Part 8
«Ευχαριστώ τη φιλία σου, Γουλιέλμε, που πήρες έτσι τα λόγια μου. Ναι, έχεις δίκηο· για μένα θα ήτανε καλύτερα να έφευγα. Η πρότασή σου να επιστρέψω σε σας δεν μ' αρέσει καθόλου. Τουλάχιστον ήθελα ακόμη να κάμω ένα γύρο, μάλιστα αφού ελπίζομε ένα διαρκές κρύο και καλούς δρόμους. Είμαι επίσης πολύ ευχαριστημένος που θέλεις να έλθης να με πάρης. Άργησε όμως ακόμη δέκα πέντε μέρες και περίμενε νέο γράμμα μου θα σου δώση χρήσιμες λεπτομέρειες. Τίποτε δεν πρέπει να κοπή πριν ωριμάση και έχει μεγάλη σημασία δέκα πέντε μέρες περισσότερες ή λιγώτερες. Πες στη μητέρα μου να προσεύχεται για το γυιό της και ακόμη πως της ζητώ συγχώρηση για κάθε λύπη που της επροξένησα. Αυτή ήταν η τύχη μου, να δίνω λύπη σ' εκείνους που έπρεπε να δώσω χαρά. Έχε γεια, πολυαγαπημένε μου φίλε! Έχε όλη την ευλογία του Θεού! Χαίρε».
Ό,τι συνέβηκε αυτόν τον καιρό στην ψυχή της Καρολίνας, ποια ήταν τα αισθήματά της προς τον άνδρα της, προς τον δυστυχισμένο φίλο της, δύσκολα τολμούμε με λόγια να εκφράσωμε· αλλά μπορούμε, ύστερα από όσα ξέρομε για τον χαρακτήρα της, να σχηματίσωμε μέσα μας μια ιδέα, και μια ωραία γυναικεία ψυχή μπορεί να μπη στη θέσι της και να εννοήση ό,τι κι' αυτή αισθάνθηκε.
Είναι βέβαιο ότι αυτή είχε σταθερή απόφαση να κάνη το παν για να απομακρύνη τον Βέρθερο· και αν ανέβαλλε, ήτανε από μια εγκάρδια, φιλική επιείκεια, γιατί ήξερε πόσο θα του εκόστιζε και ακόμη ότε αυτό θα του ήτανε ίσως αδύνατο. Κατά την εποχή αυτή αναγκάσθηκε να το κάνη σοβαρά. Ο άνδρας της σιωπούσε εντελώς γι' αυτή τη σχέση, καθώς και αυτή πάντα είχε σιωπήσει· αλλά ήθελε περισσότερο να του αποδείξη με έργα πως είχε αισθήματα αντάξια των δικών του.
Την ίδια μέρα που ο Βέρθερος είχε γράψει στο φίλο του το ύστερο γράμμα ήταν μια Κυριακή προ των Χριστουγένων· ήρθε το βράδυ στην Καρολίνα και την βρήκε μοναχή. Τακτοποιούσε μερικά παιγνιδάκια που είχε ετοιμάσει για τα μικρά της αδελφάκια ως δώρα των Χριστουγέννων. Αυτός εμίλησε για την ευχαρίστηση που θα έπαιρναν τα μικρά και για τον καιρό που ενόμιζε πως βρισκότανε στον παράδεισο όταν άνοιγε η πόρτα απροσδόκητα και έβλεπε ένα δένδρο στολισμένο με κέρινα κουβαράκια, γλυκίσματα και μήλα: — Και σεις, είπε η Καρολίνα, ενώ έκρυβε τη στενοχώρια της σ' ένα αγαπητό μειδίαμα, και σεις επίσης θα έχετε τα δώρα σας αν είσαστε πολύ φρόνιμος· ένα κέρινο κουβαράκι και ακόμη κάτι άλλο. — Και τι εννοείτε με το «φρόνιμος;·» είπε· τι να κάνω; πώς μπορώ να είμαι, καλή μου Καρολίνα; Την Πέμπτη το βράδυ, απάντησε αυτή, η βραδειά των Χριστουγέννων· τότε έρχονται τα παιδιά με τον πατέρα μου και παίρνει ο καθένας το δώρο του· τότε ελάτε και σεις — αλλά όχι προτήτερα. — Ο Βέρθερος έμεινε έκπληκτος. — Σας παρακαλώ, εξακολούθησε, δεν μπορεί να γείνη διαφορετικά· σας παρακαλώ χάριν της ησυχίας μου· αυτό δεν μπορεί να μείνη έτσι· όχι, δεν μπορεί! — Έστρεψα τα μάτια μου απ' αυτήν και επήγαινε στο δωμάτιο εδώθε κείθε και εμουρμούριζε μέσα από τα δόντια του: «δεν μπορεί να μείνη έτσι». Η Καρολίνα, που αισθάνθηκε την τρομερή κατάσταση που τον έβαλαν τα λόγια της, προσπάθησε με πολλές ερωτήσεις να δώση άλλο δρόμο στις σκέψεις του, αλλά του κάκου. — Όχι, Καρολίνα, ανεφώνησε, δεν θα σας ξαναϊδώ! — Γιατί λοιπόν Βέρθερε; αποκρίθηκε εκείνη· μπορείτε, πρέπει να μας ξαναϊδήτε μόνον κρατείστε τον εαυτόν σας. Ω! γιατί γεννηθήκατε με αυτή τη σφοδρότητα με αυτό το ακράτητο επίμονο πάθος για κάθε τι που μια φορά πιάσετε! Σας παρακαλώ, εξηκολούθησε παίρνοντας το χέρι του, κρατείστε τον εαυτόν σας. Πόσες ευχαριστήσεις μπορούν να σας δώσουν ο νους σας, η γνώσεις σας, τα προτερήματά σας! να είστε άνδρας! βγάλετε αυτή τη θλιβερή αφοσίωσι από μία γυναίκα που δεν μπορεί να κάνη τίποτε άλλο για σας παρά να σας λυπάται. — Ο Βέρθερος έτριξε τα δόντια του και την εκύτταξε σκυθρωπά. Εκείνη κρατούσε το χέρι του. — Σταθήτε ατάραχος για μια στιγμή Βέρθερε! είπε. Δεν αισθάνεσθε ότι απατάτε τον εαυτό σας, ότι καταστρέφεστε εκούσια; Γιατί λοιπόν, Βέρθερε, εμέ ίσια ίσια; εμένα που ανήκω σ' άλλον; ακριβώς εμένα; Φοβούμαι, φοβούμαι πολύ πως μόνο το αδύνατο του να με αποκτήσετε σας κάνει να με επιθυμήτε με τόση ορμή. — Έβγαλε ο Βέρθερος το χέρι του από το δικό της και την κύτταξε με ένα μάτι απλανές και δυσαρεστημένο. — Σοφά! πολύ σοφά! εφώναξε. Ο Αλβέρτος έκαμε άρα γε αυτήν την παρατήρηση; Είναι βαθειά, πολύ βαθειά! υπάρχει λοιπόν σ' όλον τον κόσμο κανένα κορίτσι που να μπορή να εκπληρώση τις επιθυμίες της καρδιάς σας; Αποφασείστε να την ζητήσητε και σας υπόσχομαι πως θα την βρήτε. Από πολύν καιρό με στενοχωρεί και για σας και για μας ο περιορισμός που εκούσια υποβληθήκατε αυτούς τους τελευταίους μήνες. Πάρτε το απόφαση. Ένα ταξείδι θα σας διασκεδάση, είμαι βέβαιη. Ζητείστε και βρήτε ένα αντικείμενον άξιο της αγάπης σας· έπειτα ξαναγυρίστε και ας απολαύσωμε όλοι μαζύ την ευτυχία που προξενεί μια αληθινή φιλία! — Αυτά θα μπορούσε, είπε εκείνος με ένα ψεύτικο γέλοιο, να τα τυπώση κανείς και να τα συστήση σε όλους τους δάσκαλους. Αγαπητή Καρολίνα, αφήστε μου ακόμη λίγο καιρό σε ησυχία, όλα θα διορθωθούν! — Ένα πράγμα μόνον σας ζητώ, Βέρθερε: να μην έλθετε πρώτα από τη βραδειά των Χριστουγέννων.! — Πριν να προφθάση ν' απαντήση εμπήκε στην κάμαρα ο Αλβέρτος. Είπαν το «καλησπέρα» με ψυχρότητα και άρχησαν να περιπατούν μαζί στο δωμάτιο με αμηχανία. Ο Βέρθερος άρχησε μιαν ασήμαντη ομιλία που τελείωσε σε λίγο, και ο Αλβέρτος το ίδιο. Έπειτα ερώτησε τη γυναίκα του για μερικές παραγγελίες που τις είχε δώσει και όταν άκουσε πως δεν έγειναν ακόμη, της είπε κάτι λέξεις, η όποιες φάνηκαν στον Βέρθερον πολύ ψυχρές, μα και πολύ σκληρές. Ήθελε να φύγη, αλλά δεν μπορούσε. Έμεινε ως τις οκτώ, ενώ ο θυμός του και η δυσαρέσκειά του όλο κι' εμεγάλωναν· ήρθαν να βάλουν τραπέζι και πήρε το καπέλλο του και το μπαστούνι του. Ο Αλβέρτος τον προσκάλεσε να μείνη, αλλ' αυτός παίρνοντας αυτήν την πρόσκληση για μια ασήμαντη ευγένεια τον ευχαρίστησε με ψυχρότητα και βγήκε.
Όταν γύρισε σπίτι του επήρε το φως από το χέρι τον υπηρέτη του, που ήθελε να του φέξη, και μπήκε μόνος στην κάμαρα του, όπου άρχισε να κλαίη δυνατά· μιλούσε παράφορα με τον εαυτό του και περπατούσε ορμητικά πάνω κάτω. Τελευταία ερίχτηκε με τα φορέματά του στο κρεββάτι· έτσι τον βρήκε ο υπηρέτης του όταν κατά τις ένδεκα ετόλμησε να μπη στην κάμαρα και να ρωτήση αν ήθελε να του βγάλη τα παπούτσια του. Τον άφησε να του τα βγάλη, αλλά του απηγόρευσε να έλθη στην κάμαρα το άλλο πρωί πριν να τον φωνάξη.
Τη Δευτέρα το πρωί, είκοσι μίαν Δεκεμβρίου, έγραψε το ακόλουθο γράμμα στην Καρολίνα, που το βρήκαν μετά το θάνατό του σφραγισμένο στο γραφείο του και της το έδωκαν, θα γράψω εδώ μερικά μέρη, με τη σειρά που φαίνεται από τα περιστατικά πως τα έγραφε:
«Είναι αποφασισμένο, Καρολίνα: θέλω να πεθάνω. Σου το γράφω ήρεμος, χωρίς ρωμαντική υπερβολή, το πρωί της ημέρας που για τελευταία φορά θα σε ιδώ. Όταν θα διαβάσης αυτό το γράμμα αγαπημένη μου, ο κρύος τάφος θα σκεπάζη πια τα παγωμένα λείψανα του δυστυχισμένου ανήσυχου, που για τις τελευταίες στιγμές της ζωής του δεν έχει άλλη γλυκύτερη ενασχόληση παρά να μιλή μαζί σου. Επέρασε μια νύχτα τρομακτική, όμως, αλλοίμονο! μια νύκτα ευεργετική. Αυτή εστερέωσε, έκανε οριστική την απόφασή μου: Θέλω να πεθάνω.
»Όταν χθες σε αποχωρίστηκα ευρισκόμενος σε κείνη την τρομερή επανάστασι όλης μου της ζωής, ενώ τόσες συγκινήσεις εκυρίευαν την καρδιά μου και αισθανόμουν τον εαυτό μου παγωμένο από φρίκη μπρος στην άχαρη και δίχως ελπίδα ύπαρξή μου κοντά σου . . . μόλις και μετά βίας μπόρεσα να φθάσω στο δωμάτιό μου. Εγονάτισα, έξω φρενών, και, ω Θεέ μου! μου έδωκες την τελευταίαν τέρψη των πιο πικρών δακρύων! Μύρια σχέδια και φαντασίαι εκινούντο ζωηρά στην ψυχή μου· επί τέλους έμεινε στερεά και ολόκληρη η τελευταία, η μόνη σκέψις: «Θέλω να πεθάνω! . . . » Εκοιμήθηκα και αυτό το πρωί· όταν σηκώθηκα ήσυχος, την βρίσκω πάντα στερεά, ολόκληρη και δυνατή: «θέλω να πεθάνω!, . . » Δεν είναι αυτό απελπισία, είναι η βεβαιότης υπέφερα ό,τι μπορούσα να υποφέρω και ότι θυσιάζομαι για σένα. Ναι, Κορολίνα! γιατί να το σιωπήσω; Πρέπει ένας από τους τρεις μας να εξαφανισθή και αυτός θα είμαι εγώ! Ω πολυαγαπημένη μου! σ' αυτή την κατασπαραγμένη καρδιά μου συχνά εισέδυσε η τρελλή ιδέα . . . να γείνη το τυχερό μου; Όταν ανεβαίνης στο βουνό καμμιάν ωραία καλοκαιρινή βραδειά, τότε θυμού εμένα, πως ανέβαινα τόσες φορές από την κοιλάδα, και τότε ρίξε βλέμμα προς το κοιμητήριο εκεί πέρα στον τάφο μου, που επάνω του ο άνεμος θα κινή τα ψηλά χόρτα εις τη λάμψη του ηλιοβασιλέματος, Ήμουν ήσυχος όταν άρχισα· τώρα, τώρα κλαίω σαν παιδί βλέποντας να έρχωνται γύρω μου αυτές η ζωντανές εικόνες . . . »
Κατά τις δέκα ώρες ο Βέρθερος εφώναξε τον υπηρέτη του. Ενώ ντυνότανε του είπε ότι θα έφευγε σε λίγες μέρες και του έδωσε τη διαταγή να καθαρίση τα ρούχα του και να τα ετοιμάση όλα για δέμα. Τον επρόσταξε επίσης να ζητήση τους λογαριασμούς και μερικά δανεισμένα βιβλία και να προπληρώση για δύο μήνες σε μερικούς πτωχούς το μερίδιό τους, τους οποίους εσυνήθιζε να δίνη ένα μικρό ποσό καθ' εβδομάδα.
Είπε να φέρουν το φαγητό στο δωμάτιό του και, αφού έφαγε επήγε έφιππος έξω στον έπαρχο, τον οποίον δεν ηύρε στο σπίτι του. Περπατούσε συλλογισμένος στον κήπο εδώ κ' εκεί και φαινότανε ότι ήθελε σ' αυτές τις τελευταίες του στιγμές να μαζέψη στην ψυχή του όλη τη δυσθυμία των αναμνήσεων.
Τα παιδιά δεν τον άφιναν πολύ σε ησυχία, τον ακολουθούσαν, επηδούσαν επάνω του, και του διηγούντο ότι, όταν περάση η αυριανή ημέρα και έπειτα η μεθαυριανή και ακόμη μια μέρα, θα έπαιρναν από την Καρολίνα τα δώρα των Χριστουγέννων, και του διηγούντο τα θαύματα που έπλαττε η μικρά τους φαντασία. «Αύριο! εφώναξε, και έπειτα μεθαύριο και έπειτα μια ημέρα ακόμη» και τα αγκάλιασε όλα τρυφερά. Και εκεί που έφευγε το πιο μικρό ήθελε ακόμη να του πη κάτι στο αυτί. Του εμπιστεύθηκε πως όλα τα μεγαλύτερά του αδέλφια είχαν γράψει ωραίες ευχές για τον καινούριο χρόνο — τόσο μεγάλες! — μια για τον μπαμπά, μια για τον Αλβέρτο και την Καρολίνα, και μια άλλη για τον κύριο Βέρθερο· θα της έδιναν την πρωτοχρονιά το πρωί-πρωί.
Σ' αυτές τις λέξεις αισθάνθηκε τον εαυτό του νικημένο από συγκίνηση· έδωκε σε κάθε παιδί κάτι τι, ανέβηκε στο άλογό του, άφησε χαιρετίσματα στο γέρο και έφυγε με δάκρυα στα μάτια.
Κατά τις πέντε ήρθε στο σπίτι και είπε στην υπηρέτρια να κυττάξη τη φωτιά και να την διατηρήση έως την νύκτα. Στον υπηρέτη είπε να βάλη εις το κάτω μέρος του μπαούλου βιβλία και ασπρόρρουχα και να περιτυλίξη τα φορέματά του. Τότε έγραψε πιθανώς την ακόλουθη περικοπή του τελευταίου γράμματος προς την Καρολίνα:
«Συ δεν με περιμένεις! νομίζεις πως θα υπάκουα και μόλις την παραμονή των Χριστουγέννων να σε ξαναϊδώ. Ω Καρολίνα, ή σήμερα ή ποτέ! Την παραμονή των Χριστουγέννων θα κρατής τούτο το χαρτί στο χέρι σου, θα τρέμης και θα το βρέχης με τα γλυκά σου δάκρυα. Θέλω, . . . πρέπει! . . . = Ω ευχαριστούμαι που έλαβα την απόφαση».
Η Καρολίνα εν τούτοις είχε πέσει σε παράξενη κατάσταση. Έπειτα από τον τελευταίο της διάλογο με τον Βέρθερο, κατάλαβε πόσο δύσκολο θα της ήτο ν' αποχωρισθή απ' αυτόν, και τι θα υπέφερεν εκείνος αν απομακρυνότανε απ' αυτήν.
Είχε πη μπρος στον Αλβέρτο κατά τύχην ότι ο Βέρθερος δεν θα ερχότανε προ της παραμονής των Χριστουγέννων και ο Αλβέρτος επήγε έφιππος σ' ένα υπάλληλο των περιχώρων, οπού είχε να τελειώση υποθέσεις, και οπού έπρεπε να μείνη την νύκτα.
Η Καρολίνα καθότανε μόνη, κανένα από τα αδέλφια της δεν ήταν κοντά της, παρεδόθηκε σε σκέψεις, που ήσυχες περιεπλανώντο στις σχέσεις της. Έβλεπε λοιπόν τον εαυτόν της δεμένο για πάντα με τον άνδρα, του οποίου εγνώριζε την αγάπη και την πίστη, στον οποίον ήτανε αφωσιωμένη με την καρδιά της, του οποίου η ησυχία, του οποίου η πίστη εφαίνετο ότι ωρίσθηκε επίτηδες από τον ουρανό για να θεμελιώση στην ευτυχία της ζωής της μιαν αγαθή γυναίκα· αισθανότανε τι θα ήταν αυτός πάντοτε σ' αυτήν και τα παιδιά της. Αλλά, από το άλλο μέρος, της είχε γίνει ο Βέρθερος τόσο προσφιλής, ευθύς από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας των είχε φανή τόσον ωραία η συμφωνία των ψυχών τους· πολύχρονη, συχνή μ' αυτόν συναναστροφή, τόσες καταστάσεις τις οποίες μαζί επέρασαν, όλ' αυτά της είχον προξενήσει μίαν ανεξάλειπτη εντύπωση στην καρδιά της. Κάθε τι, που ενδιαφερότανε και εσκέπτετο, ήταν συνειθησμένη, να το μοιράζεται μαζί του και η απομάκρηνσή του απειλούσε να ανοίξη ένα χάσμα που θα ήταν αδύνατο ν' αναπληρωθή. Ω, αν μπορούσε στη στιγμή να τον κάνη αδελφό της! πόσο ευτυχισμένη θα ήτανε! Αν μπορούσε να τον παντρέψη με μία από τις φίλες της, αν μπορούσε να ελπίζη ν' αποκαταστήση εντελώς πάλι τη σχέση του προς τον Αλβέρτο!
Εσκέφθηκε με τη σειρά όλες τις φιλενάδες της, και σε κάθε μία εύρισκε ένα ελάττωμα· δεν εύρισκε καμμιά στην οποία να μπορούσε να τον παραχωρήση.
Από όλες αυτές τις σκέψεις της εκατάλαβε βαθειά, χωρίς και αυτή να το καταλάβη καλά, ότι η κρυφή της καρδιάς της επιθυμία ήτανε να τον κρατήση για τον εαυτόν της· και όμως έλεγε μέσα της ότι δεν μπορούσε, ότι δεν έπρεπε να τον κρατήση· η καθαρή της, ωραία ελαφριά και εύστοργη ψυχή της αισθανόταν την πίεση της μελαγχολίας, στην οποία η ελπίς της ευτυχίας ήτον αποκλεισμένη. Η καρδιά της ήτον πλακωμένη και σκοτεινό σύννεφο βρισκότανε μπρος στα μάτια της.
Ήταν εξήμισυ η ώρα όταν άκουσε τον Βέρθερο ν' ανεβαίνη τη σκάλα και αμέσως ανεγνώρισε το βήμα του, τη φωνή του να ρωτά για κείνη. Πόσο κτυπούσε η καρδιά της και, μπορούμε σχεδόν να πούμε, για πρώτη φορά κατά τον ερχομό του! Από μέρους της ευχαρίστως θα διέταζε να του πουν πως δεν ήτο εκεί, και όταν μπήκε του εφώναξε με είδος ζωηρής ταραχής: — Δεν εφυλάξετε το λόγο σας. Δεν υποσχέθηκα τίποτε, ήτον η απόκρισή του. — Έπρεπε τουλάχιστον να υπακούσετε στην παράκλησή μου, είπεν εκείνη· σας παρεκάλεσα για την ησυχία και των δυο μας.
Όλη η δύναμη αυτών των λόγων τον εκυρίεψε τον δυστυχισμένο. Εγονάτισε εντελώς απελπισμένος μπρος στην Καρολίνα, έδραξε τα χέρια της, τα επίεσε στα μάτια του, προς το μέτωπό του, και προαίσθημα του φοβερού του σκοπού εφαίνετο πως διαπέρασε την ψυχή της Καρολίνας. Η αισθήσεις της καταταράχθηκαν, έσφιγγε τα χέρια του, τα έσφιγγε στο στήθος της, έγειρε με μελαγχολικό πάθος προς αυτόν και τα θερμά μάγουλά τους πλησίασαν. Ο κόσμος χανότανε γι' αυτούς. Την αγκάλιασε, την έσφιξε στο στήθος του και εσκέπασε τα τρέμοντα, τα ψιθυρίζοντα χείλη της με μανιώδη φιλήματα. — Βέρθερε, εφώναξε με πνιγμένη φωνή μακραίνοντας εκείνη. Βέρθερε! και με το χέρι της το αδύνατο τραβιώταν από το στήθος του. — Βέρθερε, ξαναφώναξε με τον επιβλητικό τόνο του ποιο ευγενικού αισθήματος.
Αυτός δεν αντιστάθηκε, την άφησε από τους βραχίονάς του και έπεσε αναίσθητος μπροστά της. Αυτή έφυγε βιαστικά παραδομένη σε μια λυπηρή ταραχή, τρέμοντας μαζί από αγάπη και οργή, «Είναι η τελευταία φορά. Βέρθερε! είπε. Δεν θα με ξαναϊδήτε». Και με βλέμμα γεμάτο αγάπη προς τον δυστυχισμένο έτρεξε στο διπλανό δωμάτιο και κλείστηκε κει μέσα. Ο Βέρθερος ετέντωνε προς αυτήν τα χέρια, δεν τολμούσε να την εμποδίση. Ήταν ξαπλωμένος κατά γης με το κεφάλι επάνω στον καναπέ και έμεινε σ' αυτή τη θέση περισσότερο από μισή ώρα, έως ότου ένας θόρυβος τον έφερε στον εαυτό του. Ήταν η υπηρέτρια, που ήρθε να στρώση το τραπέζι. Ο Βέρθερος επήγαινε στο δωμάτιο δω κ' εκεί και, όταν έμεινε μόνος, πάλι επήγε στην πόρτα της κάμαρας και φώναξε με σιγανή φωνή: «Καρολίνα! Καρολίνα! μόνο μια λέξη ακόμη! ένα αποχαιρετισμό!» Αυτή σιωπούσε. Εκείνος περίμενε και παρεκάλει και ξαναπερίμενε· τέλος αποσπάσθηκε από τη θέση του και εφώναξε: «Χαίρε! Καρολίνα! χαίρε για πάντα! »
Έφθασε στην πόλη της πόλεως. Οι φύλακες, που τον είχαν πια συνηθίσει, τον άφηναν να περάση χωρίς να πουν τίποτε. Έπεφτε χιονόνερο και μόλις κατά της ένδεκα εκτύπησε πάλι την πόρτα. Ο υπηρέτης παρατήρησε, όταν ο Βέρθερος ήλθε στο σπίτι του, ότι του έλειπε το καπέλλο. Δεν ετόλμησε να του πη τίποτε, τον έγδυσε ήταν όλος βρεγμένος. Έπειτα βρήκαν το καπέλλο του επάνω σ' ένα βράχο που βλέπει στην κατωφέρεια του λόφου κατά την κοιλάδα και είνε ακατανόητο πώς ανέβηκε εκεί τη σκοτεινή και βροχερή νύκτα χωρίς να πέση.
Έπεσε στο κρεββάτι του και κοιμήθηκε πολύ. Ο υπηρέτης τον βρήκε να γράφη όταν το πρωί στο κάλεσμά του τού έφερε τον καφέ. Επρόσθεσε αυτά εις το γράμμα της Καρολίνας:
«Για τελευταία φορά, για τελευταία φορά ανοίγω αυτά τα μάτια. Αχ! δεν θα δουν πια τον ήλιο. Θολερή, συννεφιασμένη ημέρα τον κρατεί σκεπασμένο και ο ουρανός είναι σκοτεινός. Έτσι έχε πένθος, φύσις· το παιδί σου, ο φίλος σου, ο εραστής σου πλησιάζει στο τέλος του. Ω Καρολίνα! Είναι μοναδικό αίσθημα και όμως μοιάζει πολύ με αμυδρό όνειρο, που βρίσκω όταν λέγω: «Αυτό είναι το τελευταίο μου πρωί. Το τελευταίο!» Καρολίνα, δεν καταλαβαίνω καθόλου τη λέξη τελευταίο. Δεν είμαι τώρα σ' όλη μου τη δύναμη; και αύριο θα είμαι ξαπλωμένος στη γη χωρίς αυτή. Να πεθάνω! Τι θα πη αυτό; Λες, ονειρευόμαστε όταν μιλάμε για τον θάνατο. Είδα πολλούς ανθρώπους να πεθαίνουν. Αλλά είνε τόσον περιορισμένη η ανθρωπότης, ώστε δεν έχει καμμία αίσθηση για την αρχή και το τέλος της υπάρξεώς της. Τώρα ακόμη ανήκω σε σένα, αγαπημένη μου! και σε μια μόνη στιγμή — χωρισμένοι, χαμένοι ο ένας για τον άλλον . . . Όχι, Καρολίνα, όχι! Πώς μπορώ να εκλείψω; . . . ή πώς μπορείς να χαθής; αφού τώρα υπάρχομε! . . . Να εκλείψω . . . Τι θα πη αυτό; Είναι πάλι μια λέξη! ένας ήχος χωρίς σημασία! δεν λέει τίποτε στην ψυχή μου! . . . Νεκρός, Καρολίνα, καταχωμένος στην κρύα γη, τόσο στενά! τόσο σκοτεινά! Είχα μια φίλη, που ήτανε το παν για μένα στην λησμονημένη νεότητά μου· αυτή πέθανε και εγώ ακολούθησα το λείψανό της και στεκόμουνα στον τάφο, όταν κατέβαζαν το φέρετρο, και τα σχοινιά έτριζαν, εχαλαρώνοντο και ανεσύροντο· όταν έπειτα έπεφτε η φτυαριά, το χώμα και το πένθιμο φέρετρο έδινε ένα σιγανό ήχο που γινότανε ολοένα σιγανώτερος ως ότου στο τέλος σκεπάστηκε εντελώς. Ερρίχτηκα δίπλα στον τάφο! κατάπληκτος, ταραγμένος, στενοχωρημένος, με καταξεσχισμένη καρδιά, αλλά δεν ήξερα τι μου συνέβηκε τι θα μου συμβή. — Θάνατος! τάφος! δεν καταλαβαίνω αυτές τις λέξεις! Ω, συγχώρησέ με! συγχώρησέ με! Χθες θα ήτο η τελευταία στιγμή της ζωής μου! Ω άγγελε! Για πρώτη φορά χωρίς αμφιβολία αισθάνθηκα αυτό το ηδονικό αίσθημα να καταφλέγη όλη μου την ύπαρξη. «Μ' αγαπά: μ' αγαπά!» Καίει ακόμη στα χείλη μου η ιερά φωτιά που έρρευσε χείμαρρος από τα δικά σου· νέα θερμή ηδονή είναι στην καρδιά μου. Συγχώρησέ με! συγχώρησέ με!
Αχ, ήξερα πως με αγαπούσες, το ήξερα από αυτό το πρώτ' αντίκρυσμα του γλυκού σου βλέμματος, από την πρώτη πίεση του χεριού σου· αλλ' όμως όταν πάλι ήμουν μακριά σου, όταν έβλεπα τον Αλβέρτο στο πλευρό σου, έπεφτα πάλι στη θλίψη και στον πυρετό της αμφιβολίας.
»Θυμάμαι τα λουλούδια που μου έστειλες όταν δεν μπόρεσες στην άθλια εκείνη συναναστροφή να μου πης μια λέξη, ούτε καν να μου προσφέρης το χέρι;
»Ω! τη μισή νύκτα ήμουνα γονατισμένος μπρος σ' αυτά και μου επεσφράγισαν την αγάπη σου. Όμως αχ! αυτές η εντυπώσεις πέρασαν, καθώς φεύγει λίγο λίγο από την ψυχή του πιστού το αίσθημα της χάριτος του Θεού του, που χορηγήθηκε εις όλο το ουράνιο στερέωμά του στα θεία ορατά σημεία
»Όλ' αυτά είναι τα φθαρτά, αλλ' ούτε αυτή η αιωνιότης θα αφήση τη φλογερή ζωή, που απήλαυσα χθες στα χείλη σου, που την αισθάνομαι μέσα μου! Με αγαπά! Αυτό το μπράτσο την αγκάλιασε, αυτά τα χείλη έτρεμαν πάνω στα χείλη της, αυτό το στόμα εψέλλισε στο δικό της: «Είσαι δική μου! Είσαι δική μου! ναι, Καρολίνα για πάντα».
»Και τι σημαίνει πως ο Αλβέρτος είναι σύζυγός σου; Σύζυγος! Αυτό λοιπόν θα ήτανε γι' αυτό τον κόσμο — ναι γι' αυτόν τον κόσμο — αμαρτία ότι σε αγαπώ, ότι επιθυμούσα από τα χέρια του να σε αποσπάσω στα δικά μου. Αμαρτία; Καλά και τιμωρώ τον εαυτό μου γι' αυτό· την εδοκίμασα με όλη της την ουρανία ηδονή αυτή την αμαρτία, βάλσαμο ζωής και δύναμη ερρόφησα στην καρδιά μου. Απ' αυτή τη στιγμή είσαι δική μου, δική μου, Καρολίνα! Πηγαίνω πρώτος! πηγαίνω στον πατέρα μου και στον πατέρα σου. Σ' αυτόν θα παραπονεθώ και αυτός θα με παρηγορήση, έως ότου έλθης, και θα πετάξω να σε προϋπαντήσω, να σε δράξω και θα μένω κοντά σου, μπρος στο πρόσωπο του απείρου, σ' ένα αιώνιον εναγκαλιασμό.
«Δεν ονειρεύομαι, δεν παραληρώ. Κοντά στο τάφο βλέπω πιο καθαρά! Θα είμαστε μαζί! θα ξαναϊδωθούμε! Θα ιδώ τη μητέρα σου! Ναι! Θα την ιδώ, θα την εύρω! Α! μπρος της θ' ανοίξω όλη μου την καρδιά: Τη μητέρα σου, το ομοίωμά σου».
Κατά τις ένδεκα ερώτησε ο Βέρθερος τον υπηρέτη του, μήπως επέστρεψεν ο Αλβέρτος. Ο υπηρέτης είπε «ναι»· είδε το άλογό του να το ξαναφέρνουν κει πέρα. Έπειτα του έδωκε ο κύριός του ένα ανοικτό γραμματάκι που έγραφε:
«Θα έχετε την καλωσύνη 'να με δανείσετε τα πιστόλια σας για ένα ταξείδι που σκοπεύω να κάμω; Υγιαίνετε!»
«Η καϋμένη η Καρολίνα λίγο κοιμήθηκε αυτή τη νύχτα· εκείνο που τόσο πολύ εφοβείτο είχε συντελεσθή και κατά τρόπον απροσδόκητο και απρόβλεπτο. Το αίμα της που συνήθως έρρεε τόσον ήρεμα και ομαλά, ευρίσκετο σε ταραχή πυρετού· τα πλέον αντίθετα αισθήματα ανεστάτωναν την ευγενική της καρδιά! Να ήταν η φωτιά του εναγκαλισμού του Βερθέρου που την αισθανότουν να καίη το στήθος της; να ήταν ο θυμός που της προκαλούσε η τόλμη του ή μάλλον η δυσαρέσκεια που αισθανότουν συγκρίνοντας τη τωρινή της κατάσταση προς εκείνες τις ημέρες μιας ηρεμικής αγνότητος και εμπιστοσύνης προς τον εαυτόν της, απαλλαγμένη από κάθε εξαναγκασμό και από κάθε ανησυχία; πώς θα παρουσιαζότουν μπροστά στον άντρα της; πώς θα του ωμολογούσε μια σκηνή, που μολαταύτα δεν τολμούσε να το εξομολογηθή στον εαυτό της; Είχαν τόσον καιρό σιωπήσει μεταξύ των και αυτή θα ήτο η πρώτη που θα έκοβε τη σιωπή και σε τόσο ακατάλληλον καιρό θα έκανε μια τόσο απροσδόκητη αποκάλυψη στο σύζυγό της; Έτσι φοβότανε πως μόνη η είδηση για την επίσκεψη του Βερθέρου θα του έκανε δυσάρεστη εντύπωση, και τώρα μάλιστα αυτή η απροσδόκητη καταστροφή! Μπορούσε να ελπίζη πως ο σύζυγός της θα την έβλεπε με την αληθινή της όψη; θα την εδέχετο χωρίς καμμιά προκατάληψη; και θα επιθυμούσε να διαβάση εκείνος στην ψυχή της; Και όμως, πάλι, μπορούσε να προσποιηθή μπροστά στον άντρα της, εμπρός τον οποίον πάντοτε σαν κρύσταλλο ήτανε ανοικτή και ελεύθερη και εις στον οποίον ποτέ δεν έκρυψε κανένα αίσθημά της, ούτε μπορούσε ν' αποκρύψη; Και το ένα και το άλλο της έδινε φροντίδες και την έβαζε σε στενοχώρια· και πάντοτε γύριζαν η σκέψεις της πάλι προς τον Βέρθερο, ο οποίος ήτανε γι' αυτήν χαμένος, τον οποίον, δεν μπορούσε ν' αφήση στον εαυτό του και εις τον οποίον, αν την έχανε, δεν έμενε τίποτε πια.
Πόσο βαρειά τώρα έφταιξε αυτή για το σκάνδαλο, που μεταξύ των δύο ανδρών είχε κατασταθή πράγμα που δεν μπορούσε τη στιγμή εκείνη να εξηγήση! Τόσο φρόνιμοι, τόσο καλοί άνθρωποι άρχισαν για μερικές μυστικές διαφορές να σιωπούν μεταξύ τους· κάθε ένας εσκέπτετο για το δίκηο του και το άδικο του άλλου, και η σχέσεις τόσο πολύ επεριπλέκοντο και παρωξύνοντο, ώστε έγεινε αδύνατο να λυθή ο δεσμός ίσα ίσα εις την κρίσιμο στιγμή, από την οποίαν το παν εξηρτάτο. Αν ευτυχισμένη οικειότης τους έφερε πάλι εγκαίρως κοντά, αν αγάπη και επιείκεια εγεννώντο μεταξύ τους και άνοιγαν τις καρδιές τους, ίσως θα μπορούσε ακόμη να σωθή ο φίλος μας.
Υπήρχεν ακόμη και ένα παράδοξο περιστατικό. Ο Βέρθερος καθώς ξέρομε από τα γράμματά του, ποτέ του δεν το έκρυβε πως ποθούσε να αφήση τον κόσμο. Ο Αλβέρτος συχνά τον είχε πολεμήσει και πολλές φορές έγεινε λόγος γι' αυτό μεταξύ της Καρολίνας και του συζύγου της. Αυτός, επειδή αισθανόταν φανερή αντιπάθεια προς την πράξη, συχνά με είδος αγανακτήσεως, που ήταν εντελώς ξένη στο χαρακτήρα του, είχε δώσει να εννοήση ότι είχε αιτίες ν' αμφιβάλλη πολύ για την αλήθεια μιας τέτοιας πρόθεσης· είχε κάμει μερικές αστειότητες γι' αυτό και είχε εκφράσει τη δυσπιστία του στην Καρολίνα. Αυτό την καθησύχαζε αφ' ενός, όταν η σκέψεις της τής παρουσίαζαν τη λυπηρή εικόνα, αλλ' αφ' ετέρου αισθανόταν τον εαυτό της εμποδισμένο ν' ανακοινώση στο σύζυγό της τους φόβους που εκείνη τη στιγμή την βασάνιζαν.
Ο Αλβέρτος εγύρισε και η Καρολίνα επήγε να τον υποδεχθή με στενόχωρη σπουδή· δεν ήταν φαιδρός, η υπόθεσή του δεν ήταν τελειωμένη, είχε εύρει τον γείτονα έπαρχο άκαμπτο και μικρόμυαλο άνθρωπο. Κι' ο κακός δρόμος ακόμη τον είχε κάνει δύσθυμο.