Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο
Part 15
20) Ο Μαρξ είχε δίκαιον βλέπων μίαν αντίφασιν εις το γεγονός «να εξάγεται το ιδεώδες της δικαιοσύνης εκ νομικών σχέσεων πηγαζουσών εκ κοινωνίας βασιζομένης επί της εμπορικής παραγωγής» και να λαμβάνεται είτα το ιδεώδες τούτο ως στήριγμα διά την αναμόρφωσιν της κοινωνίας αυτής και του δικαίου της. Αλλά μήπως δεν ακολουθεί και αυτός κάπως τον δρόμον αυτόν ισχυριζόμενος ότι ολόκληρον το προϊόν της εργασίας δέον να ανήκη εις τον εργάτην;
21) Η λέξις αύτη προϋποθέτει ήδη την λύσιν του προβλήματος του Κ. Μαρξ, ενώ οι οικονομολόγοι διατίνονται ακριβώς ότι η υπεραξία δεν απεκτήθη δωρεάν.
22) Η ισότης αύτη αμφισβητείται. Ο Κ. Μαρξ, αναφέρων παράδειγμα χημικής ισομερείας, ηδύνατο να προΐδη το αντίθετον ότι δύο ποσά αριθμητικώς ίσα δύνανται να είναι οικονομικώς διάφορα. Εκείνο που ενταύθα τα διακρίνει είναι ο χρόνος.
23) Ή καλύτερον, εάν η υφισταμένη ποσότης ήτο μεγαλυτέρα ή ίση εκείνης, την οποίαν θα επεθυμούμεν.
24) Και άλλαι επίσης περιπτώσεις ως η πιθανότης της απολαύσεως μελλοντικού αγαθού κλπ., επί των οποίων δεν είναι ανάγκη να σταματήσωμεν τώρα.
25) Ο κ. Block δεν θα επρόσεξε επί της σημαντικής ταύτης περικοπής, διότι λέγει: «Η ωρισμένη Τιμή (tarif) είναι η ένδειξις διά κάθε επάγγελμα πόσαι ώραι ενός εργάτου ισούνται με μίαν ώραν της εργασίας του: π. χ. η ώρα του ράπτου δύο, η ώρα του κλειθροποιού τρεις . . . . . προκαλώ οιονδήποτε να ορίση τιμήν η οποία να ευχαριστή ένα επί τοις εκατόν. Ιδού διατί απέφυγεν ο Κ. Μαρξ τον καθορισμόν τούτον». (Βλ. &Αι πρόοδοι της οικονομικής επιστήμης& I σ. 507). Η κρίσις αύτη όμως δεν είναι ορθή, διότι ο Κ. Μαρξ δεν απέφυγε να το καθορίση, αφού υποδεικνύει τρόπον, όστις κατ' αυτόν έδει να χρησιμεύση ως καθορισμός της τιμής ταύτης.
26) Ιδού επί παραδείγματι τα warrants των χυτοσιδηρουργείων της Γλασκώβης εις σελήνια και πέννας κατά τόννον:
Έτη 1833 1834 1835 1836 1837 Υψηλοτέρα τιμή 81/1 92/0 83/6 81/0 82/6 Χαμηλοτέρα τιμή 49/0 64/0 54/0 68/0 48/6 Μέση τιμή 61/6 79/9 70/9 72/6 69/2
Έτη 1838 1839 1860 1861 1862 Υψηλοτέρα τιμή 60/0 58/6 61/6 52/6 57/6 Χαμηλοτέρα τιμή 52/0 47/0 49/6 47/0 48/6 Μέση τιμή 54/5 51/11 53/8 49/3 53/0
Έτη 1863 1864 1865 1866 1867 Υψηλοτέρα τιμή 67/3 66/0 65/0 82/0 55/6 Χαμηλοτέρα τιμή 50/6 49/6 65/3 51/0 51/6 Μέση τιμή 55/9 57/4 49/6 60/6 53/6
Έτη 1868 1869 1870 1871 1872 Υψηλοτέρα τιμή 54/6 58/6 60/0 72/9 137/6 Χαμηλοτέρα τιμή 51/9 50/6 50/5 51/0 73/0 Μέση τιμή 52/9 53/3 54/4 58/11 102/0
Έτη 1873 1874 1875 1876 1877 Υψηλοτέρα τιμή 145/7 108/9 75/0 66/6 57/9 Χαμηλοτέρα τιμή 101/0 72/6 57/6 56/0 51/6 Μέση τιμή 117/3 87/6 65/9 58/6 54/4
Έτη 1878 1879 1880 1881 1882 Υψηλοτέρα τιμή 52/4 68/6 73/3 53/6 53/1 Χαμηλοτέρα τιμή 42/3 40/0 44/6 45/0 46/8 Μέση τιμή 48/5 47/0 54/6 49/4 49/4
Αι τιμαί αύται δεν φαίνονται να σταματούν εις μόνιμον επίπεδον. Συνεχώς ποικίλλουν. Όθεν επί πραγματικών γεγονότων πρέπει να συζητώμεν και ουχί επί γεγονότων της φαντασίας μας.
27) J. Stuart Mill &Λογική& γαλλ. μετάφρ. τόμ. II, σ. 385.
28) Είναι η αρχή της ελαττώσεως του &τελικού βαθμού της χρησιμότητος&. Εν γενικαίς γραμμαίς την θεωρούμεν ορθήν, εκτός μερικών εξαιρέσεων. (Giornale degli Economisti, Roma Ιανουάριος 1893. Όρα Edgeworth, _Mathematical psychics_ σ 34-35).
29) Είναι αληθές ότι εις την ελάττωσιν ταύτην των κινδύνων αντιστοιχεί ελάττωσις του τόκου, του κράτους δανειζομένου με μικρότερον τόκον του επιτυγχανομένου εις τας βιομηχανίας, αι οποίαι διατρέχουν κινδύνους. Αλλά τούτο είναι μία σχετική ελάττωσις ενός ολικού τεχνητώς υψωθέντος.
Ας υποθέσωμεν πράγματι ότι το ελεύθερον εμπόριον ορίζει εν δεδομένη στιγμή επιτόκιον Χ διά τον τόκον, και το επιτόκιον τούτο αντιστοιχεί προς το 5% το πληρωνόμενον υπό του κράτους, η διαφορά δε διά τους κινδύνους του κεφαλαίου είναι η πληρωτέα αμοιβή. Έστω 10 εκατομ. το χρησιμοποιούμενον κεφάλαιον με επιτόκιον Χ· δυνάμεθα να υπολογίσωμεν ως εάν τούτο εχρησιμοποιείτο προς 5% άνευ κινδύνου.
Αι βιομηχανίαι της χώρας θα ηδύναντο να χρησιμοποιήσουν ακόμη έν εκατομμύριον, αλλά μόνον εις επιτόκιον, αντιστοιχούν προς 4% των προσόδων του κράτους, επί του ολικού κεφαλαίου.
Εν τοιαύτη περιπτώσει ελαττούντες, διά της αφαιρέσεως όλων των πληρωτέων αμοιβών διά τους κινδύνους, πάντα τα επιτόκια από τα πληρωθέντα τοιαύτα υπό του κράτους, θα δυνηθώμεν να είπωμεν ότι, οι κεφαλαιούχοι δύνανται να χρησιμοποιήσουν 10 εκ. προς 5%, ή 11 εκατομ. προς 4%.
Αλλά το κράτος επεμβαίνει όταν ο τόκος ακόμη 5%. Ζητεί από την αγοράν έν επί πλέον εκατομμύριον, πράγμα, που αυξάνει το επιτόκιον και το υψώνει ας υποθέσωμεν 5,1%. Το εκατομμύριον τούτο χορηγείται εις τας βιομηχανίας, αι οποίαι δεν δύνανται να πληρώσουν ειμή 4%, και οι συμβάλλοντες επιβαρύνονται με την διαφοράν.
Κατά τον τρόπον τούτον οι κεφαλαιούχοι χρησιμοποιούν 11 εκατομ. προς 5,1% αντί των 4%.
Εξαιρέσει των αριθμών, οι οποίοι εδόθησαν ενταύθα ως παράδειγμα, η υποθετική αύτη περίπτωσις επραγματοποιήθη εις τα συναφθέντα υπό των κυβερνήσεων δάνεια διά την κατασκευήν των σιδηροδρόμων.
Ίνα εξετασθή κατά βάθος η άποψις αύτη και διά να μη παρασυρθώμεν εις ατελεύτητα συμπεράσματα, θα έπρεπε να χρησιμοποιήσωμεν την αριθμητικήν.
30) Η απάντησις αύτη εδόθη εις μερικάς μας αντιρρήσεις τας οποίας εξεφράσαμεν επί του έργου του μέλλοντος σοσιαλιστικού κράτους, υπό επισήμου Σοσιαλιστικής Επιθεωρήσεως La critica sociale του Μιλάνου.
31) Ιδού μικρός πίναξ αποδεικνύων, ως λέγει ο Schoenhofs, ότι η πρόοδος της μηχανικής παραγωγής έσχεν ως αποτέλεσμα την ελάττωσιν της τιμής του γαιάνθρακος και την ΑΥΞΗΣΙΝ των ημερομισθίων.
ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΑ ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΑ ΤΙΜΗ ΓΑΙΑΝΘΡΑΚΟΣ Ετήσια κατά τόννον κατά τόννον 1880 1890 1880 1890 1880 1890 δολλάρια σεντς δολλάρια Tennesee 332 392 68 82 1,27 1,21 Kentucky 261 334 73 70 1,20 0,99 West Virginia 295 391 72 60 1,10 0,82 Ohio 320 352 86 69 1,29 0,91 Illinois 382 357 99 69 1,44 0,97
Επ' αυτού δέον να προστρέξωμεν εις το έργον του κ. Paul Leroy — Beauler (&Δοκίμιον διανομής του πλούτου& και &Ο κολλεκτιβισμός& του αυτού συγγραφέως).
32) Ο Κ. Μαρξ εκτείνεται επί της νοθείας των εμπορευμάτων. Δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν, πώς η νοθεία αυτή δεν θα λαμβάνη χώραν, αν δεν υπάρχη οικειοποιημένον κεφάλαιον. Μήπως διότι το κράτος θα ασχοληθή διά την παραγωγήν των εμπορευμάτων; Εις την Γαλλίαν τα πυρεία του μονοπωλίου ουδέποτε ανάβουν και τούτο ουδέποτε είναι ευνοϊκόν διά τας βιομηχανίας τας οποίας θα αναλάβη το κράτος.
33) Τhe Populair Sciènce Monthly. Ιανουάριος 1887. Ο Κ. Μαρξ ηπατήθη υποθέτων ότι η &πτωχεία& θα ηύξανεν εις την Αγγλίαν. Όρ. Giffen Essays in Finance Σ. Π. The progress of the working classes in the last half century. Further notes on the working classes.
Ιδού αριθμοί τινές: ημερομίσθια απλής εργασίας (unskilled labour) την εποχήν κατά την οποίαν έγραφεν ο κ. Giffen (1886) και πεντήκοντα έτη πρότερον (1836) σελ. 425.
1836 1886 σελ. δην. σελ. δην. Εργάτης Λονδίνου 15 — 25 — Βοηθός κτίστης Manchestey 12 — 21 9 Κτίστης Manchestey (μάξιμουμ) 15 — 22 — Βοηθός κτίστης Glasgow 9 — 18 — Εργάτης Londo viderry 8 — 16 —
Αποτελέσματα του Income taxe σελ. 398.
Πρόσοδοι 1843 1876 — 1880 Αριθ. προσώπων Από 150 λίρες μέχρι 200 29.366 130.101 200 — 300 28.370 88.455 300 — 400 13.429 39.896 400 — 500 6.781 16.501 500 — 600 4.780 11.317 600 — 700 2.672 6.894 700 — 800 1.874 4.054 800 — 900 1.442 3.555 900 — 1000 894 1.396 1000 — 2000 4.228 10.352 2000 — 3000 1.235 3.131 3000 — 4000 526 1.430 4000 — 5000 339 758 5000 — 10000 493 1.439 10000 — 50000 200 785 50000 και άνω 8 68
Σύνολον...... 106.637 320.162
Ιδού δια την Ιταλίαν τα καλά αποτελέσματα του κ. Bodio, διευθυντού του τμήματος της στατιστικής.
Η σημαντική βελτίωσις των συνθηκών της εργατικής τάξεως εσταμάτησε τω 1887 ένεκα των τρελών δαπανών των εξοπλισμών, του (νομίμου) κιβδήλου νομίσματος εκδοθέντος υπό των τραπεζών τη συνενοχή της κυβερνήσεως και εν γένει της υπό των πολιτευομένων προξενηθείσης καταστροφής σημαντικής μερίδος του πλούτου της χώρας.
Το σύστημα των «αστών οικονομολόγων» Cobden, John Bright κλπ. είναι ωφέλιμον, διότι τούτο ακολουθήσα η Αγγλία απέφυγε τα κακά ταύτα.
Εδημοσιεύσαμεν εις την Εφημερίδα των Οικονομολόγων (Παρίσιοι, Δεκέμβριος), ότι το ποσόν, το οποίον οι πολίται δέον να πληρώσουν χάρις εις την προστασίαν της σιδηρουργικής βιομηχανίας εν Ιταλία είναι μεγαλύτερον του ποσού των ημερομισθίων, τα οποία λαμβάνουσιν οι εργάται της προστατευομένης βιομηχανίας.
Ιδού περίληψις αριθμών τινών.
Έτη 1886 1890 Μέσος όρος των δικαιωμάτων επί 100 χιλιογράμ. Περα- τωθέντων εμπορευμάτων . . 4 φρ. 476 7 φρ. 444 Το αυτό επί του χυτοσιδήρου 0 φρ. 1 φρ. Σύνολον δικαιωμάτων εισπρα- χθέντων παρά του τελω- νείου, χιλιάδες φράγκα . . . . 8.718 8.056 Ποσότης σιδήρου και χαλκού καταναλωθέντος εν Ιτα- λία, χιλιάδες τόννοι . . 334 105
Τω 1890, η χώρα επλήρωσε χάρις εις την προστασίαν ποσόν περίπου 30,156,0011 φράγκων. Αφαιρούντες εκ του ποσού τούτου τα 8,056,000 φράγκα εισπραχθέντα υπό των τελωνείων, υπολείπεται, ποσόν 22,100,000 φράγκων.
Κατά το &Δελτίον της στατιστικής&, ο αριθμός των χρησιμοποιουμένων εις την βιομηχανίαν ταύτην εργατών ανέρχεται εις 14,518. Εάν διένεμον μεταξύ των το ποσόν των 30,156,000 φράγκων έκαστος θα είχεν ετησίως 2,077 φράγκων και εάν διένεμον το ποσόν 22,100,000 φρ. έκαστος εργάτης θα είχε 1522 φρ. Όθεν το Δελτίον της στατιστικής μας γνωρίζει ότι το μέσον ημερομίσθιον των εργατών ενός σιδηρουργείου της Άνω Ιταλίας δεν είναι παρά 918 φρ.
Η σιδηρουργική βιομηχανία πολύ απέχει από του να έχη προοδεύση. Εάν εις τα ποσά, τα οποία κερδίζει διά του προστατευτικού συστήματος, προσετίθεντο τα υπό των πολιτευομένων εισπραχθέντα ποσά διά την χορήγησιν της προστασίας, ίσως να μη επετυγχάνετο ούτε το δέκατον του ποσού του πλούτου του αμέσως καταστρεφομένου υπό του προστατευτικού τούτου συστήματος.
34) Η αύξησις της κινητοποιήσεως της εργασίας, είναι η πρόοδος, την οποίαν πρέπει να πραγματοποιήσωμεν διά να λύσωμεν τα εργατικόν ζήτημα. Η πρόοδος αύτη υπόκειται εις δύο όρους: ο πρώτος, είναι ο πολλαπλασιασμός και η ελάττωσις της τιμής των μέσων της μεταφοράς ή της κινητοποιήσεως της εργασίας και η απλοποίησις των φυσικών και τεχνικών εμποδίων, άτινα δυσχεραίνουν την κινητοποίησιν ταύτην· ο δεύτερος είναι η ανάπτυξις των διαμέσων της εμπορίας της εργασίας, ομοίων προς τα διάμεσα της εμπορίας των κινητών κεφαλαίων και των προϊόντων. (Notions find, d' Econ. polit. σ. 406. Βλ. Les bourses de travail υπό του αυτού συγγραφέως).
35) Τα γεγονότα είναι πολύ γνωστά και ευρίσκονται εις όλους τους συγγραφείς τους περιγράψαντας τα ήθη των αγρίων. Όρα μεταξύ άλλων τον Letourneau &η Κοινωνιολογία&. Παρίσιοι 1880 σ. 133: «Ο Sturt διηγείται ότι Αυστραλιανός τις του εσωτερικού εχρησιμοποίησε δι' εαυτόν το ασθενές του τέκνον θραύσας την κεφαλήν του και καταβροχθίσας αυτό αφού το έψησεν . . . Εις φυλάς τινας της μεσημβρινής Αφρικής οι ιθαγενείς διαθέτουν προς σύλληψιν των λεόντων, οι οποίοι τους ανησυχούν μεγάλας παγίδας πετρίνας, όπου σωρεύουν τα τέκνα των». σελ. 160: «Εις την Αυστραλίαν η γυνή είναι ζώον οικιακόν χρησιμεύον διά την γεννητικήν ηδονήν, διά την αναπαραγωγήν και εις περίπτωσιν πείνας και προς διατροφήν». Σελ· 163: «Παντού εν Αφρική ο άνθρωπος είναι κυνηγός ή πολεμιστής. Κατά τας πολυαρίθμους ώρας της αναπαύσεώς του κοιμάται υπό την σκιάν των δένδρων, καπνίζει ή συζητεί, καθ' ην στιγμήν η σύζυγός του σκάπτει ή εκτελεί τα δυσκολώτερα έργα».
36) Επί τη 50ετηρίδι της Εταιρίας της Πολιτικής Οικονομίας εις λόγον του ο Leon Say έλεγεν: «Η ελευθερία της εργασίας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της Γαλλικής επαναστάσεως. Εάν αύτη εξαφανισθή ολόκληρον το κίνημα της επαναστάσεως καταρρέει. Αι αρχαί του 1789 δύνανται, μη το λησμονώμεν ποτέ, να χαθούν εις την πάλην, η οποία γίνεται μεταξύ των προσβαλόντων την ελευθερίαν της εργασίας και ενός παλαιού καθεστώτος. Νέον δε σύστημα δύναται ν' αναφανή από την πάλην την οποίαν έχομεν να υποστηρίξωμεν.
37) Η περικοπή αύτη του Α. Σμιθ, ευρισκομένη εν τω έργω του «Ο πλούτος των εθνών», αναφέρεται υπό του Ricardo εν τω κεφαλαίω του «της κανονικής ή φυσικής αξίας».
38) Ο Smith και ο Ricardo, οίτινες αμφότεροι θεωρούν την εργασίαν ως την «πηγήν και το μέτρον της αξίας», αναγνωρίζουν επίσης ότι αι εργασίαι παρά την διαφοράν των, «τον κόπον της εντατικότητος και της δραστηριότητος συνεκρίνοντο μεταξύ των μετ' αρκετής ακριβείας διά να ικανοποιηθούν όλαι αι πρακτικαί ανάγκαι». Αλλ' ούτε ο είς ούτε ο άλλος δεν εθεώρησαν όλας τας εργασίας ως πολλαπλάσια της απλής εργασίας, είναι δε αύτη ο μόνος υπολογισμός δι' ου δύναταί τις να κατανοήση τα φαινόμενα της ανταλλαγής.
39) Ο Trosne έλεγε: «πάσα παραγωγή του αυτού είδους αποτελεί ποσόν, ου η τιμή καθορίζεται γενικώς και ανεξαρτήτως ιδιαιτέρων περιστάσεων» (De l' intérêt Social. E. Daix 1893.) Ο J. B. Say προσέτρεξε εις μίαν ανάλογον αφαίρεσιν, ήτις αφαιρεί τας διαφόρους ποιότητας των εργασιών, αίτινες συνετέλεσαν εις την παραγωγήν των εμπορευμάτων και λέγει· «Η εκτίμησις της παραγομένης αξίας γίνεται διά της αναγωγής όλων των αξιών εις μίαν, ενός ωρισμένου είδους π. χ. όλαι αι παραγόμεναι εν Γαλλία αξίαι κατά το διάστημα ενός έτους είναι ίσον προς την αξίαν 500 εκατομ. εκτολίτρων σίτου (Traité d' Econ. Politiq. Ed. Rabilly 1826. II. III. ο. 289.) Η αναγωγή αύτη όλων των αξιών εις την αξίαν ενός εμπορεύματος, του σίτου π. χ., αναγωγήν, την οποίαν και ο Α. Smith εδέχθη, ισοδυναμεί τέλος προς την αναγωγήν όλων των εργασιών, αίτινες συντελούν εις την δημιουργίαν των εμπορευμάτων, εις την απλήν εργασίαν του γεωργού.
40) Της εκφράσεως &αξία& γίνεται χρήσις ενταύθα, όπως πολλάκις η &ποσότης αξίας&.
41) Ιλιάς VII 472-475.
42) Προς απλοποίησιν των πραγμάτων υποτίθεται ότι ο χρυσός είναι τα εμπόρευμα το οποίον εκπληροί τας υπηρεσίας του νομίσματος.
43) Ό,τι χαρακτηρίζει την κεφαλαιοκρατικήν εποχήν είναι ότι η εργατική δύναμις αποκτά διά τον ίδιον εργάτην την μορφήν του εμπορεύματος, το οποίον του ανήκει και κατά συνέπειαν η εργασία του την μορφήν της ημερομισθίου εργασίας. Αφ' ετέρου μόνον από της στιγμής ταύτης η των προϊόντων μορφή εμπορευμάτων καθίσταται κυριαρχούσα κοινωνική μορφή.
44) Εις την αρχαίαν Ρώμην ο villicus, ο επί κεφαλής των γεωργικών δούλων οικονόμος, ελάμβανε μικροτέραν μερίδα, διότι η εργασία του ήτο ολιγώτερον κοπιώδης Όρα Th. Mommsen 1856. Ρωμ. ιστορ. σ. 810.
45) Οι αριθμοί ούτοι είνε τελείως υποθετικοί.
46) Κυρίως επί της απόψεως ταύτης ο βιομήχανος εργάτης προσέθεσεν εις την πρώτην όλην την αξίαν της διατροφής του και όχι νέαν αξίαν, επί της οποίας οι φυσιοκράται βασίζουν το δόγμα των της μη παραγωγής πάσης μη γεωργικής εργασίας, δόγμα αλάνθαστον διά τους οικονομολόγους τους αντικρούοντας την θεωρίαν της υπεραξίας του Μαρξ. Και ο τρόπος ούτος του καταλογισμού εις έν αντικείμενον της αξίας πολλών άλλων (π. χ. και το λινόν, τα υπό του υφαντουργού καταναλώσιμα), της εφαρμογής ούτως ειπείν στρώματος επί στρώμα, πλείστων αξιών επί μιας μόνης, κάμνει ώστε και αύτη να αυξάνη επίσης . . . . ο όρος πρόσθεσις παριστά καλώς τον τρόπον διά του οποίου σχηματίζεται η τιμή των έργων της χειρός· η τιμή αύτη δεν είναι ή το υλικόν πλείστων αξιών καταναλωθεισών και προστεθεισών ομού· εξ ου το προσθέτειν δεν σημαίνει πολλαπλασιάζειν». (Mercier de la Rivière).
47) Η θεωρία των υπηρεσιών διά να εξηγήση τα κέρδη των κεφαλαιούχων, η υπερασπιζομένη υπό του J. R. Say, δεν στηρίζεται ούτε επί του πεδίου εις ό θέλει να σταθή. Πράγματι, εάν το απολαμβανόμενον κέρδος έδει να ήτο ανάλογον προς την προσφερομένην υπηρεσίαν, ο γεωργός σπείρων τον σίτον και οι εργάται οι μετατρέποντες αυτόν εις άλευρον και άρτον, θα έπρεπε να είναι οι καλλίτερον αποζημιούμενοι, ενώ είναι εκείνοι οι οποίοι λαμβάνουν το πλέον γλίσχρον ημερομίσθιον. — Εξ άλλου πάσαι αι υπηρεσίαι προσφέρονται υπό των εργατών, οι οποίοι, λέγει ο Α. Smith, «τρέφουν, ενδύουν και εξευρίσκουν τας κατοικίας ολοκλήρου του έθνους». &Πλούτος των εθνών. Β. Ι. Κεφ VIII.
48) Η διαίρεσις μεταξύ της ειδικής εργασίας και της απλής τοιαύτης (Skilled and unskilled labour), βασίζεται συνήθως επί καθαρών φαντασιοπληξιών, ή τουλάχιστον επί διαφορών αίτινες από καιρού δεν κέκτηνται ουδεμίαν πραγματικότητα και δεν υφίσταται εισέτι ει μη εκ παραδόσεων.
Τούτο είναι συνήθως τρόπος του ομιλείν προτιθέμενος να χρωματίση το ξηρόν τούτο γεγονός, ότι ομάδες τινές της εργατικής τάξεως, π. χ. οι γεωργοί, ευρίσκονται εις χειροτέραν από άλλους θέσιν διά να αποσπάσουν την αξίαν της εργατικής δυνάμεως. Τυχαίαι περιπτώσεις παίζουν τόσον μέγαν ρόλον, ώστε δυνάμεθα να ίδωμεν εργασίας του αυτού είδους να αλλάσσουν θέσιν με την σειράν. Εκεί ένθα η φυσική συγκρότησις των εργατών είναι εξησθενημένη ή σχετικώς εξηντλημένη εκ του βιομηχανικού καθεστώτος, αι πραγματικώς κτηνώδεις εργασίαι, αίτινες απαιτούσι μεγάλην μυικήν δύναμιν, ανέρχονται την κλίμακα, ενώ εργασίαι πλέον λεπταί κατέρχονται εις το επίπεδον της απλής εργασίας. Η εργασία ενός κτίστου (bricklayer) κατέχει εν Αγγλία θέσιν υψηλοτέραν της θέσεως ενός δαμαστού, αφ' ετέρου, η εργασία ενός κόπτου ενδυμάτων (fustian cutter) θεωρείται ως απλή εργασία, αν και απαιτεί πολλάς σημαντικάς προσπαθείας, είναι δε και λίαν επιβλαβής εις την υγείαν. Άλλως τε δεν πρέπει να φαντάζεται τις ότι η θεωρουμένη ανωτέρα εργασία «skilled» κατέχει ευρείαν θέσιν εν τη εθνική εργασία. Κατά τον υπολογισμόν του Laing, υπήρχον το 1843 εν Αγγλία, συμπεριλαμβανομένης και της επαρχίας Ουαλλίας, 11 εκατομμύρια κατοίκων των οποίων η ύπαρξις εβασίζετο επί της απλής εργασίας. Αφαιρουμένων 1,000,000 αριστοκρατών και 1,000,000 πτωχών, ληστών, κακούργων, εταιρών κτλ. επί 17,000,000 αποτελούντων τον πληθυσμόν της χώρας κατά την εποχήν εκείνην, απομένουν 4,000,000 δια την μεσαίαν τάξιν, συμπεριλαμβανομένων των μικροαστών, υπαλλήλων, συγγραφέων, καλλιτεχνών, διδασκάλων κτλ. Διά να επιτύχη τα 4,000,000 ταύτα υπολογίζει εις την εργαζομένην μερίδα της μεσαίας τάξεως, εκτός των τραπεζιτών γαιοκτημόνων κτλ. και των εργατών εργοστασίων των καλλίτερον αποζημιουμένων! Αυτοί οι κτίσται, κατατάσσονται εις την δευτέραν δύναμιν! Του μένουν όθεν τα άνω 11,000,000 τα οποία ζουν διά της απλής εργασίας. Laing: (National distress etc. London 1844).
Η μεγάλη τάξις, ήτις διά την τροφήν της δεν δύναται να δώση η κοινή εργασία, αποτελεί την μεγάλην μάζαν του λαού (James Mill art. Colony. Supplement of the Encyclop. Brit. 1831.)
49) Ο «Χρόνος» της 20 Φ/βρίου 1862 γράφει: Εργοστασιάρχης τις απασχολών εν τω εργοστασίω του 800 εργάτας και καταναλίσκων εβδομαδιαίως 150 μπάλλες ινδικού βάμβακος κατά μέσον όρον, ή 130 μπάλλες αμερικανικού τοιούτου, κουράζει το κοινόν διά των ιερεμιάδων του επί των ετησίων εξόδων τα οποία του στοιχίζει η αδιάλλακτος στάσις των εργατών του εν τω εργοστασίω του. Τα έξοδα ταύτα τα αναβιβάζει εις 6000. Μεταξύ των εξόδων τούτων ευρίσκεται αριθμός ειδών περί ων δεν έχομεν να ασχοληθώμεν, ως π. χ. έγγειος πρόσοδος, φόροι, ασφάλιστρα, ημερομίσθια εργατών προσλαμβανομένων δι' έν έτος, επιστάτης, λογιστής, μηχανικός κ. ο. κ. Υπολογίζει κατόπιν 150 διά θέρμανσιν του εργοστασίου ενίοτε, και της κινήσεως της ατμομηχανής, και επί πλέον το ημερομίσθιον των εργατών ων εις ωρισμένας περιπτώσεις έχει ανάγκην.
Τέλος 1200 διά τας μηχανάς, γνωστού όντος, ότι η «θερμοκρασία και αι φυσικαί αρχαί της καταστροφής δεν διακόπτουν την δράσιν των, διότι δεν λειτουργούν αι μηχαναί». Παρατηρεί εμφαντικώς ότι εάν ο υπολογισμός του δεν υπερβαίνει κατά πολύ τα ποσόν των 1200 τούτο οφείλεται εις το ότι άπαν το υλικόν του είναι σχεδόν εκτός χρήσεως.