Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο

Part 13

Chapter 13223 wordsPublic domain

Αντιθέτως, έν μέσον παραγωγής δύναται να εισέλθη ολόκληρον εν τω σχηματισμώ της αξίας, αν και μερικώς μόνον εν τη παραγωγή των αξιών χρήσεως, επί 115 λίτρ. βάμβακος, 15 θα χαθούν, δηλαδή αίτινες απετέλουν αντί νήματος εκείνο το οποίον οι Άγγλοι ονομάζουν την σκόνιν του διαβόλου (devil's durt). Εάν εν τούτοις η απόρριψις του 1% είναι κοινωνική και αναπόφευκτος εν τη κατασκευή, η αξία των 15 τούτων λιτρών βάμβακος, αι οποίαι δεν αποτελούν ουδέν στοιχείον νήματος, εισέρχεται πάντως εν τη αξία του όπως αι 100 λίτρ. αι οποίαι αποτελούν την ουσίαν του. Δέον όπως 15 λίτραι βάμβακος εξακολουθούν διά να δυνηθούν να κατασκευάσουν 100 λίτρ. νήματος.

Και ακριβώς διότι η απώλεια αύτη είναι είς όρος της παραγωγής, διά τούτο ο απωλεσθείς βάμβαξ μεταβιβάζει εις το νήμα την αξίαν του. Και συμβαίνει το αυτό διά πάντα τα περιττώματα της εργασίας. Εφ' όσον εννοείται δεν χρησιμεύουν πλέον εις τον σχηματισμόν νέων μέσων παραγωγής και συνεπώς νέων αξιών χρήσεως. Ούτω, βλέπομεν, εις τα μεγάλα εργοστάσια του Manchester, όρη ολόκληρα περιττωμάτων σιδήρου, αφαιρεθέντα παρά τεραστίων μηχανών ως ροκανίδια υπό της ροκάνης, να μεταβαίνουν το εσπέρας από το εργοστάσιον εις το χυτήριον και να επανέρχονται την επαύριον εκ του χυτηρίου εις το εργοστάσιον εις μάζας όγκων σιδήρου.

Τα μέσα της παραγωγής δεν μεταβιβάζουν την αξίαν εις το νέον προϊόν ή εφ' όσον χάνουν από την παλαιάν μορφήν των χρησιμότητος.

Το μάξιμουμ της αξίας την οποίαν δύνανται να χάσουν κατά την διάρκειαν της εργασίας, έχει ως όριον το μέγεθος της αρχικής αξίας την οποίαν είχον εισερχόμενα εν τη πράξει, ή τον χρόνον τον οποίον απήτησεν η παραγωγή των. Τα μέσα της παραγωγής δεν δύνανται όθεν να προσθέσουν εις το προϊόν περισσοτέραν αξίαν εκείνης ην κατέχουν τα ίδια. Οιαδήποτε και εάν είναι η χρησιμότης μιας πρώτης ύλης, μιας μηχανής, ενός μέσου παραγωγής, εάν στοιχίζη 150 λουδοβίκια ήτοι πεντακοσίας ημέρας εργασίας, δεν προσθέτει εις το ολικόν προϊόν εις τον σχηματισμόν του οποίου συμβάλλει, ποτέ περισσότερα από 150 λουδοβίκια. Η αξία του καθορίζεται ουχί υπό της εργασίας, ένθα εισέρχεται ως μέσον παραγωγής, αλλά δι' εκείνης εξ ου εξέρχεται ως προϊόν. Εν τη πράξει εις την οποίαν το χρησιμοποιούν δεν χρησιμεύει ή ως αξία χρήσεως, ήτις κέκτηται χρησίμους ιδιότητας· εάν πριν εισέλθη εις την πράξιν ταύτην, ουδεμίαν κατείχεν αξίαν, ουδεμίαν αξίαν θα έδιδεν εις το προϊόν.

Ενώ η παραγωγική εργασία μεταβάλλει τα μέσα της παραγωγής εις μορφικά στοιχεία ενός νέου προϊόντος, η αξία των υπόκειται εις είδος τι μετεμψυχώσεως. Μεταβαίνει από του καταναλωθέντος σώματος εις το άρτι σχηματισθέν. Αλλ' η μεταβίβασις αύτη εκτελείται εν αγνοία της πραγματικής εργασίας, ο εργάτης δεν δύναται να προσθέση μίαν νέαν εργασίαν, να δημιουργήση κατά συνέπειαν μίαν νέαν αξίαν, χωρίς να διατηρήση παλαιάς αξίας, διότι δέον να προσθέση, την εργασίαν ταύτην υπό χρήσιμον μορφήν, και τούτο δεν δύναται να γίνη χωρίς να μετατρέψη τα προϊόντα εις μέσα παραγωγής ενός νέου προϊόντος εις το οποίον μεταβιβάζει ως εκ τούτου την αξίαν των. Η δύναμις της εργασίας εν δράσει, η ζώσα εργασία, έχει όθεν την ιδιότητα της διατηρήσεως της αξίας προσθέτουσα αξίαν. Τούτο είναι φυσικόν χάρισμα μη στοιχίζον τίποτε εις τον εργάτην, αλλ' αποφέρον πολλά εις τον κεφαλαιούχον. Του οφείλει την διατήρησιν της σημερινής αξίας του κεφαλαίου του.

Εφ' όσον αι επιχειρήσεις προοδεύουν, ο κεφαλαιούχος απορροφάται με την δημιουργίαν της υπεραξίας, ώστε δεν διακρίνει το δωρεάν τούτο χάρισμα της εργασίας. Βίαιαι διακοπαί, ως π. χ. αι κρίσεις, τον αναγκάζουν αποτόμως να το παρατηρήση (49). Εκείνο το οποίον καταναλίσκεται εις τα μέσα της παραγωγής, είναι η αξία της χρήσεως την οποίαν η κατανάλωσις διά της εργασίας σχηματίζει προϊόντα.

Ό,τι αφορά την αξίαν των, δεν είχεν εν τη πραγματικότητι καταναλωθή και δύναται κατά συνέπειαν να αναπαραχθή. Διατηρείται ουχί δυνάμει μιας πράξεως την οποίαν υφίσταται κατά το διάστημα της εργασίας, αλλά διότι το αντικείμενον εις ό υφίσταται από της πρώτης στιγμής, εξαφανίζεται προσλαμβάνον χρήσιμον μορφήν. Η αξία των μέσων της παραγωγής αναφαίνεται όθεν εν τη αξία του προϊόντος· δεν έχει όμως, κυρίως ειπείν, αναπαραχθή. Ό,τι παρήχθη, είναι η νέα αξία χρήσεως εν τη οποία η παλαιά αξία αναφαίνεται εκ νέου.

Άλλως συμβαίνει διά τον υποκειμενικόν παραγοντα της παραγωγής, δηλαδή την εν δράσει δύναμιν της εργασίας. Ενώ διά της μορφής την οποίαν ο σκοπός της της καθορίζει η εργασία διατηρεί και μεταβιβάζει την αξίαν των μέσων της παραγωγής εις το προϊόν, η κίνησις δημιουργεί ανά πάσαν στιγμήν μίαν προσθετήν αξίαν, μίαν νέαν αξίαν.

Ας υποθέσωμεν ότι η παραγωγή σταματά εις το σημείον, εις το οποίον ο εργάτης εχορήγησε το ισοδύναμον της ημερησίας αξίας της ιδίας του δυνάμεως, όταν π. χ. προσέθετε διά μιας εξαώρου εργασίας, αξίαν 3 φράγκων. Η αξία αύτη αποτελεί το πλεόνασμα της αξίας του προϊόντος επί του στοιχείου της αξίας ταύτης της προερχομένης εκ των μέσων της παραγωγής. Είναι η μόνη αρχική αξία η οποία παρήχθη, το μόνον μέρος της αξίας του προϊόντος, γεννηθέν εν τη πορεία του σχηματισμού της. Ικανοποιεί το υπό του κεφαλαιούχου κατατεθέν χρήμα διά την αγοράν της δυνάμεως της εργασίας, και την οποίαν ο εργάτης δαπανά κατόπιν προς διατροφήν. Εν σχέσει προς τα δαπανηθέντα 3 φράγκα, η νέα αξία των 3 φρ. εμφανίζεται ως απλή αναπαραγωγή. Αλλ' η αξία αύτη αναπαρήχθη πραγματικώς και ουχί φαινομενικώς ως η αξία των μέσων της παραγωγής. Εάν μία αξία αντικατεστάθη ενταύθα υπό μιας άλλης, τούτο συμβαίνει χάρις εις την νέαν δημιουργίαν.

Εν τούτοις γνωρίζομεν ότι η διάρκεια της εργασίας υπερβαίνει το σημείον εις ό απλούν ισοδύναμον της αξίας της δυνάμεως της εργασίας θα αναπαρήγετο και θα προσετίθετο εις το δουλευθέν αντικείμενον. Αντί 6 ωρών, αίτινες θα ήρκουν προς τούτο, η πράξις διαρκεί 12 ή περισσότερον. Όθεν, η εν ενεργεία δύναμις της εργασίας, δεν παράγει μόνον την ιδίαν της αξίαν, αλλ' ακόμη και επί πλέον αξίαν. Η υπεραξία αύτη αποτελεί το πλεόνασμα της αξίας του προϊόντος επί της αξίας των καταναλωθέντων παραγόντων, ήτοι των μέσων της παραγωγής και της διατηρήσεως της εργασίας.

Εκθέτοντες τους διαφόρους ρόλους τους οποίους παίζουν εν τω σχηματισμώ της αξίας του προϊόντος, οι διάφοροι παράγοντες της εργασίας, εχαρακτηρίσαμεν πράγματι τας λειτουργίας των διαφόρων στοιχείων του κεφαλαίου εν τω σχηματισμώ της υπεραξίας. Το πλεόνασμα της αξίας του προϊόντος επί της αξίας των συστατικών του στοιχείων, είναι το πλεόνασμα του κεφαλαίου αυξηθέντος εκ της υπεραξίας του επί του κατατεθέντος κεφαλαίου. Μέσα παραγωγής ως και δύναμις εργασίας, είναι αι διάφοροι μορφαί υπάρξεως ας ενεδύθη η αξία — κεφάλαιον όταν μετεβλήθη από χρήμα εις παράγοντα της εκτελέσεως της εργασίας.

Κατά το διάστημα της παραγωγής, το μέρος του κεφαλαίου, το μετατρεπόμενον εις μέσον παραγωγής, δηλ. εις πρώτας ύλας, ουδόλως μεταβάλλει το μέγεθος της αξίας του. Διά τούτο το ονομάζομεν σταθερόν μέρος του κεφαλαίου ή συντομώτερον &σταθερόν κεφάλαιον&.

Το μέρος του κεφαλαίου, το μετατραπέν εις εργατικήν δύναμιν, αλλάσσει τουναντίον αξίαν, κατά το διάστημα της παραγωγής. Αναπαράγει το ίδιον ισοδύναμόν του και επί πλέον πλεόνασμά τι, μίαν υπεραξίαν, ήτις και αύτη δύναται να ποικίλλη και είναι κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη. Το μέρος τούτο του κεφαλαίου μεταβάλλεται αδιακόπως από σταθερόν μέγεθος εις μεταβλητόν τοιούτον. Διά τούτο το ονομάζομεν μέρος μεταβλητόν του κεφαλαίου ή συντομώτερον &μεταβλητόν κεφάλαιον&. Τα αυτά στοιχεία του κεφαλαίου, τα οποία από απόψεως παραγωγής αξιών χρήσεως, διακρίνονται μεταξύ των ως υποκειμενικοί και αντικειμενικοί παράγοντες, ως μέσα παραγωγής και δύναμις εργασίας, διακρίνονται από της απόψεως του σχηματισμού της αξίας, εις σταθερόν ή μεταβλητόν κεφάλαιον.

Η γνώσις του σταθερού κεφαλαίου κατ' ουδένα λόγον αποκλείει αλλαγήν τινά της αξίας εις τα συστατικά της στοιχεία. Ας υποθέσωμεν ότι η λίτρα του βάμβακος στοιχίζει σήμερον 1/2 φράγκου και αύριον ανέρχεται εις 1 φράγκον. Ο παλαιός βάμβαξ, ο εξακολουθών να μετατρέπεται, ηγοράσθη εις την τιμήν του 1/2 φρ. αλλά νυν προσετέθη εις το προϊόν μία αξία 1 φράγκου. Και εκείνος ο οποίος έχει ήδη κλωσθή και ο οποίος κυκλοφορεί ίσως εις την αγοράν υπό μορφήν νήματος, προσθέτει επίσης εις το προϊόν το διπλάσιον της πρώτης του αξίας. Βλέπομεν εν τούτοις ότι αι αλλαγαί αύται είναι ανεξάρτητοι της αυξήσεως της αξίας την οποίαν επιτυγχάνει ο βάμβαξ διά του νήματος. Εάν ο παλαιός βάμβαξ δεν έχει ήδη αρχίση να κατεργάζεται, δύναται νυν να πωληθή εκ νέου 1 φράγκον αντί 1/2. Όπου υπέστη ολιγωτέρας τροποποιήσεις, τόσον βεβαιότερον είναι το αποτέλεσμα τούτο. Ωσαύτως, όταν επέρχωνται παρόμοιαι επαναστάσεις εν τη αξία, πρόκειται μάλλον περί κερδοσκοπείας επί της πρώτης ύλης, εν τη ολιγώτερον μεταβληθείση υπό της εργασίας μορφή. Και επί του νήματος περισσότερον ή επί της κλωστής, και επί του βάμβακος. Η αλλαγή της αξίας γεννάται εν τη εργασία, η οποία παράγει τον βάμβακα και ουχί εν εκείνη εν τη οποία, ο βάμβαξ λειτουργεί ως μέσον παραγωγής, και κατά συνέπειαν ως σταθερόν κεφάλαιον. Η αξία είνε αληθές, υπολογίζεται υπό του &ποσοστού της πραγματοποιηθείσης εργασίας εις εμπόρευμά τι, αλλά το &ποσοστόν& τούτο είναι κοινωνικώς καθωρισμένον.

Εάν ο κοινωνικός χρόνος εργασίας τον οποίον απαιτεί η παραγωγή ενός είδους υφίσταται διακυμάνσεις, — και το αυτό &ποσοστόν& του βάμβακος π. χ. αντιπροσωπεύει σημαντικώτερον &ποσοστόν& εργασίας, όταν η εσοδεία είναι κοινή παρ' όταν είναι ικανοποιητική, — τότε το παλαιόν εμπόρευμα, το οποίον υπολογίζεται μόνον ως δείγμα του είδους του, αισθάνεται αμέσως τον αντίκτυπον, διότι η αξία του υπολογίζεται πάντοτε υπό της κοινωνικώς αναγκαίας εργασίας, όπερ σημαίνει της αναγκαίας εργασίας προς τας σημερινάς συνθήκας της κοινωνίας. Ως η αξία των υλών, η αξία των εργαλείων εργασίας των χρησιμοποιηθέντων ήδη εν τη παραγωγή, μηχαναί, κατασκευαί κτλ. δύναται ν' αλλάξη και ως εκ τούτου και η μερίς της αξίας την οποίαν μεταβιβάζουν εις το προϊόν. Εάν π. χ., κατόπιν μιας νέας εφευρέσεως, μία μηχανή δύναται να αναπαραχθή με ολιγωτέραν δαπάνην εργασίας, η του αυτού είδους παλαιά μηχανή, χάνει κατά το μάλλον ή ήττον εκ της αξίας της και αποδίδει κατά συνέπειαν αναλογικώς μικροτέραν αξίαν εις το προϊόν. Αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει, ως και εν τη προηγουμένη, η αλλαγή της αξίας γεννάται εκτός της ενεργείας της παραγωγής, ένθα η μηχανή λειτουργεί ως όργανον. Εν τη ενεργεία ταύτη ουδέποτε μεταβιβάζει περισσοτέραν αξίαν όσης κέκτηται η ιδία.

Όπως μία αλλαγή εν τη αξία των μέσων της παραγωγής παρά την επ' αυτών εξασκουμένην υπ' αυτών αντίδρασιν, ακόμη και μετά την είσοδόν των εν τη ενεργεία της εργασίας, εις τίποτε δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα των ως σταθερού κεφαλαίου, ούτω μία αλλαγή επενεχθείσα εν αναλογία, μεταξύ του σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, εις τίποτε δεν μεταβάλλει την λειτουργικήν διαφοράν των. Ας υποθέσωμεν ότι αι τεχνικαί συνθήκαι της εργασίας μεταβάλλονται κατά τοιούτον τρόπον ώστε εκεί ένθα π. χ. 10 εργάται με 10 όργανα μικράς αξίας κατειργάζοντο μάζαν πρώτης ύλης αναλογικώς μικράν, είς εργάτης εργάζεται σήμερον με μίαν δαπανηράν μηχανήν, μάζαν εκατοντάκις μεγαλυτέραν. Εν τοιαύτη περιπτώσει, το σταθερόν κεφάλαιον, δηλαδή η αξία των χρησιμοποιηθέντων μέσων της παραγωγής, θα ηύξανε σημαντικώς, το δε μετατραπέν μέρος του κεφαλαίου εις δύναμιν εργασίας σημαντικώς θα ηλαττούτο. Η αλλαγή αύτη μεταβάλλει μόνον την σχέσιν μεγέθους μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, ή αναλογίαν συμφώνως τη οποία το ολικόν κεφάλαιον αποσυντίθεται εις σταθερά και μεταβλητά στοιχεία, δεν μεταβάλλει όμως την λειτουργικήν διαφοράν των.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ IX.

ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ

Το σταθερόν κεφάλαιον καταναλωθέν εν τη ενεργεία της παραγωγής υπό μορφήν φθοράς των μηχανών, των βοηθητικών υλών και των πρώτων υλών, αναφαινόμενον εις το προϊόν χωρίς να του προσθέτη νέαν αξίαν, δύναται να μην υπολογισθή διά να ευρεθή το ποσοστόν της υπεραξίας. Το μεταβλητόν κεφάλαιον θυσιασθέν διά την αγοράν της εργατικής δυνάμεως, ον τουναντίον ο δημιουργός της υπεραξίας, καθορίζει προφανώς το ποσοστόν της υπεραξίας ταύτης, είναι η σχέσις της υπεραξίας προς το μεταβλητόν κεφάλαιον: ή

υ ___ μ

υ αντιπροσωπεύη την υπεραξίαν και μ το μεταβλητόν κεφάλαιον.

Είδομεν ότι ο εργάτης, κατά το διάστημα μέρους του χρόνου το οποίον απαιτεί μία δοθείσα παραγωγική πράξις, δεν παράγει ή την αξίαν της εργατικής του δυνάμεως, δηλαδή, την αξίαν των αναγκαίων μέσων διατροφής διά την συντήρησίν του. Το περιβάλλον εν τω οποίω παράγει, οργανωμένον διά της αυτομάτου κατανομής της κοινοτικής εργασίας παράγει τα μέσα της συντηρήσεώς του, ουχί αμέσως, αλλ' υπό μορφήν ενός ιδιαιτέρου εμπορεύματος, υπό μορφήν νήματος π. χ. των οποίων η αξία ισούται με την αξίαν των μέσων της παραγωγής του ή του χρήματος διά του οποίου τα αγοράζει. Το μέρος της εργατικής του ημέρας το οποίον χρησιμοποιεί εις τούτο είναι κατά το μάλλον ή ήττον μέγα, αναλόγως της μέσης αξίας της ημερησίας διατροφής του ή του μέσου χρόνου εργασίας του καθ' εκάστην απαιτουμένου διά την παραγωγήν της. Και εάν ακόμη δεν θα ειργάζετο διά τον κεφαλαιούχον, αλλά μόνον δι' εαυτόν, έδει, των συνθηκών παραμενουσών των αυτών, να εργασθή κατά μέσον όρον, νυν ως και πρότερον, το αυτό ποσόν μέρος της ημέρας διά να κερδίση την ζωήν του. Αλλ' όπως και διά το μέρος της ημέρας κατά το οποίον παράγει την ημερησίαν αξίαν της δυνάμεως της εργασίας του, ήτοι 3 φράγκα, δεν παράγει ειμή το ισοδύναμον μιας αξίας ήδη πληρωθείσης υπό του κεφαλαίου, οπόταν ικανοποιεί μίαν αξίαν διά μιας άλλης, ούτω και η παραγωγή αύτη δεν είναι ειμή απλή τις αναπαραγωγή. Ονομάζω όθεν &αναγκαίον χρόνον εργασίας&, το μέρος της ημέρας, ένθα η αναπαραγωγή αυτών εκπληρούται, και &αναγκαίαν εργασίαν& την δαπανηθείσαν κατά τον χρόνον τούτον εργασίαν· αναγκαίαν διά τον εργάτην διότι αύτη είναι ανεξάρτητος κοινωνικής μορφής της εργασίας του· αναγκαίαν διά το κεφάλαιον και τον καπιταλιστικόν κόσμον, διότι ο κόσμος ούτος έχει ως βάσιν την ύπαρξιν του εργάτου.

Η περίοδος της δράσεως της υπερβαινούσης τα όρια της αναγκαίας εργασίας, στοιχίζει, είναι αληθές, εργασίαν εις τον εργάτην, δαπάνην δυνάμεως, αλλά ουδεμίαν δι' αυτόν σχηματίζει αξίαν. Σχηματίζει μίαν υπεραξίαν ήτις διά τον κεφαλαιούχον έχει όλα τα θέλγητρα μιας εκ του μηδενός δημιουργίας.

Ονομάζω το μέρος τούτο της ημέρας της εργασίας &εξαιρετικόν χρόνον& και την εν αυτώ δαπανηθείσαν εργασίαν, &υπερεργασίαν&. Εάν διά την κατανόησιν της αξίας εν γένει, είναι μεγάλης σπουδαιότητος, να βλέπωμεν εν αυτή απλήν πήξιν του χρόνου της εργασίας, ή της πραγματοποιηθείσης εργασίας, είναι παρομοίας σπουδαιότητος διά την κατανόησιν της υπεραξίας να την εννοήσωμεν ως απλήν πήξιν της εξαιρετικής, ή της πραγματοποιηθείσης υπερεργασίας. Αι διάφοραι οικονομικαί μορφαί τας οποίας ενεδύθη η κοινωνία, η δουλεία, π. χ. και το ημερομίσθιον δεν διακρίνονται ή εκ του τύπου διά του οποίου η υπερεργασία αύτη επεβλήθη και εξεβίασε τον άμεσον παραγωγόν, τον εργάτην.

Εκ του γεγονότος τούτου, ότι η αξία του μεταβλητού κεφαλαίου ισούται με την αξίαν της δυνάμεως της εργασίας, την οποίαν αγοράζει, ότι η αξία της δυνάμεως ταύτης της εργασίας καθορίζει το αναγκαίον μέρος της εργατικής ημέρας και ότι η υπεραξία και αύτη καθορίζεται υπό του εξαιρετικού μέρους της ιδίας ταύτης ημέρας, έπεται ότι: η υπεραξία είναι προς το μεταβλητόν κεφάλαιον ως η υπερεργασία προς την αναγκαίαν εργασίαν ή το ποσοστόν της υπεραξίας

υ υπερεργασία ___ = ________________ μ αναγκαία εργασία

Αι δυο αναλογίαι παρουσιάζουν την αυτήν σχέσιν υπό διάφορον μορφήν. Μίαν φοράν υπό μορφήν πραγματοποιηθείσης εργασίας, μίαν άλλην υπό μορφήν εργασίας εν κινήσει.

Το ποσοστόν της υπεραξίας είναι όθεν η ακριβής έκφρασις του βαθμού της εκμεταλλεύσεως της δυνάμεως της εργασίας υπό του κεφαλαίου ή του εργάτου υπό του κεφαλαιούχου.

Αύτη είναι λοιπόν εν περιλήψει η χρησιμοποιουμένη μέθοδος διά τον υπολογισμόν του ποσοστού της υπεραξίας. Λαμβάνομεν ολόκληρον την αξίαν του προϊόντος και θέτομεν ίσην προς το μηδέν την αξίαν του σταθερού κεφαλαίου το οποίον δεν κάμνει άλλο τι ή να εμφανίζεται εκ νέου. Το ποσόν της υπολοίπου αξίας είναι η μόνη πραγματική αξία πραγματοποιηθείσα κατά την παραγωγήν του εμπορεύματος. Εάν η υπεραξία είναι γνωστή, δέον να την αφαιρέσωμεν του ποσού τούτου διά να εύρωμεν το μεταβλητόν κεφάλαιον. Το αντίθετον συμβαίνει εάν το τελευταίον τούτο είναι γνωστόν, οπόταν ζητείται η υπεραξία. Εάν αμφότερα είναι γνωστά δεν μένει πλέον η τελική πράξις, ο υπολογισμός του υ / μ της σχέσεως της υπεραξίας προς το μεταβλητόν κεφάλαιον

οσονδήποτε απλώς και εάν είναι η μέθοδος αύτη, καλόν είναι να εξασκηθή ο αναγνώστης διά τινων παραδειγμάτων τα οποία θα του διευκολύνουν την εφαρμογήν.

Ας εισέλθωμεν κατά πρώτον εις νηματουργείον. Τα ακόλουθα δεδομένα ανήκουν εις το έτος 1871 και μοι εδόθησαν υπό του ιδίου εργοστασιάρχου. Το εργοστάσιον θέτει εις κίνησιν 10.000 κλωστήρας κλώθον με αμερικανικόν βάμβακα νήμα αρ. 32 και παράγει εκάστην εβδομάδα μίαν λίτραν νήματος κατά κλωστήρα. Το απόρριμμα του βάμβακος ανέρχεται εις 6%· ούτω λοιπόν καθ' εβδομάδα 10,600 λίτρας βάμβακος μεταβάλλονται υπό της εργασίας εις 10.000 λίτρας νήματος και 600 λίτρας απορριμμάτων.

Τον Απρίλιον του 1871 ο βάμβαξ εστοίχιζε φρ. 806 κατά λίτραν και συνεπώς διά 10.600 λίτρας, το στρογγυλόν ποσόν των 8.550 φρ. Οι 10.000 κλωστήρες συμπεριλαμβανομένης της κλωστικής μηχανής και της ατμομηχανής, στοιχίζουν 25 φρ. εκάστη ήτοι 250.000 φρ. Η φθορά των ανέρχεται εις 10% = 25.000 φρ. ή εκάστην εβδομάδα 500 φρ. Το ενοίκιον των κτιρίων είναι 150 φρ. εβδομαδιαίως, ο άνθραξ (100 φρ. την ώραν και κατά δύναμιν ίππων, επί δυνάμεως 1000 ίππων διδομένη υπό του δείκτου και 60 ώρας καθ' εβδομάδα συμπεριλαμβανομένης και της θερμάνσεως του κτιρίου) ανέρχεται καθ' εβδομάδα τον αριθμόν των 11 τόννων και προς 10 φρ. 60 τον τόννον, στοιχίζει καθ' εβδομάδα 116 φρ. 60, η κατανάλωσις καθ' εβδομάδα διά το αεριόφως ισούται με 25 φρ., διά το έλαιον 112 φρ. 50, δι' όλας τας λοιπάς βοηθητικάς ύλας 250 φρ. Η μερίς της σταθεράς αξίας ανέρχεται κατά συνέπειαν εις 9450 φρ. αφού δεν παίζει ουδένα ρόλον εν τη παραγωγή της εβδομαδιαίας αξίας, την θέτομεν ίσην προς το μηδέν.

Το ημερομίσθιον των εργατών ανέρχεται εις 1.300 φρ. καθ' εβδομάδα, η τιμή του νήματος προς 1 φρ. 275 την λίτρ. είναι διά 10.000 λίτρ. 12.750 φρ. Όθεν η παραγομένη εβδομαδιαίως αξία είναι κατά συνέπειαν 12.750 — 9.450 f. = 3.300 φρ.

Εάν ήδη αφαιρέσωμεν εκ τούτων το μεταβλητό κεφάλαιον (ημερομίσθιον των εργατών) = 1.300 φρ. απομένει μία υπεραξία 2.000 φρ.

Ο τόκος της υπεραξίας είναι λοιπόν:

= 200 = 153,84% _____ 1300

Διά μίαν μέσην ημέραν 10 ωρών κατά συνέπειαν, η αναγκαία εργασία = 3 @ 3/33 και η υπερεργασία = 6 @ 2/33.

Ιδού άλλος υπολογισμός, λίαν ελαττωματικός, είναι αληθές, διότι ελλείπουν πλείστα δεδομένα, αλλ' αρκετός διά τον σκοπόν μας. Δανειζόμεθα τους αριθμούς από το βιβλίον του Jacob επί του νόμου των δημητριακών (1815). Η τιμή του σίτου είναι 80 σελίνια κατά 8 μεδίμνους και η μέση απόδοσις κατά πεντάπλεθρον (5 στρεμ.) είναι 22 μέδιμνοι, εις τρόπον ώστε το πεντάπλεθρον αποφέρει 275 φρ.

Παραγωγή ενός πενταπλέθρου.

ΣΤΑΘΕΡΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ Σπορά...........36.25 Δεκάτη, φόρος . . . 26.20 Λίπος ..........62.50 Έγγειος πρόσοδος. . 35. —

ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κέρδη του αγρονόμ. Ημερομίσθια.....27.55 και τόκοι κεφαλ. 27.55 88.75 186.25

Η υπεραξία, πάντοτε αφού η τιμή του προϊόντος ισούται προς την αξίαν του, ευρίσκεται ενταύθα διανεμημένη εις το κέρδος του τόκου, την δεκάτην κ.τ.λ. Αδιαφορούντες διά ταύτα, τα προσθέτομεν όλα ομού και επιτυγχάνομεν ούτω υπεραξίαν 88 φρ. 75. Όσον διά τα 98 φρ. 75 διά την σποράν και λίπος, τα θέτομεν ίσα προς το μηδέν ως μέρος σταθερόν του κεφαλαίου. Απομένει το μεταβλητόν κεφάλαιον των 87 φρ. 50 εις την θέσιν του οποίου μία νέα αξία 87φρ. 50 + 88φρ. 75 παρήχθη. Ο τόκος της υπεραξίας

υ 88.75 ___= _____ = πλέον των 100% · μ 87.50

Ο γεωργός χρησιμοποιεί όθεν πλέον του ημίσεως της ημέρας του εργασίας διά την παραγωγήν μιας υπεραξίας την οποίαν πολλά πρόσωπα διανέμονται μεταξύ των υπό διάφορα προσχήματα.

ΤΕΛΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΦΑΡΓΚ

I

Η Πολιτική οικονομία του XVIII αιώνος, δύο είχε γνώμας επί της πηγής της αξίας.

Οι φυσιοκράται έφθανον μέχρι της γης, και διά της γης δέον επίσης να εννοούμεν το ύδωρ, ως πηγήν αρχικήν και μόνον της αξίας: δεν απέδιδον την ονομασίαν &της παραγωγικής βιομηχανίας&, ειμή μόνον εις την βιομηχανίαν ήτις προμηθεύει νέας ύλας, εις την βιομηχανίαν του γεωργού, του μεταλλουργού και του αλιέως, Η εργασία του τεχνίτου δεν εδημιούργει ή &ψευδή προϊόντα& έλεγε ο Mercier de la Rivière, διότι η αξία την οποίαν προσέθετεν εις την πρώτην ύλην μετατρέπουσα ταύτην, αντεπροσωπεύετο ακριβώς υπό της αξίας των μέσων της παραγωγής του διαρκούσης της δημιουργίας της παραγωγής: αι ανάγκαι του κατέστρεφον αφ' ενός ό,τι η εργασία του παρήγαγε, και ουδεμία αύξησις πλούτου εγένετο διά την κοινωνίαν.

Ο A. Smith και αργότερον ο Ricardo, εθεώρουν την εργασίαν ως «την πηγήν και το μέτρον της αξίας» εννοείται, εργασία βοηθουμένη υπό της γης και των άλλων φυσικών δυνάμεων, άνευ της συνδρομής των οποίων ουδέν θα εδημιουργείτο.

«Η αξία ενός εμπορεύματος, λέγει ο Α. Smith, ισούται με την ποσότητα της εργασίας, ην το εμπόρευμα τούτο επιτρέπει εις τον κάτοχόν του να αγοράση ή παραγγείλη. Η εργασία είναι όθεν το πραγματικόν μέτρον της ανταλλακτικής αξίας παντός εμπορεύματος». (Πλούτος των Εθνών. Βιβλ I, κεφ. V. Μετάφρ G. Garnier 1882).

«Θεωρώ την εργασίαν, λέγει ο Ricardo, ως την πηγήν πάσης αξίας, και την σχετικήν της ποσότητα ως το μέτρον το κανονίζον σχεδόν απολύτως την σχετικήν αξίαν των εμπορεύματος». (Principes de l' Economie Politique et de l' impôt. Κεφ. I, τμ. II. — Μικρά οικονομ. βιβλιοθ.).

Πριν ή ακόμη δώση τον ακριβή ορισμόν της ο Ricardo απαντά εις εκείνους οι οποίοι θα του αντέτεινον ότι υπάρχουν αντικείμενα των οποίων η αξία εξαρτάται εκ της σπάνεως . . . Ως π. χ. πολύτιμοι πίνακες, αγάλματα, βιβλία και μετάλλια σπάνια, οίνοι εξαισίας ποιότητος, των οποίων η ποσότης είναι λίαν περιωρισμένη . . . Δεν αποτελούν εν τούτοις ή πολύ μικρόν μέρος των εμπορευμάτων τα οποία ανταλλάσσονται καθ' εκάστην εις την αγοράν. Κατά το πλείστον, ο μεγαλύτερος αριθμός των αντικειμένων τα οποία επιθυμεί τις να κατέχη είναι τα προϊόντα της βιομηχανίας, δυνάμεθα δε να τα πολλαπλασιάσωμεν όχι μόνον εις μίαν χώραν, αλλ' εις πλείστας, εις βαθμόν του οποίου είναι σχεδόν αδύνατον να καθορίσωμεν τα όρια, οσάκις θα ηθέλομεν να θυσιάσωμεν την αναγκαίαν βιομηχανίαν διά την δημιουργίαν των. (Ιδίου κεφ. I, τμήμα I.).

«Αφ' ού είναι βέβαιον λέγει ο Destutt de Tracy, ότι αι φυσικαί μας και ηθικαί δυνάμεις, είναι ο μόνος αρχικός μας πλούτος, και ότι η χρησιμοποίησις των δυνάμεών μας, οιαδήποτε εργασία, είναι ο μόνος αρχικός θησαυρός και ότι διά της χρησιμοποιήσεως τούτων γεννώνται πάντα τα οποία ονομάζομεν αγαθά . . . Είναι βέβαιον ότι πάντα τα αγαθά ταύτα δεν αντιπροσωπεύουν ει μη την εργασίαν, ήτις τα εγέννησε, και ότι εάν έχουν αξίαν τινα, ή ακόμη δύο κεχωρισμένας, δεν δύνανται να επιτύχουν τας αξίας των ει μη εκ της αξίας της εργασίας εξ ης προέρχονται». (Eléments d' Ideologie. Παρισ. 1826 σ. 35 — 36).

«Όπως το εμπόριον γενικώς, λέγει ο Benjamin Fraklin, δεν είναι άλλο τι ή ανταλλαγή εργασίας, ούτω διά της εργασίας εκτιμάται ακριβέστερον η αξία παντός πράγματος». (The works of B. Frankin, edited by Sparks. Boston 1836. Τόμ. VI. σ. 267).

«Άνθρωπός τις ησχολήθη επί μίαν εβδομάδα διά να παραγάγη αντικείμενον τι αναγκαίον εις την ζωήν, και εκείνος ο οποίος του δίδει άλλο τι εις αντάλλαγμα, δεν δύναται καλλίτερα να εκτιμήση ότι είναι το ισοδύναμον εκείνου, ειμή υπολογίζων ότι του εστοίχισεν ακριβώς τον αυτόν χρόνον εργασίας. Πράγματι είναι ανταλλαγή της εργασίας ενός ανθρώπου επί αντικειμένου τινός, επί τι χρονικόν διάστημα, έναντι της εργασίας άλλου ανθρώπου επί άλλου αντικειμένου επί το αυτό χρονικόν διάστημα». (Anonym Some thoughts on the interest of money in general and particularly in the public funds, London 1739).

Ο J. B. Say δεν έχει γνώμην αλλά πλούτον γνωμών επί της αξίας:

Της καθώρισεν, ως ο Α. Smith, διά της αγοραστικής της δυνάμεως.

«Η αξία είναι η ποσότης κάθε αντικειμένου το οποίον δυνάμεθα να επιτύχωμεν εις αντάλλαγμα του αντικειμένου αφ' ου θέλομεν ν' απαλλαγώμεν». (Traité d' Econ. Pol. Ed. Rapilly 1826 τόμ. II. Βιβλ II, κεφ. IV. σ. 220).