Part 7
Διά μιας όλα μέσα μου μεταβάλλονται. Κάποτε φαίνεται ότι θα ρίξη πάλι φως ένα χαρούμενο βλέμμα της ζωής, αχ! μόνο για μια στιγμή! — Όταν έτσι χάνωμαι σε όνειρα δεν δύναμαι ν' απομακρυνθώ απ' αυτή τη σκέψη: τι θα εγίνετο, αν ο Αλβέρτος πέθαινε; Θα εγίνετο! ναι, αυτή θα εγίνετο — και τότε ακολουθώ το φάντασμα, έως ότου με φέρη εις αβύσσους, προ των οποίων τρέμοντας οπισθοχωρώ.
Όταν εξέρχωμαι διά της πύλης στο δρόμο, που για πρώτη φορά επέρασα με άμαξα, για να πάρω την Καρολίναν εις τον χορό, πόσον αυτά ήσαν όλως διαφορετικά! Όλα, όλα παρήλθαν! Κανέν σημείον του παρελθόντος κόσμου, κανένας παλμός του τότε αισθήματός μου. Αισθάνομαι ό,τι θα αισθανόταν ένας που θα ξαναγύριζε στο κατακαμμένο, το κατεστραμμένο φρούριο, που κάποτε ένας ακμαίος ηγεμών το οικοδόμησε, και το εστόλισε με όλα τα δώρα της πολυτελείας και πεθαίνοντας το άφησε μαζί με πλήθος ελπίδες στον αγαπητόν του γυιό.
3 Σεπτεμβρίου.
Κάποτε δεν εννοώ πώς δύναται να την αγαπήση άλλος, πώς τολμά, όταν εγώ ολότελα μόνος, τόσον ενδόμυχα, τόσον εγκάρδια,, την αγαπώ· τίποτε άλλο δεν γνωρίζω, τίποτε δεν ηξεύρω, δεν έχω παρά αυτήν!
4 Σεπτεμβρίου.
Ναι, έτσι είναι! Καθώς η φύσις κλίνει προς το φθινόπωρον, γίνεται φθινόπωρον μέσα μου και γύρω μου. Τα φύλλα μου κιτρινίζουν, και τώρα τα φύλλα των πλησίον δένδρων έπεσαν. Δεν σου έγραψα μια φορά για ένα παλληκάρι του χωριού, ευθύς ως ήλθα εδώ; Τώρα ερώτησα πάλιν γι' αυτόν εις το Βαλάιμ· μου είπαν πως εδιώχθηκε από την υπηρεσίαν, και όλοι υποκρίνοντο ότι δεν ήξευραν τίποτε περισσότερο γι' αυτόν. Χθες τον συνήντησα κατά τύχην εις τον δρόμον ενός άλλου χωριού· του μίλησα, και μου διηγήθη την ιστορίαν του, η οποία διπλά και τριπλά μ' εσυγκίνησε, όπως εύκολα θα εννοήσης αν σου την διηγηθώ πάλιν. Όμως προς τι όλ' αυτά; γιατί δεν κρατώ για τον εαυτό μου ό,τι με στενοχωρεί και με λυπεί; γιατί να σε ταράξω προσέτι; γιατί σου δίδω πάντα αφορμήν να με οικτείρης και να μ' επικρίνης; Έστω, και τούτο ας είναι της τύχης μου!
Με σιγηλή θλίψη, εις την οποίαν μου εφάνη ότι διέκρινα κάτι το περίφοβο, μου απεκρίθη ο άνθρωπος στην αρχή στας ερωτήσεις μου· αλλά μετ' ολίγον πιο ανοιχτά, ως να ανεγνώρισεν έξαφνα, τον εαυτόν μου και εμέ, μου ωμολόγησε τα σφάλματά του, μου παρεπονέθη για την δυστυχία του. Αν μπορούσα, φίλε μου, να υποβάλω στην κρίση σου κάθε του λέξη! Ωμολόγησε, ναι, διηγήθη με κάποιαν ευχαρίστηση και ευτυχία της αναμνήσεως, ότι το πάθος προς την κυρία του κάθε μέρα αύξανε μέσα του, ότι επί τέλους δεν ήξευρε τι να κάμη, πώς να εκφρασθή, πού να βάλη το κεφάλι του. Δεν ηδύνατο μήτε να τρώγη, μήτε να πίνη, μήτε να κοιμάται του εστέκετο στο λαιμό· έκαμνε ό,τι δεν έπρεπε να κάμη· ό,τι του παρήγγελαν το ελησμονούσε, ήτον ως να παρηκολουθείτο από ένα κακόν δαίμονα· έως ότου μιαν ημέρα, ότε ήξευρε πως εκείνη ήτον εις έν δωμάτιον του επάνω πατώματος, επήγε προς αυτήν, ή μάλλον ετραβήχθη προς αυτήν. Επειδή δε εκείνη δεν έδιδε ακρόαση εις τις παρακλήσεις του, ηθέλησε να την πιάση διά της βίας· δεν ήξευρε πώς του συνέβη, και επικαλείται τον θεόν πως οι σκοποί του υπήρξαν πάντοτε τίμιοι, και ότι τίποτε ζωηρότερα δεν εποθούσε παρά να τον πάρη και με αυτόν να περάση την ζωήν της. Αφού εμίλησε κάμποσο άρχισε να διακόπτεται, καθώς ένας ο οποίος έχει να πη κάτι ακόμη και δεν τολμά να το εκφράση· τέλος μου ωμολόγησε, με συστολήν και φόβον, ποίας μικράς οικειότητας του επέτρεπε και τι προσέγγιση του εσυγχώρει. Διεκόπη δύο τρεις φορές, και επανέλαβε τις ζωηρότερες διαμαρτυρήσεις, πως δεν το λέγει για την κατηγορήση, πως την αγαπούσε και την εξετίμα, καθώς και προτήτερα, πως αυτό δεν εβγήκε ποτέ από το στόμα του, και πως μου το λέγει μόνο για να με πείση ότι δεν ήτο ποσώς διεστραμμένος και ανόητος άνθρωπος. — Και εδώ, φίλτατέ μου, αρχίζω πάλι το παλαιό μου τραγούδι, που αιωνίως θα τραγουδώ· αν ηδυνάμην να σου παραστήσω τον άνθρωπον, πώς εστέκετο μπροστά μου, πώς τον θυμούμαι ακόμα έτσι μπροστά μου! Είθε να μπορούσα να σου πω το παν ακριβώς, για να αισθανόσουν πως συμμετέχω στην τύχη του, πως πρέπει να συμμετέχω. Αλλ' αρκεί! Επειδή γνωρίζεις και την ιδικήν μου τύχην, επειδή γνωρίζεις και εμέ, ξεύρεις πολύ καλά τι με ελκύει προς όλους τους δυστυχείς, τι ιδίως προς αυτόν τον δυστυχή.
Ξαναδιαβάζοντας το γράμμα, βλέπω ότι ελησμόνησα να διηγηθώ το τέλος της ιστορίας, που όμως εύκολα εννοείται. Αυτή του αντέστη, ήλθεν ο αδελφός της, ο οποίος προ πολλού ήδη τον εμίσει, ο οποίος προ πολλού ήδη επιθυμούσε να τον ιδή έξω από το σπίτι, γιατί εφοβείτο ότι με ένα νέο γάμο της αδελφής του ήθελαν αποστερηθή τα παιδιά του της κληρονομιάς, η οποία τώρα που αυτή είναι άτεκνη τους παρέχει ωραίες ελπίδες· αυτός τον έδιωξε παρευθύς, και τέτοιο θόρυβο έκαμε, ώστε η γυναίκα, και αν ήθελε, δεν θα ηδύνατο να τον δεχθή πάλιν. Τώρα επήρε πάλι άλλον δούλον· και γι' αυτόν λέγουν ότι τα εχάλασε με τον αδελφό της, και αποφαίνονται ως βέβαιον ότι θα τον νυμφευθή· αλλ' εγώ, επρόσθεσε επί τέλους, έχω στερεάν απόφαση να μη επιζήσω εις τούτο.
Ό,τι σου διηγούμαι δεν είναι υπερβολικόν, ουδέ καλλωπισμένον· μάλιστα μπορώ να πω ότι αδύνατα το διηγήθηκα και το έκαμα άκομψο γράφοντάς το με τις συνετισμένες ηθικές λέξεις μας.
Αυτή η αγάπη, αυτή η πίστις, αυτό το πάθος δεν είναι λοιπόν ποιητική εύρεσις. Αυτή ζη, είναι εις την μεγίστην της αγνότητα εις την τάξη των ανθρώπων, τους οποίους ονομάζομεν αμορφώτους, τους οποίους ονομάζομεν βαρβάρους. Εμείς οι μορφωμένοι — σε τίποτα μορφωμένοι! Ανάγνωσε την ιστορίαν με ευλάβειαν, σε παρακαλώ. Σήμερα είμαι ήσυχος, γράφοντάς την· καταλαβαίνεις από το γράψιμό μου ότι δεν είναι ορνιθοσκαλίσματα, πιτσιλίσματα σαν άλλοτε. Ανάγνωσε, αγαπητέ μου, και συλλογίσου ότι αυτή είναι η ιστορία του φίλου σου. Ναι, έτσι μου συνέβη, έτσι θα μου συμβή, και δεν είμαι ουδέ στο μισό καν γενναίος, ουδέ στο μισό αποφασιστικός, απ' ό,τι ο πτωχός δυστυχής, με τον οποίον σχεδόν δεν τολμώ να συγκρίνω τον εαυτό μου.
5 Σεπτεμβρίου.
Είχε γράψει ένα γραμματάκι για να το στείλη εις τον άνδρα της εις την επαρχίαν, όπου έμεινε για υποθέσεις. Άρχιζεν έτσι: Αγαπητέ μου, φίλτατε, έλα όσον δυνηθής γρηγορώτερα, σε περιμένω με χίλιες χαρές. — Ένας φίλος, που ήλθεν εκείθεν, έφερε την είδησιν, ότι εξ αιτίας κάποιων περιστάσεων δεν θα επιστρέψη τόσο γρήγορα· το γραμματάκι έμεινεν εκεί και μου έπεσε το βράδυ στα χέρια. Το εδιάβασα κ' εχαμογέλασα· αυτή ρώτησε: γιατί; — Τι θείον δώρον είναι η φαντασία! ανεφώνησα· ηδυνήθην να φαντασθώ για μια στιγμή πώς είχε γραφή για εμέ. Αυτή εσιώπησεν, εφάνη ότι δεν της άρεσε και εγώ εσιώπησα.
6 Σεπτεμβρίου.
Μου ήτο πολύ δύσκολον ν' αποφασίσω, ν' αφήσω το γαλάζιο απλούν επανωφόρι μου, με το οποίον κατά πρώτην φοράν εχόρευσα με την Καρολίναν· επί τέλους όμως εχάλασα πάρα πολύ. Γι' αυτό παράγγειλα και μου έκαμαν ένα άλλο, απαράλλακτο σαν το πρώτο, με γιακά και πέττο, και πάλι το ίδιο κίτρινο γελέκο και πανταλόνι.
Δεν έχει όμως καθ' όλα το αυτό αποτέλεσμα. Δεν ηξεύρω — Νομίζω ότι με τον καιρόν θα μου γείνη και αυτό αγαπητότερο.
12 Σεπτεμβρίου.
Είχεν αναχωρήσει για μερικές ημέρες, για να πάρη τον Αλβέρτον. Σήμερα εμπήκα εις το δωμάτιόν της, με προϋπάντησε, και της εφίλησα το χέρι με χίλιες χαρές.
Ένα καναρίνι επέταξεν από τον καθρέπτην εις τον ώμον της. Νέος φίλος! είπε, και το εμάβλισε στο χέρι της· είναι προωρισμένο για τα μικρά του. Είναι πάρα πολύ αγαπητόν! Ιδέτε το! Όταν του δίδω ψωμί, κτυπά τα πτερά του, και τσιμπά τόσο νόστιμα. Με φιλεί κιόλα. Ιδέτε!
Όταν επρόσφερεν εις το μικρόν ζώον το στόμα της, αυτό εκόλλησε με τόσην χάριν εις τα γλυκά της χείλη, ωσάν να αισθάνετο την ευδαιμονίαν που απήλαυε.
— Θα σας φιλήση και σας, είπε, και διεύθυνε το πτηνόν προς εμέ. Το ράμφος εφέρθη από το στόμα της εις το ιδικόν μου, και το τσίμπημά του ήτον ως πνοή, προαίσθησις ερασμίας αποφάνσεως.
— Το φίλημά του, είπα δεν είναι όλως δίχως επιθυμία· ζητεί τροφήν, και επιστρέφει ουχί ικανοποιημένον από το άδειο το φίλημα.
— Τρώγει και από το στόμα μου, είπε. Του επρόσφερε μερικά ψίχουλα με τα χείλη της, από τα οποία εμειδιούσαν η τέρψεις αθώας συμπαθούσης αγάπης με ζεστήν ηδονή.
Απέστρεψα το πρόσωπον. Δεν έπρεπε να το κάμη αυτό! δεν έπρεπε να ερεθίση την φαντασία μου με αυτές τις εικόνες ουρανίας αθωότητος και ευδαιμονίας, ουδέ να εξυπνήση την καρδιά μου από τον ύπνο, εις τον οποίον αποκοιμίζει ενίοτε η αδιαφορία της ζωής! Και γιατί όχι; Εμπιστεύετε εις εμέ τόσον; ξέρει πόσον την αγαπώ!
15 Σεπτεμβρίου.
Είναι να τρελλαθή κανείς, Γουλιέλμε, όταν σκεφθή πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν αισθάνονται εκείνο καν το λίγο το οποίον έχει αξίαν τινά επί της γης. Γνωρίζεις τις καρυδιές κάτωθεν των οποίων εκαθόμουν με την Καρολίναν εις την οικίαν του αγαθού ιερέως του Σ . . . τις λαμπρές καρυδιές που ο Θεός το ξεύρει, μου έδιναν πάντα την πιο μεγάλη ψυχική ευχαρίστηση! Πόσον αγαπητό έκαμναν το σπίτι του ιερέως, πόσον δροσερό! και πόσο λαμπροί ήσαν οι κλάδοι! και η ανάμνηση μέχρι των αγαθών ιερέων, οι οποίοι προ τόσων ετών τας εφύτευσαν! Ο διδάσκαλος μας ωνόμαζε συχνά το όνομα ενός εξ αυτών, το οποίον είχεν ακούσει από τον πάππον του· λέγεται ότι ήτο καλός άνθρωπος, και η μνήμη του μου ήταν πάντα ιερά κάτω από τα δένδρα. Σου λέγω ότι του διδασκάλου ήλθαν δάκρυα εις τους οφθαλμούς όταν χθες ελέγαμεν ότι απεκόπησαν! Μου έρχεται να τρελλαθώ, μπορούσα να φονεύσω τον σκύλον που έδωκε το πρώτον κτύπημα. Εγώ, που μπορούσα να λυπηθώ κατάκαρδα, αν δύο τέτοια δένδρα ήσαν εις την αυλήν μου, και απέθνησκε το έν απ' αυτά από γηρατειά, εγώ επέπρωτο να γίνω αυτόπτης. Αγαπητέ μου, ένα πράμα με παρηγορεί! Τι είναι το ανθρώπινον αίσθημα! Ολόκληρον το χωριό μουρμουρίζει, και ελπίζω πως η παπαδιά θα το καταλάβη, από τα βούτυρο και τα αυγά και τας λοιπάς ενδείξεις της συμπαθείας, τι πληγήν έκαμε εις τον τόπον της. Γιατί αυτή είναι η γυναίκα του νέου ιερέως (ο παλαιός μας απέθανε και αυτός), έν ισχνόν, φιλάσθενον πλάσμα, η οποία έχει αρκετήν αφορμήν να μη ενδιαφέρεται διόλου για τον κόσμον, γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται γι' αυτήν. Μία τρελλή, η οποία θέλει να φαίνεται σπουδασμένη, ανακατώνεται εις την εξέτασιν των Κανόνων, εργάζεται πάρα πολύ εις την νεωτεριστικήν ηθικοκριτικήν αναμόρφωσιν Χριστιανισμού, και υψώνει τους ώμους της για τις φαντασίες του Λαβάτερ, έχουσα ελεεινήν υγεία, και ένεκα τούτου καμμιάν χαράν επί της γης του Θεού. Ένα τέτοιο μόνον πλάσμα ήτο δυνατόν ν' αποκόψη τις καρυδιές μου. Βλέπεις, δεν συνέρχομαι! Φαντάσου, της φαίνεται ότι από τα πίπτοντα φύλλα λερώνεται και μουχλιάζει η αυλή, τα δένδρα τής παίρνουν το φως της ημέρας, και όταν ωριμάσουν τα καρύδια, ρίπτουν τα παιδιά πέτρες, και τούτο της ερεθίζει τα νεύρα, και την ταράσσει εις τις βαθειές της σκέψεις, όταν εξετάζη και αντιπαραβάλλει τον Κενικότ, Σέμλερ και Μικαέλις. Όταν είδα τους ανθρώπους του χωρίου και ιδίως τους γέροντας, τόσο δυσαρεστημένους, είπα γιατί το υποφέρατε; — Όταν το θέλη ο δήμαρχος, εδώ εις τον τόπον μας, είπαν, τι μπορούμε να κάμωμε; Αλλά για ένα πράγμα ευχαριστήθηκα· ο δήμαρχος και ο ιερεύς, ο οποίος δα και αυτός ήθελε να ωφεληθή από τας ιδιοτροπίας της γυναικός του, που βέβαια δα δεν του κάμνουν τις σούπες παχειές, εσκέφθηκαν να μοιράσουν μεταξύ των· τότε το έμαθαν οι έφοροι και είπαν αυτό δεν γίνεται! γιατί είχεν αξιώσεις παλαιές εις το μέρος του κτήματος του ιερέως, όπου ήσαν τα δένδρα, και αυτοί τα επούλησαν εις τον πλειοδοτήσαντα. Τώρα βρίσκονται τα ξύλα χάμω. Ω, αν ήμουν ηγεμών! ήθελα την παπαδιά, τον δήμαρχο και τους εφόρους . . . ηγεμών! — Ναι, αν ήμουν ηγεμών, τι θα με έμελε για τα δένδρα της χώρας μου!
10 Οκτωβρίου
Και μόνον τα μαύρα της μάτια όταν βλέπω είμαι ευχαριστημένος! Ιδού όμως, εκείνο που με λυπεί, είναι πως ο Αλβέρτος δεν φαίνεται να είναι τόσον ευτυχής, όσον εκείνος — ήλπιζε, όσον εγώ — επίστευα ότι θα είμαι, αν — Δεν αγαπώ να μεταχειρίζωμαι παύλες, αλλ' εδώ δεν δύναμαι να εκφρασθώ αλλοιώς — και νομίζω αρκετά ξάστερα.
12 Οκτωβρίου.
Ο Οσσιανός παρετόπισε στην καρδιά μου τον Όμηρο. Τι κόσμος είναι αυτός, εις τον οποίον με εισάγει ο λαμπρός ποιητής! Να πλανώμαι στο γυμνό τον κάμνο, γύρω μου να βουίζη η θύελλα, που μέσα σε μιαν ομίχλη πυκνών ατμών οδηγεί τα πνεύματα των προγόνων κάτω από το αμυδρόν φως της σελήνης. Να ακούω από τα βουνά, εις την βοήν του χειμάρρου, τον υπόκωφον στεναγμόν των πνευμάτων από τα σπήλαιά των, και τους θανασίμους αλολυγμούς της κόρης που θρηνολογεί κοντά στις τέσσαρες πέτρες που σκεπάζουν τον αγαπητικό της, σκεπασμένες με βρύον και ανθηρή χλόη. Όταν τότε ευρίσκω τον περιπλανώμενον πολιόν ραψωδόν, ο οποίος επάνω στην εκτεταμένην έρημο ζητεί τα ίχνη των πατέρων του, και αλλοίμονο! βρίσκει τα μνήματά των, και τότε θρηνώντας προσβλέπει το αγαπητό αστέρι της εσπέρας, που κρύπτεται εις την κυμαινομένη θάλασσα, και οι χρόνοι του παρελθόντος επανέρχονται ζωηροί εις την ψυχήν του ήρωος, εκείνοι όταν η καλόβολη ακτίνα εφώτιζε τους κινδύνους των ανδρείων, και η σελήνη το καράβι που ξαναγύριζε στεφανομένο, νικηφόρο. Όταν αναγινώσκω τη βαθεία λύπη επάνω στο μέτωπό του, όταν βλέπω τον τελευταίον, εγκαταλελειμένο ήρωα να κινήται αλλοιωμένος εις τον τάφον, και πώς καταπίνει πάντοτε νέες, αλγεινά φλογερές ηδονές αντικρύζοντας την ακίνητη εμφάνιση των σκιών των αποθαμμένων του, και προσβλέπει την κρύα γη, την υψηλήν κυματίζουσα χλόη και αναφωνεί: Ο οδοιπόρος θα έλθη, θα έλθη, με εγνώρισε στην ομορφιά μου, και θα ρωτήση: Πού είναι ο τραγουδιστής, ο έξοχος υιός του Φιγκάλ; Το πόδι του πατεί τον τάφο μου, και αυτός του κάκου ρωτά για μένα πάνω στη γη. — Ω φίλε! επιθυμούσα σαν ευγενής οπλοφόρος να σύρω το ξίφος, να ελευθερώσω διά μιας τον ηγεμόνα μου από τη σπασμωδική βάσανο της αργοσβυνομένης ζωής, και να στείλω προς τον ελευθερωθέντα ημίθεον την ψυχήν μου.
19 Οκτωβρίου.
Αχ, αυτό το κενόν; αυτό το φοβερόν κενόν! που αισθάνομαι εδώ εις το στήθος! — Σκέπτομαι συχνά· αν συ μια φορά μόνο μπορούσες να πιέσης αυτή μου την καρδιά, όλον αυτό το κενόν θα εγέμιζε.
26 Οκτωβρίου
Ναι, αγαπητέ! βεβαιούμαι, ολοένα και περισσότερο βεβαιούμαι ότι από την ύπαρξιν ενός πλάσματος ολίγον εξαρτάται, πολύ ολίγον. Ήλθεν εις της Καρολίνας μία φίλη της, και εγώ μπήκα εις το παρακείμενον δωμάτιον, διά να λάβω ένα βιβλίον· δεν μπορούσα ν' αναγνώσω, και τότε έλαβα μια πέννα για να γράψω. Τας άκουσα να μιλούν σιγά· διηγούντο μεταξύ των ασήμαντα πράγματα, νέα της πόλεως: Πως αυτή πανδρεύεται, πως εκείνη είναι ασθενής, πολύ ασθενής, έχει ξηρό βήχα, τα κόκκαλα φαίνονται εις το πρόσωπόν της και της έρχονται λιποθυμίες· ουδέ λεπτό δεν δίνω για την ζωήν της, έλεγεν η άλλη. Ο Ν.Ν. και αυτός είναι κακά, έλεγεν η Καρολίνα. Είναι πρισμένος, είπεν η άλλη. — Και η ζωηρά μου φαντασία με έφερε στο κρεββάτι αυτών των αθλίων· τους έβλεπα με πόσην αηδίαν έστρεφαν τα νώτα εις την ζωήν, πώς αυτοί — Γουλιέλμε! και τα γυναικάρια ωμιλούσαν περί τούτων, ως ομιλούν δα — περί του ότι ένας ξένος πεθαίνει. — Και όταν παρατηρώ γύρω μου, και κυττάζω το δωμάτιον και τριγύρω μου τα ενδύματα της Καρολίνας και τα χαρτιά του Αλβέρτου, και αυτά τα έπιπλα, προς τα οποία τώρα είμαι τόσον οικείος, και ακόμη προς τούτο το μελανοδοχείον και σκέπτομαι: Ιδές, τι είσαι τώρα εις αυτό το σπίτι! Ολωσδιόλου οικείος. Οι φίλοι σου σε τιμούν! αποτελείς πολλάκις την χαράν των, και φαίνεται εις την καρδιά σου.
Εν τούτοις δεν δύναμαι ν' αρνηθώ εις τον Αλβέρτον την υπόληψίν μου. Η εξωτερική του απάθεια ευρίσκετο σε μεγάλην αντίθεσι προς την ανησυχίαν του χαρακτήρος μου, που δεν δύναται να κρυφθή. Έχει πολύ αίσθημα, και εννοεί τι κειμήλιον είναι η Καρολίνα γι' αυτόν. Φαίνεται, ότι σπανίως δυσθυμεί, και ξεύρεις πως είναι το μόνον αμάρτημα που υπερβολικά το αποστρέφομαι εις τον άνθρωπον.
Με θεωρεί ως άνθρωπον με νουν και η αφοσίωσίς μου εις την Καρολίναν, η αληθινή μου χαρά, που αισθάνομαι εις όλας τας πράξεις της, αυξάνει τον θρίαμβόν του, και την αγαπά τόσον περισσότερον. Αν δε ίσως την βασανίζη ενίοτε με μικρή ζηλοτυπία, τούτο δεν το εξετάζω· εγώ τουλάχιστον αν ήμουν εις την θέσιν του, δεν θα έμενα ασφαλής απ' αυτόν τον διάβολο.
Ας είναι κ' έτσι! η ευχαρίστησίς μου να είμαι πλησίον της Καρολίνας πάει. Μωρίαν να ονομάσω τούτο ή αποτύφλωσιν; — Τι χρειάζονται ονόματα, αφού αυτό το πράγμα μιλή! — Ήξευρα όλα, ότι τώρα ηξεύρω, πριν έλθη ο Αλβέρτος· ήξευρα πως δεν μπορούσα να έχω αξίωσι γι' αυτήν, ούτε είχα καμμίαν — δηλαδή εφόσον είναι δυνατόν, απέναντι τόσου θελγήτρου να μη επιθυμήση κανείς τίποτε — και τώρα ο ανόητος εκπλήττομαι, ότι ο άλλος πράγματι έρχεται και μου παίρνει την κόρη.
Τρίζω τα δόντια μου, και χλευάζω την αθλιότητά μου, και περιφρονώ διπλασίως και τριπλασίως εκείνους που μπορούν και λέγουν: «να το ξεχάσω», αφού δα δεν γίνεται αλλοιώς. — Γλύτωσέ με απ' αυτά τα ξόανα. — Γυρίζω εις τα δάση, και όταν έρχωμαι εις την Καρολίναν και ο Αλβέρτος κάθεται πλησίον της στον κήπο στο κιόσκι και δεν δύναμαι να φύγω, τότε φέρομαι σαν τρελλός και κάμνω χίλιες δυο ανοησίες. — Δι' όνομα του Θεού, μου είπε σήμερον η Καρολίνα, σε παρακαλώ, μη [κάμεις] καμμίαν σκηνήν, σαν εκείνην της χθεσινής βραδειάς. Είσθε φοβερός όταν είσθε έτσι εύθυμος. — Αναμεταξύ μας, καιροφυλακτώ την στιγμήν, όταν αυτός έχει ασχολίες· ω! ευθύς ευρίσκομαι πλησίον της, και είμαι πάντοτε ευχαριστημένος όταν την ευρίσκω μόνην.
8 Αυγούστου
Σε παρακαλώ, αγαπητέ Γουλιέλμε, δεν είχα σε υπ' όψιν όταν απεκάλουν ανυποφόρους τους ανθρώπους που απαιτούν από μας υπομονήν εις άφευκτα κακά. Αληθινά δεν εφανταζόμουν ότι ηδύνασο να είσαι παρομοίας γνώμης. Και κατά βάθος έχεις δίκαιον.
[??? ]ρηση που απέτυχε· τότε το ανυπόφορο βάρος της δυσθυμίας θα μου φαινότανε μισό. Αλλοίμονό μου! Αισθάνομαι πάρα πολύ ζωηρά ότι εγώ είμαι ο μόνος ένοχος, όχι ένοχος! Φτάνει που η πηγή κάθε αθλιότητος, είναι κρυμμένη σε μένα, καθώς άλλοτε ήταν η πηγή κάθε ευδαιμονίας. Δεν είμαι ο ίδιος που άλλοτε πετούσα ψηλά με τα πολλά αισθήματα, που κάθε μου βήμα παρακολουθούσε ένας παράδεισος, που είχα καρδιά ένα ολόκληρο κόσμο με αγάπη να με περιτριγυρίζη; Και αυτή η καρδιά είναι νεκρή· δεν έχει πια ενθουσιασμούς, τα μάτια μου εστέγνωσαν και αι αισθήσεις μου που δεν ευχαριστούνται πια από δάκρυα που δροσίζουν, μου ρυτιδώνουν κακόρεχτα το μέτωπό μου. Υποφέρω πολύ, γιατί έχασα ό,τι ήταν η μόνη ηδονή της ζωής μου· την ιερή ζωοποιό δύναμη, που μ' αυτήν έπλαθα κόσμους γύρω μου· πάει! — Όταν από το παράθυρό μου κυττάζω στο μακρινό λόφο, πώς ο πρωινός ήλιος σκορπά από πάνω του την ομίχλη και φωτίζει το ήσυχο λιβάδι, και το ήμερο ποτάμι έρχεται προς εμένα ανάμεσα των ιτιών, που βρίσκονται στις όχθες του ξεγυμνωμένες από φύλλα, — ω! όταν τότε η λαμπρή τούτη φύση μου φαίνεται χωρίς ψυχή, σαν μια βερνικωμένη εικόνα, και όλη η ηδονή ούτε σταλαματιά ευδαιμονίας μπορεί να τραβήξη από την καρδιά το μυαλό μου, και ο άνθρωπος ολόκληρος φαίνεται μπρος στο πρόσωπο του Θεού σαν στερεμένη βρύση, σαν άδειο βαρέλι ρίχτηκα συχνά κατά γης και εζήτησα από τον Θεό δάκρυα καθώς ένας γεωργός βροχή όταν ο ουρανός είναι μολυβένιος απάνω του και η γύρω του γη χάνεται από τη δίψα.
Αλλ' αχ! το αισθάνομαι· ο Θεός δεν δίνει βροχή και ήλιο στις ορμητικές παρακλήσεις και εκείνοι οι καιροί που με βασανίζει η ανάμνησί τους, γιατί άλλοτε ήταν τόσον ευτυχισμένοι παρά μόνο γιατί με υπομονή επερίμενα το πνεύμα του, με καρδιά γεμάτη απόκρυφη ευγνωμοσύνη, δεχόμουνα την ηδονή, που μου έδινε!
8 Νοεμβρίου.
Με εμάλωσε για το παραστράτημά μου! αχ, με τόση ερασμιότητα! Τις παρεκτροπές μου πως κάποτε από ένα ποτήρι κρασί παρασύρομαι και πίνω ένα μπουκαλάκι! Μη το κάνετε! είπε· να συλλογισθήτε την Καρολίνα! Να συλλογισθώ! είπα· και είναι ανάγκη να μου το διδάξετε αυτό ; Συλλογίζομαι! — δεν συλλογίζομαι. Είσαστε πάντα στην ψυχή μου. Σήμερα καθόμουνα στο μέρος, όπου προχθές κατεβήκατε από την άμαξα. — Αυτή εμίλησε για κάτι άλλο — για να μη μιλήσω περισσότερο γι' αυτό πράμα. Αγαπημένε μου ; Είμαι χαμένος! Μπορεί να με κάμη ό,τι θέλει.
12 Δεκεμβρίου.
«Αγαπητέ Γουλιέλμε, είμαι σε μια κατάσταση, που θα ήτανε και εκείνοι οι δυστυχείς για τους οποίους πιστεύουν πως εκυριεύθηκαν από το δαίμονα. Κάποτε με πιάνει κάτι τι· δεν είνε αδημονία, ούτε επιθυμία, είνε μία εσωτερική άγνωστη ταραχή, που απειλεί να ξεσχίση το στήθος μου και που μου κλείνει το λάριγγα! Αλλοίμονο! αλλοίμονο! και έπειτα περιπλανώμαι στην τύχη ανάμεσα στις φοβερές σκηνές αυτής της εποχής, που είναι έχθρα στους ανθρώπους.
«Χθες το βράδυ έπρεπε να βγω. Έξαφνα γίνηκε παγωνιά και φυσούσε νοτιάς· μου είπαν ότι ο ποταμός είχε ξεχειλίσει, όλα τα ρυάκια επλημμύρισαν, καθώς και κάτω στο Βαλάιμ η αγαπημένη κοιλάδα!
«Τη νύκτα μετά τις ένδεκα έτρεξα εκεί έξω. Ήτανε φοβερό το θέαμα να βλέπω από το βράχο στο φως του φεγγαριού να στριφογυρνούν τα κύμματα που κυλούν να σκάφτουν τη γη, να σκεπάζουν τους αγρούς, τα λιβάδια, τους θάμνους και όλα και να σχηματίζεται από τη μία άκρη της κοιλάδος έως την άλλη μια αγριεμμένη θάλασσα στο φύσημα του ανέμου! Και όταν τότε ξαναφάνηκε το φεγγάρι και στεκότανε πάνω από το μαύρο σύννεφο και κυλούσε μπρος μου το κύμα με μια φοβερή λαμπρή αντανάκλαση και αντηχούσε· τότε με κατέλαβε φρίκη και πάλι πόθος! Αχ! με ανοικτά τα χέρια στεκόμουνα μπρος στην άβυσσο και η πνοή μου ερχότανε κάτω, κάτω! Τι ηδονή! εκεί κάτω τα βάσανά μου, τα πάθη μου να τα γκρεμίσω! εκεί κάτω να κυλιέμαι με βογγητό σαν τα κύμματα! Ω! — και δεν έχεις τη δύναμη να σηκώσης το πόδι από τη γη, να τελειώσης όλα τα βάσανά σου! — Δεν ήρθε ακόμη η ώρα μου — το αισθάνομαι! Ω Γουλιέλμε; Με πόση χαρά θα έδινα τη ζωή μου για να περάσω μέσα από τα σύννεφα σε κείνη την ανεμοζάλη, να πιάσω τα κύματα! Α! δεν θ' απολαύση άρα γε ο φυλακισμένος μια φορά αυτή την ηδονή; Και καθώς μελαγχολικός έβλεπα κάτω σε μια θέση που με την Καρολίνα κάτω από μια ιτιά είχα αναπαυθή σε περίπατο ένα καλοκαίρι — και αυτή ήτανε καταπλημμυρισμένη και μόλις την κατάλαβα Γουλιέλμε! Και τα λιβάδια της; έλεγα· και ο κήπος της στο εξοχικό σπίτι της; πόσο κατεστράφηκε τώρα από τον ορμητικό χείμαρρο η σκιά μας! έλεγα. Και μια ακτίνα του παρελθόντος εισέδυσε στη ψυχή μου, όπως ένας αιχμάλωτος που ονειρεύεται κοπάδια, λιβάδια και δόξες! Εστάθηκα! — Δεν κατηγορώ τον εαυτόν μου γιατί έχω το θάρρος να πεθάνω. Έπρεπε — τώρα κάθομαι εδώ σαν γρηά που μαζεύει τα ξύλα της από τους φράχτες και το ψωμί της ζητιανεύοντας από πόρτα σε πόρτα, για να ευκολύνη και να παρατείνη για μια στιγμή ακόμη την ετοιμοθάνατη και άχαρη ύπαρξή της».
14 Δεκεμβρίου.
«Τι είναι αυτό, αγαπητέ μου; φοβούμαι και τον εαυτόν μου! Η αγάπη μου προς αυτήν δεν είναι αδελφική, αγνοτάτη, καθαροτάτη; Αισθάνθηκε ποτέ η ψυχή μου μιαν ένοχο επιθυμία; Δεν θέλω να ορκισθώ . . . Και τώρα αυτά τα όνειρα! . . . Ω; πόσον αληθινά αισθανόντανε οι άνθρωποι εκείνοι που τις τέτοιες αντίθετες ενέργειες απόδιδαν σε ξένες δυνάμεις! Αυτή τη νύκτα — τρέμω να το πω — την κρατούσα στην αγκαλιά μου, σφιγμένη καλά στο στήθος μου και εσκέπαζα με αναρίθμητα φιλιά το στόμα που εψιθύριζε λόγια αγάπης. Το μάτι μου έπλεε στη μέθη του ιδικού της! Θεέ μου είμαι αξιοτιμώρητος που αισθάνομαι και τώρα ακόμη ευτυχίαν όταν θυμάμαι αυτές τις φλογερές ηδονές; Καρολίνα! Καρολίνα! — Τετέλεσται! αι αισθήσεις μου συγχέονται, από οκτώ ημέρες δεν έχω πια τη δύναμη να σκεφθώ, τα μάτια μου είναι γεμάτα δάκρυα· πουθενά δεν είμαι καλά και είμαι καλά παντού! Δεν εύχομαι τίποτε, δεν ζητώ τίποτε· θα ήταν το καλύτερο να φύγω».
Η απόφαση ν' αφήση τον κόσμο είχε επικρατήσει τον καιρό αυτό στην ψυχή του Βερθέρου σιγά σιγά. Από όταν ξαναγύρισε στην Καρολίνα, αυτός ήτανε ο σκοπός του και η τελευταία του ελπίδα, αλλά είχε αποφασίσει η πράξη του αυτή να μην είναι πρόωρη και απερίσκεπτη, να κάμη το διάβημα με αληθινή πεποίθηση και με τη δυνατή αταραξία. Η αμφιβολίες του, ο πόλεμος προς τον εαυτό του φαίνονται από ένα γραμματάκι, που είναι ίσως η αρχή γράμματος προς τον Γουλιέλμο, και που ευρέθηκε στα χαρτιά του χωρίς ημερομηνία: «Η παρουσία της, η τύχη της, το ενδιαφέρον της για τη δική μου τύχη τραβούν τα τελευταία δάκρυα από το αποξηραμένο μυαλό μου. Να σηκώσω την κουρτίνα και να περάσω από πίσω! αυτό είναι όλο: Και γιατί να διστάζω και να φοβούμαι; Γιατί δεν ξέρει κανείς τι θα βρη από πίσω και γιατί δεν ξαναγυρίζει: Και ακόμη, επειδή είναι ιδιότης του πνεύματός μας, να υποθέτωμε το χάος και το σκότος εκεί που δεν γνωρίζομε τίποτε βέβαιο!»
Τελευταία αυτή η θλιβερή ιδέα του έμπαινε περισσότερο στο μυαλό του, και η απόφαση του έγεινε σταθερή και αμετάκλητη, καθώς μας δείχνει αυτή η διφορούμενη επιστολή που έγραψε στο φίλο του.
20 Δεκεμβρίου.