Το κεφάλαιον Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο

Part 10

Chapter 1045 wordsPublic domain

Ας λάβωμεν το φαινόμενον της κυκλοφορίας, εις μορφήν υπό την οποίαν παρουσιάζεται, ως απλή ανταλλαγή εμπορευμάτων. Τούτο συμβαίνει, οσάκις οι δύο παραγωγοί ανταλλάκται αγοράζουν ο είς εκ του άλλου, και όταν αι αμοιβαίοι πιστώσεις των μηδενίζονται την ημέραν της λήξεως. Το χρήμα εκεί δρα φανταστικώς ως λογιστικόν νόμισμα διά να εκφράση τας αξίας των εμπορευμάτων διά των τιμών των. Ευθύς ως πρόκειται περί των αξιών χρήσεως, είναι φανερόν ότι οι ανταλλάκται μας δύνανται να κερδίσουν αμφότεροι. Αμφότεροι απαλλοτριούν προϊόντα άχρηστα δι' αυτούς με άλλα των οποίων έχουν ανάγκην. Επί πλέον, ο Α πωλών οίνον και αγοράζων σίτον, παράγει ίσως περισσότερον οίνον απ' ότι θα ηδύνατο να παραγάγη ο Β κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας. Ο δε Β κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας περισσότερον σίτον, από όσον θα ηδύνατο να παραγάγη ο Α. Ο πρώτος επιτυγχάνει ούτω, διά την αυτήν ανταλλακτικήν αξίαν περισσότερον σίτον, και ο δεύτερος περισσότερον οίνον, ως εάν έκαστος τούτων, άνευ ανταλλαγής, υπεχρεούτο να παραγάγη δι' εαυτόν τα δύο αντικείμενα της καταναλώσεως. Εάν πρόκειται περί της αξίας χρήσεως, τότε μετά βασιμότητος λέγομεν «ότι η ανταλλαγή είναι συναλλαγή, εν τη οποία κερδίζουν και οι δύο». Δεν συμβαίνει το αυτό διά την ανταλλακτικήν αξίαν. «Είς έχων πολύν οίνον και ολίγον σίτον εμπορεύεται με άλλον έχοντα πολύν σίτον και καθόλου οίνον. Μεταξύ των γίνεται ανταλλαγή μιας αξίας 50 εις σίτον έναντι 50 εις οίνον. Η ανταλλαγή αύτη δεν είναι δι' ουδένα εξ αυτών αύξησις πλούτου, διότι έκαστος τούτων προ της ανταλλαγής κατείχεν ίσην αξίαν, την οποίαν επρομηθεύθη διά του μέσου τούτου». Το ότι το χρήμα, ως όργανον κυκλοφορίας, χρησιμεύει ως ενδιάμεσον μεταξύ των εμπορευμάτων και ότι αι πράξεις μεταξύ της πωλήσεως και της αγοράς είναι ούτω κεχωρισμέναι, τούτο δεν μεταβάλλει το ζήτημα. Η αξία έχει εκφρασθή εις τας τιμάς των εμπορευμάτων πριν ή αύται εισέλθουν εις την κυκλοφορίαν, αντί να προκύψουν εκ ταύτης.

Εάν αφαιρέσωμεν τας τυχαίας περιπτώσεις, αίτινες δεν προέρχονται εκ των υπαρχόντων εις την κυκλοφορίαν νόμων, πλην του της αντικαταστάσεως χρησίμου προϊόντος, δεν συμβαίνει τίποτε άλλο ειμή μεταμόρφωσις ή απλή αλλαγή της μορφής του εμπορεύματος. Η αυτή αξία, δηλαδή το αυτό ποσόν της πραγματοποιηθείσης κοινωνικής εργασίας, παραμένει πάντοτε εις χείρας του αυτού ανταλλάκτου, αν και κρατή ταύτην κατά σειράν υπό την μορφήν του ιδίου του προϊόντος, του χρήματος και του προϊόντος άλλου τινος. Η αλλαγή αύτη της μορφής ουδεμίαν επιφέρει αλλαγήν της ποσότητος της αξίας. Η μόνη αλλαγή την οποίαν δοκιμάζει η αξία του εμπορεύματος, περιωρίζεται εις αλλαγήν της μορφής — χρήματος. Παρουσιάζεται κατ' αρχάς η τιμή του προσφερθέντος εις την πώλησιν εμπορεύματος, είτα εις το αυτό ποσόν του εκδηλωθέντος εν τη τιμή ταύτη χρήματος, τέλος ως τιμή ισοδυνάμου εμπορεύματος.

Η αλλαγή αύτη της μορφής δεν θίγει την ποσότητα της αξίας περισσότερον, απ' ότι θα έθιγεν αυτήν η αλλαγή ενός γραμματίου 100 φρ. έναντι 4 λουδοβικ., 3 πενταδράχμων και 5 φρ. Όπως λοιπόν η κυκλοφορία, εν σχέσει προς την αξίαν των εμπορευμάτων δεν επιφέρει ή αλλαγήν μορφής, ούτω και εκείθεν δεν προκύπτει ειμή ανταλλαγή ισοδυνάμων. Διά τούτο και αυτή η κοινή οικονομία, οσάκις θέλει να μελετήση το φαινόμενον εν τη ολότητί του, υποθέτει πάντοτε ότι η προσφορά και η ζήτησις ισορροπούν, ήτοι ότι το αποτέλεσμά των επί της αξίας είναι μηδέν. Εάν λοιπόν, εν σχέσει προς την αξίαν χρήσεως, οι δύο ανταλλάκται δύνανται να κερδίσουν, δεν δύνανται όμως να κερδίσουν αμφότεροι, εν σχέσει προς την ανταλλακτικήν αξίαν. Ενταύθα εφαρμόζεται το γνωμικόν: « Εκεί όπου υπάρχει ισότης δεν υπάρχει κέρδος». Εμπορεύματα δύνανται να πωληθούν εις τιμάς απομεμακρυσμένας των αξιών των. Αλλ' η απομάκρυνσις αύτη εμφανίζεται ως μία παράβασις του νόμου της ανταλλαγής. Εις την κανονικήν της μορφήν η ανταλλαγή των εμπορευμάτων είναι ανταλλαγή ισοδυνάμων και κατά συνέπειαν δεν δύναται να είναι μέσον κερδοσκοπίας. Εφ' όσον ανταλλάσσονται εμπορεύματα ή εμπορεύματα και χρήμα ίσης αξίας, δηλ. ισοδύναμα, είναι φανερόν ότι ουδείς αποσύρει της κυκλοφορίας περισσοτέραν αξίαν, αφ' όσην δίδει εις αυτήν, ουδείς σχηματισμός υπεραξίας δύναται να λάβη χώραν. Αλλ' αν και η κυκλοφορία, υπό την καθαράν μορφήν της, δεν αποδέχεται ανταλλαγήν ειμή μεταξύ ισοδυνάμων, γνωρίζομεν καλώς ότι εις την πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι τόσον καθαρά. Ας υποθέσωμεν λοιπόν ότι υπάρχει ανταλλαγή μεταξύ μη ισοδυνάμων.

Εις όλας τας περιπτώσεις εις την αγοράν δεν υπάρχει παρά ανταλλάκτης έναντι ανταλλάκτου και η δύναμις την οποίαν εξασκούν τα πρόσωπα ταύτα αμφοτέρωθεν είναι η δύναμις των εμπορευμάτων των. Η υλική διαφορά η υφισταμένη μεταξύ των τελευταίων τούτων, είναι η ολική αιτία της ανταλλαγής και θέτει τους ανταλλάκτας εις σχετικήν αμοιβαίαν εξάρτησιν, υπό την έννοιαν ότι ουδείς τούτων έχει εις τας χείρας του το αντικείμενον το οποίον του αναγκαιοί και ότι έκαστος τούτων κέκτηται το αντικείμενον των αναγκών του άλλου.

Εκτός της διαφοράς ταύτης μεταξύ των χρησιμοτήτων των, δεν υφίσταται πλέον μεταξύ των εμπορευμάτων παρά μία άλλη διαφορά, η διαφορά μεταξύ της φυσικής των μορφής και της μορφής των αξίας, του χρήματος. Ούτω οι ανταλλάκται μεταξύ των δεν διακρίνονται παρά μόνον εις το εξής σημείον: οι μεν είναι πωληταί κάτοχοι εμπορευμάτων οι άλλοι αγορασταί, κάτοχοι χρήματος.

Ας παραδεχθώμεν τώρα ότι δι' αγνώστου τινός μυστηριώδους προνομίου, δίδεται εις τον πωλητήν, η ευκαιρία να πωλήση το εμπόρευμά του περισσότερον της αξίας του, 110 π. χ, όταν αξίζη μόνον 100, δηλαδή με πλουτισμόν 10%. Ο πωλητής αποταμιεύει όθεν μίαν υπεραξίαν εκ 10. Αλλά μετά την κατάστασίν του ως πωλητού γίνεται αγοραστής. Τρίτος τις ανταλλάκτης εμφανίζεται προ αυτού ως πωλητής και απολαμβάνει με την σειράν του, το δικαίωμα να πωλήση το εμπόρευμα 10% ακριβώτερον. Ο άνθρωπός μας εκέρδισε λοιπόν, αφ' ενός 10 διά να χάση αφ' ετέρου 10. Το οριστικόν αποτέλεσμα είναι εις την πραγματικότητα, ότι οι ανταλλάκται πωλούν αμοιβαίως τα εμπορεύματά των 10% περισσότερον της αξίας των, πράγμα που είναι το ίδιον, εάν επώλουν ταύτα εις την πραγματικήν των αξίαν.

Μία παρομοία γενική ύψωσις των τιμών, παράγει το αυτό αποτέλεσμα, το οποίον και αι αξίαι των εμπορευμάτων εάν αντί να εκτιμώνται εις χρυσόν εξετιμώντο π. χ. εις άργυρον. Αι νομισματικαί των ονομασίαι, δηλαδή αι ονομαστικαί των τιμαί θα υψούντο, αλλ' αι σχέσεις των ως αξίαι θα παρέμενον αι αυταί.

Ας υποθέσωμεν τουναντίον ότι το προνόμιον του αγοραστού είναι εκείνο, το οποίον κάμνει τα εμπορεύματα να πληρώνωνται ολιγώτερον της αξίας των. Δεν είναι καν ανάγκη ενταύθα να υπενθυμίσωμεν ότι ο αγοραστής καθίσταται εκ νέου πωλητής. Ήτο πωλητής πριν γίνη αγοραστής. Έχασεν ήδη 10% εις την πώλησιν: Το ότι κερδίζει 10% εις την αγοράν του τούτο δεν σημαίνει τίποτε αφού το παν παραμένει εις την αυτήν κατάστασιν.

Ο σχηματισμός μιας υπεραξίας και κατά συνέπειαν η μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον δεν προέρχονται όθεν, ούτε εκ του ότι οι πωληταί πωλούν τα εμπορεύματά των περισσότερον της αξίας των ούτε διότι οι αγορασταί τ' αγοράζουν ολιγώτερον.

Οι συνεπείς υπερασπισταί της αυταπάτης ταύτης, οι οποίοι λέγουν, ότι η υπεραξία προέρχεται εκ μιας ονομαστικής υπερυψώσεως των τιμών ή του προνομίου, το οποίον θα είχεν ο πωλητής διά να πωλήση ακριβότερον το εμπόρευμά του, υποχρεούνται όθεν να παραδεχθούν μίαν τάξιν, η οποία πάντοτε αγοράζει, και ουδέποτε πωλεί, ή η οποία καταναλίσκει χωρίς να παράγη. Το χρήμα με το οποίον μία τοιαύτη τάξις αγοράζει συνεχώς, δέον συνεχώς να επιστρέψη από το χρηματοκιβώτιον των παραγωγών εις το ιδικόν της, δωρεάν άνευ ανταλλαγής, εκουσίως ή δυνάμει κτηθέντος δικαιώματος. Το πωλείν εις την τάξιν ταύτην τα εμπορεύματα υπεράνω της αξίας των, είναι ως να ανευρίσκη τις εν μέρει το χρήμα, το οποίον είχε προ ολίγου πενθήσει.

Κατ' ανάγκην λοιπόν παραμένωμεν εις τα όρια της ανταλλαγής των εμπορευμάτων εις τα οποία οι πωληταί είναι αγορασταί και αγορασταί πωληταί. Η δυσκολία μας προέρχεται ίσως εκ του ότι μη λαμβάνοντες υπ' όψιν τους ατομικούς χαρακτήρας των πρακτόρων της κυκλοφορίας εδημιουργήσαμεν εκ τούτων προσωποποίησιν κατηγοριών. Ας υποθέσωμεν ότι ο ανταλλάκτης Α είναι πονηρός τις ρίπτων εις την παγίδα τους συντρόφους του Β και Γ, και ότι ούτοι παρ' όλην την καλήν των θέλησιν δύνανται να τον εκδικηθούν. Ο Α πωλεί εις τον Β οίνον, του οποίου η αξία είναι 10 λουδ. και λαμβάνει εις ανταλλαγήν σίτον αξίας 50 λουδ. Έκαμεν όθεν διά του χρήματος περισσότερον χρήμα και μετέτρεψε το εμπόρευμά του εις κεφάλαιον. Ας εξετάσωμεν το πράγμα πλησιέστερον. Προ της ανταλλαγής είχομεν 40 λουδ. οίνου εις τας χείρας του Β, ολικήν αξίαν 90 λουδ. Μετά την ανταλλαγήν έχομεν ακόμη την αυτήν ολικήν αξίαν. Η κυκλοφορούσα αξία δεν ηύξησεν ούτε κατά έν μόριον. Η μόνη αλλαγή είναι η διανομή της μεταξύ του Α και του Β. Η αυτή αλλαγή θα ελάμβανε χώραν, εάν ο Α έκλεπτεν απροκαλύπτως από τον Β 10 λουδοβ. Είναι φανερόν ότι ουδεμία αλλαγή εις την διανομήν των κυκλοφορουσών αξιών δύναται ν' αυξήση το ποσόν των, απαράλλακτα όπως ο Εβραίος δεν αυξάνει είς τινα χώραν την μάζαν των πολυτίμων μετάλλων, πωλών αντί μιας Γουινέας, ένα νόμισμα της βασιλίσσης Άννης. Ολόκληρος η τάξις των κεφαλαιούχων μιας χώρας δεν δύναται να κερδοσκοπήση επί του εαυτού της.

Ότι δήποτε και αν ειπούν, ότι δήποτε και αν κάμουν, τα πράγματα παραμένουν πάντοτε εις το αυτό σημείον. Ανταλλάσσουν ισοδύναμα; Δεν παράγεται υπεραξία. Επίσης δεν παράγεται υπεραξία και αν ανταλλάσουν μη ισοδύναμα. Η κυκλοφορία ή η ανταλλαγή εμπορευμάτων ουδεμίαν δημιουργεί αξίαν.

Ούτω το ποσόν των αξιών των ριφθεισών εν τη κυκλοφορία δεν δύναται να αυξήση, κατά συνέπειαν δέον εκτός αυτής να λάβη χώραν κάτι καθιστών δυνατόν τον σχηματισμόν μιας υπεραξίας. Αύτη όμως δύναται να παραχθή εκτός της κυκλοφορίας, η οποία ουδέν άλλο είναι ή το ολικόν ποσόν των αμοιβαίων σχέσεων των παραγωγών — ανταλλακτών.

Ο παραγωγός δύναται διά της εργασίας του να δημιουργήση αξίας, αλλ' ουχί αξίας αι οποίαι αυξάνουν μόναι των. Δύναται να υψώση την αξίαν ενός εμπορεύματος προσθέτου διά μιας νέας εργασίας, μίαν νέαν αξίαν εις μίαν παρούσαν αξίαν, με το δέρμα κατασκευάζει π. χ. υποδήματα. Η αυτή ύλη αξίζει τώρα περισσότερον, διότι απερρόφησε περισσοτέραν εργασίαν. Τα υποδήματα έχουν όθεν περισσοτέραν αξίαν από το δέρμα· αλλ' η αξία του δέρματος παραμένει οία ήτο, δεν προσέθεσεν υπεραξίαν κατά την κατασκευήν των υποδημάτων. Φαίνεται λοιπόν τελείως αδύνατον, ότι εκτός της κυκλοφορίας, χωρίς να έλθη εις επαφήν μετ' άλλων ανταλλακτών ο παραγωγός — ανταλλάκτης θα δυνηθή να προσδώση αξίαν εις την αξίαν ή να της μεταδώση την ιδιότητα να δημιουργή υπεραξίαν. Αλλ' άνευ τούτου δεν υπάρχει μετατροπή του χρήματός του ή του εμπορεύματός του εις κεφάλαιον.

Ούτω κατελήξαμεν εις διπλούν αποτέλεσμα. Η μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον δύναται να εξηγηθή, εάν λάβωμεν ως βάσιν τους υπάρχοντας νόμους της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ώστε η ανταλλαγή των ισοδυνάμων να χρησιμεύση ως αφετηρία. Ο κάτοχος του χρήματός μας, ο οποίος δεν είναι ακόμη κεφαλαιούχος ή εν καταστάσει χρυσαλίδος, δέον κατ' αρχήν ν' αγοράση εμπορεύματα εις την ακριβή των αξίαν, κατόπιν να τα πωλήση όσον αξίζουν, και εν τούτοις εις το τέλος ν' αποσύρη περισσοτέραν αξίαν αφ' όσην εχορήγησεν. Η μεταμόρφωσις του ανθρώπου των σκούδων εις κεφαλαιούχον δέον να γίνεται εις την σφαίραν της κυκλοφορίας και συγχρόνως να μη γίνεται. Αυτοί είναι οι όροι του προβλήματος. Hic Rhodus hic salta.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VI.

ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ (FORCE DE TRAVAIL)

Η αύξησις της αξίας, καθ' ην το χρήμα μετατρέπεται εις κεφάλαιον, δεν δύναται να προέρχεται εκ του ιδίου τούτου χρήματος. Εάν έν μέσον πληρωμής, χρησιμεύη ως μέσον αγοράς πραγματοποιεί μόνον την τιμήν των εμπορευμάτων, τα οποία αγοράζει ή πληρώνει.

Εάν παραμένη όπως είναι, εάν διατηρήση την ιδίαν του μορφήν δεν είναι πλέον, ή ούτως ειπείν αξία στερεοποιημένη.

Πρέπει όθεν, η αλλαγή της εκφρασθείσης αξίας Χ — Ε — Χ', μετατροπή του χρήματος εις εμπόρευμα και τούτου πάλιν μετατροπή εις περισσότερον χρήμα, να προέρχηται εκ του εμπορεύματος. Δεν δύναται όμως να συμβή εν τη δευτέρα πράξει Ε — Χ', τη πωλήσει, ένθα το εμπόρευμα, αλλάσσει απλώς την φυσικήν του μορφήν με την μορφήν χρήμα. Εάν αντιμετωπίσωμεν τώρα την πρώτην πράξιν Χ — Ε την αγοράν, ευρίσκομεν ότι λαμβάνει χώραν ανταλλαγή μεταξύ ισοδυνάμων και ότι κατά συνέπειαν, το εμπόρευμα δεν έχει περισσοτέραν ανταλλακτικήν αξίαν από το μετατραπέν εις αυτήν χρήμα. Απομένει μία τελευταία υπόθεσις ήτοι ότι η αλλαγή προέρχεται εκ της αξίας χρήσεως του εμπορεύματος δηλαδή εκ της χρήσεώς του ή καταναλώσεώς του. Όθεν πρόκειται περί μιας αλλαγής εν τη ανταλλασσομένη αξία εκ της αυξήσεώς της. Διά να δυνηθώμεν να αρυσθώμεν ανταλλακτικήν αξίαν εκ της συνήθους αξίας ενός εμπορεύματος, θα έπρεπεν, ο άνθρωπος των σπουδών ν' ανακαλύψη εν τω μέσω της κυκλοφορίας, εις αυτήν ταύτην την αγοράν, εμπόρευμά τι, του οποίου η συνήθης αξία να κέκτηται το ιδιαίτερον προτέρημα, να είναι πηγή της ανταλλακτικής αξίας, εις τρόπον ώστε η κατανάλωσίς του θα εσήμαινε την πραγματοποίησιν της εργασίας και κατά συνέπειαν την δημιουργίαν της αξίας.

Και ο άνθρωπος ούτος ευρίσκει πράγματι εις την αγοράν εμπόρευμα προικισμένον διά του ιδικού τούτου προτερήματος και ονομαζόμενον δύναμις της εργασίας ή εργατική δύναμις (force de travail).

Υπό το όνομα τούτο, δέον να εννοώμεν το σύνολον των φυσικών και διανοητικών δυνάμεων, των υπαρχουσών εις το σώμα εκάστου ανθρώπου, εν τη ζώση προσωπικότητί του και το οποίον δέον να θέσωμεν εις κίνησιν διά να παραγάγωμεν ωφέλιμα πράγματα. Ίνα ο κάτοχος του χρήματος εύρη εις την αγοράν την εργατικήν δύναμιν ως εμπόρευμα, δέον να προϋπάρξουν διάφοροι συνθήκαι. Η ανταλλαγή των εμπορευμάτων καθ' εαυτήν, δεν συνεπιφέρει άλλας σχέσεις εξαρτήσεως ή εκείνας, αι οποίαι απορρέουν εκ της φύσεώς της.

Η εργατική όμως δύναμις δεν δύναται να παρουσιασθή εις την αγοράν ως εμπόρευμα, ειμή μόνον εάν προσφερθή ή πωληθή υπό του ιδίου της κατόχου. Ούτος δέον κατά συνέπειαν να δύναται να την διαθέτη, δηλαδή να είναι ελεύθερος ιδιοκτήτης της εργατικής του δυνάμεως, του ιδίου εαυτού του. Ούτος συναντάται μετά του κατόχου χρήματος εις την αγοράν και εκεί συνάπτουν σχέσεις ως όμοιοι ανταλλάκται. Διαφέρουν μόνον κατά τούτο: Ο είς αγοράζει και ο άλλος πωλεί, όμως αμφότεροι είναι πρόσωπα νομικώς ίσα.

Ίνα η σχέσις αύτη διατηρηθή πρέπει, όπως ο ιδιοκτήτης της εργατικής δυνάμεως μη πωλήση ταύτην ποτέ, ειμή δι' ωρισμένον χρονικόν διάστημα, διότι εάν την πωλήση ολικώς άπαξ διά παντός, πωλείται ο ίδιος και από ελεύθερος γίνεται δούλος, από έμπορος εμπόρευμα. Εάν θελήση να διατηρήση την προσωπικότητά του, δέον να μη διαθέση την εργατικήν του δύναμιν ειμή μόνον προσωρινώς, εις τρόπον ώστε απαλοτριών ταύτην να μη εγκαταλείπη ούτω την επ' αυτής ιδιοκτησίαν του.

Ο δεύτερος ουσιώδης όρος, όπως ο άνθρωπος των σκούδων εύρη ν' αγοράση την εργατικήν δύναμιν, είναι ο κάτοχος της τελευταίας ταύτης, αντί να δυνηθή να πωλήση εμπορεύματα, εις τα οποία επραγματοποιήθη η εργασία του να υποχρεούται να προσφέρη ή να θέση εις πώλησιν, ως εμπόρευμα, αυτήν την εργατικήν δύναμίν του ήτις ευρίσκεται εις τον οργανισμόν του.

Όστις θέλει να πωλήση εμπορεύματα διακεκριμένα της ιδίας εργατικής του δυνάμεως, δέον βεβαίως να κέκτηται μέσα παραγωγής, ως πρώτας ύλας, εργαλεία κ. λ. π. Του είναι αδύνατον π. χ. να κατασκευάση υποδήματα άνευ δέρματος, επί πλέον δε έχει ανάγκην και των μέσων της διατροφής. Ουδείς ουδ' αυτός ο μουσικός του μέλλοντος δεν δύναται να ζήση εκ των προϊόντων της μελλούσης εποχής, ούτε να επαρκέση μέσω αξιών χρήσεως ων η παραγωγή δεν έχει εισέτι περατωθή· σήμερον, όπως και κατά την πρώτην ημέραν της εμφανίσεώς του επί της κοσμικής σκηνής, ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να καταναλίσκη πριν παραγάγη και κατά το στάδιον της παραγωγής. Εάν τα προϊόντα είναι εμπορεύματα πρέπει να πωληθούν διά να δυνηθούν να ικανοποιήσουν τας ανάγκας του παραγώγου. Εις τον αναγκαίον χρόνον της παραγωγής προστίθεται ο αναγκαίος χρόνος της πωλήσεως.

Η μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον απαιτεί όθεν όπως ο κάτοχος του χρήματος ευρίσκει εις την αγοράν τον &ελεύθερον εργάτην&, και ελεύθερον από διπλής απόψεως. 1ον Ο εργάτης δέον να είναι πρόσωπον ελεύθερον, διαθέτον την δύναμιν της ελευθερίας του, ως ίδιον του εμπόρευμα. 2ον Δέον να μη έχη άλλο εμπόρευμα προς πώλησιν· να είναι ούτως ειπείν ελεύθερος τελείως, στερούμενος τελείως όλων των αναγκαίων διά την πραγματοποίησιν της εργατικής του δυνάμεως.

Εξ άλλου, η ανταλλαγή των προϊόντων πρέπει ήδη να έχη την μορφήν της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ίνα δυνηθή ν' ανέλθη επί σκηνής το νόμισμα. Αι διάφοροί του λειτουργίαι, ως απλούν ισοδύναμον, μέσον κυκλοφορίας, μέσον πληρωμής, θησαυρού, αποθέματος κ.λ.π. δεικνύουν διαδοχικώς, διά της συγκριτικής επικρατήσεως της μεν επί της δε, φάσεις λίαν διαφόρους της κοινωνικής παραγωγής. Εν τούτοις η πείρα μας διδάσκει, ότι μία εμπορική κυκλοφορία, σχετικώς ολίγον ανεπτυγμένη, αρκεί όπως εκδηλώση όλας τας μορφάς ταύτας. Δεν συμβαίνει όμως το αυτό και διά το κεφάλαιον. Αι ιστορικαί συνθήκαι της υπάρξεώς του δεν συμπίπτουν με την κυκλοφορίαν των εμπορευμάτων και του νομίσματος. Το κεφάλαιον παράγεται εκεί ένθα ο κάτοχος των μέσων της παραγωγής και διατροφής, συναντά εν τη αγορά τον ελεύθερον εργάτην, ερχόμενον να πωλήση εκεί την εργατικήν του δύναμιν και ο μοναδικός ούτος ιστορικός όρος, περικλείει ολόκληρον νέον κόσμον. Το κεφάλαιον αγγέλλεται ευθύς εξ αρχής ως εποχή κοινωνικής παραγωγής (43).

Μας μένει τώρα να εξετάσωμεν εγγύτερον την εργατικήν δύναμιν. Το εμπόρευμα τούτο, ως και παν άλλο κέκτηται αξίαν τινά. Πώς καθορίζεται αύτη; Διά του αναγκαιούντος προς παραγωγήν της χρόνου εργασίας.

Ως αξία, η εργατική δύναμις αντιπροσωπεύει το ποσοστόν της κοινωνικής εργασίας της εν αυτή πραγματοποιηθείσης. Πραγματικώς όμως δεν υφίσταται ή ως δύναμις ή ως ιδιότης του ζώντος ατόμου. Εάν λάβωμεν υπ' όψει το άτομον, τούτο παράγει την ζωτικήν δύναμιν του αναπαραγόμενον ή αυτοδιατηρούμενον. Διά την συντήρησιν ή διατήρησίν του έχει ανάγκην ποσού τινος μέσων διατροφής. Ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως, αναλύεται όθεν εις τον αναγκαίον χρόνον της εργασίας διά την παραγωγήν των μέσων τούτων της διατροφής. Ή μάλλον η εργατική δύναμις έχει ακριβώς την αξίαν των μέσων της διατροφής, των αναγκαιούντων εις εκείνον, ο οποίος την διαθέτει.

Η εργατική δύναμις πραγματοποιείται διά της εξωτερικής εκδηλώσεώς της. Θεωρείται και βεβαιούται διά της εργασίας, ήτις και αυτή αναγκαιοί δαπάνην τινά μυώνων, νεύρων, ανθρωπίνου εγκεφάλου, δαπάνης χρηζούσης αντισταθμίσματος. Όσον περισσότερον η φθορά είναι μεγάλη τόσον περισσότερα είναι τα έξοδα της επιδιορθώσεως (44).

Εάν ο κάτοχος της εργατικής δυνάμεως, ειργάσθη σήμερον, πρέπει να επαναλάβη τούτο την επαύριον και υπό ομοίους όρους δραστηριότητος και υγείας. Πρέπει λοιπόν, το ποσόν των μέσων διατροφής να είναι αρκετόν διά την συντήρησιν της κανονικής του ζωής.

Αι φυσικαί ανάγκαι όπως η τροφή, τα ενδύματα, η θέρμανσις, η κατοικία κ.λ.π. διαφέρουν κατά το κλίμα και τας άλλας φυσικάς ιδιότητας χώρας τινός. Αφ' ετέρου ο αριθμός των λεγομένων φυσικών αναγκών, ως και ο τρόπος της ικανοποιήσεώς των, είναι ιστορικόν προϊόν και εξαρτάται ούτω κατά μέγα μέρος εκ του βαθμού του πολιτισμού.

Η καταγωγή της ημερομισθίου τάξεως εν εκάστη χώρα, το ιστορικόν περιβάλλον ένθα εσχηματίσθη αύτη εξακολουθούν επί μακρόν να εξασκούν την μεγαλειτέραν επιρροήν, επί των συνηθειών των απαιτήσεων και κατά συνέπειαν των αναγκών, τας οποίας επιφέρει αύτη εν τη ζωή. Η εργατική δύναμις περικλείει όθεν, από απόψεως αξίας, ιστορικόν τι και ηθικόν στοιχείον, όπερ την διακρίνει των άλλων εμπορευμάτων. Αλλά εν δεδομένη εποχή και χώρα η αναγκαία αναλογία των μέσων της διατροφής είναι ωσαύτως δεδομένη.

Οι ιδιοκτήται των εργατικών δυνάμεων είναι θνητοί. Διά να τους συναντήση τις εις την αγοράν, ως απαιτεί τούτο η συνεχής μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον, δέον είναι αιώνιοι καθώς καθίσταται αιώνιον το άτομον διά του γένους. Αι εργατικαί δυνάμεις τας οποίας η φθορά και ο θάνατος αφαιρούν από την αγοράν δέον ν' αντικαθίστανται υπό αριθμού τουλάχιστον ίσου. Το ποσόν των μέσων των αναγκαιούντων διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως, περιλαμβάνει όθεν και τα μέσα διατροφής των αντικαταστατών, δηλαδή των τέκνων των εργατών, ίνα η περίεργος αύτη φυλή ανταλλακτών καταστή αιώνιος εις την αγοράν.

Αφ' ετέρου, διά να τροποποιηθή η ανθρωπίνη φύσις εις τρόπον, ώστε ν' αποκτήση ικανότητα ακρίβειαν και ταχύτητα εις ωρισμένον είδος εργασίας δηλαδή διά να καταστή εργατική δύναμις ανεπτυγμένη προς ειδικήν κατεύθυνσιν, χρειάζεται ποιά τις εκπαίδευσις, ήτις και αύτη στοιχίζει ποσόν κατά το μάλλον ή ήττον μέγα ισοδύναμον εις εμπορεύματα. Το ποσόν τούτο ποικίλλει αναλόγως του χαρακτήρος κατά το μάλλον ή ήττον περιπλόκου της εργατικής δυνάμεως.

Τα έξοδα της εκπαιδεύσεως ελάχιστα άλλως τε διά την απλήν δύναμιν εργασίας, εισέρχονται εις το ολικόν των αναγκαίων εμπορευμάτων διά την παραγωγήν της.

Επειδή η δύναμις της εργασίας είναι ισοδύναμος προς ωρισμένον ποσόν μέσων συντηρήσεως, η αξία της αλλάσσει με την αξίαν των, δηλαδή αναλόγως προς τον αναγκαίον διά την παραγωγήν χρόνον εργασίας. Έν μέρος των μέσων συντηρήσεως των αποτελούντων π. χ. την τροφήν, την θέρμανσιν κ.λ.π. καταστρέφονται καθ' εκάστην υπό της καταναλώσεως και δέον καθ' εκάστην ν' αντικαθίστανται. Άλλα, ως τα ενδύματα, τα έπιπλα, κ.λ.π. φθείρονται βραδύτερον και έχουν ανάγκην αντικαταστάσεως, εις μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Εμπορεύματα τινά δέον ν' αγοράζονται ή να πληρώνωνται καθημερινώς, άλλα εκάστην εβδομάδα, εκάστην εξαμηνίαν κ. λ. π. Αλλά καθ' οιονδήποτε τρόπον και αν διανέμωνται αι δαπάναι αύται εις το διάστημα του έτους, το ποσόν των πρέπει να είναι πάντοτε κεκαλυμμένον διά της μέσης ημερησίας εισπράξεως. Ας ονομάσωμεν την διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως απαιτουμένην καθ' εκάστην ποσότητα εμπορευμάτων Α, την απαιτουμένην δι' εκάστην εβδομάδα Β, την απαιτουμένην δι' εκάστην τριμηνίαν Γ κ. ο. κ. ο μέσος όρος των εμπορευμάτων τούτων θα είναι:

365 Α + 52 Β + 4 Γ __________________ κ. λ. π. 365

Η αξία του αναγκαίου τούτου ποσού εμπορευμάτων διά την μέσην ημέραν δεν αντιπροσωπεύει ή το ποσόν της δαπανηθείσης εργασίας εν τη παραγωγή των, έστω 6 ώρας. Χρειάζεται τότε ημίσεια ημέρα εργασίας, διά να παραχθή καθ' εκάστην η εργατική δύναμις. Το ποσοστόν τούτο της εργασίας, το οποίον απαιτεί διά την ημερησίαν παραγωγήν της, καθορίζει την ημερησίαν αξίαν της. Ας υποθέσωμεν ακόμη ότι το κατά μέσον όρον παραγόμενον ποσόν χρυσού επί ημίσειαν ημέραν 6 ωρών, ισούται με 5 φρ. ή έν σκούδον. Τότε η τιμή ενός σκούδου εκφράζει την ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως. Εάν ο ιδιοκτήτης της την πωλεί καθ' εκάστην αντί ενός σκούδου, την πωλεί τότε, εις την ακριβή της αξίαν και κατά την υπόθεσίν μας ο κάτοχος ούτος του χρήματος κατά την μετατροπήν των σκούδων εις κεφάλαιον καταδικάζεται και πληρώνει την αξίαν ταύτην.

Η τιμή της εργατικής δυνάμεως φθάνει το μίνιμουμ όταν περιορίζεται εις την αξίαν των φυσιολογικώς απαραιτήτων μέσων διατροφής, δηλαδή εις την αξίαν ενός ποσού εμπορευμάτων το οποίον δεν δύνανται να ολιγοστεύση χωρίς ν' εκθέση εις κίνδυνον αυτήν την ζωήν του εργάτου. Όταν πίπτει εις το μίνιμουμ τούτο η τιμή κατέρχεται κάτω της αξίας της εργατικής δυνάμεως, ήτις τότε φυτοζωεί. Όθεν η αξία παντός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του αναγκαίου χρόνου εργασίας, διά να δυνηθή να παραδοθή εις κανονικήν ποιότητα.

Δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν όπως λέγει ο Rossi «την εργατικήν δύναμιν ανεξάρτητον των μέσων της διατροφής κατά την διάρκειαν του έργου της παραγωγής». Αλλ' ο λέγων εργατικήν δύναμιν δεν λέγει ακόμη εργασίαν, όπως η δύναμις της χωνεύσεως δεν σημαίνει χώνευσιν. Διά να φθάσωμεν εκεί χρειάζεται κάτι περισσότερον από καλόν στόμαχον. Εάν ο εργάτης δεν ευρίσκη να πωλήση την εργατικήν του δύναμιν, τότε μακράν του να χαρή, θα αισθανθή ως σκληράν φυσικήν ανάγκην, ότι η εργατική του δύναμις, ήτις ήδη απήτησε διά την παραγωγήν της ποσοστόν τι των μέσων συντηρήσεως απαιτεί και συνεχώς νέον ποσοστόν διά την αναπαραγωγήν της. Θα ανακαλύψη τότε μετά του Sismondi, ότι η δύναμις αύτη εάν δεν πωληθή δεν είναι τίποτε.