν της κυβερνήσεως· σημειώσατε όμως ότι, εάν κεφαλαιούχοι τινές κατώρθωσαν να πλουτίσουν εις βάρος άλλων κεφαλαιούχων ουδέν όμως των (οικειοποιημένων) κεφαλαίων δεν εσχηματίσθη ούτως· τουναντίον η αλλοίωσις της φυσικής διανομής του πλούτου υπήρξε αιτία μιας τεραστίας καταστροφής δημιουργουμένων κεφαλαίων, παρεμποδίσασα επίσης την αύξησιν των γενικών κεφαλαίων της χώρας κατά τόσον βαθμόν, όσον θα επετυγχάνετο αύτη με την οικονομικήν ελευθερίαν.

Και ούτως ο μέγας κλέπτης προξενεί εις την κοινωνίαν καταστροφήν μη υπολογιζομένην μόνον διά του ποσού του κλαπέντος πλούτου· διότι το μεγαλύτερον κακόν το παρεμποδίζον την παραγωγήν σημαντικής ποσότητος πλούτου είναι η έλλειψις ασφαλείας ήτις θα υπήρχε υπό σύστημα οικονομικής ελευθερίας.

Διά παρομοίαν αιτίαν αι κοινότητες του Μεσαιώνος εύρον συμφέρον των να πληρώσουν ισχυρά ποσά διά ν' απαλλαγούν της προστασίας των κυρίων των. Και αν διά ν' απαλλαγούν σήμερον της προστασίας των πολιτευομένων ήτο δυνατόν να ακολουθηθή η αυτή οδός, πάντες θα το απεδέχοντο.

Πλείστοι καταχρώνται των θεωριών της πολιτικής οικονομίας και ατιμάζουν την επιστήμην διά να δικαιολογήσουν τα κακουργήματα των πολιτευομένων. Διά των σοφισμάτων των ενθυμίζουν τους καζουιστάς ότι ο Πασχάλ έθεσε υπό το μαρτύριον εις τα Provemiales. Αι αυταί μέθοδοι, οι αυτοί συλλογισμοί, η αυτή απουσία ηθικού αισθήματος παρατηρούνται. Τας αρχάς της επιστήμης αναγνωρίζουν και αυτοί και διαδηλούν δημοσίως την αλήθειάν των, εν τούτοις όμως διά σειράς δολίων συλλογισμών εξάγουν συμπεράσματα άτινα αποκρούει ο κοινός νους.

Πόσοι διακηρύσσουν εαυτούς συμπαθείς προς την ελευθέραν ανταλλαγήν και καταλήγουν επιδοκιμάζοντες τα μέτρα του προστατευτικού συστήματος. Πόσοι δήθεν οικονομολόγοι, αφού αξιωματικώς το κράτος διεκήρυξεν ότι το κράτος δέον να επαγρυπνή επί της ακεραιότητος των νομισμάτων, καταλήγουν, όπως δικαίως τους μέμφεται ο Κ. Μαρξ, εις το να επιδοκιμάζουν τας κυβερνήσεις, αι οποίαι τα κιβδηλοποιούν.

Παρετηρήθησαν εις την Ιταλίαν κυβερνήσεις εκδίδουσαι κίβδηλον χαρτονόμισμα, το οποίον διένειμαν εις τας επιχειρήσεις τας διατελούσας υπό την προστασίαν των. Παρετηρήθησαν κυβερνήσεις, αίτινες αντί να επαγρυπνούν διά την εφαρμογήν του νόμου επίεζον τραπέζας εκδόσεως τραπεζογραμματίων εις το να τον παραβαίνουν. Κατέληξαν μέχρι του σημείου να κλείσουν τους οφθαλμούς των εις τα σκάνδαλα της Τραπέζης της Ρώμης, διότι η τράπεζα τοις παρέσχε υπηρεσίας και χρήμα διά τας εκλογάς.

Άνθρωποι αποκαλούντες εαυτούς οικονομολόγους προσεπάθησαν να δικαιολογήσουν τας ενόχους ταύτας μηχανορραφίας υπαινισσόμενοι την «κατεύθυνσιν της προθέσεως» ήτις, κατ' αυτούς ήτο αγνή τιμία.

Η πολιτική οικονομία δεν είναι υπεύθυνος διά τα σοφίσματα ταύτα· υπενθυμίζοντες την θεωρίαν κατά την οποίαν ελεύθερος συναγωνισμόν παράγει το μάξιμουμ της ευμερίας διά τον άνθρωπον και το είδος, δεν ηθελήσαμεν ουδ' επί στιγμήν να δικαιολογήσωμεν τας καταχρήσεις, αίτινες λαμβάνουν χώραν εν τη κοινωνία μας.

Τας καταχρήσεις ταύτας, τας οποίας οι ελεύθεροι οικονομολόγοι πάντοτε απεδοκίμασαν, τας εγκαταλείπωμεν εξ ολοκλήρου εις την μήνιν των σοσιαλιστικών σχολών. Ας παρατηρηθή όμως ότι σχεδόν όλαι εδημιουργήθησαν ένεκα της επεμβάσεως του κράτους. Είναι δε τελείως απίθανον ότι η επέκτασις των δικαιωμάτων του κράτους θα θεραπεύση το κακόν. Ο αστικός σοσιαλισμός, ο οποίος κατέκλυσε την κοινωνίαν μας ενεργεί με τας αυτάς αρχάς, με τας οποίας και ο λαϊκός ο επιζητών την αντικατάστασιν του πρώτου. Αι καταχρήσεις του ενός μας κάμουν να προΐδωμεν τας καταχρήσεις του άλλου.

Είναι δε τιμή και δόξα της πολιτικής οικονομίας το γεγονός ότι από του Adam Smith μέχρι σήμερον, απεκάλυψεν αύτη εις τον κόσμον τα δημιουργηθέντα κακά διά της αυθαιρέτου επεμβάσεως των κυβερνήσεων διανεμουσών εις τους οπαδούς των τον παραχθέντα εις την χώραν πλούτον· εις μάτην επεχείρησαν να υποβιβάσωσι την αξίαν των έργων του Bartiat και να εισαγάγουν εν τη επιστήμη μεταφυσικάς αντιλήψεις, εκ των οποίων αύτη είχεν απαλλαγή. Υπάρχει μεγαλυτέρα γνώσις, το σατυρικόν έργον του Bartiat, «la Physiologique de la Spoliation» παρά εις τους ογκώδεις τόμους των από καθέδρας σοσιαλιστών.

Φυσικά ο Κ. Μαρξ απέχει πολύ από του να αναγνωρίση την ελαχίστην αξίαν εις τας θεωρίας της οικονομικής επιστήμης. Διευθύνει τα ισχυρότερα βέλη του εναντίον «της αστικής πολιτικής οικονομίας», και την καθιστά υπεύθυνον διά πάσαν ανοησίαν, γραφομένην υπό παντός «αστού» συγγραφέως. Το μικρότερον ελάττωμα των οικονομολόγων είναι ότι είναι «συκοφάνται», ότι συγγράφουν «παιδαριώδεις θεωρίας».

Εξ άλλου θέτει κατά μέρος τους φυσιοκράτας, αλλά συγκεντρώνει όλας τας άλλας οικονομικάς σχολάς, και ο αναγνώστης πρέπει να υπολογίζη επί των ιδίων φώτων διά να δυνηθή να χωρίση τα σφάλματα, με τα οποίαι επιβαρύνουν τους ελευθέρους οικονομολόγους από τα σφάλματα των άλλων συγγραφέων ως του Thiers, οι οποίοι δεν θα έπρεπε να υπολογισθούν μεταξύ των οπαδών του κατηραμένου laisser — faire.

Ο Κ. Μαρξ αναφέρει καί τινα Edmond Potter, ο οποίος κατά το 1863 ήθελε να εμποδίση την μετανάστευσιν των Άγγλων εργατών. Ο κύριος ούτος έγραφε: «ενθαρρύνετε ή &επιτρέπετε& την μετανάστευσιν της δυνάμεως της εργασίας και τι θα απογίνη ο κεφαλαιούχος; Ο Κ. Μαρξ μέμφεται δικαίως τας λέξεις ταύτας, αλλά διατί δεν λαμβάνει υπ' όψει ότι εις το σημείον αυτό τουλάχιστον οι &συκοφάνται& της ελευθέρας πολιτικής οικονομίας, «οι ιδεολόγοι του κεφαλαίου» έχουν την ευτυχίαν να συμφωνούν μετ' αυτού; Παν μέτρον τείνον εις την παρεμπόδισιν του εργάτου του διαθέτειν ελευθέρως την εργασίαν του και τον εαυτόν του κατηγορείται υπό της σχολής του laisser—faire· Νυν δε ο κ. de Molinari επέμεινε πολύ επί της πραγματοποιηθησομένης προόδου εν τη κοινωνία μας, ίνα ο εργάτης δυνηθή ευκόλως να προσφέρη την εργασίαν του εν τη αγορά, εν τη οποία αύτη αμείβεται καλύτερον (34).

Δεν πρέπει επίσης να λησμονήσωμεν ότι αι προθέσεις των εργοδοτών περί παρεμποδίσεως της μεταναστεύσεως των εργατών ουδεμιάς έτυχον υποστηρίξεως παρά της Αγγλικής κυβερνήσεως, ωθουμένης από τας φιλελευθέρας αρχάς του Cobden και John Bright, ενώ τελευταίως εν Ιταλία, μία κυβέρνησις προστατευτική εξέδιδε διά να φανή ευάρεστος είς τινας γαιοκτήμονας φίλους της, αποφάσεις κανονιζούσας δήθεν την μετανάστευσιν κυρίως όμως δυσχεραινούσας αυτήν.

Επί πολλών άλλων ακόμη σημείων οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι συμφωνούν με τον Κ. Μαρξ· π. χ. κατηγορούν την εκμετάλλευσιν της εργασίας των γυναικών και παιδίων από τα άτομα υπό την προστασίαν των οποίων διατελούν. Η συμφωνία όμως σταματά όταν πρόκειται να ευρεθή η αιτία των γεγονότων τούτων.

Διά τον Κ. Μαρξ η αιτία ευρίσκεται μόνον εις το κεφαλαιοκρατικόν σύστημα· αλλ' εάν τούτο ήτο αληθές το αποτέλεσμα δεν θα εξηφανίζετο μετά της αιτίας του; Ενώ όλως τουναντίον παρατηρούμεν, διότι τας γυναίκας και τα παιδία τα κακομεταχειρίζονται περισσότερον εις τας πρώτας κοινωνίας, ένθα δεν υφίστατο κεφαλαιοκρατικόν σύστημα, και όπου αύται ευρίσκονται εις πρωτόγονον κατάστασιν, ενώ εις την κοινωνίαν μας έτυχον αναπτύξεως σημαντικής (35).

Βεβαίως αν δεν υπήρχον εργοστάσια ο πατήρ δεν θα ηδύνατο να απέστελλεν εκεί τα τέκνα του.

Αλλά δεν υπάρχει άλλο μέσον διά να επωφεληθή αυτών; Η σωματεμπορία υφίσταται ακόμη εν Ευρώπη.

Τελευταίως συνελήφθη εις Τεργέστην άτομόν τι αναχωρούν διά τας Ινδίας με πολλάς νεαράς κορασίδας, τας οποίας θα παρέδιδεν εις τους Radjahs. Ίσως και να ήσαν αφιερωμέναι εις τους μεγάλους τούτους, περί ων ομιλεί ο Κ. Μαρξ και θα επληρώνοντο με το ένα εκ των τριών μερών, του αφιερωμένου προϊόντος «διά την απλήν και προοδευτικήν παραγωγήν του κεφαλαίου». Εις την Νεάπολιν πατέρες πωλούν τα τέκνα των διά να επαιτούν εις τους δρόμους και να παίζουν όργανα. Η τύχη των πτωχών τούτων μικρών αθλίων δεν είναι ολιγώτερον σοβαρά εκείνης, την οποίαν περιγράφει ο Κ. Μαρξ, σχετικώς με τα παιδία τα εργαζόμενα εις τα αγγλικά εργοστάσια.

Ίσως θα μας είπουν ότι η δυστυχία αναγκάζει τους πατέρας εις την ακρότητα ταύτην. Τούτο είναι αληθές, αλλά τι έπεται εκ τούτου; Η δυστυχία αύτη δεν είναι ο αποκλειστικός σκοπός του καπιταλιστικού συστήματος, αφού υφίσταται εις κοινωνίας, εις τας οποίας το σύστημα τούτο δεν υπάρχει. Εν πάση περιπτώσει είναι ανωφελές να σταματώμεν επί των αποτελεσμάτων της δυστυχίας, διότι αν υφίσταται σύστημα, διά του οποίου τούτο αποφεύγεται, ουδείς λογικός και τίμιος θα αντετίθετο.

Διά να λύσωμεν έν τοιούτον πρόβλημα δεν αρκεί να σημειώσωμεν απλώς τα κακά εξ ων πάσχει η κοινωνία μας. Πρώτον διότι πρέπει να χωρίσωμεν τα παραγόμενα υπό του αστικού σοσιαλισμού, όστις χάρις εις τους πολιτευομένους κατακλύζει επί μάλλον και μάλλον την κοινωνικήν μας οργάνωσιν (36), από εκείνα τα οποία είνε συνέπεια του ελευθέρου συναγωνισμού. Κατόπιν διότι θα πρέπη να αποδείξωμεν ότι έν άλλο σύστημα θα περικλείη ολιγώτερα, και τούτο μέχρι σήμερον δεν έγεινεν.

Η εν τούτω άποψις της πολιτικής οικονομίας θαυμασίως εξεφράσθη υπό του κ. Demolinari, του οποίου δεν έχομεν παρά να μεταφέρωμεν τας λέξεις.

«Η παραγωγή ηύξησεν, ο πλούτος επολλαπλασιάσθη, η αλληλεγγύη επεξετάθη, ο πόλεμος έπαυσε να είναι αναγκαίος διά να περιφρουρήση τον πολιτισμόν, αλλ' η ομαδική και η ατομική κυβέρνησις δεν κατώρθωσεν εισέτι να συμμορφωθή προς τας νέας συνθήκας της ζωής, τας οποίας η οικονομική πρόοδος εδημιούργησεν εις τας κοινωνίας και τα άτομα. Η τήρησις των ομαδικών και ατομικών δικαιωμάτων και καθηκόντων δεν επραγματοποίησεν ουδεμίαν σημαντικήν πρόοδον· δυνάμεθα να υποστηρίξωμεν ακόμη όχι εάν επροώδευσεν είς τινα σημεία, εις άλλα οπισθοδρόμησε.

Αντί να εφαρμόσουν ακριβέστερον τους θετικούς νόμους εις τα φυσικά δικαιώματα των ατόμων τι κάμνουν αι κυβερνήσεις; Επεκτείνουν καθ' εκάστην αυθαιρέτως διά των νόμων των μονοπωλίων και της προστασίας, την ιδιοκτησίαν και ελευθερίαν των μεν εις βάρος της ιδιοκτησίας και ελευθερίας των δε, προστατεύουν τα κέρδη των βιομηχάνων και τας προσόδους των ιδιοκτητών, εναντίον των ημερομισθίων των εργατών, μέχρις ότου οι εργάται κύριοι της μηχανής υπαγορεύσουν νόμους, προστατεύσουν τα ημερομίσθιά των εις βάρος των κερδών των βιομηχάνων και των προσόδων των ιδιοκτητών. Εξαναγκάζουν όλας τας υπάρξεις εις μίαν μόνιμον αστάθειαν πότε ανυψούσαι και πότε περιορίζουσαι τα εμπόδια, τα οποία έστησαν εναντίον της ελευθερίας της εργασίας και της ανταλλαγής. Αντί να συμφωνήσουν διά να εξασφαλίσουν την ειρήνην, όπως τούτο θα κατορθούτο με μίνιμουμ δαπάνης, επιδεινώνουν συνεχώς το βάρος της προετοιμασίας του πολέμου, αναμένουσαι την κατάλληλον στιγμήν διά να τον εξαπολύσουν καταστρεπτικώτερον και αιματηρότερον παρά ποτέ. Πανταχού αι κυβερνώσαι τάξεις έχουν υπ' όψιν των μόνον τα σημερινά και εγωιστικά συμφέροντά των και χρησιμοποιούν την εξουσίαν των διά την ικανοποίησίν των χωρίς να ενδιαφέρωνται να μάθουν εάν ταύτα είναι σύμφωνα ή όχι προς το γενικόν και μόνιμον συμφέρον της κοινωνίας».

Το συμφέρον τούτο η Πολιτική οικονομία λέγει ότι δεν δύναται άλλως να επιτευχθή ειμή διά του ελευθέρου συναγωνισμού, ότι παν προ αυτού τιθέμενον εμπόδιον είναι επιβλαβές, ότι προστασία (προστατευτικόν σύστημα) σημαίνει &καταστροφή πλούτου&, και τέλος ότι το πλείστον των κακών, των παρατηρουμένων εν τη κοινωνία μας, προέρχεται, όπως λέγη ο κ. καθηγητής Todde, όχι από κατάχρησιν ελευθερίας, αλλά τουναντίον από την έλλειψιν της αναγκαίας ελευθερίας. Όλα τα γεγονότα, τα οποία γνωρίζομεν, μας οδηγούν εις το συμπέρασμα τούτο, όπως και κάθε νέον παρατηρούμενον γεγονός το επιβεβαιοί.

Από οιονδήποτε μέρος και εάν προέρχεται πάσα προσβολή εναντίον της οικονομικής ελευθερίας είναι κακόν. Εάν η ελευθερία αύτη παραβιάζεται είτε εν ονόματι του αστικού σοσιαλισμού είτε εν ονόματι του λαϊκού τοιούτου το αποτέλεσμα είναι το ίδιον, δηλαδή καταστροφή πλούτου, η οποία εις το τέλος επιβαρύνει το πτωχότερον μέρος και κατά συνέπειαν τον πολυαριθμότερον πληθυσμόν, του οποίου τας δυστυχίας επιδεινώνει.

Vilfredo Pareto

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι.

ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ

I. Οι δύο συντελεσταί του εμπορεύματος: αξία χρήσεως και ανταλλακτική αξία ή κυρίως αξία.

Το εμπόρευμα είναι αντικείμενον, όπερ αποκτώμενον διά της ανθρωπίνης εργασίας, αντί να καταναλίσκεται υπό του παραγωγού του ανταλλάσσεται και διά των ιδιοτήτων του ικανοποιεί πάσαν ανάγκην του ανθρώπου αμέσως μεν ως μέσον συντηρήσεως, εμμέσως δε ως μέσον παραγωγής.

Η χρησιμότης είναι λοιπόν η πρώτη, η απαραίτητος ιδιότης του εμπορεύματος· η χρησιμότης, η εκδηλουμένη εν τη χρήσει ή εν τη καταναλώσει, του δίδει την &αξίαν χρήσεως&.

Και ακριβώς διότι το εμπόρευμα κέκτηται αξίαν χρήσεως, αποκτά και ανταλλακτικήν αξίαν. Προϊόν τελείως άχρηστον δεν είναι δυνατόν να είναι ανταλλάξιμον. Εμπορεύματα φύσεως διαφόρου, ανταλλάσσονται εις αναλογίας διαφόρους· δεν ανταλλάσσομεν μίαν λίτραν σιδήρου αντί μιας λίρας χρυσής, ούτε λίτραν σίτου αντί λίτρας αδαμάντων αλλ' ανταλλάσσομεν πολλούς στατήρας σιδήρου αντί μιας λίρας χρυσής και πλείστα εκατόλιτρα σίτου αντί ενός αδάμαντος.

Ίνα δύο εμπορεύματα φύσεως και αναλογίας διαφόρου δύνανται ν' αξίζουν εξ ίσου πρέπει και τα δύο να περιέχουν εν ίση ποσότητι &κοινήν σύμμετρον ύλην&.

Τετράγωνον ισούται προς τρίγωνον, όταν αι γραμμαί του περιβάλουν ίσην επιφάνειαν· η επιφάνεια είναι το κοινόν γνώρισμα όλων των σχημάτων της επιπέδου γεωμετρίας.

Τι το κοινόν το ενυπάρχον εις όλα τα εμπορεύματα; Δεν δύναται να είναι φυσική τις ιδιότης, αφού αι φυσικαί ιδιότητες είναι ακριβώς εκείναι, διά των οποίων διαφέρουν τα εμπορεύματα.

Μήπως άραγε είναι η χρησιμότης, η ιδιότης εκείνη, η πράγματι κοινή εις όλα τα εμπορεύματα;

Ούτε η χρησιμότης, αφού ανταλλάσσομεν αδάμαντα χρησιμότητος τόσον περιωρισμένης έναντι εκατολίτρων σίτου, του χρησιμοτέρου δημητριακού προς διατροφήν των ανθρώπων, και αφού δίδομεν διά μίαν χρυσήν λίραν, στατήρας ολοκλήρους σιδήρου, του χρησιμοτέρου των μετάλλων. Εις την Ομηρικήν εποχήν, ότε ο ορείχαλκος εχρησιμοποιείτο διά την κατασκευήν των ξιφών και διαφόρων άλλων οπλισμών, οι ήρωες της &Ιλιάδος& εθεώρουν τον σίδηρον ως πολύτιμον μέταλλον. Εις την πρόοδον της εκπολιτισμένης παραγωγής οφείλεται, ότι αντικείμενα πρώτης χρησιμότητος ανταλλάσσονται εν μεγαλυτέρα αναλογία έναντι αντικειμένων μικροτέρας χρησιμότητος.

Παρ' εκτός της χρησιμότητος, τα εμπορεύματα έχουν και άλλην τινα κοινήν ιδιότητα: Είναι όλα προϊόντα της εργασίας του ανθρώπου και διά να δημιουργηθούν εχρειάσθη δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως.

Ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν παρεσχέθη η εργασία, είτε δι' αναζήτησιν αδάμαντος, είτε διά μεταφοράν ύδατος ή ραφήν ενδύματος, παριστά πάντοτε φθοράν τινα της ανθρωπίνης μηχανής. Ούτως ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν καταναλίσκεται η θερμότης ενός τόννου άνθρακος είτε προς έλξιν βαγονιών, είτε προς ύφανσιν βάμβακος, εκτύπωσιν εφημερίδος, παραγωγήν ηλεκτρισμού και φωτός, είναι πάντοτε φθορά καυσίμου ύλης, δαπάνη θερμίδων και τέλος δαπάνη κινήσεως. Όταν δ' ο δόκτωρ Meyer εύρε το μηχανικόν ισοδύναμον της θερμότητος, οι φυσικοί ηδυνήθησαν να παρακολουθήσουν, εις όλας της τας μεταμορφώσεις την ενιαίαν δύναμιν, την κίνησιν. Η αξία είναι ο γόρδιος δεσμός της πολιτικής οικονομίας, ως παρετήρει ο Ricardo.

Ο γνωρίζων το συστατικόν στοιχείον της αξίας κρατεί εις χείρας του το νήμα της Αριάδνης, το οποίον θα τον οδηγήση εις τον δαίδαλον της παραγωγής και ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Η δύναμις — εργασία του ανθρώπου, είναι η μόνη δύναμις η δημιουργούσα αξίας, και τα εμπορεύματα θεωρούνται &αξίαι&, διότι περιέχουν ανθρωπίνην εργασίαν.

Το εμπόρευμα πριν εισέλθει εις την ανταλλαγήν είναι &αξία&, ήτοι αποταμιευτής ανθρωπίνης δυνάμεως και δεν ανταλλάσσεται παρά μόνον διότι είναι αξία. Το ύδωρ ποταμού και ο αήρ της ατμοσφαίρας, αν και απαραίτητα εις την ζωήν, δεν είναι αξίαι, ως μη περιέχοντα ανθρωπίνην εργασίαν.

Εάν όμως χρησιμοποιούμεν ανθρωπίνην εργασίαν, πιέζοντες τον αέρα και μεταφέροντες ύδωρ εις οικίαν ή την Σαχάραν, αμέσως τότε το ύδωρ και ο αήρ αποβαίνουν αξίαι και ανταλλάσσονται.

Κατά ποίον τρόπον μετράται η αξία;

Τις ερωτών επί της τιμής δύο εμπορευμάτων της αυτής πρώτης ύλης και της αυτής χρησιμότητος, επί παραδείγματος δύο καθισμάτων εκ δρυός, ων το έν έχει τους πόδας στρεπτούς και το ερεισίνωτον επεξεργασμένον, δεν ήκουε τον κατασκευαστήν ν' απαντά:

— Το κάθισμα αυτό είναι ακριβώτερον διότι εχρειάσθη περισσοτέραν εργασίαν ή εκείνο, του οποίου οι πόδες και το ερεισίνωτον είναι απλά.

Η τόσον συνήθης αύτη φράσις, ως αλήθεια de la Palisse, είναι η μόνη απάντησις εις την ανωτέρω τεθείσαν ερώτησιν. Διότι, λέγουν ο Α. Σμιθ και ο Ricardo: «το προϊόν δύο ημερών ή δύο ωρών εργασίας αξίζει το διπλάσιον εκείνου, όπερ συνήθως απαιτεί μία ημέρα ή μία ώρα εργασίας»(37).

Αλλ' υπάρχει εργασία και εργασία, όπως υπάρχη θεωρία και θεωρία. Θα ηδύνατό τις να φαντασθή ότι η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του ποσοστού της δαπανηθείσης κατά την παραγωγήν του εργασίας, το εμπόρευμα θα είχεν αξίαν τόσω μεγαλυτέραν, όσον ο άνθρωπος είναι οκνηρός και ανίκανος, διότι χρησιμοποιεί περισσότερον χρόνον εν τη κατασκευή του.

Αλλ' η εργασία, η αποτελούσα την ουσίαν της αξίας των εμπορευμάτων, είναι εργασία ίση και αδιαίρετος, δαπάνη της αυτής δυνάμεως. Η δύναμις της εργασίας της κοινωνίας ολοκλήρου, η εκδηλουμένη εν τω συνόλω των αξιών, δεν υπολογίζεται κατά συνέπειαν ή ως ενιαία δύναμις αν και συγκειμένη εξ αναριθμήτων ατομικών δυνάμεων. Εκάστη ατομική δύναμις εργασίας είναι ίση προς πάσαν άλλην, εφ' όσον κέκτηται τουλάχιστον τον χαρακτήρα μιας μέσης κοινωνικής δυνάμεως και λειτουργεί ως τοιαύτη, ήτοι χρησιμοποιεί εν τη παραγωγή ενός εμπορεύματος κατά μέσον όρον τον αναγκαίον χρόνον εργασίας ή τον κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον εργασίας.

Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εν τη παραγωγή των εμπορευμάτων είναι ο απαιτούμενος διά πάσαν εργασίαν εκτελουμένην διά του μέσου βαθμού της επιτηδειότητας και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αι οποίαι εν σχέσει προς το δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, είναι κανονικαί.

Μετά την εις Αγγλίαν εισαγωγήν της δι' ατμού υφαντουργίας εχρειάσθη ίσως κατά ήμισυ ολιγωτέρα εργασία ή άλλοτε διά την μετατροπήν εις ύφασμα ποσότητος νήματος. Ο εργαζόμενος διά των χειρών υφαντουργός είχε πάντοτε ανάγκην του αυτού χρόνου διά να εκτελέση την μετατροπήν ταύτην. Έκτοτε όμως το προϊόν της ατομικής εργατικής του ώρας δεν αντεπροσώπευε πλέον ή το ήμισυ μιας κοινωνικής εργατικής ώρας και δεν απέδιδε πλέον παρά το ήμισυ της πρώτης αξίας.