Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο
Part 12
Ο κεφαλαιούχος, έφιππος επί της κοινής πολιτικής του οικονομίας, θα κραυγάση ίσως ότι εχορήγησε το χρήμα του με την πρόθεσιν να το πολλαπλασιάση. Αλλ' η οδός της κολάσεως είναι εστρωμένη με ευσεβείς πόθους και ουδείς δύναται να τον εμποδίση να δημιουργήση χρήμα χωρίς να παραγάγη. Ορκίζεται ότι δεν θα αποπλανηθή πλέον εις το μέλλον θα αγοράση εις την αγοράν εμπορεύματα έτοιμα αντί να τα κατασκευάση ο ίδιος. Αλλ' εάν όλοι οι κεφαλαιούχοι, ενεργήσουν παρομοίως, τότε πώς θα ευρεθούν τα εμπορεύματα εις την αγοράν; Εν τούτοις δεν δύναται να φάγη το χρήμα του. Άρχεται τότε να μας κατηχή. Έπρεπε να ληφθή υπ' όψιν η αποχή του, ενώ κάλλιστα θα ηδύνατο να διασκεδάση με τα 15 του φράγκα· αντί τούτου τα κατηνάλωσε παραγωγικώς και παρήγαγε νήμα. Είναι αληθές, αλλ' είναι επίσης αληθές ότι έχει νήμα και ουχί τύψιν συνειδότος. Ας λάβη τα μέτρα του διά να μη υποστή την τύχην του θησαυριστού, ο οποίος μας απέδειξε πού οδηγεί ο ασκητισμός.
Άλλως τε εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτε, ο βασιλεύς χάνει τα δικαιώματά του. Όσον δήποτε αξιόλογος και εάν είναι η αποχή του, δεν ευρίσκει χρήμα διά να την πληρώση, αφ' ού η αξία του εμπορεύματος του εξερχομένου εκ της παραγωγής είναι ακριβώς ίση προς το ποσόν των εισελθουσών εις αυτό αξιών. Η παρηγορητική αύτη σκέψις ας είναι βάλσαμον δι' αυτόν: η αρετή πληρώνεται μόνον διά της αρετής. Αλλ' όχι! γίνεται ενοχλητική. Δεν ξεύρει τι να κάμη το νήμα του. Το παρήγαγε διά την πώλησιν. Ε! λοιπόν ας το πωλήση! ή, όπερ και απλούστερον, ας μη παραγάγη εις το μέλλον ειμή προϊόντα αναγκαία διά την ιδίαν του κατανάλωσιν: ο Mac Culloch, του υπέδειξεν ήδη την πανάκειαν ταύτην έναντι των επιδημικών υπερβολών της παραγωγής. Ιδού τον εκ νέου λακτίζη· ο εργάτης είχε ποτέ την σκέψιν να κινήση τον αέρα με τα δέκα του δάκτυλα, να παραγάγη εμπορεύματα χωρίς τίποτε; αυτός δεν τον εχορήγησε την πρώτην ύλην, εν τη οποία και διά της οποίας μόνης δύναται να δώση υπόστασιν εις την εργασίαν του; Και όπως το μεγαλύτερον μέρος της πολιτικής κοινωνίας αποτελείται από παρομοίους γυμνόποδας, δεν προσέφερε διά των μέσων της παραγωγής του βάμβακος και του ποσού υπηρεσίαν τεραστίαν εις την ως άνω κοινωνίαν, και κυρίως εις τον εργάτην εις τον οποίον εχορήγησε επί πλέον και την διατροφήν; Και να μη λάβη τίποτε έναντι της υπηρεσίας! Αλλά μήπως ο εργάτης δεν προσέφερεν υπηρεσίαν εις αντάλλαγμα, μετατροπή εις νήμα, τον βάμβακα και τους κλωστήρας του; Εξ άλλου δεν πρόκειται ενταύθα περί υπηρεσιών (47). Η υπηρεσία δεν είναι παρά το ωφέλιμον αποτέλεσμα μιας αξίας χρήσεως, είτε αύτη είνε εμπόρευμα, είτε εργασία. Πρόκειται μόνον περί της ανταλλακτικής αξίας. Επλήρωσε εις τον εργάτην αξίαν 3 φράγκων. Ούτος πάλιν του αποδίδει το ακριβές ισοδύναμον προσθέτων την αξίαν των 3 φράγκων εις τον βάμβακα, αξίαν αντί αξίας. Ο κεφαλαιούχος μας λαμβάνει τότε την μετριοπαθή στάσιν ενός εργάτου. Μήπως και αυτός δεν ειργάσθη επίσης; Η εργασία του της επιβλέψεως και επιτηρήσεως δεν αποτελεί ωσαύτως αξίαν και ο Διευθυντής του εργοστασίου του και ο επιστάτης του υψώνουν τους ώμους. Εν τω μεταξύ ο κεφαλαιούχος προσέλαβε μετά πονηρού μειδιάματος, την προτέραν του μορφήν. Μας ενέπαιζε με τα παράπονά του. Ούτε διώβολον δεν δίδει δι' όλα αυτά.
Αφίνει τας υπεκφυγάς ταύτας, τας κοινάς ταύτας διπλωματικότητας και τους καθηγητάς της πολιτικής οικονομίας, οι οποίοι πληρώνονται διά τούτο, είναι το επάγγελμά των. Αυτός είναι άνθρωπος πρακτικός και εάν δεν σκέπτεται εις ότι λέγει εκτός των υποθέσεών του, γνωρίζει πάντοτε τι πράττει εις τας υποθέσεις του.
Ας παρατηρήσωμεν όμως πλησιέστερον. Η ημερησία αξία της εργατικής δυνάμεως είναι 3 φρ., διότι χρειάζεται 1/2 ημέρα εργασίας διά την ημερησίαν παραγωγήν της δυνάμεως ταύτης, ήτοι ότι η αναγκαία διατροφή διά την ημερησίαν συντήρησιν του εργάτου στοιχίζει 1/2, ημέραν εργασίας. Αλλ' η παρελθούσα εργασία, την οποίαν η δύναμις της εργασίας εγκλείει, και η σημερινή εργασία, την οποίαν δύναται να εκτελέση, αι ημερήσιαι δαπάναι συντηρήσεώς του και η καθ' εκάστην δαπάνη, είναι δύο πράγματα τελείως διάφορα.
Τα έξοδα της δυνάμεως καθωρίζουν την ανταλλακτικήν αξίαν, η δαπάνη της δυνάμεως αποτελεί την αξίαν χρήσεως. Εάν 1/2 ημέρα εργασίας αρκεί διά να ζήση ο εργάτης επί 24 ώρας, δεν έπεται εκ τούτου ότι δεν δύναται να εργασθή μίαν ολόκληρον ημέραν. Η αξία την οποίαν κέκτηται η δύναμις της εργασίας και η αξία την οποίαν δημιουργεί διαφέρουν όθεν κατά το μέγεθος. Την διαφοράν ταύτην της αξίας ο κεφαλαιούχος είχεν υπ' όψει, όταν ηγόρασε την εργατικήν δύναμιν. Η ικανότης αυτής εις την κατασκευήν νήματος ή υποδημάτων, ήτο όρος sine qua non, διότι η εργασία δέον να δαπανάται υπό χρήσιμον μορφήν διά να παράγη αξίαν.
Αλλ' ότι τον έκαμε να αποφασίση ήτο η ειδική χρησιμότης του εμπορεύματος τούτου, να είναι δηλαδή πηγή αξίας και περισσοτέρας αξίας απ' ότι κέκτηται αύτη. Ταύτην την ειδικήν υπηρεσίαν ζητεί παρ' αυτής ο κεφαλαιούχος. Συμμορφούται εν τοιαύτη περιπτώσει με τους αιωνίους κανόνας της ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Πράγματι ο πωλητής της εργατικής δυνάμεως, ως ο πωλητής παντός άλλου εμπορεύματος, πραγματοποιεί την ανταλλακτικήν αξίαν και μετατρέπει την συνήθη μορφήν.
Δεν θα επετύγχανε την πρώτην χωρίς να δώση την άλλην. Η αξία χρήσεως της εργατικής δυνάμεως δεν ανήκει εις τον πωλητήν, όπως δεν ανήκει εις τον παντοπώλην η αξία χρήσεως του πωληθέντος ελαίου. Ο άνθρωπος των σκούδων επλήρωσε την ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως· η χρήσις της κατά την διάρκειαν της ημέρας, η εργασία συνεπώς μιας ολοκλήρου ημέρας του ανήκει. Το ότι η ημερησία συντήρησις της δυνάμεως ταύτης στοιχίζει ημίσειαν ημέραν εργασίας, ενώ δύναται να λειτουργή και να εργάζεται ολόκληρον την ημέραν, δηλαδή το ότι η δημιουργηθείσα αξία διά της χρήσεώς της κατά την διάρκειαν μιας ημέρας, είναι το διπλάσιον ημερησίας ιδικής της αξίας, τούτο είναι ιδιαιτέρως ευτυχής σύμπτωσις διά τον αγοραστήν, ίσως όμως δεν βλάπτει και εις τίποτε το δικαίωμα του πωλητού.
Ο κεφαλαιούχος μας προείδε την περίπτωσιν, και τούτο είναι και η αιτία της ευθυμίας του. Ο εργάτης ευρίσκει όθεν εις το εργαστήριον τα αναγκαία μέσα της παραγωγής διά μίαν ημέραν εργασίας ουχί 6 αλλά 12 ωρών.
Αφ' ου 10 λίτραι βάμβακος απερρόφησαν 6 ώρας εργασίας και μετεβλήθησαν εις 10 λίτρας νήματος, 20 λίτραι βάμβακος θ' απορροφήσουν 12 ώρας εργασίας και θα μετατραπούν εις 20 λίτρ. νήματος. Ας εξετάσωμεν ήδη το προϊόν της παραταθείσης εργασίας. Αι 20 λίτρ. νήματος περιέχουν 5 ημέρας εργασίας εκ των οποίων τέσσαρες επραγματοποιήθησαν εις τον βάμβακα και τους καταναλωθέντας κλωστήρας. Όθεν η νομισματική έκφρασις των 5 ημερών εργασίας είναι 30 φράγκα. Αύτη είναι όθεν η τιμή των 20 λίτρ. νήματος. Μία λίτρα νήματος στοιχίζει νυν ως και πρότερον 1 φρ. 50. Αλλά το ποσόν της αξίας των χρησιμοποιηθέντων εμπορευμάτων εν τη πράξει δεν υπερβαίνει τα 27 φράγκα και η αξία του νήματος φθάνει τα 30 φράγκα. Η αξία του προϊόντος ηύξησε κατά 1/9 επί της χορηγηθείσης αξίας διά την παραγωγήν του. Τα χορηγηθέντα 27 φράγκα μετεβλήθησαν ήδη εις 30 φράγκα. Εγέννησαν μίαν υπεραξίαν 3 φράγκων· ο κύκλος έγινε. Το χρήμα μετεμορφώθη εις κεφάλαιον.
Το πρόβλημα ελύθη καθ' ολοκληρίαν ο νόμος των ανταλλαγών ετηρήθη αυστηρώς· ισοδύναμον προς ισοδύναμον. Εις την αγοράν, ο κεφαλαιούχος αγοράζει εις την ακριβή του αξίαν παν εμπόρευμα — βάμβακα, κλωστήρας, εργατικήν δύναμιν. Κατόπιν πράττει ό,τι πας αγοραστής, καταναλίσκει την αξίαν της χρήσεως. Η κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως, ούσα ταυτοχρόνως και παραγωγή εμπορευμάτων αποδίδει προϊόν 20 λιτρών νήματος εχουσών αξίαν 30 φράγκων. Τότε ο κεφαλαιούχος ο αφήσας την αγοράν ως αγοραστής επανέρχεται ως πωλητής. Πωλεί το νήμα προς 1.50 φρ. την λίτραν, ούτε οβολόν κάτω ή άνω της αξίας των, και εν τούτοις αποσύρει από την κυκλοφορίαν 3 φράγκα περισσότερα από όσα εχορήγησεν. Η μετατροπή αύτη του χρήματός του εις κεφάλαιον λαμβάνει χώραν εις την σφαίραν της κυκλοφορίας. Η κυκλοφορία χρησιμεύει ως ενδιάμεσον. Εκεί, εις την αγοράν, πωλείται η εργατική δύναμις, διά να καταστή εκμεταλλεύσιμος εις την σφαίραν της παραγωγής, ένθα καθίσταται πηγή υπεραξίας, και το παν βαίνει τότε θαυμασίως.
Η παραγωγή της υπεραξίας δεν είναι όθεν άλλο τι ή παραγωγή αξίας, παραταθείσα πέραν ωρισμένου σημείου. Εάν η εκτέλεσις της εργασίας διαρκέση μέχρι του σημείου εις το οποίον η αξία της εργατικής δυνάμεως πληρωθείσα υπό του κεφαλαίου, αντικατασταθή υπό νέου ισοδυνάμου, τότε απλώς μόνον παραγωγή αξίας υφίσταται. Όταν υπερβαίνει το όριον τούτο, υπάρχει παραγωγή υπεραξίας.
Εξετάζοντες την παραγωγήν της υπεραξίας, υπεθέσαμεν ότι η οικειοποιηθείσα εργασία υπό του κεφαλαίου, είναι μέση απλή εργασία. Η αντίθετος υπόθεσις δεν θα μετέβαλλε τίποτε. Ας υποθέσωμεν π. χ. ότι η εργασία του κλώστου συγκρινομένη προς την του κοσμηματοπώλου είναι εργασία εις ανωτέραν δύναμιν, ότι η μία είναι κοινή εργασία και η άλλη ειδική εργασία, ένθα εκδηλούται ως δύναμις δυσκολωτέρα εις τον σχηματισμόν, και ήτις όμως αποδίδει εις τον αυτόν χρόνον περισσοτέραν αξίαν. Οποιοσδήποτε όμως και εάν είναι ο βαθμός της διαφοράς μεταξύ των δύο τούτων εργασιών, η μερίς της εργασίας ένθα ο κοσμηματοπώλης παράγει υπεραξίαν διά τον κύριόν του, δεν διαφέρει εις τίποτε ποσοτικώς από την μερίδα της εργασίας ένθα αντικαθιστά με την αξίαν του ιδίου του ημερομισθίου. Νυν όπως και πρότερον, η υπεραξία δεν προέρχεται ως εκ της παραταθείσης διαρκείας της εργασίας, είτε του κλώστου είτε του κοσμηματοπώλου (48).
Αφ' ετέρου, όταν πρόκειται περί παραγωγής αξίας, η ανωτέρα εργασία δέον πάντοτε να περιορίζεται εις τον μέσον όρον της κοινωνικής εργασίας, π. χ. μία ημέρα ειδικής εργασίας και 2 ημέραι απλής εργασίας. Εάν οι έχοντες συναίσθησιν του προορισμού των οικονομολόγοι διεμαρτυρήθησαν εναντίον της αυθαιρέτου ταύτης βεβαιώσεως, δεν δυνάμεθα να απαντήσωμεν ή διά της γερμανικής παροιμίας ότι «τα δένδρα τους εμποδίζουν να ίδουν το δάσος!». Εκείνο το οποίον κατηγορούν ως τεχνητήν ανάλυσιν, είναι απλούστατα μέθοδος, ήτις εφαρμόζεται καθ' εκάστην εις πάσαν γωνίαν της γης. Πανταχού αι αξίαι των πλέον διαφόρων εμπορευμάτων αδιακρίτως εκφράζονται εις νόμισμα, δηλ. είς τινα μάζαν χρυσού ή αργύρου. Ως εκ τούτου αι διάφοροι ημέραι της εργασίας αντιπροσωπευύμεναι υπό των αξιών τούτων, περιωρίσθησαν υπό διαφόρους αναλογίας, εις ποσά καθορισθέντα υπό ενός μόνον και εις δύο είδη κοινής εργασίας, της εργασίας, ήτις παράγει τον χρυσόν ή τον άργυρον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VIII.
ΣΤΑΘΕΡΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ
Οι διάφοροι παράγοντες της εκτελέσεως της εργασίας λαμβάνουν διάφορον μέρος εις τον σχηματισμόν της αξίας των εμπορευμάτων.
Ο εργάτης μεταδίδει μίαν νέαν αξίαν εις το αντικείμενον της εργασίας διά της προσθήκης μιας νέας δόσεως εργασίας, οιοσδήποτε και εάν είναι ο ωφέλιμος χαρακτήρ. Εξ άλλου, επανευρίσκομεν τας αξίας των μέσων της παραγωγής των καταναλωθέντων ως στοιχείων εν τη αξία του νήματος.
Η μεταβίβασις αύτη λαμβάνει χώραν κατά το διάστημα της εργασίας, κατά την διάρκειαν της μετατροπής των μέσων της παραγωγής εις προϊόν. Η εργασία είναι όθεν το ενδιάμεσον. Αλλά κατά τίνα τρόπον;
Ο εργάτης δεν εργάζεται διπλασίως κατά το αυτό χρονικόν διάστημα, άπαξ διά να προσθέση μίαν νέαν αξίαν εις τον βάμβακα, και είτα διά να διατηρήση την παλαιάν, ή όπερ έν και το αυτό, διά να μεταβιβάση εις το προϊόν, εις το νήμα, την αξίαν των κλωστήρων τους οποίους φθείρει και την του βάμβακος τον οποίον μετατρέπει. Ούτω διά της απλής προσθήκης μιας νέας αξίας διατηρεί την παλαιάν. Αλλ' όπως η προσθήκη μιας νέας αξίας εις το αντικείμενον της εργασίας και η διατήρησις των παλαιών αξιών εις το προϊόν είναι δυο αποτελέσματα τελείως διάφορα, τα οποία ο εργάτης επιτυγχάνει εις το αυτό χρονικόν διάστημα, ούτω το διπλούν τούτο αποτέλεσμα δεν δύναται προφανώς να απορρέη ή εκ του διπλού χαρακτήρος της εργασίας του. Η εργασία αυτή, δέον κατά την αυτήν στιγμήν, δυνάμει ιδιότητος τινος να δημιουργήση, και δυνάμει μιας άλλης ιδιότητος, να διατηρήση ή να μεταβιβάση την αξίαν.
Πώς ο εργάτης προσθέτει εργασίαν και κατά συνέπειαν αξίαν; Υπό μορφήν χρησίμου εργασίας και μόνον υπό την μορφήν ταύτην, ο κλώστης προθέτει εργασίαν κλώθων, ο υφαντουργός, υφαίνων, ο σιδηρουργός, εργαζόμενος τον σίδηρον. Αλλ' ακριβώς η μορφή αύτη της νηματουργίας κτλ. εν μια λέξει η ειδική παραγωγική μορφή, εν τη οποία η εργατική δύναμις εδαπανήθη, αύτη μετατρέπει τα μέσα της παραγωγής, ως ο βάμβαξ και ο κλωστήρ, κλωστή και επάγγελμα υφαντού, σίδηρος και άκμων, εις μορφικά στοιχεία ενός προϊόντος, μιας νέας αξίας χρήσεως. Η παλαιά μορφή της αξίας των χρήσεων εξαφανίζεται μόνον διά να ενδυθή μίαν νέαν αξίαν. Όθεν, είδομεν ότι ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν είδους τινός, περιλαμβάνει ωσαύτως τον αναγκαίον χρόνον εργασίας διά την παραγωγήν των καταναλωθέντων ειδών εν τη ενεργεία της παραγωγής. Με άλλους λόγους, ο αναγκαίος χρόνος διά την δημιουργίαν των καταναλωθέντων μέσων της παραγωγής, υπολογίζεται εις το νέον προϊόν.
Ο εργάτης διατηρεί όθεν την αξίαν των καταναλωθέντων μέσων της παραγωγής, την μεταβιβάζει εις το προϊόν ως συστατικόν μέρος της αξίας του, όχι διότι προσθέτει γενικώς εργασίαν, αλλά διά τον χρήσιμον χαρακτήρα, διά την παραγωγικήν μορφήν της προστεθείσης ταύτης εργασίας. Εφ' όσον είναι χρήσιμος, εφ' όσον είναι παραγωγική δραστηριότης, η εργασία, διά της απλής επαφής της μετά των μέσων της παραγωγής, τα ανασταίνει εκ νεκρών, τα δημιουργεί παράγοντας της ιδίας της κινήσεως και ενούται μετ' αυτών διά ν' αποτελέση προϊόντα.
Εάν η ειδική παραγωγική εργασία του εργάτου δεν ήτο το κλώσιμον, δεν θα έκαμε νήμα και κατά συνέπειαν, δεν θα τοις μετεβίβαζε τας αξίας του βάμβακος και του κλωστήρος. Αλλά διά μίαν ημέραν εργασίας, ο αυτός εργάτης, εάν αλλάξη επάγγγελμα και γίνη π. χ. λεπτουργός, θα προσθέση ην ως και πρότερον αξίαν εις ύλας. Προσθέτει όθεν διά της εργασίας του θεωρουμένης ουχί ως εργασίας υφαντουργού ή λεπτουργού, αλλ' ανθρωπίνης εργασίας γενικώς, και προσθέτει μίαν ωρισμένην ποσότητα αξίας, ουχί διότι η εργασία του έχει ιδιαίτερον χρήσιμον χαρακτήρα αλλά διότι διαρκεί χρονικόν τι διάστημα.
Δυνάμει λοιπόν της γενικής αφηρημένης ιδιότητός της, ως δαπάνης ζωτικής ανθρωπίνης δυνάμεως, η εργασία του κλώστου προσθέτει μίαν νέαν αξίαν εις τας αξίας του βάμβακος και του κλωστήρος και δυνάμει της ιδιαιτέρας συγκεκριμένης ιδιότητός της, της χρησίμου ιδιότητος ως κλωσίματος, μεταβιβάζει την αξίαν των μέσων τούτων της παραγωγής εις το προϊόν και την διατηρεί ούτω εν αυτώ. Εκείθεν ο απλούς χαρακτήρ του αποτελέσματός του εν τω αυτώ χρονικώ διαστήματι.
Διά μιας απλής προσθήκης, διά μιας ποσότητος νέας εργασίας, μία νέα αξία προστίθεται. Διά της ποιότητος της προστεθείσης εργασίας, αι παλαιαί αξίαι των μέσων της παραγωγής διατηρούνται εις το προϊόν. Το διπλούν τούτο αποτέλεσμα της ιδίας εργασίας, κατόπιν του διπλού του χαρακτήρος, καθίσταται αντιληπτόν εις πληθώραν φαινομένων.
Υποθέσατε ότι μία οιαδήποτε εφεύρεσις επιτρέπει εις τον εργάτην να κλώθη εις 6 ώρας όσον βάμβακα θα έκλωθεν άλλοτε εις 36. Ως χρήσιμος δραστηριότης, παραγωγική, η δύναμις της εργασίας του εξαπλασιάσθη και το προϊόν του είναι 6άκις μεγαλύτερον, 36 λίτρ. νήματος αντί 6. Αλλ' αι 36 λίτραι βάμβακος δεν απορροφούν περισσοτέραν εργασίαν, απ' όσην απερρόφουν 6 εν τη πρώτη περιπτώσει. Τοις προσετέθη μόνον 1/6 εργασίας, την οποίαν θ' απήτει η παλαιά μέθοδος και κατά συνέπειαν 1/6 μόνον νέας αξίας. Εξ άλλου η εξαπλασία αξία του βάμβακος υφίσταται νυν εις το προϊόν, 36 λίτραι νήμα. Κατά τας 6 ώρας κλωστικής εργασίας, μία αξία εξάκις μεγαλυτέρα εις πρώτας ύλας, διετηρήθη και μετεβιβάσθη εις το προϊόν, αν και η νέα αξία προστεθείσα εις αυτήν ταύτην την αξίαν, είναι εξάκις μικροτέρα.
Τούτο αποδεικνύει πως η ιδιότης, δυνάμει της οποίας η εργασία διατηρεί αξίαν, είναι ουσιωδώς διάφορος της ιδιότητος, δυνάμει της οποίας δημιουργεί αύτη αξίαν. Όσον περισσοτέρα αναγκαία εργασία μεταβιβάζεται κατά το κλώσιμον εις την αυτήν ποσότητα του βάμβακος, τόσον μεγαλυτέρα είναι η νέα αξία η προστιθεμένη εις αυτό. Αλλ' όσον περισσότεραι λίτραι βάμβακος κλώθονται εις τον αυτόν χρόνον εργασίας, τόσον μεγαλυτέρα είναι η παλαιά αξία η διατηρουμένη εις το προϊόν.
Ας υποθέσωμεν τουναντίον, ότι η παραγωγικότης της εργασίας παραμένει σταθερά, ότι χρειάζεται κατά συνέπειαν εις τον κλώστην πάντοτε ο αυτός χρόνος διά να μετατρέψη μίαν λίτραν βάμβακος εις νήμα, αλλ' ότι η ανταλλακτική αξία του βάμβακος ποικίλλει και ότι μία λίτρα βάμβακος αξίζει 6άκις περισσότερον ή ολιγώτερον από άλλοτε. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο κλώστης εξακολουθεί να προσθέτη το αυτό &ποσοστόν& εργασίας εις την αυτήν ποσότητα εργασίας, ήτοι την αυτήν αξίαν, και εις τας δύο περιπτώσεις παραγάγει κατά τον αυτόν χρόνον την αυτήν ποσότητα νήματος. Εν τούτοις η αξία την οποίαν μεταβιβάζει εκ του βάμβακος εις το νήμα, ως προϊόν, είναι εις την μίαν περίπτωσιν 6άκις μικροτέρα και εις την άλλην 6άκις μεγαλυτέρα από άλλοτε. Το αυτό συμβαίνει όταν τα εργαλεία της εργασίας ακριβαίνουν ή ευθηναίνουν, αλλ' αποδίδουν πάντοτε την αυτήν υπηρεσίαν.
Εάν αι τεχνικαί συνθήκαι της κλωστικής παραμένουν αι αυταί, τα δε μέσα της παραγωγής ουδεμίαν υφίστανται αλλαγήν αξίας, ο κλώστης εξακολουθεί να καταναλίσκη, εις δεδομένους χρόνους, δεδομένας ποσότητας πρώτης ύλης και μηχανών των οποίων η αξία παραμένει κατά συνέπειαν πάντοτε η αυτή. Η αξία την οποίαν διατηρεί εις το προϊόν είναι τότε κατ' ευθύν λόγον της νέας αξίας την οποίαν προσθέτει. Εις δύο εβδομάδας, προσθέτει δις περισσοτέραν εργασίαν από όσην εντός μιας εβδομάδος, όθεν δις περισσοτέραν αξίαν, και συγχρόνως φθείρει δις περισσοτέρας μηχανάς. Διατηρεί ούτω εις το προϊόν των δύο εβδομάδων δις περισσοτέραν αξίαν ή εις το προϊόν μιας μόνον. Υπό συνθήκας αμεταβλήτους ο εργάτης διατηρεί τόσον περισσοτέραν αξίαν όσον περισσοτέραν προσθέτει. Εν τούτοις, δεν διατηρεί περισσοτέραν αξίαν διότι προσθέτει περισσοτέραν, αλλά διότι την προσθέτει εις αμεταβλήτους και ανεξαρτήτους περιστάσεις της εργασίας του.
Εν τούτοις, δυνάμεθα να είπωμεν, εις σχετικήν έννοιαν, ότι ο εργάτης διατηρεί πάντοτε παλαιάς αξίας, εφ' όσον προσθέτει μίαν νέαν αξίαν. Τώρα, εάν ο βάμβαξ υψωθή ή καταπέση κατά 1 φράγκον, η αξία του, η διατηρηθείσα εις το προϊόν μιας ώρας, ουδέποτε θα είναι η αξία η οποία ευρίσκεται εις το προϊόν των δύο ωρών. Ούτω, εάν η παραγωγικότης της εργασίας ποικίλλει, εάν αυξηθή ή ελαττωθή, θα κλώση εις μίαν ώραν π. χ. περισσότερον ή ολιγώτερον βάμβακα από πρότερον, και κατά συνέπειαν θα διατηρήση εις το προϊόν μιας ώρας την αξίαν του περισσοτέρου ή του ολιγωτέρου βάμβακος. Αλλ' εν οιαδήποτε περιπτώσει, θα διατηρήση πάντοτε εις δύο ώρας εργασίας δις περισσοτέραν αξίαν παρ' όσην εν μια μόνη.
Αφαιρουμένης της καθαράς συμβολικής παραστάσεώς της, η αξία δεν υφίσταται ή ως χρήσιμον πράγμα, ως αντικείμενον (αυτός ο άνθρωπος, ως απλή ύπαρξις δυνάμεως εργασίας, είναι φυσικόν αντικείμενον ζων και συνειδητόν, και η εργασία δεν είναι ειμή εξωτερική εκδήλωσις, υλική, της δυνάμεως ταύτης). Εάν όθεν η αξία χρήσεως απόλλυται, η ανταλλακτική αξία απόλλυται επίσης. Τα μέσα της παραγωγής τα οποία χάνουν την αξίαν της χρήσεως, δεν χάνουν συγχρόνως την αξίαν των, διότι η τέλεσις της εργασίας τους κάμνει να χάνουν την αρχικήν των μορφήν χρησιμότητος διά να τους δώση εις το προϊόν την μορφήν μιας νέας χρησιμότητος. Και πόσον σημαντική είναι διά την αξίαν η ύπαρξις της εντός οιουδήποτε χρησίμου αντικειμένου, η μεταμόρφωσις των εμπορευμάτων μας απέδειξε ότι ολίγον ενδιαφέρεται τι είδους είναι το αντικείμενον. Έπεται εκ τούτου ότι το προϊόν δεν απορροφά εις το διάστημα της εργασίας την αξίαν του μέσου της παραγωγής, ή εφ' όσον τούτο, χάνει την χρησιμότητά του, χάνει επίσης την αξίαν του. Δεν μεταβιβάζει εις το προϊόν ειμή την αξίαν την οποίαν χάνει ως μέσον παραγωγής. Αλλ' υπό την άποψιν ταύτην οι υλικοί παράγοντες της εργασίας συμπεριφέρονται διαφοροτρόπως.
Ο άνθραξ διά του οποίου θερμαίνει την μηχανήν εξαφανίζεται χωρίς να αφήση ίχνος, ομοίως το λίπος διά του οποίου λιπαίνουν τον άξονα του τροχού και ούτω καθεξής. Τα χρώματα και άλλαι βοηθητικαί ύλαι, εξαφανίζονται επίσης, αλλ' εμφανίζονται εις τας ιδιότητας του προϊόντος, του οποίου η πρώτη ύλη αποτελεί την ουσίαν, αλλ' αφού ήλλαξε μορφήν. Πρώται ύλαι και βοηθητικαί ύλαι χάνουν όθεν την όψιν την οποίαν είχον εισερχόμεναι ως αξίαι χρήσεως εν τη εκτελέσει της εργασίας. Άλλως όμως συμβαίνει διά τα κυρίως εργαλεία. Έν οιονδήποτε εργαλείον, μία μηχανή, έν εργοστάσιον, έν δοχείον, δεν χρησιμεύουν εις την εργασίαν ειμή κατά τον χρόνον τον οποίον διατηρούν την αρχικήν των μορφήν.
Όπως και κατά τον βίον των, δηλαδή κατά το διάστημα της εργασίας, διατηρούν την κυρίαν μορφήν των έναντι του προϊόντος, ούτω διατηρούν αυτήν και μετά τον θάνατόν των. Τα πτώματα των μηχανών, των εργαλείων, των εργαστηρίων κτλ. εξακολουθούν υφιστάμενα ανεξαρτήτως και κεχωρισμένως των προϊόντων τα οποία συνέβαλλον εις την κατασκευήν.
Εάν θεωρήσωμεν ολόκληρον την περίοδον κατά οποίαν εργαλείον τι εργασίας εκτελεί την υπηρεσίαν του, από της ημέρας της εισόδου του εις το εργαστήριον μέχρι της ημέρας καθ' ην τίθεται εν αχρηστία, βλέπομεν ότι η αξία του χρήσεως κατά την περίοδον ταύτην κατηναλώθη εξ ολοκλήρου υπό της εργασίας και κατά συνέπειαν, η αξία του μετεβιβάσθη εξ ολοκλήρου εις το προϊόν. Μία κλωστική μηχανή π. χ. διήρκεσε μίαν δεκαετίαν; Κατά την δεκαετή λειτουργίαν της η ολική της αξία ενεσωματώθη εις τα προϊόντα των δέκα ετών. Η περίοδος της ζωής ενός τοιούτου εργαλείου περιλαμβάνει ούτω ένα μεγαλύτερον ή μικρότερον αριθμόν ιδίων εργασιών αδιακόπως ανανεουμένων τη βοηθεία των.
Και το όργανον της εργασίας είναι όπως ο άνθρωπος. Έκαστος αποθνήσκει ανά πάσαν ημέραν 24 ωρών. Είναι όμως αδύνατον να γνωρίσωμεν εις την απλήν όψιν ενός ανθρώπου πόσον ημερών είναι νεκρός.
Τούτο εν τούτοις δεν εμποδίζει τας ασφαλιστικάς εταιρίας να εξάγουν εκ της μέσης ζωής του ανθρώπου συμπεράσματα ασφαλέστατα και όπερ περισσότερον τους ενδιαφέρει, συμπεράσματα επικερδή. Επίσης είναι εκ πείρας γνωστόν πόσον χρόνον, κατά μέσον όρον, διαρκεί έν όργανον εργασίας π. χ. μία μηχανή κλωστικής. Εάν υποθέσωμεν ότι η χρησιμότης διατηρείται 6 μόνον ημέρας εις την τεθείσαν εις ενέργειαν εργασίαν, χάνει καθ' εκάστην, κατά μέσον όρον, 1/6 της αξίας της χρήσεως και μεταβιβάζει κατά συνέπειαν 1/6 της ανταλλακτικής του αξίας εις το ημερήσιον προϊόν. Ούτω υπολογίζεται η ημερησία φθορά όλων των οργάνων της εργασίας και εκείνο το οποίον καθ' εκάστην μεταβιβάζουν εκ της ιδίας των αξίας εις την αξίαν του προϊόντος.
Βλέπομεν ενταύθα κατά τρόπον λίαν εμφαντικόν, ότι μέσον τι παραγωγής ουδέποτε μεταβιβάζει εις το προϊόν περισσοτέραν αξίαν απ' όσην χάνει το ίδιον διά της εξαφανίσεώς του κατά το διάστημα της εργασίας. Εάν δεν υπήρξε καμμία αξία διά να χαθή, ήτοι εάν το ίδιον δεν ήτο προϊόν της ανθρωπίνης εργασίας, δεν θα ηδύνατο να μεταδώση εις το προϊόν καμμίαν αξίαν. Θα εχρησίμευεν εις το να σχηματίση συνήθη αντικείμενα χωρίς να χρησιμεύση διά τον σχηματισμόν αξιών.
Η περίπτωσις αύτη παρουσιάζεται με όλα τα μέσα της παραγωγής, τα οποία παράγει η φύσις, χωρίς ο άνθρωπος να υπολογίζεται, με την γην, το ύδωρ, τον άνεμον, τον σίδηρον εν τη μεταλλική βλάβη, το ξύλον εις το πρωτόγονον δάσος κ. ο. κ.
Συναντώμεν ενταύθα έν άλλο σημαντικόν φαινόμενον. Ας υποθέσωμεν ότι μία μηχανή αξίζει π. χ. 1000 φράγκα και ότι φθείρεται εις 1000 ημέρας· εν τοιαύτη περιπτώσει μεταβιβάζεται καθ' εκάστην εις το ημερήσιον προϊόν της· αλλ' η μηχανή, αν και με πάντοτε ελαττουμένην ζωτικότητα, λειτουργεί πάντοτε ολόκληρος εν τη πορεία της εργασίας. Όθεν, αν είς παράγων εργασίας εισέρχεται ολόκληρος εις την παραγωγήν αξίας χρήσεως, τότε εισέρχεται μερικώς εις τον σχηματισμόν της αξίας. Η διαφορά μεταξύ των δύο τούτων έργων, αντανακλά ούτως εις τους υλικούς παράγοντας, αφού εις την αυτήν πράξιν έν και μόνον μέσον παραγωγής υπολογίζεται ακεραίως ως στοιχείον πρώτου έργου και κατά τμήματα μόνον ως στοιχείον του δευτέρου.