Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο

Part 3

Chapter 343 wordsPublic domain

Εννοείται βεβαίως ότι μία κυβέρνησις δύναται να υποχρεώση τον κάτοχον του οικονομικού αγαθού Α να το ανταλλάξη διά του Β χωρίς να ωφεληθή τόκον· ως επίσης ηδύνατο να υποχρεώση τον παραγωγόν του οίνου και ανταλλάξη ίσον βάρος οίνου διά του σίτου χωρίς ούτος να λάβη υπόλοιπον εις χρήμα.

Αντιλέγουν συνήθως ότι αν το κεφάλαιον δεν ελάμβανε κανένα τόκον ουδείς θα εκοπίαζε διά την παραγωγήν και διατήρησιν του κεφαλαίου τούτου, ως επίσης ουδείς θα εκαλλιέργει πλέον την άμπελόν του εάν πρόκειται να υποχρεωθή να ανταλλάξη το προϊόν του με ίσον βάρος άλλου εμπορεύματος κατωτέρας αξίας. Αλλ' ο Κ. Μαρξ απαντά ότι το κράτος δύναται ν' αφαιρή από το προϊόν της εργασίας των πωλητών ό,τι αναγκαίον διά την εξασφάλισιν «της απλής και προοδευτικής αναπαραγωγής του κεφαλαίου άνευ ουδεμιάς επεμβάσεως «του μαύρου ιππότου» του επονομασμένου κεφαλαιούχου.» Δυνάμεθα όμως να είπωμεν επίσης ότι το κράτος θ' αφαιρέση εκ της εργασίας των πολιτών ό,τι αναγκαίον διά την καλλιέργειαν της αμπέλου, της οποίας η απλή και προοδευτική αναπαραγωγή θα εξησφαλίζετο ούτως άνευ της επεμβάσεως του μαύρου τούτου ιππότου του επονομαζομένου αμπελουργού.

Είναι ωφελιμώτερον διά την ευημερίαν της κοινωνίας να γίνηται η αναπαραγωγή του κεφαλαίου — ή η καλλιέργια της αμπέλου — διά μέσου αγγαρειών επιβαλομένων εις τους πολίτας ή ως αύτη γίνεται υπό το καθεστώς του ελευθέρου συναγωνισμού; τούτο είναι ζήτημα εξεταστέον, απολύτως όμως διακριτόν του άλλου του εάν η αξία των εμπορευμάτων δεν εξαρτάται ειμή εκ της «απλής» εργασίας χρησιμοποιουμένης διά την παραγωγήν των.

Αλλά ποία είναι «η απλή» αύτη εργασία, η οποία μετρά την ανταλλακτικήν αξίαν (ή το κόστος, της παραγωγής);

Η εργασία, της οποίας η διάρκεια μετρά την αξίαν είναι κατά τον Κ. Μαρξ» δαπάνη απλής δυνάμεως, την οποίαν πας κοινός άνθρωπος άνευ ειδικής τινος αναπτύξεως κέκτηται εν τω οργανισμώ του.

Ο μέσος όρος της απλής εργασίας είναι αληθές ότι είναι διάφορος κατά χώρας και εποχάς. Είναι όμως καθωρισμένος εν διδομένη κοινωνία. — Θα έπρεπε να προστεθή: με δεδομένον κεφάλαιον. — «Η σύνθετος εργασία είναι η απλή εργασία πολλαπλασιασμένη εις τρόπον ώστε μία δοθείσα ποσότης συνθέτου εργασίας αντιστοιχεί προς μεγαλυτέρα ποσότητα απλής εργασίας».

Τούτο είναι έν των σημείων εκείνων επί των οποίων σοβαρώς προσεβλήθη η θεωρία του Κ. Μαρξ. Διερωτώμεθα πώς δυνάμεθα να καθορίσωμεν τας σχέσεις ταύτας μεταξύ της απλής και συνθέτου εργασίας. Είναι φανερόν ότι έδει να τας εξεύρωμεν ανεξαρτήτως της αξίας των προϊόντων της εργασίας, διότι άλλως, εάν μετρήσωμεν την εργασίαν διά της αξίας δεν θα δυνηθώμεν είτα να μετρήσωμεν την αξίαν διά της εργασίας.

Φοβούμεθα εν τούτοις μήπως ο συγγραφεύς μας παρεσύρθη εις το σόφισμα τούτο, διότι λέγει: «Πανταχού αι αξίαι των πλέον διαφόρων εμπορευμάτων εκφράζονται αδιακρίτως εις χρήμα, δηλαδή εις μάζαν τινά χρυσού ή αργύρου. Ως εκ τούτου τα διάφορα είδη της εργασίας, τα αντιπροσωπευόμενα υπό των αξιών τούτων, ηλλαττώθησαν κατά τας διαφόρους αντιλήψεις εις ωρισμένα ποσά ενός και του αυτού είδους κοινής εργασίας, της εργασίας της παραγούσης τον χρυσόν και τον άργυρον» (25).

Εάν παραδεχθώμεν όθεν ότι τα διάφορα είδη εργασίας τα περιεχόμενα εις διάφορα εμπορεύματα δυνατόν να αναχθώσιν εις «απλήν» εργασίαν αναλόγως των εμπορευμάτων τούτων, ουδεμία πλέον υπάρχει δυσκολία διά να συμπεράνωμεν, ότι αι αξίαι αύται είναι ανάλογοι προς την περιεχομένην εις τα εμπορεύματα «απλήν» εργασίαν.

Χωρίς πλέον να επιμείνωμεν επί της απόψεως ταύτης ας υποθέσωμεν ότι η αναγωγή των διαφόρων ειδών εργασίας εις απλήν εργασίαν δύναται να γίνη ανεξαρτήτως της αξίας, ας υποθέσωμεν ακόμη ότι υφίσταται κοινωνία άνευ οικειοποιημένου κεφαλαίου, εν τη οποία η κυκλοφορία:

&χρήμα — εμπόρευμα — χρήμα&, απαγορεύεται απολύτως, και ότι αι αρχικαί συνθήκαι της κοινωνίας ταύτης είναι τοιαύται ώστε τα εμπορεύματα ν' ανταλλάσσονται εις αυστηράς ίσας αναλογίας με αναλογίας των διαφόρων ειδών της εργασίας των χρησιμοποιηθεισών διά την παραγωγήν των. Ίδωμεν ποίας συνεπείας δυνάμεθα να έχωμεν εκ των υποθέσεων τούτων, ακολουθούντες τας αρχάς του Κ. Μαρξ.

Προς τούτο δέον κατ' αρχάς να έχωμεν υπ' όψει άλλην τινά άποψιν λίαν σημαντικήν του Κ. Μαρξ. Ούτος αναγνωρίζει «ότι εις αύξουσαν μάζαν υλικού πλούτου δύναται ν' αντιστοιχή σύγχρονος ελάττωσις της αξίας του . . . οιαιδήποτε και αν είναι αι διακυμάνσεις της παραγωγικής του δυνάμεως, η αυτή εργασία, λειτουργούσα εν τω αυτώ χρόνω ορίζεται πάντοτε εν τη αυτή αξία. Παρέχει όμως εις ωρισμένον διάστημα περισσοτέρας αξίας χρήσεως, εάν η παραγωγική του δύναμις αυξάνει· ολιγωτέρας δ' εάν ελαττούται».

Εκ τούτου εξάγεται ότι εν τη κοινωνία, ην έχομεν υπ' όψει, ουδείς παραγωγός θα έχη συμφέρον ν' αυξήση «την παραγωγικήν δύναμιν της εργασίας του», αν και έχη τουναντίον μέγα συμφέρον, όπως η παραγωγική δύναμις της εργασίας των άλλων παραγωγών αυξηθή. Πράγματι ο ράπτης π.χ., δεν έχει κανέν συμφέρον ν' ανακαλύψη νέαν μέθοδον επιτρέπουσαν αυτώ την ελάττωσιν εις το ήμισυ του αναγκαίου χρόνου διά την κατασκευήν ενός ενδύματος. Με την μέθοδον ταύτην, «δύο ενδύματα δεν έχουν περισσοτέραν αξίαν ενός ενδύματος προηγουμένως κατασκευασθέντος.» Εις αντάλλαγμα των δύο τούτων ενδυμάτων ο ράπτης δεν θα λάβη λοιπόν περισσότερα εμπορεύματα από όσα ελάμβανε προηγουμένως δι' ενός· εξ ου ποίον το συμφέρον του διά μίαν αύξησιν της εντατικότητος «της κοινωνικής αναγκαίας εργασίας» διά την κατασκευήν ενδυμάτων; περί τούτου ο αγοραστής μόνον δύναται να ενδιαφερθή: διότι της εντατικότητος ταύτης αυξανομένης, θα έχη δύο ενδυμασίας αντί μιας εις αντάλλαγμα του αυτού ποσού προϊόντων.

Διατί ένας εργοστασιάρχης θα εχρησιμοποίει μηχανήν μη αποτελούσαν μέρος ακόμη «των κοινωνικών συνθηκών της παραγωγής», αφού η μηχανή αύτη «αναφέρει &ποτέ& περισσοτέραν αξίαν από όσην χάνει κατά μέσον όρον εκ της φθοράς της;»

Οι καταναλωταί είναι οι μόνοι ενδιαφερόμενοι όπως αι μηχαναί επί μάλλον και μάλλον τελειοποιούμεναι αποτελέσουν μέρος «των κοινωνικών συνθηκών» της παραγωγής του εργοστασιάρχου.

Διά να αποφύγωμεν την δυσκολίαν ταύτην δυνάμεθα ίσως ν' αφαιρέσωμεν την λέξιν &ποτέ& από την προαναφερθείσαν πρότασιν του Κ. Μαρξ και να παραδεχθώμεν ταύτην από της εννοίας ότι αι τιμαί φθάνουν σταθερόν επίπεδον ισορροπίας, τότε μόνον η μηχανή δεν αποφέρει περισσοτέραν αξίαν από όσην κατά μέσον όρον χάνει εκ της φθοράς της. Αλλά των τιμών μη φθανουσών το μόνιμον τούτο επίπεδον αμέσως μετά την εισαγωγήν μιας νέας μηχανής, θα διέλθη μικρόν τι χρονικόν διάστημα, καθ' ό η μεταβιβασθείσα αξία θα είναι μεγαλειτέρα της φθοράς της μηχανής, δηλαδή χρονικόν διάστημα, κατά το οποίον το απλούν κεφάλαιον, το οποίον αντιπροσώπευε θα παρήγεν αξίαν τινά, και τότε το πλεόνασμα τούτο της αξίας θα εχρησίμευεν ως αμοιβή διά τον εργοστασιάρχην, ίνα ούτος αποφασίση την χρησιμοποίησιν της μηχανής.

Δυστυχώς απαλλασσόμεθα ούτω μιας δυσκολίας διά να υποπέσωμεν εις άλλην, διότι ανοίγομεν ούτω την θύραν εις τας αντιλήψεις περί υπεραξιών, τας οποίας απεμακρύναμεν, διά να δυνηθώμεν να παραδεχθώμεν την θεωρίαν του Κ. Μαρξ. Εάν το κεφάλαιον δύναται να παραγάγη ανταλλακτικήν αξίαν, εφ' όσον αι τιμαί δεν έφθασαν το σταθερόν σημείον της ισορροπίας δύναται πάντοτε να παραγάγη τοιαύτας, διότι η σταθερά αύτη ισορροπία των τιμών είναι μία καθαρά αφηρημένη έννοια (abstraction), ήτις δεν υφίσταται εις την φύσιν (26).

Αι τιμαί αύται, «όπως εκφράζεται επιγραμματικώς ο Coleridge, ζητούν συνεχώς το επίπεδόν των, έκφρασις ομοιάζουσα κατά πολύ με ειρωνικόν ορισμόν θυέλλης (27), πρέπει λοιπόν να υποθέσωμεν ή ότι τα φαινόμενα της υπεραξίας δεν υφίστανται ή είναι μηδαμινής σημασίας εάν θελήσωμεν να προβώμεν εις κρίσεις υποθέτοντες επαληθεύσασαν την θεωρίαν, ότι η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος είναι ανάλογος με την ποσότητα της κοινωνικώς αναγκαίας διά την παραγωγήν του εμπορεύματος τούτου εργασίας. Εξ ού υποχρεούμεθα να παραδεχθώμεν ότι ο εργοστασιάρχης (όχι ο κεφαλαιούχος) δεν θα έχη συμφέρον εις την εισαγωγήν εν τη βιομηχανία του μεθόδου τινός, επιτρεπούσης την ελάττωσιν του αναγκαίου τούτου χρόνου διά την κατασκευήν. Τότε οι καταναλωταί θα είναι εκείνοι, οίτινες θα απευθυνθούν προς τα νομοθετικά σώματα διά να εύρουν δίκαιον εναντίον της ρουτίνας των εργοστασιαρχών, και διά να επιτύχουν (το απλούν) κεφάλαιον το αναγκαίον εις τας βιομηχανίας.

Πρέπει να υποθέσωμεν — χωρίς να δυνηθώμεν να εξηγήσωμεν το θαυμάσιον τούτο φαινόμενον — ότι αι πλειοψηφίαι των βουλών τούτων θα είναι σωφρονέστεραι, αρμοδιώτεραι και κυρίως αμεροληπτότεραι από εκείνας, που έχομεν υπ' όψει.

Αι νομοθετικαί αύται βουλαί της νέας κοινωνίας θα έχουν ν' αποφασίσουν επί παραδείγματι, ποίαν ακριβώς ημέραν το ήδη εν χρήσει σύστημα βυρσοδεψίας δεν θα πρέπη πλέον ν' αποτελή μέρος των «κανονικών συνθηκών της παραγωγής», και ποίαν ακριβώς ημέραν θα πρέπη να αντικατασταθή δι' ηλεκτρικής βυρσοδεψίας. Πρέπει επίσης όπως μη μείνη η απόφασις αύτη εις την απλήν κατάστασιν της θεωρητικής βεβαιώσεως, να ευρεθή το (απλούν) κεφάλαιον το αναγκαίον διά το νέον τούτο σύστημα.

Ακόμη μικρότερον θ' απασχολήσουν αν όχι τας βουλάς τουλάχιστον τους υπαλλήλους των. Π. χ., είς τινα ύψη τα δαμάσκηνα τα καλλιεργούμενα εις δικτυωτόν είναι καλύτερα των καλλιεργουμένων εις ανοικτόν αέρα. Αλλ' εάν ο τοίχος επί του οποίου θα στηριχθή το δικτυωτόν δεν θα «αποφέρη εις τα δαμάσκηνα περισσοτέραν αξίαν όσης κατά μέσον όρον χάνει εκ της φθοράς του» ποίον όφελος θα είχεν ο κηπουρός διά να το κατασκευάση; Ο τοίχος αυτός είναι χρήσιμος μόνον εις τους ανθρώπους, οι όποιοι θα φάγουν τα δαμάσκηνα.

Θα είναι πράγματι περίεργος κοινωνική κατάστασις εκείνη, εν τη οποία έκαστος αντί να επιβλέπη το ίδιόν του έργον, θα επιβλέπη το έργον του γείτονός του! Ό,τι γνωρίζομεν εκ της ανθρωπίνης φύσεως μας λέγει ότι η κατάστασις αύτη δεν θα είναι λίαν ευνοϊκή εις την πρόοδον της βιομηχανίας και εντός ολίγου θα αναγνωρισθή η ανάγκη να ψηφισθή νόμος, ο οποίος να καθορίζη την δραστηριότητα των παραγωγών. Και δυνάμει του νόμου τούτου, εάν π.χ. η έντιμος ένωσις των ραπτών ανακαλύψη και εφαρμόση μέθοδον ελαττούσαν «τον κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον» διά την κατασκευήν μιας ενδυμασίας θα ημείβετο παρά της κυβερνήσεως. Αλλά τότε η ανταλλακτική αξία των προϊόντων δεν θα είναι πλέον ανάλογος ακριβώς προς την ποσότητα της εργασίας, την οποίαν ταύτα περιέχουν, διότι ο αγοραστής θα οφείλει, επί πλέον της ποσότητος της εργασίας της περιεχομένης εις την ενδυμασίαν να πληρώση την μερίδα του επί της αμοιβής της ληφθείσης υπό των ραπτών. Ίνα μη τούτο λάβη χώραν θα έπρεπε κάθε παραγωγός ν' ανακαλύψη και να εφαρμόση συγχρόνως μίαν μέθοδον διά ν' αυξήση είς τινας καθιδρυομένας αναλογίας την αποδοτικότητα της εργασίας του. Τότε αι αμοιβαί, τας οποίας θα πληρώση ως συμβαλών, θα ηδύναντο να ανταμειφθούν δι' εκείνων, τας οποίας θα ελάμβανεν ως παραγωγός.

Τούτο όμως δεν αρκεί. Είναι φόβος μήπως το (οικειοποιημένον) κεφάλαιον επεμβαίνον μεταμορφωμένον, μολύνει την κοινωνίαν ταύτην.

Ας υποθέσωμεν την κοινωνίαν ταύτην εν Αυστραλία, αποτελουμένην εξ ενός γεωργού και ενός χρυσοθήρου. Πλην τούτων υπάρχει και κυβέρνησις· αύτη θα καθορίση την μερίδα, την οποίαν θα αφαιρή εκ του προϊόντος της εργασίας των πωλητών διά την συντήρησιν και αύξησιν του (απλού) κεφαλαίου της κοινότητος και θ' ασχολήται είτα εις την διανομήν του κεφαλαίου τούτου μεταξύ των διαφόρων χρήσεων, τας οποίας δύναται να κάμη.

Δεν θα εξετάσωμεν εάν η κυβέρνησις θα δυνηθή να εκτελέση την διανομήν ταύτην καλύτερον από τους κεφαλαιούχους, οι οποίοι θα επαγρυπνούν με την ελπίδα πλουτίσεως και με τον φόβον της απωλείας των κεφαλαίων των. Πολύ πιθανόν θα παρουσιάζοντο δυσαρέσκειαι, εάν η &καλή& διανομή της κυβερνήσεως θα επέφερεν ελάττωσιν της παραγωγής. Η μικροτέρα μερίς των 100 φράγκων &κακώς διανεμηθέντων& δύναται έστω να είναι μεγαλειτέρα της μερίδος των 10 φράγκων &καλώς διανεμηθείσης&.

Αφήνομεν πάντα ταύτα. Τουλάχιστον όμως πρέπει να έχωμεν υπ' όψει ότι το (απλούν) κεφάλαιον το υφιστάμενον εις την κοινότητα αυτήν δεν είναι άπειρον.

Εάν δ' ήτο εις άπειρον ποσότητα, ολίγον θα ενδιέφερε εάν το κεφάλαιον τούτο ήτο ή όχι οικειοποιημένον διότι, και εις αυτήν ακόμη την κεφαλαιοκρατικήν κοινωνίαν, τίποτε δεν θα επληρώνετο διά την ενοικίασίν του· έκαστος πολίτης δεν είναι λοιπόν δυνατόν να επιτύχη παρά της κυβερνήσεως όσον κεφάλαιον θέλει διά την βιομηχανίαν του. Εξ άλλου, η κυβέρνησις δεν θα θελήση να εμποδίση τους πολίτας από μίαν οικονομίαν προς όφελος μερίδος τινός των προϊόντων, που θα κατηνάλισκον. Ας υποθέσωμεν, ότι ο υφαντουργός εξοικονόμησε κάτι. Παρετήρησε ότι οι λαγωοί καταβροχθίζουν την εσοδείαν του γεωργού. Είναι αύτη μία περίπτωσις, η οποία, όπως η δυσμενής εσοδεία περί ης ομιλεί ο Κ. Μαρξ, κάμνει ώστε «η αυτή ποσότης της εργασίας (του γεωργού) να αντιπροσωπεύηται υπό τεσσάρων μεδίμνων (σίτου) αντί ν' αντιπροσωπεύεται υπό οκτώ».

Αι καταστροφαί αι επενεχθείσαι υπό των λαγωών ηδύναντο ν' αποφευχθούν, εάν περιεκλείετο ο αγρός υπό τοίχου, τον οποίον ο υφαντουργός, χάρις εις τας οικονομίας του δύναται να κατασκευάση.

Δεν θα απευθυνθή βεβαίως ο υφαντουργός προς τον γεωργόν. Ο τελευταίος ούτος δεν έχει τίποτε να κερδίση, να παραγάγη, διά την ανταλλαγήν οκτώ μεδίμνων, οι οποίοι θα είχον την αυτήν αξίαν των τεσσάρων, τους οποίους πρότερον παρήγαγε· ο υφαντουργός θα μεταβή προς αναζήτησιν του χρυσοθήρα και ιδού ο διάλογος, ο οποίος θα ελάμβανε μεταξύ των χώραν.

&Υφαντουργός&. Δεν θέλω πλέον να είμαι υφαντουργός. Αναχωρώ παραλαμβάνων το όπλον μου, και θα καιροφυλακτώ ημέραν και νύκτα πέριξ του αγρού διά να φονεύσω όλους τους λαγωούς, οι οποίοι καταβροχθίζουν τον σίτον.

Σήμερον ανταλλάσσετε 10 γραμμάρια χρυσού αντί 100 χιλιογράμμων σίτου. Η ποσότης της εργασίας σας, ήτις έχει «αποκρυσταλλωθή» εις τα 10 ταύτα γραμμάρια χρυσού είναι ακριβώς ίση, λαμβανομένης υπ' όψιν της ποιότητος, προς την ποσότητα της εργασίας του γεωργού της περιεχομένης εντός 100 χιλιογράμμων σίτου.

Όταν θα φονεύσω τους λαγωούς, δεν θα υπάρχη πλέον εις τα 100 χιλιόγραμμα του σίτου ειμή το ήμισυ της ποσότητος της υπαρχούσης νυν εργασίας του γεωργού, επί πλέον όμως θα υπάρχη εργασία. Η ποσότης της πραγματικής, θα είναι μεγαλειτέρα του ημίσεος, το οποίον θα λείψη από την εργασίαν του γεωργού, αλλά θα υπολογίσω καλώς και φαντάζομαι ότι θα υπάρξη ακριβές αντιστάθμισμα. Θα λάβητε λοιπόν διά τα 10 σας γραμμάρια χρυσού την αυτήν ποσότητα σίτου εις ην θα περιέχηται η αυτή ποσότης της αποκρυσταλλωθείσης εργασίας. Θα διαιρέσωμεν τα 10 γραμμάριά σας του χρυσού μεταξύ του γεωργού και εμού και θα έχομεν έκαστος ανά πέντε. Έχετε καμμίαν αντίρρησιν;

&Χρυσοθήρας&. Ολίγον ενδιαφέρομαι διά τον τρόπον, με τον οποίον διανέμονται τον χρυσόν, τον οποίον δίδω εις αντάλλαγμα του σίτου.

&Υφαντουργός&. Ε! λοιπόν! θα σας ομολογήσω, ότι ουδέποτε εσκέφθην να φυλάξω πέριξ του αγρού του γεωργού, έχω ένα μυστικόν προς καταστροφήν των λαγωών και θα σας κάμνη να επωφεληθήτε του πλεονεκτήματος, το οποίον παρουσιάζει. Με τα 10 γραμ. χρυσού δεν θα έχετε 100 χιλιόγραμμα σίτου αλλά 150. Μόνον θα πρέπη να διανείμητε ως εξής τα 10 γραμ. χρυσού: Θα δώσητε τα 7 1/2 εις τον γεωργόν, διότι εις τα 150 χιλιόγραμμα θα υφίσταται ποσόν τι εκ της αποκρυσταλλωθείσης εργασίας, ακριβώς ίσον με το ποσόν της εργασίας σας, το οποίον ευρίσκεται εις τα 7 1/2 γραμ. χρυσού. Τα άλλα 2 1/2 θα δώσητε εις εμέ.

&Χρυσοθήρας&. Αυτό με διαφέρει μεγάλως και σας παρακαλώ πολύ να με μυήσητε εις το μυστικόν σας διά να το χρησιμοποιήσω.

&Υφαντουργός&. Μίαν στιγμήν. Δεν θέλω να σας εξαπατήσω. Έχετε υπ' όψει σας ότι διά τα 2 1/2 γραμ. χρυσού, τον οποίον θα μοι δώσητε, δεν θα έχετε εις αντάλλαγμα ειμή πολύ μικράν ποσότητα αποκρυσταλλωθείσης εργασίας. Ούτω διά τα 10 γραμμάρια χρυσού θα έχετε 150 χιλιόγραμμα σίτου και αποκρυσταλλωθείσαν εργασίαν μόνον διά 7 1/2 γραμμάρια.

&Χρυσοθήρας&. Και τι μ' ενδιαφέρει αυτό! Μήπως τρώγω αποκρυσταλλωμένην εργασίαν; Γνωρίζω καλώς την γεύσιν του άρτου, ουδεμίαν όμως έχω ιδέαν περί της αποκρυσταλλωμένης εργασίας.

&Υφαντουργός&. Δεν σας είπα ακόμη όλα. Δεν θα σας αποκρύψω ακόμη ότι δεν έχω μυστικόν κανένα. Σκέπτομαι απλώς να περιτοιχίσω τον τοίχον του γεωργού. Εάν θέλετε δύνασθε μόνος σας να το κάμετε.

&Χρυσοθήρας&. Αλήθεια! Και πότε θα εύρω ευκαιρίαν; Γνωρίζετε καλώς ότι υποχρεούμαι να εργάζωμαι ένδεκα ώρας την ημέραν διά να κερδίσω τα προς το ζην. Πώς θα δυνηθώ να προσθέσω εις τας τόσας ημέρας εργασίας τον αναγκαίον αριθμόν των ωρών διά την κατασκευήν του τοίχου; Δεν είναι αληθές το λεγόμενον ότι η εργασία μετράται υπό του χρόνου της διαρκείας της. Μία ώρα εργασίας προστιθεμένη εις μίαν ημέραν εργασίας τριών ωρών δεν είνε ουδόλως τόσον κοπιώδης όσον η αυτή ώρα προστιθεμένη εις την ημέραν των ένδεκα ωρών (28).

Και ούτω ας μείνωμεν σας παρακαλώ εις την πρώτην πρότασιν μου.

Ιδού λοιπόν ο υφαντουργός μας γενόμενος κεφαλαιούχος χωρίς να φαίνεται. Είναι αληθές ότι δεν χρησιμοποιεί την κυκλοφορίαν &χρήμα — εμπόρευμα — χρήμα&.

Είναι αληθές ότι δεν οικειοποιείται ουδεμίαν υπεραξίαν παραχθείσαν διά μιας υπερεργασίας του γεωργού, αλλά δεν εδίστασε να πωλήση την χρησιμοποίησιν του κεφαλαίου του διά μίαν ετησίαν πρόσοδον.

Είναι, θα είπη τις, περιπτώσεις φανταστικαί, &Ροβινσονιάδες&, όπως τας ονομάζει ο Κ. Μαρξ. Το πιστεύετε; Τι λοιπόν! Τουναντίον ταύτα είναι γεγονότα πραγματικά, τα οποία σήμερον παρατηρούνται και τα οποία θα καταστώσι συν τω χρόνω σημαντικώτερα, εφ' όσον η κοινωνία μας θα καθίσταται επί μάλλον και μάλλον σοσιαλιστική.

Τι κάμνουν σήμερον οι κύριοι πολιτικολόγοι, όταν θέλουν να αφιερωθούν εις σοσιαλιστικόν τινα ή άλλο πείραμα; Δανείζονται από την κυβέρνησιν. Διά του μέσου των ταμιευτηρίων, συλλέγουν τους οβολούς των εργατών διά της εκδόσεως μετοχών και αξιών ηγγυημένων υπό του κράτους, σύρουν προς εαυτούς τα μεγάλα κεφάλαια.

Διά να ομιλήσωμεν ειλικρινώς ο ούτω συσσωρευμένος πλούτος καταστρέφεται κατά μέγα μέρος υπ' αυτών, ας παραδεχθώμεν όμως ότι τον χρησιμοποιούν φρονίμως· η ετησία πρόσοδος την οποίαν εν τοιαύτη περιπτώσει πληρώνει το κράτος δεν είναι της αυτής φύσεως με εκείνην, την οποίαν ο υφαντουργός θα ελάμβανε παρά του χρυσοθήρα;

Το λαϊκοσοσιαλιστικόν κράτος θα έχη ανάγκην να δανεισθή τόσον και περισσότερον από το αστικοσοσιαλιστικόν κράτος, εις το οποίον έχομεν την ευτυχίαν να ζώμεν σήμερον. Εάν δεν θέλη να πληρώση τίποτε διά την χρήσιν των ζητουμένων παρ' αυτού οικονομικών αγαθών, οι υπήκοοι του δεν θα σπεύσουν να του τα χορηγήσουν. Εάν πληρώση τι, ο κεφαλαιούχος γεννάται εκ νέου και εμφανίζεται πάλιν εν τη νέα κοινωνία. Θα είναι μάλιστα πολύ καλύτερα εκεί από την κοινωνίαν, εις την οποίαν μόνον ο ελεύθερος συναγωνισμός θα καθώριζε την διαμονήν του πλούτου, διότι συνεννοούμενος μετά των κυρίων πολιτικών — ανθρώπους, των οποίων η αρετή δεν είναι γενικώς μεγάλη — θα δυνηθή διά μιας τεχνητής αιτήσεως κεφαλαίων να υψώση το επιτόκιον και αφ' ετέρου δεν θα διατρέξη ουδένα κίνδυνον, εις όσους υπόκεινται οι κεφαλαιούχοι υποχρεωμένοι να διακινδυνεύουν τα κεφάλαιά των εις επιχειρήσεις κατά το μάλλον ή ήττον τυχοδιωκτικάς, εις τας οποίας δύνανται να χάσουν τόκον και κεφάλαιον (29).

Είναι πολύ δύσκολον να καταστραφή η ιδιοκτησία των οικονομικών αγαθών τα οποία ονομάζομεν &κεφάλαια&, εάν δεν καταστρέψωμεν συγχρόνως και τα άλλα οικονομικά αγαθά. Τούτο καλώς ηνόησαν σοσιαλιστικαί τινες τάσεις.

Ο Πέτρος Κροπότκιν έχει δίκαιον λέγων «ότι εις την κοινωνίαν μας υπάρχουν σχέσεις καθωρισμέναι, τας οποίας είναι υλικώς αδύνατον να τροποποιήσωμεν, εάν τας θίξωμεν μερικώς μόνον». (Η κατάκτησις του ψωμιού σελ. 57). Και είναι πολύ λογικός αρνούμενος να παραδεχθή την τιθεμένην υπό των σοσιαλιστών διάκρισιν, οι οποίοι λέγουν: «ζητούμεν την απαλλοτρίωσιν του εδάφους, του υπεδάφους, των εργοστασίων. Πάντα ταύτα είναι μέσα παραγωγής και θα ήτο δίκαιον να μετεβάλλοντο εις κοινήν ιδιοκτησίαν. Εκτός όμως τούτων υπάρχουν και τα αντικείμενα της καταναλώσεως: η τροφή, το ένδυμα, η κατοικία, τα οποία πρέπει να μείνουν ατομική ιδιοκτησία».

Λογικώς υπάρχει μία βασική διαφορά μεταξύ των θεωριών, αι οποίαι επιζητούν την καταστροφήν ενός μόνον είδους ιδιοκτησίας — της του κεφαλαίου — και των θεωριών, των επιζητουσών την καταστροφήν πάσης φύσεως ιδιοκτησίας μηδ' αυτής της &μπουκιάς& του άρθρου εξαιρουμένης.

Αι πρώται ευρίσκουν αναρίθμητα εμπόδια εκ της αυθαιρέτου διακρίσεως, την οποίαν θέλουν να θέσουν μεταξύ των ιδιοκτησιών των οποίων την εξαφάνισιν επιζητούν, και εκείνων των οποίων θέλουν την διατήρησιν. Αι δεύτεραι αποφεύγουν τας δυσκολίας ταύτας υπερπηδώσαι δυσκολίας ακόμη μεγαλυτέρας, αίτινες είναι η συνέπεια της υποθέσεως ότι δυνατόν να παραμεληθή το άκρως ισχυρόν αίσθημα το ωθούν τον άνθρωπον και αυτό το ζώον εις την οικειοποίησιν των χρησίμων αυτώ αντικειμένων.

Σοσιαλιστικαί τίνες τάσεις απομακρύνουν έτι την αφετηρίαν των δυσκολιών, τας οποίας δύνανται να συναντήσουν, παραδεχόμενοι ότι η ανθρωπίνη φύσις δύναται να γίνη τελείως διάφορος της σήμερον γνωστής (30). Εάν παραδεχθώμεν την υπό θέσιν ταύτην, η φαντασία τότε ελευθέρως δύναται να δημιουργή κοινωνικά συστήματα. Δεν δυνάμεθα εις τίποτε ν' αντιτείνωμεν, διότι θα είναι πάντοτε δυνατόν να φαντασθώμεν είδος ανθρωπίνης φύσεως αποδεχομένης το προτεινόμενον σύστημα. Η πολιτική οικονομία μελετά τας πράξεις του ανθρώπου, όπως ούτος υφίσταται και όχι όπως μας αρέσει να τον φανταζόμεθα.

Δυνάμεθα να παρατηρήσωμεν ότι ο συλλογισμός μας αναφορικώς προς την παραγωγικότητα της εργασίας παρουσιάζει την αξίαν χρήσεως αυξανομένην, αλλά δεν εξηγεί την αύξησιν, η οποία εν τούτοις παρουσιάζεται εν τη κοινωνία μας εις το ποσόν των ανταλλακτικών αξιών.

Και τούτο διότι παρεδέχθημεν μίαν υπόθεσιν του Κ. Μαρξ η οποία δεν είναι εν αρμονία με τα γεγονότα. Όταν δι' ενός μέσου, το οποίον δεν είναι ευκόλως διαθέσιμον παρ' όλων παρουσιάζεται επαγγελματικόν μυστικόν, εφεύρεσις, η χρησιμοποίησις νέας ποσότητος κεφαλαίου, ελλαττούμεν κατά το ήμισυ τον αναγκαίον χρόνον διά να παραγάγωμεν ποσότητα τινά εμπορεύματος, τότε δεν είναι αληθές ότι και η ανταλλακτική αξία (τιμή) του εμπορεύματος τούτου ελλαττούται κατά το ήμισυ: Η νέα αύτη αξία θα είναι μεγαλυτέρα του ημίσεως της αρχικής αξίας, και ούτω η ανταλλακτική αξία του όλου της παραγωγής του εμπορεύματος τούτου θα είναι μεγαλυτέρα από ότι ήτο προηγουμένως.

Πρέπει εισέτι να παρατηρήσωμεν ότι και όταν ακόμη θα επιτύχωμεν ν' αποδείξωμεν ότι το μέρος της ανταλλακτικής αξίας το υπό του κεφαλαιούχου λαμβανόμενον αφηρέθη εκ της εργασίας, δεν θα έχομεν αποδείξει ότι η επέμβασις του κεφαλαιούχου προξενεί βλάβην εις τους εργάτας.

Ο Κ. Μαρξ το πιστεύει. Αλλ' εκείνο το οποίον φαντάζεται εις τον συλλογισμόν του, όπως και εις πολλούς άλλους και ιδίως εις τους συλλογισμούς των ευπίστων της σχολής του προστατευτικού εμπορίου παραδεχόμενος ότι υφίστανται τοιαύτα ακόμη μεταξύ των ανθρώπων των μη εχόντων ως δικαιολογίαν την άγνοιαν των οικονομικών νόμων = είναι ότι η λέξις &αξία& συγχέεται συνήθως με την λέξιν &πλούτος&. Είναι ολίγον αστείον να είπωμεν εις οιονδήποτε ότι του αφαιρούμεν μέρος ανταλλακτικών του αξιών και του αυξάνουμεν συγχρόνως την ευτυχίαν του· και εν τούτοις τούτο είναι πιθανώτατον διότι η ευτυχία μας εξαρτάται μόνον εκ των αξιών χρήσεως (οικονομικών χρησιμοτήτων) των αγαθών, τα οποία χρησιμοποιούμεν, και ουχί εκ των ανταλλακτικών αξιών.

Ούτω και όταν θα ηθέλαμεν αποδεχθή μετά του Κ. Μαρξ, ότι ο κεφαλαιούχος οικειοποιείται μέρος της ανταλλακτικής αξίας της δημιουργηθείσης υπό του εργάτου, δεν θα είχομεν αποδείξει εισέτι, ότι ο κεφαλαιούχος είναι επιβλαβής, διότι πιθανόν ο εργάτης να είχε ακόμη εις την διάθεσίν του σημαντικωτέραν αξίαν χρήσεως, από εκείνην, την οποίαν θα έχη εις άλλο σύστημα κοινωνικής οργανώσεως.

Θα έπρεπε να συμπληρωθή η θεωρία του Κ. Μαρξ διά του &ορειχαλκίνου& νόμου του Lassalle ίνα η απόδειξις συμπληρωθή. Εάν πράγματι το καπιταλιστικόν σύστημα ηνάγκαζε τον εργάτην να έχη το μίνιμουμ του απαραιτήτου διά να ζήση και αναπαραχθή, είναι φανερόν ότι εν πάσει περιπτώσει δεν θα είχε τίποτε να λάβη ή το παν να κερδίση επιχειρών την αλλαγήν του συστήματος.

Αλλ' η θεωρία αύτη του Lassalle διαψεύδεται καθ' εκάστην υπό των γεγονότων (31), και δεν δυνάμεθα να την χρησιμοποιήσωμεν ως βάσιν επιστημονικού συλλογισμού.

Η κριτική την οποίαν εκάμαμεν επί του έργου του Κ. Μαρξ είναι καθαρώς αρνητική.