Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο

Part 2

Chapter 247 wordsPublic domain

Βλέπομεν όθεν, όταν πρόκειται μόνον περί μέτρου ανταλλαγής η αντίληψις της εις το εμπόρευμα περιεχομένης εργασίας δεν επεμβαίνει διά τον καθορισμόν των, είναι δε αδύνατον να θέσωμεν τα γεγονότα ταύτα εν αρμονία με την θεωρίαν την οποίαν εξετάζομεν.

Ο Κ. Μαρξ όμως, θέτων την θεωρίαν ταύτην, έδει να έχη υπ' όψιν του, ως άλλως τε παρετηρήσαμεν, άλλο τι ή το μέτρον ανταλλαγής (taux d' echange).

Ιδού τι θα ήτο δυνατόν να ελέγομεν. Είναι αληθές ότι ο στερούμενος ύδατος θα δώση μέγα ποσόν διά ν' αποκτήση, αλλά και τούτο θα εχρησίμευεν ως δόλωμα διά να ελκύση πολλούς κομιστάς ύδατος· ο δε συναγωνισμός των θα έχη ως αποτέλεσμα την πτώσιν &της ανταλλακτικής αξίας& του ύδατος και την διακύμανσιν ταύτης πέριξ μιας &κανονικής αξίας&. Την αξίαν ταύτην έχομεν υπ' όψει.

— Πώς θα ευρεθή το &κανονικόν αυτό μέτρον ανταλλαγής&; Εάν υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος έχει καθημερινώς ανάγκην ενός βαρελίου, ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον, τότε οι κομισταί του ύδατος θα εξακολουθήσουν τον συναγωνισμόν των μέχρι του σημείου, ώστε ο πόνος τον οποίον τοις προξενεί η μεταφορά του ύδατος, θα είναι ακριβώς ίσος με τον πόνον τον οποίον θα τοις επροξένει η στέρησις του εμπορεύματος το οποίον λαμβάνουν εις αντάλλαγμα της μεταφοράς ταύτης.

— Το φαινόμενον πράγματι δεν είναι και τόσον απλούν, διότι εφ' όσον η αξία του ύδατος ελαττούται η κατανάλωσίς του αυξάνει. Εν πάση όμως περιπτώσει το σημείον της ισορροπίας καθορίζεται εκ του γεγονότος, ότι αφ' ενός μεν ο καταναλωτής, διά μίαν νέαν λίτραν ύδατος προστιθεμένην εις την καθημερινήν κατανάλωσιν, θα είχεν ευχαρίστησιν ίσην εκείνης, ην θα απήλαυεν εκ της καταναλώσεως του εμπορεύματος, το οποίον έδει να έδιδε εις ανταλλαγήν της λίτρας ταύτης του ύδατος, και ότι αφ' ετέρου, οι φορείς του ύδατος, διά την μεταφοράν της νέας ταύτης λίτρας του ύδατος θα εδοκίμαζον πόνον ίσον προς εκείνον, τον οποίον θα τοις επροξένει η στέρησις του εμπορεύματος, το οποίον θα ελάμβανον ως αντάλλαγμα (14).

— Ουσιώδες επίσης είναι να παρατηρήσωμεν ότι οι ανταλλαγείς δεν οδηγούνται παρ' ενός μέσου όρου, αλλά κυρίως εκ της εκτιμήσεως της &αξίας χρήσεως& και του τελευταίου μορίου του ανταλλασσομένου εμπορεύματος. Εκ του γεγονότος τούτου γεννάται σειρά ολόκληρος σημαντικωτάτων φαινομένων, των οποίων ειδική περίπτωσις είναι η &έγγειος πρόσοδος& (rente) του Ρικάρδο. Άλλα τινά φαινόμενα εμελετήθησαν υπό συγχρόνων οικονομολόγων, οι οποίοι αντικατέστησαν τας λέξεις, &υπεραξίαν& (plus-value) και (moins-value) &υπό αξίαν& με την λέξιν &πρόσοδον& (15).

Από μιας απόψεως, είναι αληθές ότι η &ανταλλακτική αξία& ενός εμπορεύματος απορρέει εκ της αξίας του &χρήσεως&. Η ανταλλακτική αξία δεν απορρέει κατ' ευθείαν, αλλ' είναι η συνέπεια της σχέσεως, την οποίαν εγκαθιστά πας συμβαλλόμενος μεταξύ της &αξίας χρήσεως& εκείνου που λαμβάνει και της &αξίας χρήσεως& εκείνου που δίδει.

Πράγματι δεν αγοράζομεν εμπορεύματα· αγοράζομεν &αξίας χρήσεως&: Ο αγοράζων καφφέ δεν ενδιαφέρεται ποσώς εάν ο καφφές ούτος είναι σπόρος ωρισμένης χημικής συνθέσεως. Εκείνο το οποίον αγοράζει είναι η ευχαρίστησις, την οποίαν θα αισθανθή πίνων τον καφφέν του. Και την ευχαρίστησιν ταύτην συγκρίνει με την ευχαρίστησιν, της οποίας πρέπει να στερηθή δίδων εις αντάλλαγμα του καφφέ οικονομικόν τι αγαθόν, το οποίον ηδύνατο ν' απολαύση.

Διά να ακολουθήσωμεν τον συγγραφέα δεν ελάβομεν υπ' όψει τας τυχαίας διακυμάνσεις του ανταλλακτικού μέτρου, ως επίσης και τα λίαν σημαντικά φαινόμενα της εγγείου προσόδου (16). Τούτο όμως δεν αρκεί διά να στηρίξωμεν την θεωρίαν ότι η ανταλλακτική αξία μετρείται υπό της εργασίας.

Πράγματι ας υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος είναι υποδηματοποιός πληρώνων υποδήματα εις τους φορείς ύδατος, εκείνο το οποίον μας αποκαλύπτει το γεγονός της ανταλλαγής είναι η εκτίμησις της ισότητος, την οποίαν κάμνει ο υποδηματοποιός μεταξύ του κόπου του δαπανωμένου διά την κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων και του πόνου, τον οποίον δοκιμάζει στερούμενος ύδατος, το οποίον θα είχεν ως αντάλλαγμα· και εκ μιας άλλης παρομοίας εκτιμήσεως ισότητος, την οποίαν κάμνουν οι φορείς ύδατος μεταξύ του κόπου, τον οποίον θα τοις έδιδεν η μεταφορά μιας νέας ποσότητος ύδατος και του πόνου, τον οποίον θα εδοκίμαζον στερούμενοι των υποδημάτων, τα οποία θα τοις επρομήθευεν η μεταφορά της ποσότητος ταύτης του ύδατος.

Αλλ' αι δύο αύται κεχωρισμέναι ισότητες δεν παρουσιάζουν τρίτην ισότητα μεταξύ του κόπου, τον οποίον προξενεί εις τον υποδηματοποιόν η κατασκευή του ζεύγους των υποδημάτων και του κόπου, τον οποίον προξενεί εις τους φορείς του ύδατος η μεταφορά της ποσότητος του εις αντάλλαγμα των υποδημάτων χορηγηθησομένου ύδατος. Αμφότεροι οι κόποι ούτοι είναι κυρίως υποκειμενικαί αντιθέσεις, αίτινες εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να συγκριθούν μεταξύ των, όταν πρόκειται περί διαφόρων ατόμων.

Διά να πλησιάσωμεν εις την θεωρίαν του Κ. Μαρξ, ας παραδεχθώμεν, ότι οι κόποι ούτοι είναι ανάλογοι προς την &απλήν& εργασίαν διά την κατασκευήν των υποδημάτων ως και προς εκείνην της μεταφοράς του ύδατος. Τούτο όμως δεν αρκεί. Δέον να υποθέσωμεν εξ άλλου ότι ουδεμία περίπτωσις, ούτε έσωθεν ούτε έξωθεν εμποδίζει τους υποδηματοποιούς και τους φορείς του ύδατος ν' αλλάξουν επάγγελμα εις τρόπον ώστε να τοις είναι αδιάφορον, εάν θα προμηθευθούν το εμπόρευμα αμέσως ή δι' ανταλλαγής.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, πραγματικώς, ο κόπος, τον οποίον δοκιμάζει ο υποδηματοποιός διά την κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων είναι ίσος με εκείνον, τον οποίον θα εδοκίμαζε μεταφέρων το ύδωρ, το οποίον θα ελάμβανεν εις αντάλλαγμα. Διά τον κομιστήν του ύδατος ο κόπος είναι ο αυτός διά την μεταφοράν του ύδατος, το οποίον δίδει εις αντάλλαγμα του ζεύγους των υποδημάτων με εκείνον, τον οποίον θα εδοκίμαζε κατασκευάζων ο ίδιος το ζεύγος τούτο των υποδημάτων.

Ούτω, αφού αμφότεροι οι κόποι υπολογίζονται υπό της απλής εργασίας, η οποία ενταύθα είναι σχετική, έπεται εκ τούτου ότι αι ποσότητες της απλής εργασίας αι περιεχόμεναι εις τα υποδήματα και το ύδωρ είναι ίσαι· έχομεν δηλαδή προ ημών το θεώρημα του Κ. Μαρξ (17).

Δυστυχώς αι υποθέσεις, τας οποίας ηναγκάσθημεν να κάμωμεν διά να καθορίσωμεν την θεωρίαν ταύτην της αφαιρούν πάσαν αξίαν εάν θέλωμεν να τας χρησιμοποιήσωμεν διά να αποδείξωμεν ότι μόνη η εργασία, αποκλειομένου του κεφαλαίου, καθορίζει και μετρά την ανταλλακτικήν αξίαν. Πράγματι, μεταξύ των εξωτερικών (extrinsèques) περιστάσεων, αι οποίαι εμποδίζουν τον κομιστήν του ύδατος να γίνη υποδηματοποιός και τανάπαλιν, εμφανίζεται κυρίως η διάφορος ποσότης του (&απλού&) κεφαλαίου του αναγκαιούντος διά τας βιομηχανίας ταύτας.

Η εξέτασις της απόψεως της χρησιμευούσης ως βάσις εις ολόκληρον την θεωρίαν του Κ. Μαρξ μας θέτει όθεν μεταξύ δύο σκοπέλων. Ή δεν δυνάμεθα να συμβιβάσωμεν την άποψιν ταύτην με τα πραγματικά γεγονότα, ή είμεθα υποχρεωμένοι να προστρέξωμεν εις υποθέσεις τοιαύτας, ώστε να μη καταλήγωμεν εις τίποτε άλλο ειμή εις την επανάληψίν των, όταν εκθέτωμεν την άποψιν ταύτην.

Πράγματι είναι φανερό ν, ότι εάν ορίσωμεν το κόστος της παραγωγής — ίσον προς την ανταλλακτικήν αξίαν — κατά τρόπον αποκλείοντα την εξέτασιν της σχέσεως προς το (απλούν) κεφάλαιον, ουδεμίαν αισθανόμεθα ακολούθως δυσκολίαν όπως αποδείξωμεν ότι το κόστος της παραγωγής και το προς αυτό ίσον, η ανταλλακτική αξία ουδαμώς εξαρτώνται εκ της χρήσεως του κεφαλαίου.

Ο Κ. Μαρξ δεν δύναται να κατηγορηθή διά τον κυκλικόν του τούτον συλλογισμόν· και δεν τον απέφυγε ειμή διότι επεφυλάχθη να δώση επακριβώς τον ορισμόν της ανταλλακτικής αξίας χρησιμοποιήσας αορίστους εκφράσεις ως παρ. χάριν «αι κανονικαί συνθήκαι της παραγωγής», και άλλας παρομοίας.

Ωφέλιμον είναι να εξετάσωμεν εκ του πλησίον πώς εσχηματίσθη το σόφισμα τούτο, όπερ ήγαγε εις το σφάλμα τον Κ. Μαρξ.

Εις το βάθος πλείστων συζητήσεων επί ζητημάτων πολιτικής οικονομίας ευρίσκονται πάντοτε υπό μορφήν ολίγον διάφορον παρόμοια σοφίσματα. Διά ν' ανακαλύψωμεν το σφάλμα πρέπει ν' αντικαταστήσωμεν τας λέξεις διά των πραγμάτων, τα οποία συνήθως αντιπροσωπεύουν αύται, διότι συνηθέστατα ένεκα του διφορουμένου των ορισμών η &petitio principii& υπεισδύει εις τον συλλογισμόν.

Ο Κ. Μαρξ θέλει να αποδείξη ότι, το μέρος της ανταλλακτικής αξίας, το οποίον λαμβάνει ο κεφαλαιούχος αφαιρείται εκ της εργασίας. Εάν η ανταλλακτική αξία του προϊόντος ήτο μεγαλειτέρα του ποσού της εργασίας (υπολογιζομένου τούτου με κατάλληλον μονάδα) της περιεχομένης εις το εμπόρευμα δυνάμεθα να είπωμεν ότι ο κεφαλαιούχος λαμβάνει το πλεόνασμα τούτου· αλλ' εάν η ανταλλακτική αξία του προϊόντος είναι ακριβώς ίση προς το ποσόν της περιεχομένης εις το εμπόρευμα εργασίας, είνε φανερόν ότι ο κεφαλαιούχος αφαιρεί μερίδα της εργασίας ταύτης.

Εις την περιεχομένην εις το εμπόρευμα εργασίαν συμπεριλαμβάνεται εξ άλλου η αναγκαία εργασία διά την επιδιόρθωσιν των κτιρίων, των μηχανών κ.τ.λ. ως και γενικώς εκείνη διά την διατήρησιν του κεφαλαίου. Εις την χρήσιν μόνον του κεφαλαίου τούτου, ανεξαρτήτως της φθοράς του ο Κ. Μαρξ αρνείται ότι δύναται να παράγη ανταλλακτικήν αξίαν.

Το πρόβλημα όθεν έχει ως εξής: το (απλούν) κεφάλαιον δύναται ανεξαρτήτως της φθοράς του να παράγη ανταλλακτικήν αξίαν; ή με άλλας λέξεις: Η χρήσις του κεφαλαίου τούτου αποτελεί ναι ή όχι μέρος του κόστους της παραγωγής;

Κάθε οικονομικόν πρόβλημα εξαρτάται από ψυχολογικόν τι πρόβλημα, διότι κατά βάθος πρόκειται, ν' ανακαλύψωμεν τους κανόνας κατά τους οποίους ενεργούν οι άνθρωποι. Τα αίτια δε των ανθρωπίνων πράξεων είναι γενικώς πολυάριθμα και ως εκ τούτου πάσα θεωρία παραδεχομένη μόνον έν, και αποκλείουσα κάθε άλλο είναι ατελής. Είναι λοιπόν επάναγκες πάντοτε να βεβαιώμεθα, εάν αι αιτίαι τας οποίας παρημελήσαμεν δεν έχουν σημαντικήν επιρροήν επί των φαινομένων τα οποία μελετώμεν. Ιδού όμως πώς υποπίπτωμεν συνήθως εις λάθος.

Εάν Α, Β, Γ . . . . . είναι αιτίαι παράγουσαι φαινόμενον τι, δεν είναι δύσκολον να εύρωμεν περιπτώσεις κατά τας οποίας ενώ η Α. αιτία παραμένει σταθερά, το φαινόμενον ποικίλλει, γεγονός αποκλείον την Α. αιτίαν από του να είναι η μόνη αιτία της παραγωγής του φαινομένου. Εις τούτο απαντώμεν είτε απορρίπτοντες τας αιτίας Β. Γ . . . . . εις τας λεγομένας «κανονικάς» συνθήκας των φαινομένων, ή αποδεχόμενοι τας αιτίας ταύτας ως χαρακτηριστικάς περιστάσεις της Α. αιτίας. Είτα αποκλείσαντες a priori τας Β και Γ . . . . . δεν δυσκολευόμεθα ν' αποδείξωμεν ότι η Α. αιτία είναι η μόνη αιτία του φαινομένου.

Δεν ευρίσκεται μόνον η χρήσις του απλού κεφαλαίου εις σχέσιν με την αξίαν, αλλ' επίσης πάσαι αι περιπτώσει εν αις αύτη παράγεται. Ο Κ. Μαρξ αναγνωρίζει τούτο, αλλ' απαλλάσσεται της δυσκολίας ταύτης με τας «κανονικάς» συνθήκας της παραγωγής. «Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εις την παραγωγήν των εμπορευμάτων είναι εκείνος, τον οποίον απαιτεί πάσα εργασία εκτελουμένη με τον μέσον βαθμόν της δεξιότητος και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αίτινες εν σχέσει προς το δοθέν κοινωνικόν περιβάλλον είναι κανονικαί».

Αι &κανονικαί& όμως αύται συνθήκαι εξαρτώνται εκ της ποσότητος του κεφαλαίου του υπάρχοντος εις την χώραν και της διανομής της ποσότητος αυτής κεφαλαίου μεταξύ των διαφόρων βιομηχανιών.

«Εάν εις δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, κλωστική μηχανή είναι το &κανονικόν& όργανον της νηματουργίας, δεν πρέπει να θέσωμεν εις τας χείρας του νηματουργού ένα κλώστην». Βεβαίως, αλλά διά να χρησιμοποιήσωμεν μίαν κλωστικήν μηχανήν πρέπει να την έχωμεν.

Η ραπτομηχανή είναι προφανώς εις την κοινωνίαν μας το «κανονικόν» όργανον της ραπτικής· πόσαι όμως οικοδέσποιναι στερούνται μηχανών! Ποίος είναι ο κανονικός αριθμός των εν τη κοινωνία μας ραπτικών μηχανών; Είναι αδύνατον ν' απαντήσωμεν εις την ερώτησιν ταύτην χωρίς να υπεισέλθη κατά το μάλλον ή ήττον κεκαλυμμένως η έννοια του (απλού) κεφαλαίου.

Εάν η εξήγησις του σοφίσματος, την οποίαν εδώσαμεν είναι αληθής, δυνάμεθα χρησιμοποιούντες τας ιδίας λέξεις να θεωρήσωμεν μίαν οιανδήποτε των αιτιών Β, Γ . . . . ως κυρίαν απορρίπτοντες τας άλλας μετά της Α αιτίας εις τας &κανονικάς& συνθήκας του φαινομένου.

Τούτο θα επιχειρήσωμεν να επαληθεύσωμεν επί του παραδείγματος της θεωρίας του Κ. Μαρξ. Είναι εύκολον να ίδωμεν ότι δυνάμεθα αλλάσσοντες λέξεις τινάς της θεωρίας ταύτης, ν' αποδείξωμεν ότι η ανταλλακτική αξία (18) εξαρτάται αποκλειστικώς εκ του (απλού κεφαλαίου).

Διά τούτο θα παρατηρήσωμεν κατ' αρχάς ότι τα εμπορεύματα έχουν ανάγκην διά την παραγωγήν των διαφόρων ποσοτήτων κεφαλαίου, χρησιμοποιουμένου κατά διάφορον χρονικά διαστήματα. Διά να πίωμεν ύδωρ, αρκεί να μεταβώμεν εις τον ρύακα. Διά να πίωμεν οίνον, πρέπει να σκάψωμεν το έδαφος, να φυτεύσωμεν την άμπελον, να εφοδιασθώμεν με πιεστήριον, βαρέλια, υπόγειον κ.λ.π. Διά να συλλέξωμεν κορόμηλα, αρκεί να μεταβώμεν εις το δένδρον διά να έχωμεν όμως δαμάσκηνα (reines claudte), δέον να εφοδιασθώμεν με αρπάγην.

«Της αξίας χρήσεως των εμπορευμάτων τεθείσης κατά μέρος δεν απομένει πλέον εις αυτά ή μία ιδιότης, ότι ταύτα είναι προϊόντα του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (19).

«Η ποσότης της αξίας ενός εμπορεύματος θα παρέμενε προφανώς σταθερά εάν ο αναγκαίος εις την παραγωγήν του χρόνος ήτο σταθερός. Αλλ' ο τελευταίος ούτος ποικίλλει εις κάθε τροποποίησιν της παραγωγικής δυνάμεως του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το οποίον και τούτο εξαρτάται εκ διαφόρων περιπτώσεων, μεταξύ άλλων της μέσης ικανότητος των εργατών . . . . . . των κανονικών συνδυασμών της παραγωγής, κ.λ.π.».

Τούτου τεθέντος, δυνάμεθα να εξακολουθήσωμεν και να αποδείξωμεν ότι η εργασία σφετερίζεται μέρος της υπεραξίας της δημιουργηθείσης υπό του κεφαλαίου.

Μία ράπτρια ενοικιάζει ραπτικήν μηχανήν αντί 30 λεπτών την ημέραν. Η εργασία 3 ωρών της μηχανής ταύτης παράγει: 1ο τα 30 λεπτά του ενοικίου της μηχανής· 2ο το ποσόν των 70 λεπτών, του οποίου έχει απαραιτήτως ανάγκην η εργάτρια διά να ζήση.

Αλλά «Η ΕΡΓΑΤΡΙΑ» επλήρωσε την ημερησίαν αξίαν της εργασίας της ΜΗΧΑΝΗΣ· η χρήσις της λοιπόν κατά την ημέραν, και η εργασία μιας ολοκλήρου ημέρας της ανήκει. Τώρα, ότι η συντήρησις της ΜΗΧΑΝΗΣ ταύτης, δεν κοστίζει ειμή ΤΡΕΙΣ ΩΡΑΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ, αν και η μηχανή ηδύνατο να εργασθή ολόκληρον την ημέραν . . . . . τούτο είναι ιδιαιτέρας ευτυχής σύμπτωσις διά την ΕΡΓΑΤΡΙΑΝ ΑΥΤΗ προείδε την περίπτωσιν και δι' αυτό γελά». Εργάζεται την μηχανήν επί 6 ώρας και οικειοποιείται την αξίαν την δημιουργηθείσαν υπό της μηχανής κατά την τρίωρον ταύτην εργασίαν.

Δυνάμεθα όθεν να συμπεράνωμεν ότι η υπό του Κ. Μαρξ διδομένη απόδειξις της απόψεως ότι η ανταλλακτική αξία μετράται ακριβώς υπό του ποσού της εργασίας της ενσωματωμένης εις το προϊόν περιέχει επανάληψιν αρχών.

Η οικονομική παραγωγή μετατρέπει πράγματι αγαθά τινα εις άλλα, τα οποία δέον να έχουν &αξίαν τινά χρήσεως& (μίαν χρησιμότητα) μεγαλυτέραν εκείνης των οικονομικών αγαθών, εκ των οποίων ταύτα προέρχονται, άλλως κανείς δεν ήθελε συνεχίση την ταύτην. Το πλεόνασμα της ούτω παραχθείσης αξίας χρήσεως διανέμονται οι διάφοροι παράγοντες της παραγωγής, δηλαδή οι εργάται και οι ιδιοκτήται των οικονομικών αγαθών, οίτινες συνεργάζονται εις την παραγωγήν. Αυτή η εργασία είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως και όλα τα άλλα.

Το προϊόν γεννάται οικονομικώς εκ της ενώσεως της παρελθούσης εργασίας (απλούν κεφάλαιον) και άλλων οικονομικών αγαθών μετά της παρούσης εργασίας, όπως το ύδωρ παράγεται εκ της χημικής ενώσεως του οξυγόνου και υδρογόνου. Δεν είναι δυνατόν ν' αποδώσωμεν το οικονομικόν προϊόν εις την παρούσαν εργασίαν μη συμβαλούσης της παρελθούσης ή τανάπαλιν, όπως δεν είναι δυνατόν ναποδώσωμεν την παραγωγήν του ύδατος εις το οξυγόνον αφαιρούντες το υδρογόνον ή και τανάπαλιν.

Τώρα είναι βέβαιον ότι εάν το κράτος οικειοποιηθή όλα τα κεφάλαια θα δύναται να χορηγή ταύτα προς χρήσιν δωρεάν εις τους εργάτας εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Το αυτό θα συμβή εάν το κράτος υποδουλώσει όλους τους εργάτας, διότι τότε θα δύναται να χορηγήση δωρεάν εις τους κεφαλαιούχους την χρήσιν της εργασίας των εργατών, εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Τούτο όμως δεν είναι το απασχολούν ημάς ζήτημα, διότι ο Κ. Μαρξ καθορίζων τας απόψεις του επί της ανταλλακτικής αξίας και υπεραξίας, έχει βεβαίως υπ' όψει του τα σήμερον υπάρχοντα και όχι τα δυνάμενα να γίνουν υπό διαφόρους συνθήκας της οικονομικής οργανώσεως της κοινωνίας.

Είναι αληθώς αξιοπαρατήρητος η δυσκολία την οποίαν δοκιμάζει όχι μόνον ο Κ. Μαρξ, αλλά και πολλοί άλλοι ακόμη προσπαθούντες να εννοήσουν τον ρόλον του κεφαλαίου εν τη παραγωγή. Μέρος της δυσκολίας ταύτης οφείλεται εις αίτια αισθηματικά, αλλά το κύριον μέρος πηγάζει εκ της ελλείψεως αυστηράς εφαρμογής των χρησιμοποιουμένων όρων.

Εκείνο το οποίον επηύξησε την σύγχυσιν είναι ότι συγγραφείς τινές επεφορτίσθησαν να αποδείξουν ότι το κεφάλαιον έχει δικαίωμα — ή δεν έχει δικαίωμα εις αμοιβήν τινά.

Η πολιτική οικονομία δεν ενδιαφέρεται διά τούτο. Μελετά μόνον τας συνθήκας υπό τας οποίας παράγεται και διανέμεται ο πλούτος και καθορίζει πώς δύναται τις να επιτύχη το μάξιμουμ του ηδονισμού διά το άτομον και το μάξιμουμ του ηδονισμού διά το είδος (20).

Ο συλλογισμός τον οποίον πολλοί αντιτάσσουν εις τας θεωρίας του Κ. Μαρξ λέγοντες: «ο ιδιοκτήτης μιας οικίας δύναται να μη δεχθή εν αυτή ουδένα, έχει το λοιπόν το δικαίωμα, εάν δεχθή ενοικιαστήν, να ζητήση ενοίκιον», περιέχει μίαν επανάληψιν αρχών, διότι αμφισβητείται ακριβώς το δικαίωμα του ιδιοκτήτου να διαθέτη την οικίαν. Το πραγματικόν ζήτημα το οποίον πρέπει να λυθή είναι μόνον εάν, εις την ώθησιν των ανθρώπων προς ανέγερσιν οικιών, το δόλωμα του ενοικίου, το οποίον θα λάβη είναι ή όχι το μέσον το παράγον το μάξιμουμ της ευτυχίας εν τη κοινωνία. Άλλοι συγγραφείς, ομιλούντες επί της ανταλλακτικής αξίας φαίνονται να παραδέχονται ότι αύτη είναι &ποσόν ενεργείας — , όπως είναι η ζώσα δύναμις εις την μηχανικήν, μία δύναμις θερμότητος, ηλεκτρισμού κ.λ.π. — , ήτις δύναται μεν να τροποποιηθή ουχί όμως και να δημιουργηθή ή καταστραφή. Φαντάζονται τότε ότι εις το γεγονός ότι η χρήσις του κεφαλαίου δύναται ν' αυξήση την αξίαν, υπάρχει είδος τι δημιουργίας εκ του μηδενός, η οποία όμως δεν είναι δυνατόν να γίνη αποδεκτή. Αλλ' η αξία δεν είναι παρά σχέσις, ούτε δε είναι μυστήριον ότι η χρήσις του κεφαλαίου ή παντός άλλου τρόπου παραγωγής των εμπορευμάτων δύναται ν' αλλάξη την σχέσιν ταύτην.

Μεταξύ των κυριωτέρων χαρακτήρων του κεφαλαίου ευρίσκομεν: ότι τούτο έχει την ιδιότητα της αυξήσεως της παραγωγικότητος της εργασίας (J. B. Say), ότι συνηθέστερον είναι ο καρπός της οικονομίας (Senior), ότι η δράσις του αυξάνεται εν τω χρόνω (Böhm — Bawerk). Έκαστον των χαρακτήρων τούτων εξέλεξαν κατά σειράν ως την αποκλειστικήν αιτίαν Α, η όποια παρουσιάζει το κεφάλαιον ως ένα των παραγόντων της παραγωγής και ημέλησαν τους άλλους χαρακτήρας Β, Γ . . . . . κλπ. των οποίων όμως δεν ηδύναντο να αρνηθώσι την επιρροήν είτε περιλαμβάνοντες αυτούς μεταξύ των δήθεν «κανονικών» συνθηκών, είτε χρησιμοποιούντες αυτούς, ως απλά χαρακτηριστικά του χαρακτήρος τον οποίον εξέλεξαν.

Εις την πραγματικότητα το κεφάλαιον είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως όλα τα άλλα. Είναι αληθές ότι ο άνθρωπος διά της χρήσεώς του αποφεύγει ένα κόπον ή με άλλας λέξεις ικανοποιεί ανθρωπίνην ανάγκην. Εξ άλλου όμως τούτο υφίσταται εν περιωρισμένη ποσότητι, τουλάχιστον εις την κοινωνίαν μας. Κέκτηται όθεν ιδιότητες, αίτινες μας εχρησίμευσαν διά τον καθορισμόν των οικονομικών αγαθών, και οφείλομεν κατά συνέπειαν να το αναγνωρίσωμεν ως τοιούτον.

Μία ύλη δύναται να λάβη διαφόρους οικονομικούς χαρακτήρας αναλόγως των χρήσεων, εις ας προσαρμόζεται. Επί παραδείγματι, η όρυζα δύναται να καταναλωθή απ' ευθείας υπό του κατόχου της — αυτός επίσης δύναται να την χρησιμοποιήση διά την διατροφήν ορνιθίων, τα οποία θα φάγη — δύναται αύτη να θρέψη εργάτας, οι οποίοι καλλιεργούν ορυζώνα — δύναται να θρέψη εργάτας, οι οποίοι θα κατασκευάσουν δίτροχον προς μεταφοράν της κατά την προσεχή εσοδείαν κ.λ.π.

Η οικονομική επιστήμη πρέπει να διακρίνη πάντα τα γεγονότα ταύτα. Ολίγον ενδιαφέρουν αι ονομασίαι. Εις την πρώτην περίπτωσιν, δυνάμεθα να είπωμεν, ότι η όρυζα είναι οικονομικόν αγαθόν πρώτης τάξεως, και ότι εις τας άλλας περιπτώσεις είναι οικονομικόν αγαθόν δευτέρας τάξεως, τρίτης τάξεως κ.λ.π. Δυνάμεθα ακόμη να είπωμεν ότι η όρυζα η χρησιμεύουσα διά την διατροφήν των καλλιεργούντων τον ορυζώνα εργατών, και η διά την διατροφήν των εργατών αμαξοποιών, είναι κεφάλαιον.

Ανάλογα των προηγουμένων γεγονότων θα είναι και εκείνα κατά τα οποία, της ορύζης ανταλλασσομένης διά νομίσματος ο κάτοχος τούτου θα έθετε τούτου κατόπιν εις χρήσιν: ή διά να αγοράση την τροφήν του, ή διά να πληρώση την τροφήν των ορνιθίων του ή την των εργατών του ορυζώνος, ή των εργατών αμαξοποιών.

Γενικώς όθεν όταν έν και το αυτό οικονομικόν αγαθόν — ή έν και το αυτό ποσόν χρημάτων — χρησιμοποιείται κατά διαφόρους τρόπους, εκάστη των δύο τούτων χρήσεων αντιπροσωπεύει διάφορον οικονομικήν οντότητα, εκάστη δε τούτων έχει ιδίαν αξίαν χρήσεως, διά την οποίαν προσφέρουν εις την αγοράν διαφόρους τιμάς, μέχρις ότου της μιας χρήσεως εκτεινομένης της άλλης περιοριζομένης, φθάνομεν διά του παιγνίου της προσφοράς και ζητήσεως εις την ισορροπίαν των τιμών.

Αυτός ο Κ. Μαρξ μας δίδει παράδειγμα οικονομικών αγαθών φαινομενικώς ίσων, πραγματικώς όμως βαθέως διαφόρων, όταν παρατηρή ότι η ομαδική εργασία (travail collectif) αριθμού τινος εργατών είναι κατά πολύ παραγωγικωτέρα της εργασίας των ιδίων εργατών μεμονωμένων.

Μεταξύ των όρων, οίτινες διαφοροποιούν την χρήσιν των οικονομικών αγαθών, είναι τις σημαντικώτατος, ο του χρόνου κατά τον οποίον δυνάμεθα ν' απολαύσωμεν είτε απ' ευθείας το οικονομικόν αγαθόν, είτε το προϊόν του. Ο κ. Böhm- Bawerk θαυμασίως ανέπτυξεν όλας τας συνεπείας της υπό του χρόνου διαφοροποιήσεως ταύτης της χρήσεως των οικονομικών αγαθών.

Ο Κ. Μαρξ ονομάζει υπεραξίαν τον τόκον, τον οποίον ο κεφαλαιούχος λαμβάνει εις ενοίκιον του κεφαλαίου του. «Διαιρούντες το κατατεθέν κεφάλαιον διά της ετησίως καταναλισκομένης υπεραξίας, έχομεν τον αριθμόν των ετών, ή των περιόδων της παραγωγής, μετά την παρέλευσιν των οποίων το πρώτον κεφάλαιον κατηναλώθη υπό του κεφαλαιούχου και κατά συνέπειαν εξηφανίσθη».

«Ο κεφαλαιούχος φαντάζεται αναμφιβόλως ότι κατηνάλωσε την υπεραξίαν και διετήρησε την αξίαν του κεφαλαίου, αλλ' η αντίληψις αύτη δεν αλλάζει το γεγονός ότι μετά περίοδον τινά η αξία του κεφαλαίου, το οποίον του ανήκει ισούται με το ποσόν της υπεραξίας, την οποίαν απέκτησε &δωρεάν& (21) κατά την αυτήν περίοδον, και ότι το ποσόν της καταναλωθείσης υπ' αυτού αξίας ισούται με το κατατεθέν τοιούτον (22).

Εκ του παλαιού κεφαλαίου, το οποίον κατέθεσεν εκ των ιδίων του χρημάτων, δεν υφίσταται πλέον ούτε έν μόριον της αξίας».

Ο συλλογισμός ούτος του Κ. Μαρξ προϋποθέτει, ότι ποσόν τι εξ 100,000 δραχμών επί παραδείγματι, πληρωνόμενον σήμερον είναι το αυτό με δέκα ποσά εκ 10,000 δραχμών πληρωνομένων το πρώτον εντός ενός έτους, το δεύτερον εντός δύο ετών και ούτω καθ' εξής.

Όθεν αι δύο αύται χρήσεις ενός και του αυτού οικονομικού αγαθού δεν είναι όμοιαι και δεν θα είναι όμοιαι εις κοινωνίαν ένθα το κεφάλαιον θα είναι κοινόν, εξαιρέσει πλέον, εάν το κεφάλαιον τούτο υφίστατο εις άπειρον ποσότητα (23). Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει δεν θα επληρώναμεν επίσης τίποτε διά την χρήσιν του κεφαλαίου εν κεφαλαιοκρατική κοινωνία.

Ονομάσωμεν Α την χρήσιν οικονομικού τινος αγαθού διατιθεμένου σήμερον, και Β την χρήσιν του ιδίου αγαθού διατεθιμένου εις το τέλος χρονικού τινος διαστήματος.

Εάν η αξία χρήσεως του Α ήτο δι' όλον τον κόσμον ακριβώς ίση προς την του Β ουδέποτε θα παρετηρείτο ανταλλαγή του Α διά του Β.

Διά να λάβη χώραν η ανταλλαγή αύτη δέον όπως διά τον δανειζόμενον η αξία χρήσεως του Α να είναι μεγαλυτέρα της του Β, και την διαφοράν ταύτην των δύο τούτων αξιών χρήσεως αγοράζει πληρώνων τον τόκον.

Η σύμβασις αύτη δεν διαφέρει καθόλου εκείνης, την οποίαν δύναται να συνάψη παραγωγός σίτου μετά παραγωγού οίνου. Ο πρώτος παραγωγός θα έδιδε: 1ο βάρος σίτου ίσου προς το βάρος του λαμβανομένου οίνου· 2ο έν υπόλοιπον εις χρήμα.

Ποσόν χρημάτων διαθέσιμον σήμερον διαφέρει τόσον ενός ιδίου διαθεσίμου ποσού εντός ετών τινων, όσον ο οίνος διαφέρει του σίτου. Εν τη πρώτη περιπτώσει ο χρόνος (24) είναι εκείνος, ο οποίος επιφέρει την διάκρισιν των δύο οικονομικών αγαθών, εν δε τη δευτέρα σύνολόν τι των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων.

Ως προείπομεν ήδη, εξετάζομεν ενταύθα μόνον τα γεγονότα ως ταύτα πραγματικώς εκτυλίσσονται και ουχί ως δυνατόν να εξετυλίσσοντο υπό διάφορον κοινωνικήν οργάνωσιν.