Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο

Part 11

Chapter 1170 wordsPublic domain

Το μεταξύ πωλητών και αγοραστού δυνάμεως της εργασίας συμφωνητικόν παρουσιάζει την εξής λεπτομέρειαν: ότι εις πάσας τας χώρας ένθα βασιλεύει το σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής, η εργατική δύναμις δεν πληρώνεται παρά μόνον μετά την εκτέλεσιν της λειτουργίας της, εις το τέλος του μηνός, του 15θημέρου, ή της εβδομάδος. Ο εργάτης προσφέρει λοιπόν πανταχού εις τον κεφαλαιούχον, την συνήθη αξίαν της δυνάμεώς του. Την αφήνει να καταλίσκεται υπό του αγοραστού, πριν επιτύχει την τιμήν της. Εν μια λέξει, του κάμνει πανταχού πίστωσιν, και εκείνο το οποίον αποδεικνύει ότι η πίστωσις αύτη δεν είναι ματαία χίμαιρα, δεν είναι μόνον η απώλεια του ημερομισθίου, όταν ο κεφαλαιούχος πτωχεύει, αλλ' ακόμη πλήθος άλλων συνεπειών ολιγώτερον τυχαίων.

Η αξία χρήσεως της εργατικής δυνάμεως φαίνεται εν χρήσει μόνον, εν τη καταναλώσει της. Πάντα τ' αναγκαία εις την εκπλήρωσιν του έργου τούτου, πρώται ύλαι, όργανα κ.τ.λ. αγοράζονται εις την αγοράν των προϊόντων υπό του ανθρώπου των σκούδων και πληρώνονται εις την ακριβή τιμήν των. Η κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως, είναι συγχρόνως, παραγωγή εμπορευμάτων και παραγωγή υπεραξίας. Η κατανάλωσις αύτη λαμβάνει χώραν, καθώς η κατανάλωσις παντός άλλου εμπορεύματος, εκτός της αγοράς ή της σφαίρας της κυκλοφορίας. Θα εγκαταλείψωμεν όθεν, ταυτοχρόνως μετά του κατόχου χρήματος και του κατόχου της εργατικής δυνάμεως, την θορυβώδη ταύτην σφαίραν ένθα το παν λαμβάνει χώραν εν τη επιφανεία και προ των ομμάτων όλων διά να τας ακολουθήσωμεν αμφοτέρας εις το μυστικόν εργαστήριον της παραγωγής, επί του κατωφλίου, του οποίου είναι γεγραμμένον: &no admittance except on business&. Εκεί θα είδωμεν όχι μόνον πώς παράγει το κεφάλαιον, αλλ' ακόμη πώς παράγεται το ίδιον. Η δημιουργία της υπεραξίας, το μέγα τούτο μυστικόν της συγχρόνου κοινωνίας πρόκειται τέλος να αποκαλυφθή.

Η σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ένθα εκπληρούται η πώλησις και η αγορά της εργατικής δυνάμεως, είναι πραγματικώς αληθής Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου. Εκεί βασιλεύει μόνον η ελευθερία, η ισότης, η ιδιοκτησία και ο Beutham.

&Ελευθερία&! διότι ούτε ο αγοραστής, ούτε ο πωλητής ενός εμπορεύματος ενεργούν αναγκαστικώς. Τουναντίον, αποφασίζουν μόνον με την ελεύθεραν των βούλησιν, συνάπτουν συμφωνίας ως πρόσωπα ελεύθερα έχοντα τα αυτά δικαιώματα. Η συμφωνία των είναι το ελεύθερον προϊόν, εν τω οποίω αι θελήσεις των λαμβάνουν κοινήν νομικήν έκφρασιν.

&Ισότης&! διότι έρχονται αμφότεροι εις σχέσεις ως κάτοχοι του εμπορεύματος και ανταλλάσσουν ισοδύναμον αντί ισοδυνάμου.

&Ιδιοκτησία&! διότι έκαστος διαθέτει ότι πωλεί.

&Beutham&! διότι δι' έκαστον τούτων δεν πρόκειται ή περί του εαυτού του. Η μόνη δύναμις, ήτις θέτει αυτούς αντιμετώπους και φέρει αυτούς εις σχέσεις, είναι η δύναμις του εγωισμού των, του ιδιαιτέρου κέρδους των, των ιδιαιτέρων συμφερόντων των. Έκαστος σκέπτεται μόνον δι' εαυτόν, ουδείς ανησυχεί διά τον άλλον, και ακριβώς διά τούτο χάρις εις την προϋπάρχουσαν αρμονίαν των πραγμάτων ή υπό την αιγίδα της όλης ευφυούς ταύτης προνοίας, εργαζόμενος έκαστος δι' εαυτόν, έκαστος παρ' αυτώ, εργάζεται συγχρόνως διά την γενικήν χρησιμότητα, διά το κοινόν συμφέρον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VII.

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΞΙΩΝ ΧΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ

I. Παραγωγή αξιών χρήσεως.

Η χρήσις ή η χρησιμοποίησις της εργατικής δυνάμεως, είναι η εργασία. Ο αγοραστής της δυνάμεως ταύτης την καταναλίσκει, υποχρεών εις εργασίαν τον πωλητήν. Ίνα ούτος παραγάγη εμπορεύματα, η εργασία του δέον να είναι χρήσιμος, ήτοι να πραγματοποιείται εις αξίας χρήσεως. Είναι όθεν μία ιδιαιτέρα αξία χρήσεως, ειδικόν είδος το οποίον ο κεφαλαιούχος παράγει διά του εργάτου. Ούτος δε δεν δύναται να παραγάγη ειμή εφ' όσον ο κεφαλαιούχος του χορηγήση πρώτην ύλην και τα εργαλεία της παραγωγής.

Εν τη εκτελέσει της εργασίας, η δραστηριότης του ανθρώπου επιφέρει τη βοήθεια των μέσων της εργασίας, μίαν εκουσίαν τροποποίησιν της πρώτης ύλης.

Η ενέργεια εξαφανίζεται εις το προϊόν, ήτοι εις αξίαν χρήσεως, φυσικήν τινα ύλην εφηρμοσμένην εις τας ανθρωπίνους ανάγκας διά μιας αλλαγής της μορφής. Η εργασία, συνενουμένη μετά του αντικειμένου της, υλοποιήθη, και η ύλη είναι κατειργασμένη. Ό,τι εις τον εργάτην ήτο κίνησις, εμφανίζεται τώρα εις το προϊόν ως ιδιότης εν ηρεμία. Ο εργάτης ύφανε και το προϊόν είναι ύφασμα.

Εάν εξετάσωμεν το σύνολον της κινήσεως ταύτης, από απόψεως του αποτελέσματός της, τότε αμφότερα, μέσον και αντικείμενον εργασίας, παρουσιάζονται ως μέσα παραγωγής, και αυτή η εργασία, ως παραγωγική εργασία.

Εάν η αξία της χρήσεως, είναι το προϊόν εργασίας, εισέρχονται εν αυτή άλλαι αξίαι χρήσεως, προϊόντα και ταύτα προηγουμένης εργασίας. Η αυτή αξία χρήσεως, προϊόν εργασίας τινός, καθίσταται το μέσον παραγωγής άλλου τινός. Τα προϊόντα δεν είναι λοιπόν μόνον αποτελέσματα, αλλ' ακόμη συνθήκαι της εκτελέσεως της εργασίας.

Το αντικείμενον της εργασίας χορηγείται υπό μόνης της φύσεως εν τη εξαγωγική βιομηχανία — εκμετάλλευσις μεταλλείων, κυνηγίου, αλιείας κτλ. — και αυτή τη γεωργία, εφ' όσον περιορίζεται να εκχερσοί γαίας, εισέτι παρθένους. Όλοι οι άλλοι κλάδοι της βιομηχανίας επεξεργάζονται πρώτας ύλας, ήτοι αντικείμενα, άτινα επέρασαν ήδη από εργασίαν, ως π. χ. η σπορά εις την γεωργίαν.

Τα ζώα και τα φυτά, τα οποία συνήθως διαιρούνται ως φυσικά προϊόντα, είναι εν τη βιομηχανική μορφή των, όχι μόνον ως προϊόντα της εργασίας του παρελθόντος έτους, αλλ' ακόμη μιας μεταβολής συνεχισθείσης επί αιώνας υπό την επίβλεψιν και την μεσολάβησιν της ανθρωπίνης εργασίας. Όσον διά τα κυρίως εργαλεία, τα πλείστα τούτων, εμφανίζουν και εις το πλέον επιπόλαιον βλέμμα ίχνη παρελθούσης εργασίας.

Η πρώτη ύλη δύναται να σχηματίση την κυρίαν ουσίαν του προϊόντος ή να εισέλθη εν αυτώ υπό μορφήν βοηθητικής ύλης. Αύτη τότε καταναλίσκεται υπό του μέσου της εργασίας, ως ο γαιάνθραξ υπό του ατμοπλοίου, το έλαιον υπό του τροχού και η βρώμη υπό του ίππου, ή μάλλον συνενούνται με την πρώτην ύλην διά να ενεργήση μεταβολήν τινα, ως το χλώριον επί του αβράστου υφάσματος, ο άνθραξ επί του σιδήρου, το χρώμα επί του μαλλίου, ή ακόμη, βοηθεί αυτήν ταύτην την εργασίαν να εκπληρωθή, ως π. χ. αι φθαρείσαι ύλαι εις τον φωτισμόν και την θέρμανσιν του εργαστηρίου. Η διαφορά μεταξύ κυρίων υλών και βοηθητικών τοιούτων, συγχέεται εν τη κυρίως χημική κατασκευή, ένθα ουδεμία των χρησιμοποιηθείσας υλών, δεν εμφανίζεται εκ νέου ως ουσία του προϊόντος.

Ως παν αντικείμενον κέκτηται διαφόρους ιδιότητας και είνε επιδεκτικόν, ως εκ τούτου, εις πλέον της μιας εφαρμογήν, το αυτό προϊόν είναι επιδεκτικόν σχηματισμού πρώτης ύλης εκ διαφόρων ενεργειών. Οι σπόροι χρησιμεύουν ούτω ως πρώτη ύλη εις τον μυλωθρόν και τον αμυλοποιόν, οινοπνευματοποιόν, εις τον κτηνοτρόφον κ.τ.λ. ως σπορά δε καθίστανται πρώτη ύλη της ιδίας των παραγωγής. Ούτω ο άνθραξ εξέρχεται ως προϊόν εκ της μεταλλουργικής βιομηχανίας, ενώ εισέρχεται εν αυτή ως μέσον παραγωγής.

Εν τη αυτή πράξει, το αυτό προϊόν, δύναται να χρησιμεύση και ως μέσον εργασίας, και ως πρώτη ύλη· εν τη κτηνοτροφία π. χ. το ζώον, η επεξειργασμένη ύλη, λειτουργεί ωσαύτως ως μέσον διά την παραγωγήν της κόπρου.

Προϊόν υφιστάμενον ήδη υπό μίαν μορφήν, καθιστώσαν τούτο κατάλληλον διά την κατανάλωσιν, δύναται εν τούτοις να καταστή κατόπιν πρώτη ύλη άλλου προϊόντος. Η σταφυλή είναι η πρώτη ύλη του οίνου. Υπάρχουν επίσης εργασίαι των οποίων τα προϊόντα είναι ακατάλληλα διά πάσαν άλλην υπηρεσίαν πλην της πρώτης ύλης. Εν τοιαύτη κατασταθεί το προϊόν δεν έλαβεν, ως λέγουν, ή ημιτελή εργασίαν (demi—façon), ενώ καλύτερον θα ήτο να ελέγομεν ότι ήτο προϊόν βαθμιαίον, ως π. χ. ο βάμβαξ, τα πλεκτά, το τσίτι κ.τ.λ. Η αρχική πρώτη ύλη, αν και παράγη η ιδία, δυνατόν να έχη να διατρέξη κλίμακας ολοκλήρους μεταβολών εν ταις οποίαις, υπό μορφήν μεταβεβλημένην, λειτουργεί πάντοτε ως πρώτη ύλη μέχρι της τελευταίας πράξεως, ήτις την καθορίζει ως αντικείμενον καταναλώσεως ή μέσον εργασίας.

Βλέπομεν ότι ο χαρακτήρ του προϊόντος πρώτης ύλης, η του μέσου εργασίας, δεν αποδίδεται εις αξίαν χρήσεως ειμή αναλόγως της καθορισμένης θέσεως την οποίαν κατέχει εν τη πορεία της εργασίας, η δε αλλαγή της θέσεώς της αλλάσσει τον προσδιορισμόν της.

Πάσα αξία χρήσεως, εισερχομένη εις νέας εργασίας ως μέσον παραγωγής, χάνει όθεν τον χαρακτήρα της ως προϊόντος και λειτουργεί εις το εξής ως παράγων ζώσης εργασίας. Ο κλώστης θεωρεί το κλωστήριον και το λίνον απλώς ως μέσον παραγωγής και αντικείμενον της εργασίας του. Είνε βέβαιον ότι δεν δυνάμεθα να πλέξωμεν άνευ εργαλείων και άνευ ύλης. Ούτω η ύπαρξις των προϊόντων τούτον υπονοείται ήδη πριν αρχίσωμεν το πλέξιμον. Αλλ' εν τη τελευταία ταύτη πράξει μας είνε τελείως αδιάφορον εάν το κλωστήριον και το λίνον είνε προϊόντα προγενεστέρας εργασίας, όπως είνε αδιάφορον εν τη ενεργεία της διατροφής, εάν ο άρτος είνε προϊόν προγενεστέρων εργασιών του καλλιεργητού, του μυλωθρού, του αρτοποιού κ.ο.κ. Όλως τουναντίον μόνον διά της ελλείψεώς των, τεθέντος πλέον εν κινήσει του έργου, τα μέσα της παραγωγής παρουσιάζουν την αξίαν του χαρακτήρος των ως προϊόντων. Μάχαιραι αίτινες δεν κόπτουν, κλωστή ήτις θραύεται ανά πάσαν στιγμήν, υπενθυμίζουν τους κατασκευαστάς των. Το καλόν προϊόν δεν κάμνει αισθητήν την εργασίαν, εξ ης έλκει τα ωφέλιμα προτερήματά του.

Μηχανή μη χρησιμεύουσα εις την εργασίαν είναι άχρηστος. Εξ άλλου καταστρέφεται υπό την καταστρεπτικήν επιρροήν των φυσικών πρακτόρων. Ο σίδηρος οξιδούται, το ξύλον σήπεται, το μη κατεργασθέν μαλλίον κατατρώγεται υπό των σκωλήκων. Η ζώσα εργασία δέον να παραλάβη τα αντικείμενα ταύτα να τα αναστήση εκ νεκρών και να τα μετατρέψη από πιθανάς χρησιμότητας, εις πραγματικάς, εις χρησιμότητας. Λειχόμενα υπό της φλογός της εργασίας, μετατρεπόμενα εις όργανά της, καλούμενα διά της πνοής της να εκπληρώσουν τας ειδικάς των λειτουργίας, καταναλίσκονται ωσαύτως διά καθορισμένον σκοπόν, ως στοιχεία, σχηματίζονται νέα προϊόντα.

Όθεν, τα προϊόντα είναι όχι μόνον το αποτέλεσμα, αλλ' ακόμη ο όρος της υπάρξεως της εργασίας, τότε μόνον όταν ταύτα ριφθούν ή τεθούν εις επαφήν με την ζώσαν εργασίαν, και όταν τα αποτελέσματα ταύτα της παρελθούσης εργασίας δυνηθούν να διατηρηθούν και χρησιμοποιηθούν.

Η εργασία φθείρει τα υλικά της στοιχεία, το αντικείμενον και τα μέσα της, και είναι κατά συνέπειαν πράξις καταναλώσεως. Η παραγωγική αύτη κατανάλωσις διακρίνεται της ατομικής καταναλώσεως εκ του ότι αύτη καταναλίσκει τα προϊόντα ως μέσα απολαύσεως του ατόμου, ενώ εκείνα τα καταναλίσκει ως μέσα εκπληρώσεως της εργασίας. Το προϊόν της ατομικής καταναλώσεως είναι κατά συνέπειαν, αυτός ο καταναλωτής· το αποτέλεσμα της παραγωγικής καταναλώσεως είναι προϊόν διακριτόν του καταναλωτού.

Εφ' όσον τα μέσα της και το αντικείμενόν της, είναι ήδη προϊόντα, η εργασία καταναλίσκει προϊόντα διά να παραγάγη προϊόντα, ή μάλλον χρησιμοποιεί προϊόντα ως μέσα παραγωγής νέων προϊόντων. Αλλ' η εργασία ήτις αρχικώς γίνεται μεταξύ του ανθρώπου και της γης, την οποίαν ευρίσκει, εκτός αυτού δεν παύει ποτέ χρησιμοποιούσα μέσα παραγωγής φυσικής προελεύσεως, μη αντιπροσωπεύοντα συνδυασμόν τινά μεταξύ των φυσικών στοιχείων και της ανθρωπίνης εργασίας.

Ας επιστρέψωμεν όμως εις τον κεφαλαιούχον μας. Τον εχάσαμεν καθ' ην στιγμήν ήρχετο να αγοράση εις την αγοράν όλους τους αναγκαίους παράγοντας διά την εκπλήρωσιν της εργασίας, τους αντικειμενικούς παράγοντας — μέσα παραγωγής — και τον υποκειμενικόν παράγοντα — εργατικήν δύναμιν. Τους εξέλεξε ως γνώστης, ως έμπειρος, όπως τους χρειάζεται διά το ιδιαίτερον είδος της εργασίας του, διά την νηματουργίαν, την υποδηματοποιίαν κτλ. άρχεται λοιπόν να καταναλίσκη το εμπόρευμα το οποίον ηγόρασε, την δύναμιν της εργασίας, πράγμα που σημαίνει ότι καταναλίσκει τα μέσα της παραγωγής διά της εργασίας. Γενικώς η φύσις της εργασίας ουδόλως μετεβλήθη, διότι ο εργάτης εκπληροί την εργασίαν του όχι δι' εαυτόν, αλλά διά τον κεφαλαιούχον.

Η εκτέλεσις της εργασίας, ως κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως υπό του κεφαλαίου, δεν δεικνύει ή δύο μόνον ιδιαίτερα φαινόμενα ο εργάτης εργάζεται υπό τον έλεγχον του κεφαλαιούχου, εις τον οποίον ανήκει η εργασία του· ο κεφαλαιούχος επαγρυπνεί όπως το έργον γίνη καλώς και τα μέσα της παραγωγής χρησιμοποιηθούν συμφώνως με τον επιζητούμενον σκοπόν, όπως μη σπαταληθή η πρώτη ύλη, και το εργαλείον της εργασίας μη υποστή παρά την απαραίτητον εκ της χρησιμοποιήσεώς του φθοράν.

Δεύτερον, το προϊόν είναι ιδιοκτησία του κεφαλαιούχου, και όχι του αμέσου παραγωγέως, του εργάτου. Ο κεφαλαιούχος πληρώνει π. χ. την ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως, ης η χρήσις συνεπώς του ανήκει διαρκούσης της ημέρας, ακριβώς παρομοίως με τον ίππον εκείνον τον οποίον ενοικιάζομεν με την ημέραν. Η χρήσις του εμπορεύματος ανήκει εις τον αγοραστήν, δίδων δε την εργασίαν του, ο κάτοχος της εργατικής δυνάμεως δίδει εις την πραγματικότητα την αξίαν χρήσεως, την οποίαν επώλησεν. Ευθύς άμα τη εισόδω του εις το εργαστήριον, η χρησιμότης της δυνάμεώς του, η εργασία, ανήκει εις τον κεφαλαιούχον. Αγοράζων την δύναμιν της εργασίας του, ο κεφαλαιούχος ενεσωμάτωσε την εργασίαν ως στοιχείον ζωής εις τα παθητικά στοιχεία προϊόντων, άτινα είχε προμηθευθή. Από της απόψεώς του, η εργασία δεν είναι άλλο τι ή η κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως του εμπορεύματος, το οποίον ηγόρασεν, αλλά το οποίον δεν θα κατηνάλισκεν, εάν δεν του προσέθετε μέσα παραγωγής. Η εργασία είναι ούτω πράξις επί πραγμάτων, τα οποία ηγόρασε· του ανήκουν. Όθεν το προϊόν της πράξεως ταύτης του ανήκει, κατά τον αυτόν λόγον καθ' ον και το προϊόν της ζυμώσεως εν τη οιναποθήκη του.

II. Παραγωγή της υπεραξίας.

Το προϊόν — ιδιοκτησία του κεφαλαιούχου — είνε αξία χρήσεως, ύφασμα, υποδήματα κτλ. Αλλ' αν και τα υποδήματα π. χ. βοηθούν τον κόσμον να βαδίζη, ο δε κεφαλαιούχος μας είνε πραγματικός άνθρωπος της προόδου, όμως δεν κατασκευάζει υποδήματα εξ αγάπης ιδιαιτέρας προς αυτά. Γενικώς, εν τη εμπορική παραγωγή, η αξία χρήσεως, δεν είναι πράγμα το οποίον αγαπούν, ως αξίαν χρήσεως, χρησιμεύει μόνον ως φορεύς της αξίας. Όθεν, διά τον κεφαλαιούχον μας, το πρώτιστον είναι να παράγη χρήσιμον αντικείμενον, έχον ανταλλακτικήν αξίαν, είδος κατάλληλον διά πώλησιν, εμπόρευμα. Επί πλέον θέλει όπως η αξία του εμπορεύματος τούτου, υπερβαίνει την αξίαν των αναγκαίων διά την παραγωγήν του εμπορευμάτων, δηλαδή το ποσόν των αξιών των μέσων παραγωγής και της εργατικής δυνάμεως, διά τα οποία εδαπάνησε το χρήμα του, θέλει να παράγη όχι μόνον χρήσιμον αντικείμενον, αλλά μίαν αξίαν, και όχι μόνον αξίαν, αλλ' ακόμη μίαν υπεραξίαν.

Καθώς το εμπόρευμα είναι συγχρόνως αξία χρήσεως και ανταλλακτική αξία, ούτω η παραγωγή του δέον να είναι σχηματισμός αξιών χρήσεως και σχηματισμού ανταλλακτικών αξιών.

Γνωρίζομεν ότι η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του ποσοστού της υλοποιηθείσης εν αυτώ εργασίας, υπό του κοινωνικώς αναγκαίου χρόνου διά την παραγωγήν του. Δέον όθεν να υπολογίσωμεν την εργασίαν, την περιεχομένην τω προϊόντι, το οποίον ο κεφαλαιούχος μας κατεσκεύασε, ήτοι 10 λίτρας νήματος.

Διά να παραγάγη νήμα, είχεν ανάγκην πρώτης ύλης, ας υποθέσωμεν 10 λίτρας βάμβακος. Είναι ανωφελές να ζητήσωμεν τώρα, ποία είναι η αξία του βάμβακος τούτου, διότι ο κεφαλαιούχος τον ηγόρασεν εις την αγοράν, όσον ήξιζε, π. χ. 10 φράγκα. Εις την τιμήν ταύτην η απαιτηθείσα εργασία διά την παραγωγήν του βάμβακος τούτου αντιπροσωπεύεται ήδη ως μέση κοινωνική εργασία. Ας υποθέσωμεν ακόμη, ότι η φθορά των κλωστήρων — και ούτοι μας παρουσιάζουν όλα τα άλλα εν χρήσει μέσα εργασίας — ανέρχεται εις 2 φράγκα. Εάν μάζα χρυσού 12 φράγκων είναι το προϊόν είκοσι τεσσάρων ωρών εργασίας, έπεται εκ τούτου, ότι εις το νήμα επραγματοποιήθησαν 2 ημέραι εργασίας.

Η περίπτωσις αύτη, ότι ο βάμβαξ ήλλαξε μορφήν και ότι η φθορά εξηφάνισε μέρος κλωστήρων, δεν πρέπει να μας αποπλανά. Κατά τον γενικόν νόμον των ανταλλαγών, 10 λίτραι νήματος είναι το ισοδύναμον 10 λιτρών βάμβακος και ενός τετάρτου του κλωστήρος, εάν η αξία των 40 λιτρών νήματος ισούται με την αξίαν 40 λιτρών βάμβακος, συν ενί ολοκλήρω κλωστήρι, δηλαδή εάν ο αυτός χρόνος εργασίας, είναι αναγκαίος διά να παραγάγη τον ένα μετά του άλλου όρου της εξισώσεως ταύτης. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο αυτός χρόνος εργασίας αντιπροσωπεύεται την μεν πρώτην φοράν εις νήμα, την δε δευτέραν εις βάμβακα και κλωστήρα. Το γεγονός ότι κλωστήρ και βάμβαξ αντί να παραμονεύουν εν ηρεμία ο είς παρά τον άλλον, ηνώθησαν κατά το πλέξιμον, το οποίον αλλάσσον τας συνήθεις μορφάς των τα μετέτρεψε εις νήμα, δεν αποδίδει περισσοτέραν εργασίαν απ' ότι απέδιδεν η απλή του ανταλλαγή έναντι ισοδυνάμου ποσού νήματος.

Ο χρόνος εργασίας, ο αναγκαιών διά την παραγωγήν του νήματος, περιλαμβάνει τον αναγκαίον χρόνον εργασίας διά την παραγωγήν της πρώτης ύλης, του βάμβακος. Το αυτό συμβαίνει με τον αναγκαίον χρόνον διά την αναπαραγωγήν των φθαρέντων κλωστήρων.

Πρέπει, εννοείται να εκπληρωθούν δύο όροι: πρώτον τα μέσα να εχρησίμευσαν πραγματικώς διά την παραγωγήν μιας αξίας χρήσεως, ως εν προκειμένω διά την παραγωγήν του νήματος. Ολίγον ενδιαφέρει την αξίαν το είδος της αξίας χρήσεως, το οποίον την υποβαστάζει: δέον όμως να υποστηρίζεται υπό μιας αξίας χρήσεως. Δεύτερον εννοείται ότι δεν χρησιμοποιείται ή ο αναγκαίος χρόνος εργασίας υπό τας κοινωνικάς συνθήκας της παραγωγής. Εάν μία λίτρα βάμβακος αρκεί κατά μέσον όρον, διά την κατασκευήν του νήματος, ώστε η αξία μιας λίτρας, βάμβακος θα καταλογισθή εις την αξίαν μιας λίτρας νήματος. Ο κεφαλαιούχος θα είχεν ίσως την ιδιοτροπίαν να χρησιμοποιήση χρυσούς κλωστήρας, εν τούτοις όμως εν τη αξία των εμπορευμάτων δεν θα υπελογίζετο ή ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν του σιδηρού εργαλείου.

Γνωρίζομεν τώρα την αξίαν την οποίαν ο βάμβαξ και η φθορά των κλωστήρων δίδουν εις το νήμα. Ισούται με 12 φράγκα — ενσωμάτωσιν 2 ημερών εργασίας. Απομένει τώρα να αναζητήσωμεν πόσην αξίαν η εργασία του κλώστου προσθέτει εις το προϊόν.

Η εργασία αύτη παρουσιάζεται ήδη υπό νέαν όψιν. Πρώτον επρόκειτο περί της ταχύτητος του κλώθειν. Όσον περισσότερον ήξιζεν η εργασία, τόσον περισσότερον ήξιζε το νήμα, πασών των άλλων περιπτώσεων μενουσών των αυτών. Η εργασία του κλώστου διεκρίνετο των άλλων παραγωγικών εργασιών εκ του σκοπού της, των τεχνικών της μεθόδων, των ιδιοτήτων του προϊόντος του και των ειδικών μέσων της παραγωγής του. Με τον βάμβακα και τους κλωστήρας τους οποίους χρησιμοποιεί ο κλώστης δεν θα ήτο δυνατόν να κατασκευασθούν ραβδωτά τηλεβόλα. Εξ άλλου, ως πηγή αξίας η εργασία του κλώστου ουδόλως διαφέρει της του χύτου των τηλεβόλων ή καλύτερα της του φυτευτού του βάμβακος ή του κατασκευαστού των κλωστήρων, δηλ. των πραγματοποιηθεισών εργασιών και τα μέσα της παραγωγής του νήματος. Εάν αι εργασίαι αύται, παρά την διαφοράν των χρησίμων μορφών των, δεν ανάγοντο εις φανταστικήν φύσιν, δεν θα ηδύναντο να διακριθούν, αδιαφόρως προς την ποσότητά των, της ολικής εν τω προϊόντι πραγματοποιηθείσης εργασίας.

Έκτοτε αι αξίαι βάμβαξ και κλωστήρες, δεν θα απετέλουν επίσης ακέραια μέρη της υλικής αξίας του νήματος. Πράγματι, εκείνο το οποίον ενδιαφέρει ενταύθα, δεν είναι πλέον η ποιότης, αλλ' η ποσότης της εργασίας· μόνη αυτή υπολογίζεται. Ας παραδεχθώμεν ότι το πλέξιμον είναι μέσος όρος απλής εργασίας. Βραδύτερον θα ίδωμεν ότι η αντίθετος υπόθεσις δεν θα μετέβαλλεν εις τίποτε το ζήτημα.

Κατά την εκτέλεσιν της παραγωγής, η εργασία μεταβαίνει αδιακόπως από της δυναμικής της μορφής εις την διαβατικήν της τοιαύτην. Μία ώρα εργασίας π. χ., ήτοι η δαπάνη ζώσης δυνάμεως του κλώστου επί μίαν ώραν, αντιπροσωπεύεται εις ωρισμένην ποσότητα νήματος.

Εκείνο, όπερ ενταύθα έχει μεγάλην σπουδαιότητα, είναι ότι κατά την διάρκειαν της μετατροπής του βάμβακος εις νήμα, δεν δαπανάται ή ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εργασίας. Εάν υπό τας κοινωνικάς συνθήκας, δηλαδή υπό τας συνθήκας των κοινωνικών όρων της παραγωγής, δέον όπως επί μίαν ώραν εργασίας Α λίτραι βάμβακος μετατραπούν εις Β λίτρας νήματος, δεν υπολογίζεται ως ημέρα εργασίας 12 ωρών ή η μετατρέπουσα 12 Χ Α λίτρας βάμβακος εις 12 Χ Β λίτρας νήματος. Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εργασίας είνε πράγματι ο μόνος όστις υπολογίζεται εν τω σχηματισμώ της αξίας.

Θα παρατηρήση τις ότι όχι μόνον η εργασία, αλλ' ωσαύτως τα μέσα της παραγωγής και το προϊόν ήλλαξαν ήδη ρόλον. Η πρώτη ύλη ποτίζεται διά ποσότητός τινος εργασίας. Είναι αληθές ότι η απορρόφησις αύτη δεν μετατρέπεται εις νήμα, γνωστού όντος ότι η ζώσα δύναμις του εργάτου εδαπανήθη υπό μορφήν πλεξίματος, το προϊόν όμως εις νήμα δεν χρησιμεύει ή ως βαθμόμετρον δεικνύον την ποσότητα της υπό του βάμβακος απορροφηθείσης εργασίας: π. χ. 10 λίτραι νήματος θα δεικνύουν 6 ώρας εργασίας και 1 ώρα αναγκαιοί διά το πλέξιμον 1 λίτρας και 2/3 βάμβακος. Ποσότητές τινες προϊόντος καθωρισθείσαι συμφώνως προς τα δεδομένα της πείρας δεν αντιπροσωπεύουν ή τας μάζας της στερεοποιηθείσης εργασίας — την υλοποίησιν μιας ώρας, 2 ωρών, μιας ημέρας κοινωνικής εργασίας.

Το ότι η εργασία είναι κλώσις, η ύλη βάμβαξ και το κλωσθέν νήμα, τούτο είναι όλως αδιάφορον, ως είναι αδιάφορον εάν το αντικείμενον της εργασίας ήτο πρώτης ύλης προϊόν. Εάν ο εργάτης, αντί να απασχολήται εις την νηματουργίαν, χρησιμοποιηθή εις μεταλλείον γαιανθράκων, η φύσις θα του εχορήγει το αντικείμενον της εργασίας του. Εν τούτοις &ποσοστόν τι& ωρισμένου γαιάνθρακος εξαχθέν εκ του στρώματός του, είς στατήρ π. χ. θ' αντεπροσώπευε καθωρισμένον &ποσοστόν& απορροφηθείσης εργασίας.

Κατά την πώλησιν της εργατικής δυνάμεως υπεννοείτο ότι η ημερησία αξία του 3 φράγκα ποσόν χρυσού, εν ώ ενσωματούνται 6 ώραι εργασίας, — και ότι, κατά συνέπειαν πρέπει να καταβληθή εργασία 6 ωρών, διά να παραχθή το μέσον ποσόν των αναγκαίων διατροφών διά την ημερησίαν συντήρησιν του εργάτου. Όπως ο κλώστης μας μετατρέπει εντός 1 ώρας 1 λίτραν 2/3 βάμβακος εις 1 λ. 2/3 νήμα, ούτω 0ά μετατρέψη εντός 6 ωρών 10 λίτρ. βάμβακος εις 10 λίτρ. νήματος (45).

Κατά την διάρκειαν της κλώσεώς του, ο βάμβαξ απορροφά όθεν ο ώρας εργασίας· Ο αυτός χρόνος εργασίας καθορίζεται και ποσόν τι χρυσού 3 φράγκων ο κλώστης προσέθεσεν όθεν εις τον βάμβακα αξίαν 3 φράγκων.

Ας υπολογίσωμεν τώρα την ολικήν αξίαν του προϊόντος. Αι 10 λίτραι νήματος περιέχουν δύο ημέρας και ημίσειαν εργασίας· βάμβαξ και κλωστήρ περιέχουν δύο ημέρας· ημίσεια ημέρα απερροφήθη διά το κλώσιμον. Το αυτό ποσόν εργασίας καθορίζεται εις μάζαν χρυσού 15 φράγκων. Η τιμή των 15 φράγκων εκφράζει όθεν την ακριβή αξίαν των 10 λιτρών νήματος, η τιμή του 1 φρ. 50 την τιμήν μιας λίβρας.

Ο κεφαλαιούχος μας μένει τότε άναυδος. Η αξία του προϊόντος ισούται με την αξίαν του χορηγηθέντος κεφαλαίου. Η χορηγηθείσα αξία δεν εγέννησε υπεραξίαν και το χρήμα κατά συνέπειαν, δεν μετεμορφώθη εις κεφάλαιον.

Η τιμή των 10 λιτρών νήματος είναι 15 φράγκα και 15 φράγκα εδαπανήθησαν εις την αγοράν διά τα συστατικά στοιχεία του προϊόντος, ή, όπερ είναι το ίδιον, διά τους παράγοντας της εκτελέσεως της εργασίας, 10 φράγκα διά τον βάμβακα, 2 φράγκα διά την φθοράν των κλωστήρων και 3 φράγκα διά την εργατικήν δύναμιν. Εις ουδέν χρησιμεύει η εξόγκωσις της αξίας του νήματος, διότι αύτη δεν είναι ή το ποσόν των αξιών των πρότερον διενεμηθεισών επί των παραγόντων των, προσθέτοντες όθεν ταύτην, δεν την πολλαπλασιάζομεν (46).

Πάσαι αι αξίαι αύται έχουν ήδη συγκεντρωθή επί ενός αντικειμένου, ήσαν όμως το ποσόν των 15 φράγκων και πριν ή ο κεφαλαιούχος τας εξαγάγη εκ του θυλακίου του διά να τας υποδιαιρέση εις τρεις αγοράς.

Ουδέν το περίεργον εν τω αποτελέσματι τούτω. Η αξία μιας λίτρας νήματος αντιστοιχεί με 1 φρ. 50, εις δε την αγοράν ο κεφαλαιούχος μας θα αναγκασθή να πληρώση 15 φράγκα διά 10 λίτρας νήματος. Είτε αγοράζει ετοίμην την οικίαν του ή ο ίδιος αναλαμβάνει να την κτίση ιδίαις του δαπάναις, ουδεμία εκ των πράξεων τούτων δεν θ' αυξήση το χρησιμοποιηθέν διά την απόκτησιν της οικίας του ταύτης χρήμα.