Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο
Part 14
«Αι δυο βάσεις της αξίας είναι: 1ον &η χρησιμότης&, ήτις καθορίζει την ζήτησίν της. 2ον &Τα έξοδα της παραγωγής της&, τα οποία περιορίζουν την ένστασιν της ζητήσεως ταύτης· διότι παύει τις να ζητεί ό,τι στοιχίζει πολλά έξοδα παραγωγής». (Ιδίου Τόμ. III. Epitome σ. 308).
«Δεν είναι μόνον τα έξοδα της παραγωγής, εκείνα άτινα κανονίζουν την ανταλλακτικήν αξίαν ενός εμπορεύματος . . . διότι η ανταλλακτική αξία δεν δύναται να ανέλθη όπως και τα έξοδα της παραγωγής, διότι τότε έδει η σχέσις της προσφοράς και της ζητήσεως να είναι η ιδία. Έδει και η ζήτησις να αυξηθή ωσαύτως», Oeuvres complets de D. Ricardo 1847. Σημειώσεις του Say 6, 8 και 9.
Ο Say λέγει ότι ο Smith διέπραξε διπλούν σφάλμα καθορίζων την εργασίαν ως το μέτρον της αξίας· διότι όλα τα αγαθά του κόσμου δεν ηγοράσθησαν υπό της εργασίας του ανθρώπου. Η φύσις έχει μέρος είς τινας παραγωγάς· και η εργασία του δίδει προσθετήν αξίαν εις την αξίαν του ανθρώπου. Τούτο είναι προφανές εν τη γεωργική βιομηχανία, της οποίας τα προϊόντα πληρώνομεν εκτός του ημερομισθίου της βιομηχανίας του ανθρώπου και των κερδών του κεφαλαίου (το οποίον δύναται τέλος να αντιπροσωπεύη &συσσωρευμένην& εργασίαν), μίαν έγγειον πρόσοδον».
(A. Smith Richesses des Nations Edit. Blanqui. Σημ. Τόμ. I. σ. 37). Ο Say τίθεται αντιμέτωπος της θεωρίας των φυσιοκρατών επί της αξίας και παραδέχεται την γην ως την πηγήν αξίας.
Δυνάμεθα να αρυσθώμεν εκ της &Πολιτικής οικονομίας& του Say μίαν άλλην γνώμην κατά την οποίαν η εργασία την οποίαν ονομάζει βιομηχανίαν του ανθρώπου, είναι η μόνη δημιουργός της αξίας.
Ο Say αντιλέγων εις τον Smith προσθέτει: «Η μερίς της χρησιμότητος την οποίαν η φύσις μετεβίβασεν εις την αξίαν άνευ της επεμβάσεως του ανθρώπου ή των εργαλείων του, δεν αποτελεί μέρος του προϊόντος. Είναι φυσικός πλούτος όστις δεν εστοίχισε έξοδα παραγωγής». (Ίδ. τόμ. III. Epitome σ. 111).
Ο Say διακρίνει τους φυσικούς αγωγούς «οικειοποιήσεως, ως αγρός, ρύαξ», και εκείνους οίτινες μη δυνάμενοι να αποκτηθούν παραμένουν κοιναί ιδιοκτησίαι, ως «η θάλασσα, οι ποταμοί, ο άνεμος, η φυσική ή χημική ενέργεια των υλών των μεν επί των δε κτλ» (Ίδ. τόμ. I κεφ. IV σ. 41 — 42).
«Η μηχανή υποχρεοί τας φυσικάς δυνάμεις, τας διαφόρους ιδιότητας των φυσικών αγωγών, να εργασθούν διά την χρησιμότητα του ανθρώπου: το κέρδος είναι προφανές. Πάντοτε υπάρχει αύξησις προϊόντος ή ελάττωσις εξόδων παραγωγής». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. VII. σ. 68 — 69).
«Δύναται τις, γενικεύων περισσότερον, να θεωρήση, εάν θέλη, την γην ως μεγάλην τινά μηχανήν διά μέσου της οποίας κατασκευάζομεν σίτον, μηχανήν την οποίαν θέτομεν εις κίνησιν, καλλιεργούντες αυτήν». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. VII σ. 65).
Εφ' όσον μία μηχανή, όπως η γη, παραμένει το μονοπώλιον ενός ατόμου, η παραχθείσα οικονομία αποβαίνει υπέρ του οικειοποιήσαντος ταύτην. «Πράγματι, όταν είς καταστηματάρχης, τη βοηθεία ιδικής του μεθόδου, κατορθώνει να κατασκευάζη προς 15 φράγκα το προϊόν το οποίον πρότερον του εστοίχιζεν 20, κερδίζει 5 φράγκα εφ' όσον η μέθοδός του παραμένει μυστική, αυτός δε μόνος επωφελείται της δωρεάν εργασίας της φύσεως. Όταν όμως η μέθοδος καταστή γνωστή και ο συναγωνισμός υποχρεώνει τον παραγωγόν να χαμηλώση την τιμήν του προϊόντος του από 20 εις 15 φράγκα, τότε οι κερδίζοντες τα 5 φράγκα είναι οι καταναλωταί». (Ίδ. τόμ. I. βιβλ I. κεφ. IV. σ. 36 — 37).
Κατά συνέπειαν, τα έξοδα της παραγωγής ενός εμπορεύματος, αντιπροσωπεύονται υπό της εργασίας του ανθρώπου, της φθοράς των μηχανών και των εργαλείων τα οποία προσθέτομεν εις τους βραχίονάς μας διά να αυξήσωμεν την δύναμίν των, διά να επιτύχωμεν την συνδρομήν των φυσικών παραγόντων». (Ίδε βιβλ. I, κεφ. VII. σ. 65).
Εάν λοιπόν η γη, η οποία είναι μηχανή κατασκευής σίτου, δεν ήτο οικειοποιημένη, δεν θα προσέθετεν εις το προϊόν την έγγειον πρόσοδον, αλλά την απλήν φθοράν της, δηλαδή την τιμήν των αναγκαίων λιπασμάτων και της εργασίας διά την αύξησιν της παραγωγικότητός της.
Οπωσδήποτε και εάν εξετασθή το ζήτημα, υποχρεούμεθα να επιστρέψωμεν εις την παρατήρησιν του A. Smith και του Ricardo ότι η εργασία είναι η «πηγή και το μέτρον πάσης αξίας».
II
Αν και ο Μαρξ πασιφανώς απέδειζεν ότι η υπερεργασία, η μη πληρωνομένη του διανοουμένου και χειρώνακτος παραγωγού, αποτελεί την υπεραξίαν ή τα κέρδη του κεφαλαίου, εν τούτοις οι οικονομολόγοι είχον ήδη αορίστως υποδείξει το γεγονός.
Ο Ricardo λέγει: «Ολόκληρος η αξία των ειδών του εργάτου και του εργοστασιάρχου χωρίζεται εις δύο μόνον μερίδας, εκ των οποίων η μεν αποτελεί τα κέρδη του κεφαλαίου, η δε αφιερούται εις το ημερομίσθιον των εργατών . . . Εάν εργοστασιάρχης τις έδιδε πάντοτε τα εμπορεύματά του αντί του ιδίου ποσού χρημάτων, διά 1000 αγγλικάς λίρας π. χ., τα κέρδη θα εξηρτώντο εκ της τιμής της αναγκαίας εργασίας διά την κατασκευήν των. Θα ήσαν μικρότερα με ημερομίσθια 800 λιρών ή με άλλα 600. Εφ' όσον λοιπόν τα ημερομίσθια θα ηύξανον, τα κέρδη θα ηλαττούντο». (Ricardo, Principe d' Ec. Politiq. Κ. VI. Μικρά Οικονομ. Berl. σ. 175 — 176).
Ο Smith λέγει: «Εις την πρωτόγονον ταύτην κατάστασιν, ήτις προηγείται της απαλλοτριώσεως των γαιών και της συσσωρεύσεως των κεφαλαίων, ολόκληρον το προϊόν της εργασίας ανήκει εις τον εργάτην. Δεν υπάρχει ούτε ιδιοκτήτης, ούτε κύριος με τον οποίον υποχρεούται να το μοιρασθή.
«Εάν η κατάστασις αύτη εξηκολούθει, το ημερομίσθιον ή η φυσική αμοιβή της εργασίας θα ηύξανεν, εφ' όσον αι παραγωγικαί του δυνάμεις θα απέκτων πάσας τας βελτιώσεις, ας επιτρέπει καταμερισμός των έργων». (Πλούτος των Εθνών μετάφρ. G. Garnier Β. I. Κεφ. VIII).
«Η αξία, την οποίαν οι εργάται προσθέτουν εις την ύλην χωρίζεται εις δύο μέρη, εξ ων το έν πληρώνει τα ημερομίσθια του εργάτου και το άλλο τα κέρδη τα οποία πραγματοποιεί ο εργολάβος επί του ποσού των χρημάτων τα οποία του εχρησίμευσαν διά να χορηγήση τα ημερομίσθια ταύτα και την προς κατεργασίαν ύλην». (Smith ίδ. β. I κεφ. VI).
«Ο κύριος λαμβάνει μέρος εις το προϊόν της εργασίας των εργατών ή εις την αξίαν εις την οποίαν η εργασία αύτη προσετέθη, εις ην προσηρμόσθη, και το μέρος τούτο είναι εκείνο το οποίον αποτελεί το κέρδος του». (Smith ίδ. κεφ. VIII).
Ο J. Β. Say καθορίζει τον εργάτην «ως εκείνον, όστις ενοικιάζει την βιομηχανικήν ικανότητά του, ή όστις πωλεί την εργασίαν του και όστις κατά συνέπειαν εγκαταλείπει τα βιομηχανικά του κέρδη δι' ημερομίσθιον τι». (Traité d' Ec. Pol. τόμ. III. Epitom. σ. 306).
«Οι οικονομολόγοι του XVIII αιώνος, λέγει ο Say, διετείνοντο ότι η εργασία δεν παράγει ουδεμίαν αξίαν χωρίς να καταναλώση ισοδύναμον τινα αξίαν και ότι κατά συνέπειαν, ουδένα αφίνει πλεόνασμα, ουδέν &καθαρόν κέρδος& και ότι μόνη η γη, χορηγούσα δωρεάν μίαν αξίαν, δύναται μόνη να δώση καθαρόν κέρδος . . . Όθεν τα γεγονότα αποδεικνύουν ότι αι παραχθείσαι αξίαι οφείλονται εις την δράσιν και την συνδρομήν της βιομηχανίας, των κεφαλαίων και των φυσικών αγωγών . . . και ότι ουδεμία άλλη των τριών τούτων πηγών παράγει αξίαν τινα, νέον πλούτον». (Ίδ. βιβλ I, κεφ. IV σ. 40 και 41).
Ας εξετάσωμεν κατά τον ίδιον Say το εκτελεστικόν μέρος εκάστης των τριών τούτων πηγών εν τη δημιουργία του καθαρού κέρδους ή της υπεραξίας.
1ον &Φυσικοί παράγοντες&: «Θα αντιτείνουν ίσως ότι οι μη οικειοποιημένοι φυσικοί παράγοντες, ως η πίεσις της ατμοσφαίρας εις τας ατμομηχανάς, δεν είναι παραγωγικαί αξιών. Της συνδρομής των ούσης δωρεάς, λέγουν, ουδεμία αύξησις γίνεται εν τη ανταλλακτική αξία των προϊόντων, του μόνου μέτρου πλούτου. Αλλά θα ίδουν ολίγον περαιτέρω ότι πάσα παραγομένη χρησιμότης ήτις δεν πληρώνεται εις τον καταναλωτήν, ισούται με δώρον γινόμενον προς αυτόν, με αύξησιν της προσόδου του». (Say ίδ. τ. I. β. I. Κεφ. IV. σ. 43).
2ον &Κεφάλαια&. Πάσα μηχανή εν η «εχρησιμοποίησαν μίαν κεφαλαιώδη αξίαν» δεν παράγει κέρδη διά τον ιδιοκτήτην της, ή εφ' όσον παραμένει μυστική· αλλά είνε αδύνατον το μυστικόν να διατηρηθή επί μακρόν. Το παν μανθάνεται, κυρίως δε ό,τι το προσωπικόν συμφέρει ευθύς ν' ανακαλυφθή . . . Έκτοτε, ο συναγωνισμός υποβιβάζει την αξίαν του προϊόντος όλης της οικονομίας της γενομένης επί των εξόδων της παραγωγής· τότε ακριβώς έρχεται το κέρδος του καταναλωτού», (Say ίδ. τ. Ι, β. I. κ. VII σ. 72). Ούτω η μηχανή αναπαραγάγη την κεφαλαιώδη αξίαν της» αλλά δεν δημιουργεί υπεραξίαν. Ώστε διά να παραγάγη τα ημερομίσθια και τα κέρδη του κεφαλαιούχου δεν απομένει παρά η βιομηχανία, η χαρακτηρισθείσα υπό του Say ως «αι φυσικαί και ηθικαί δυνάμεις του ανθρώπου αι προσαρμοσθείσαι εις την παραγωγήν».
III
Η αξία της δυνάμεως — εργασίας κατά τον Μαρξ καθορίζεται υπό της αξίας των αναγκαίων προϊόντων διά την ημερησίαν συντήρησίν της, την οικογενειακήν αναπαραγωγήν της και την τεχνικήν μόρφωσίν της: η αξία αύτη ποικίλλει αναλόγως των χωρών και των εποχών. Τούτο ακριβώς ονομάζει ιστορικόν και ηθικόν της αξίας στοιχείον· ο Μαρξ δεν δύναται λοιπόν να είναι υπεύθυνος, όπως γίνεται συνήθως, διά &τον ορειχάλκινον νόμον& των ημερομισθίων, τον οποίον ο Lassalle περισσότερον προπαγανδιστής και κυρίως περισσότερον νομικός ή οικονομολόγος, καθώρισε διά τας ανάγκας της προπαγάνδας του, και τον οποίον ο Ιούλιος Guesde έσχε το σφάλμα να εισαγάγη εν Γαλλία χωρίς να μελετήση την επιστημονικήν του αξίαν.
Ο Γενικός και άκαμπτος &ορειχάλκινος νόμος& δεν δύναται να συγκρίνη τας διακυμάνσεις των ημερομισθίων μιας βιομηχανίας, προς μίαν άλλην εν τη αυτή χώρα, ούτε διά τα ημερομίσθια μιας ιδίας βιομηχανίας της ιδίας χώρας και διαφόρων χωρών. Δεν δύναται να εξηγήση την σταθεράν ελλάττωσιν των ημερομισθίων εις την αυτήν βιομηχανίαν και την αυτήν χώραν, εφ' όσον οι εργάται πιεζόμενοι υπό του αμοιβαίου συναγωνισμού των συνειθίσουν εις το να ελαττώνουν τας ανάγκας των και να ικανοποιούνται με τας πλέον χονδροειδείς τροφάς.
Ο Smith λέγει ότι κατά την εποχήν του το ημερομίσθιον εν τη Μεγάλη Βρεττανία «ήτο προφανώς κατώτερον του επακριβώς αναγκαίου διά να δυνηθούν οι εργάται να αναπτύξουν την οικογένειάν των». Αφού αι γυναίκες και τα παιδία δεν προσελαμβάνοντο εις τα εργοστάσια, έπρεπε το ημερομίσθιον του ανδρός να αντιπροσωπεύη τα μέσα της υπάρξεώς των. Το ημερομίσθιον τούτο ήτο τόσον υψωμένον, ώστε και κατά την εποχήν ακόμη του Smith, ο νόμος καθώριζε το μάξιμουμ το οποίον δεν ηδύνατο να υπερπηδηθή. (Richesses des Nations β. I, κεφ. VIII).
Ο καθορισμός των ημερομισθίων υπήρξε γενικός εις όλας τας ευρωπαϊκάς χώρας. Οι εργάται εύρισκον πανταχού ότι ήσαν λίαν σημαντικά και ότι το κέρδος τριών ή τεσσάρων ημερών επέτρεπεν εις τον εργάτην να αναπαύεται πολλάς ημέρας καθ' εβδομάδα. Το γεγονός ότι εις ουδέν καπιταλιστικόν έθνος υπάρχη νόμος διά να καθορίζη το μάξιμουμ των ημερομισθίων, είναι η πλέον πειστική απόδειξις, ότι η εργατική τάξις, εν τη ολότητι, έμαθε να ελαττώνη τας ανάγκας της, τας διασκεδάσεις της υπάρξεώς της εις αναλογίας αι οποίαι ήσαν αδύνατοι κατά τον XVIII αιώνα.
Ο Lasalle με τον &ορειχάλκινον νόμον& του, επανέλαβεν εκ νέου μόνον τας γνώμας οικονομολόγων τινων, μεταξύ δε άλλων και του J. Β. Say. «Το ημερομίσθιον των απλών και χονδροειδών εργασιών λέγει ο Say δεν υπερβαίνει ποτέ δι' εκάστην χώραν το αυστηρώς αναγκαίον όριον προς το ζην. (Traité d' Ec. Pol. τ. II. β. II. κεφ. VIII. σ. 277). Το ημερομίσθιον τούτο υπελογίσθη με ορειχάλκινον ακρίβειαν διότι εν τη τάξει της οποίας η πρόσοδος (ανάγνωθι ημερομίσθιον) ευρίσκεται εις το αυτό επίπεδον με το αυστηρώς αναγκαίον, ελάττωσις προσόδου θα εσήμαινε καταδίκην εις θάνατον εάν όχι του εργάτου, τουλάχιστον μέρος της οικογενείας του. (Ίδ. σ. 283).
Είναι αληθές ότι ο Say αναφέρει τας συνηθείας, αίτινες έπηρεάζουσι την έκτασιν των αναγκών και αντιδρούν επί του τρόπου των ημερομισθίων. «Όσον περισσότερον η αξία της καταναλώσεως του εργάτου είναι μικρά, τόσον περισσότερον ο συνήθης τόκος του ημερομισθίου του δύναται να κατέλθη». Και σπεύδει να προσθέση «ότι δεν φοβείται μήπως αι καταναλώσεις της εργατικής τάξεως επεκταθούν περαιτέρω, χάρις εις το μειονέκτημα της θέσεώς των. Η ανθρωπότης, θα επεθύμει να τους έβλεπεν, αυτούς και την οικογένειάν των, ενδεδυμένους αναλόγως προς το κλίμα και την εποχήν θα ήθελεν εις την κατοικίαν των να ηδύναντο να εύρουν το διάστημα, τον αέρα και την θέρμανσιν, πάντα ταύτα αναγκαία εις την υγείαν των· η τροφή των να είναι υγειής και αρκετά άφθονος· και ακόμη να δύνανται να προβαίνουν εις αλλαγήν τινα και ποικιλίαν. Αλλ' είναι ολίγαι αι χώραι, ένθα αι ανάγκαι, αι τόσον μέτριαι, εκλαμβάνονται ως υπερβαίνουσαι τα όρια του αυστηρώς αναγκαίου και ένθα, κατά συνέπειαν, δύνανται να ικανοποιούνται με τα ημερομίσθια της τελευταίας τάξεως των εργατών». (Ίδ. σ. 287).
Ο Say είναι περισσότερον ακόμη απαισιόδοξος διά το ημερομίσθιον των γυναικών.
«Επί παραδείγματι, κλώστριαι εις χωρία τινά, ούτε το ήμισυ της δαπάνης των κερδίζουν, αν και η δαπάνη των είναι μετρία· πρέπει να τραφούν υπ' αυτού μητέρα, κόρη, αδελφή, θεία και πενθερά εργάτου, και όταν ακόμη δεν κερδίζει απολύτως τίποτε . . . Τούτο δύναται να εφαρμοσθή εις όλα τα γυναικεία έργα. Γενικώς ταύτα πληρώνονται πολύ ολίγον, διά τον λόγον ότι μέγας αριθμός εκ των γυναικών διατηρούνται άλλως πως ή εκ της εργασίας των και δύνανται να θέτουν εις κυκλοφορίαν το είδος της ασχολίας των κάτω της τιμής την οποίαν θα καθώριζεν η έκτασις των αναγκών των». (Ίδ. σ. 281).
Paul Lafargue
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ — ΘΕΑΤΡΟΝ — ΚΑΛΑΙ ΤΕΧΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ — ΔΙΚΑΙΟΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΑΙ — ΦΥΣΙΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΑΙ — ΙΑΤΡΙΚΗ — ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙΣ — ΙΣΤΟΡΙΑ — ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ — ΕΘΝΟΛΟΓΙΑ — ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ — ΤΑΞΙΔΙΑ — ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ — ΕΜΠΟΡΙΟΝ — ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ — ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ — ΟΙΚΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ — ΠΟΙΚΙΛΑ
Η «Γενική Βιβλιοθήκη» δημοσιεύει μηνιαίως 3 — 5 τόμους, θα περιλάβη δε όλους τους κλάδους των ανθρωπίνων γνώσεων, αποτελούσα ούτω πλήρη
ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑΝ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ
συντασσομένην υπό των εξοχωτέρων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων
ΚΑΤΑΛΟΓΟΙ ΔΩΡΕΑΝ
1 ) Βλ. επί τούτου, περί αξίας, &Maffeo Pantaleoni&, Principii di Economia Pura. Firenze 1889.
2) Ο υπό του Warlas _Elements d' Economie Politique Pure Lausanne_ 1889, σ. 177, διδόμενος ορισμός μάς φαίνεται ο καλύτερος από απόψεως ακριβείας.
3) Δεν αρκεί ο εργάτης να εκτελέση έργον τι, πρέπει ακόμη: 1) να διατηρήση το προϊόν του, αντί να το καταναλώση αμέσως, 2) να χρησιμοποιήση το προϊόν τούτο μετά περισκέψεως. Εάν το εμπιστευθή εις τον πρώτον τυχόντα εργοστοσιάρχην, ούτος δυνατόν να το σπαταλήση.
Ο &Molinari&, _Notions fondamentales d' Economie polit.,_ σ. 183, λέγει: «ο κεφαλαιούχος εκτελεί όθεν σημαντικάς λειτουργίας: η πρώτη συνίσταται εις τον σχηματισμόν του κεφαλαίου, η δευτέρα εις την διατήρησίν του». Βλέπομεν ότι ο συγγραφεύς ούτος, όπως πολλοί άλλοι οικονομολόγοι, δεν διαπράττουν την σύγχυσιν διά την οποίαν ο Μαρξ παραπονείται μεταξύ οργάνου εργασίας και του χαρακτήρος του, ως κεφαλαίου (οικειοποιουμένου).
Εδημοσιεύθη στατιστική των πτωχεύσεων, αίτινες έλαβον χώραν εν Αμερική κατά τα έτη 1890, 1891, 1892 με κατάταξιν αναλόγως των αιτίων των. Τω 1892 έλαβον χώραν 10 χιλ. πτωχεύσεις με 54,774,106 δολλ. ενεργητικόν και 108,549,248 δολλ. παθητικόν.
ΑΙΤΙΑΙ ΑΡΙΘ. ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΝ ΠΑΘΗΤΙΚΟΝ ΔΟΛΛΑΡΙΑ ΔΟΛΛΑΡΙΑ Ανεπιτηδειότης...... 1986 6,599,692 13,445,228 Έλλειψις πείρας..... 532 1,436,699 3,320,950 Ανεπάρκεια κεφαλαίου 3343 15,209,975 23,576,617 Αφροσύνη........... 148 819,942 1,707,050 Αμέλεια............ 311 812,761 1,750,000
Αι πτωχεύσεις, αίτινες έχουσι τας ανωτέρω αιτίας, παρουσιάζουσι σπατάλην απλού κεφαλαίου. Όταν το κεφάλαιον θα είναι κοινόν, τότε θα σπαταληθή περισσότερον, ή ολιγώτερον;
4) Τα πράγματα αληθώς φαίνεται να αποδεικνύουσιν ότι το αντίθετον συμβαίνει, δηλαδή πρέπει &1ον& να έχωμεν τα μέσα παραγωγής διά να παραγάγωμεν και να καταναλώσωμεν περισσότερα. Είνε αληθές ότι το παν καταλήγει εις τον καταναλωτήν, αλλά το κεφάλαιον παράγομεν ουχί καταναλίσκοντες αλλ' απέχοντες από την κατανάλωσιν.
5) _Victor Jacquemont_, Lettres: «Αι Ινδίαι είναι η ουτοπία της κοινωνικής τάξεως καθώς παραδέχονται οι &όπως πρέπει& άνθρωποι. Εν Ευρώπη οι πτωχοί βαστάζουν τους πλουσίους επί των ώμων των, αλλά μεταφορικώς. Εν Ινδίαις τούτο συμβαίνει πραγματικώς. Αντί εργατών και εκμεταλλευτών κυβερνωμένων και κυβερνώντων, διακρίσεις λεπταί της ευρωπαϊκής πολιτικής, εν Ινδίαις η διάκρισις είναι σαφεστέρα, βασταζόντων και βασταζομένων. — Τοιαύτη κοινωνική κατάστασις αξίζει να μας δοθή ως παράδειγμα; Οι Άγγλοι εργάται δύναται να ζηλεύσουν τι των Ινδών;
6) Όσον δια τας κυβερνήσεις ο Μαρξ έχει εντελώς δίκαιον. Το ποσόν του πλούτου, τον οποίον καταστρέφουσιν ή και εμποδίζουσι να σχηματισθή είναι αφαντάστως μέγα. Εις το γεγονός τούτο μάλιστα ημείς αποδίδομεν την κυρίαν αιτίαν των αθλιοτήτων, τας οποίας άριστα περιέγραψεν ο Κ. Μαρξ και διά τας οποίας λυπούμεθα και ημείς όσον και αυτός.
Ήδη θα έπρεπε να καταδειχθή ότι κυβέρνησις κοινωνίας, εν η το κεφάλαιον είναι κοινόν θα ήτο ολιγώτερον δαπανηρά από την κυβέρνησιν της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Τούτο ουδαμώς είναι a priori φανερόν, μάλιστα το εναντίον φαίνεται πιθανόν.
Είναι βέβαιον ότι εάν οι κεφαλαιούχοι εξαφανισθούν ουδέν θα δύνανται πλέον να οικειοποιηθούν, θα καταστή αδύνατος πάσα πλέον κατάχρησις; Δεν είναι δυνατόν να παρεισφρύσουν καταχρήσεις και εις πολιτείαν, όπου η ατομική ιδιοκτησία δεν θα υπάρχει και όπου θα διανέμονται δελτία καταναλώσεως; Κατ' αυτάς αι εφημερίδες εδημοσίευσαν τας λεπτομερείας συμποσίων τινών των δημοτικών συμβούλων Παρισίων κατά περιοδείαν τινά ανά τα φρενοκομεία. Η κατ' άτομον δαπάνη κάθε γεύματος ανήλθεν εις φράγκα 35. Τι θα γίνωμεν φευ! εάν αι βιομηχανίαι επιθεωρώνται κατ' αυτόν τον τρόπον; Θα εξωδεύαμεν ολιγώτερα και θα είχομεν καλύτερα αποτελέσματα, παρά εάν αφίναμεν εις μόνους τους βιομηχάνους την φροντίδα της επιθεωρήσεώς των;
7) ΕΤΗ ΠΟΣΑ ΜΕΣΟΣ ΟΡΟΣ οφειλόμενα εις καταθέτας πιστώσεις λο- την 31 Δεκεμβρίου (συμπε- γαριασμού εκά- ριλαμβανομένων τόκων) στου καταθέτου 1882 47.601.368 φρ. 224.97 φρ. 1885 154.155.572 » 222.59 » 1890 413.439.048 » 274.76 » 1891 506.379.931 » 292.05 »
8) Πράγματι ο τόκος εν τη καταστάσει της ισορροπίας, αποβαίνει ο αυτός δι' όλας τας βιομηχανίας (λαμβανομένων υπ' όψει των αποσβέσεων ένεκα κινδύνων κλπ.). Η δι' εκάστην δε βιομηχανίαν ποσότης διά των μεταβολών της διατηρεί την ισορροπίαν αυτήν.
9) Stuart Mill Στοιχεία πολιτ. οικονομίας, Γαλ. μεταφράσεως, Παρίσιοι Guillaumin τόμ. 1 σ. 503.
10) Η χρησιμότης είναι ο αφηρημένος όρος, όστις δεικνύει το ευχάριστον αποτέλεσμα, ήτοι &το ηδονιστικόν& (εκ του Ελληνικού &ηδονή&, ευχαρίστησις, απόλαυσις) οφειλόμενον εις το σύνολον των συνθηκών, αίτινες καθιστούν πράγμα τι οικονομικόν αγαθόν Pantaleoni loc. cit., σελ. 87, όρα Walras, Menger, Jevons, Marshall, Edgeworth. κ.λ.π. Η λέξις αύτη &χρησιμότης& έχει κακώς εκλεχθή, διότι έχει ήδη εις την κοινήν γλώσσαν σημασίαν τελείως διάφορον της εν τη πολιτική οικονομία. Εν τη καθημερινή χρήσει &ωφέλιμος, χρήσιμος&, είναι το αντίθετον του &βλαβερός, άχρηστος&. Λέγομεν επί παραδείγματι ότι η Μορφίνη μακράν του να είναι ωφέλιμος εις τον μορφινομανή, είναι τουναντίον λίαν βλαβερά. «Η πολιτική οικονομία ουδεμίαν έχει σχέσιν με την εκτίμησιν, την οποίαν δύναται να κάμη των διαφόρων χρησιμοτήτων είς φιλόσοφος, είς ηθικολόγος».
11) Η έλλειψις χώρου δεν μας επιτρέπει ν' αναφέρωμεν ενταύθα ειμή λίαν περιληπτικώς τας σκέψεις ταύτας. Τας ανεπτύξαμεν όμως εν τω Giornale degli Economisti Roma Μάιος 1892 σ. 401 και επ.
12) Ο Κ. Μαρξ λέγει: «Ο σχηματισμός κεφαλαίου είναι δυνατός τότε μόνον, όταν η τιμή των εμπορευμάτων είναι ίση προς την αξίαν των. Ο σχηματισμός ούτος δεν εξηγείται διά μιας διαφοράς, μιας αποστάσεως των αξιών από των τιμών τούτων. Εάν αι τιμαί διαφέρουν των αξιών δέον να τας εξισώσωμεν, δηλαδή να θεωρήσωμεν την διαφοράν ταύτην ως κάτι καθαρώς τυχαίον . . . . γνωρίζομεν εξ άλλου ότι η εξίσωσις αύτη δεν είναι τρόπος ενεργείας καθαρός επιστημονικός.
Αι συνεχείς διακυμάνσεις των τιμών της αγοράς, η πτώσις και η ύψωσίς των αντισταθμίζονται και μηδενίζονται αμοιβαίως και ανάγονται μόναι των εις μέσην τιμήν κατά φυσικόν των κανόνα». Ο Κ. Μαρξ εξακολουθεί: «: . . . . . πώς είναι δυνατόν να παράγεται κεφάλαιον, όταν αι τιμαί κανονίζωνται επί τη βάσει της μέσης τιμής, οριστικώς δε επί τη βάσει της αξίας των εμπορευμάτων; Λέγω οριστικώς, διότι αι μέσαι τιμαί δεν συμπίπτουν απ' ευθείας με τας αξίας των εμπορευμάτων, όπως τα πιστεύουν ο Α. Smith, ο Rιcardi και άλλοι». Διατί να τίθενται ούτω αινίγματα και να μη καθορίζεται αμέσως τι είναι η &αξία;& Εις ολόκληρον τα βιβλίον του κεφαλαίου γίνεται λόγος περί της αξίας χωρίς να καθορίζεται η έννοια αυτής.
13) Διά να εκφρασθώμεν μετ' ακριβείας πρέπει να είπωμεν ότι η ανταλλακτική αξία, ήτις εξαρτάται εκ του &τελικού βαθμού της χρησιμότητος&, καθορίζει τας κατασκευαζομένας ποσότητας.
14) Ο αναγνώστης ο γνωρίζων τας θεωρίας &της οικονομικής χρησιμότητος& θα παρετήρησεν ήδη ότι τας εφηρμόσαμεν εις το παράδειγμα τούτο. Εις μάτην εζητήσαμεν άλλο μέσον διά να εξηγήσωμεν σαφώς το ζήτημα όπερ εξετάζομεν.
Δέον να νοηθή όχι δεν πρόκειται ενταύθα ειμή περί εμπορευμάτων δυναμένων ν' αναπαραχθούν, όπερ κυρίως λαμβάνει υπ' όψιν ο Μαρξ εν προκειμένω.
15) G. de Molinari «Notions fondamentales d' Economie politique» 1891 σ. 186.
Τα φαινόμενα της υπεραξίας ευρίσκονται εις αντίθεσιν με την θεωρίαν του Κ. Μαρξ, όστις καθορίζει την αξίαν μόνον εκ της εργασίας. Από μιας άλλης όμως απόψεως ευρίσκομεν εκεί οικειοποίησιν του τύπου της αξίας, την οποίαν ο Κ. Μαρξ καταδικάζει. Δεν είναι αποδεδειγμένον ότι η οικειοποίησις αύτη είναι χρήσιμος διά την επίτευξιν του μάξιμουμ του ηδονισμού του ατόμου και του είδους, είναι δε πρόβλημα δύσκολον η εξεύρεσις του μέσου όρου διά να αποφευχθή η οικειοποίησις αύτη. (Όρα Herbert Spencer Δικαιοσύνη κεφ. XI παράρτημα Β.).
16) Τα φαινόμενα ταύτα περιλαμβάνουν τα αποτελέσματα του γεγονότος ότι ο κόπος, τον οποίον προξενεί η παραγωγή πολλών εμπορευμάτων δεν είναι μόνιμος διά πάσαν μονάδα. Διά τινα εμπορεύματα, όταν η παραχθείσα ποσότης αυξάνει ο κόπος ούτος αυξάνει επίσης. Δι' άλλα εμπορεύματα ελαττούται.
17) Εξηγούμεθα περισσότερον χρησιμοπσιούντες τα αλγεβρικά σημεία. Όταν η ανταλλαγή παύη να λαμβάνη χώραν· έστω, διά τον υποδηματοποιόν: Α, ο κόπος, τον οποίον θα εδοκίμαζε διά την κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων· Β, ο πόνος, τον οποίον δοκιμάζει στερούμενος του ύδατος, το οποίον θα ελάμβανε εις αντάλλαγμα. Και διά τον κομιστήν του ύδατος: Γ, ο κόπος, τον οποίον θα εδοκίμαζε μεταφέρων την ποσότητα ταύτην του ύδατος· Δ, ο πόνος, τον οποίον δοκιμάζει στερούμενος των υποδημάτων, τα οποία θα ελάμβανεν εις αντάλλαγμα.
Το γεγονός ότι η ανταλλαγή γίνεται ακριβής εις το σημείον τούτο μας παρουσιάζει τας δύο ακολούθους εξισώσεις:
Α=Β, Γ=Δ.
Αι εξισώσεις δε αύται ουδόλως μας φέρουν εις την ισότητα του Α. και του Γ.
Αλλ' εάν υποθέσωμεν τον διά της απλής εργασίας μετρούμενον κόπον, και ότι: Ε είναι η &απλή& εργασία διά την κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων, ε δ' η απλή εργασία διά την μεταφοράν του ύδατος, το οποίον ανταλλάσσεται μετά του ζεύγους των υποδημάτων, θα έχωμεν:
Α=αΕ, Γ=βε
Εξ άλλου, εάν Β1 είναι ο κόπος, τον οποίον θα εδοκίμαζεν ο υποδηματοποιός μεταβαίνων απ' ευθείας εις αναζήτησιν ύδατος, Δ1 ο κόπος, τον οποίον θα εδοκίμαζον οι κομισταί του ύδατος κατασκευάζοντες τα ζεύγος των υποδημάτων θα έχομεν ακόμη:
Β1=αε, Δ1=βΕ
εξ ού το θεώρημα του Κ. Μαρξ, το οποίον λέγει:
ε=Ε
και εν τοιαύτη περιπτώσει διά των προηγουμένων εξισώσεων έχομεν το αποτέλεσμα:
Β=Β1 Δ=Δ1
αποτέλεσμα ανταποκρινόμενον με τας δευτέρας περιπτώσεις τας αναφερομένας εις το κείμενον.
18 (1) Διά να είμεθα εν τάξει με τας νέας θεωρίας πρέπει ενταύθα να είπωμεν: &το κόστος της παραγωγής&. Υπενθυμίζομεν διά μίαν φοράν ακόμη ότι το κόστος της παραγωγής ισούται με την ανταλλακτικήν αξίαν.
19) Αι λέξεις με κεφαλαία γράμματα είναι εκείναι, τας οποίας αλλάσσομεν εις το κείμενον του Κ. Μαρξ.