Βέρθερος

Part 6

Chapter 621 wordsPublic domain

Τι άνθρωποι είναι εκείνοι που ολόκληρη η ψυχή τους βασανίζεται εις τους τύπους, που αι σκέψεις των και αι επιθυμίαι των εις τούτο τείνουν επί πολλά έτη, πώς να χωθούν στο τραπέζι σε μια θέσι, παραπάνω! Και όχι πως δεν θα είχαν καμμίαν ασχολίαν όχι, τουναντίον επισωρεύονται εργασίαι, επειδή ίσα ίσα ένεκα των αναξίων λόγου δυσαρεσκειών αποτρέπονται από την εκτέλεσιν των σπουδαίων πραγμάτων. Την περασμένην εβδομάδα κατά την παρέλασιν με έλκηθρα έγειναν έριδες, και όλον το πανηγύρι εχάλασε.

Οι ανόητοι, που δεν βλέπουν ότι από την θέσιν κυρίως τίποτε δεν εξαρτάται, και ότι εκείνος που έχει την πρώτην σπανίως πρωταγωνιστεί! Πόσοι βασιλείς διευθύνονται από τους υπουργούς των, πόσοι υπουργοί από τους γραμματείς των! Και ποιος είναι λοιπόν ο πρώτος; Εκείνος, νομίζω, που αποβλέπει εις τους άλλους και έχει αρκετή δύναμι, ή εξυπνάδα, ώστε να μεταχειρισθή τας δυνάμεις των και τα πάθη των εις την εκτέλεσιν των σχεδίων των.

28 Ιανουαρίου.

Πρέπει να σας γράψω, αγαπητή Καρολίνα, εδώ εις το δωμάτιον ενός μικρού ξενοδοχείου ενός χωρίου, εις το οποίον κατέφυγα ένεκα μεγάλης καταιγίδος. Εφ' όσον περιφέρομαι εις Α . . . την ελεεινήν εκείνην αλουπότρυπαν, μεταξύ του ξένου του όλως ξένου, εις την καρδίαν μου λαού, ουδεμίαν ευρήκα στιγμήν, ουδεμίαν, κατά την οποίαν η καρδιά μου να με διέτασσε να σας γράψω· και τώρα εις αυτή την καλύβα, εις αυτή τη μοναξιά εις αυτόν τον περιορισμό, που χιών και χάλαζα μαίνονται κατά του μικρού μου παραθύρου, εδώ σεις είσθε η πρώτη μου σκέψις. Καθώς εμπήκα, μου επαρουσιάσθη εξαίφνης η μορφή σας, Καρολίνα! τόσον ιερά τόσον θερμή! Καλέ Θεέ! η πρώτη ευτυχής στιγμή πάλιν.

Αν με εβλέπετε, καλή μου, μέσα στο πλήθος των διασκεδάσεων! Πώς αποξηραίνονται αι αισθήσεις μου· καμμιά στιγμή με ματωμένη την καρδιά, καμμιά μακαρίαν ώρα! τίποτε! Στέκομαι ως πρό τινος πανοράματος και βλέπω τις κούκλες και τα αλογάκια να περνούν και να ξαναπερνούν απ' εμπρός μου, και ερωτώ συχνά μήπως είναι οπτική απάτη. Παίζω με αυτά, ή μάλλον παίζομαι σαν νευρόσπαστο, και πιάνω ενίοτε τον γείτονά μου από το ξύλινο χέρι και οπισθοδρομώ με φρίκην. Την εσπέραν βάζω στο νου μου ν' απολαύσω την ανατολήν του ηλίου, και δεν σηκώνομαι από την κλίνην· την ημέραν ελπίζω να χαρώ την λάμψιν της σελήνης, και μένω εις το δωμάτιόν μου. Δεν ηξεύρω καλά διατί σηκώνομαι, διατί πηγαίνω να κοιμηθώ.

Το προζύμι, που έδινε την ορμή στην ζωή μου, λείπει· το θέλγητρον, που με κρατούσε έξυπνο βαθειές νύκτες, πάει· εκείνο που το πρωί με ξυπνούσε χάθηκε πια.

Ένα μόνο γυναικείο πλάσμα ηύρα εδώ, μια δεσποινίδα ντε Β . . , Σας μοιάζει, αγαπητή Καρολίνα, αν δύναται καμμιά να σας μοιάση. Ε! θα ειπήτε, ο άνθρωπος καταγίνεται σε κομψά φιλοφρονήματα. Αυτό δεν είναι όλως διόλου ψέμμα. Εδώ και λίγον καιρό είμαι πολύ ευγενής γιατί αι δεσποινίδες λέγουν κανείς δεν ξεύρει να επαινή με τόσην λαμπρότητα, όσον εγώ (και να ψεύδεται, προσθέσατε· διότι χωρίς αυτό δεν γίνεται εννοείτε;) Ήθελα να μιλήσω περί της δεσποινίδος ντε Β . . . Έχει πολλήν ψυχήν, η οποία απαστράπτει ζωηρά από τα γαλανά της μάτια. Η τάξις της τής είναι βάρος, που δεν ικανοποιεί κανένα των πόθων της καρδιάς της. Επιθυμεί να είναι έξω από τον θόρυβον, και χάνομε πολλές ώρες φανταζόμενοι εν μέσω αγροτικών σκηνών μιαν άμετρη ευδαιμονία, αχ! και σας μαζί! Πόσες φορές αναγκάζεται να σας προσκυνή, δεν αναγκάζεται, το κάμνει θεληματικά, ευχαριστείται να ακούη για σας, σας αγαπά . .

Ω, να καθόμουν στα πόδια σας, στο αγαπητό μου μικρό δωμάτιο, και τα μικρά μας τ' αγαπημένα να εκυλίονταν γύρω μου και όταν θα σας εφώναζαν πολύ, θα τα εμάζωνα γύρω μου και θα τα κρατούσα ήσυχα με ένα τρομακτικόν παραμύθι και θα ησύχαζαν.

Ο ήλιος βασιλεύει πέραν απ' αυτή τη χιονόλαμπρη χώρα, η καταιγίς επέρασε, και εγώ, — πρέπει να κλεισθώ πάλιν εις το κλουβί μου. — Υγιαίνετε! Ευρίσκεται ο Αλβέρτος κοντά σας; και πώς; — Ο Θεός να μου συγχωρήση αυτήν την ερώτησι.

8 Φεβρουαρίου.

Από οκτώ μέρες έχομεν τον αθλιέστερον καιρό, και για μένα είναι ευεργετικός. Γιατί, αφ' ότου είμαι εδώ, καμμία ωραία ημέρα δεν μου εφανερώθηκε στον ουρανό, που να μη μου την χαλάση κανείς ή να μη μου την καταστήση αηδή. Όταν λοιπόν βρέχη καλά καλά, και χιονίζει, και παγώνη και ξεπαγώνη, α! λέω δεν δύναται να είναι χειρότερα στο σπήτι παρ' ό,τι είναι έξω, ή αλλέως, και έτσι είναι καλά. Όταν ανατέλλη ο ήλιος το πρωί υπόσχεται λαμπρήν ημέρα, δεν μπορώ παρά πάντα ν' αναφωνώ: ιδού πάλιν ένα ουράνιο αγαθό, που δύνανται οι άνθρωποι να το αποστερήσουν ο ένας τον άλλον. Τίποτε δεν υπάρχει, που να μη το χαλούν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Υγείαν, καλό όνομα, χαράν, ανάπαυσιν. Και ως επί το πλείστον από βλακείαν, ανοησία και στενοκεφαλιά, και αν κανείς τους ακούση φέρνοντ' έτσι έχοντας τους καλυτέρους σκοπούς. Πολλές φορές μου έρχεται να τους παρακαλέσω γονατιστός να μη φρενιάζουν τόσον λυσσαλέα μέσα στα ίδια τους τα σπλάγχνα.

17 Φεβρουαρίου.

Φοβούμαι μήπως ο πρέσβυς μου και εγώ δεν θα βαστάξωμεν πια μαζί για πολύν καιρό. Ο άνθρωπος είναι όλως διόλου ανυπόφορος. Ο τρόπος που αυτός εργάζεται και κάμνει τις υποθέσεις του είναι τόσον γελοίος, ώστε δεν δύναμαι να κρατηθώ να μη του αντιλέγω, και συχνά να εκτελώ μιαν υπόθεση κατά το κεφάλι μου και με τον δικό μου τρόπον, το οποίον, τότε, φυσικά, ποτέ δεν του αρέσει. Γι' αυτό παρεπονέθη τώρα ύστερα προς την αυλήν, και ο υπουργός μου έκαμε μια μαλακή μεν επιτίμησι, αλλ' ήτο μολαταύτα επιτίμησι, και εκόντευα να ζητήσω την παραίτησίν μου, όταν έλαβα απ' αυτόν μιαν ιδιωτική επιστολή, μιαν επιστολή, προ της οποίας εγονάτισα και επροσκύνησα το υψηλό, το ευγενικό και σοφό φρόνημα. Πως επικρίνει την παρά πολύ μεγάλην ευαισθησίαν μου, πως τιμά μεν ως νεανικόν ζήλον τας υπερβολικάς ιδέας μου ως προς την ενεργητικότητα, την επίδρασιν επί άλλων, την επιτυχή διεξαγωγήν των υποθέσεων, ζητεί όμως όχι να τας εκριζώση αλλά μόνον να τας μετριάση και να τας διευθύνη εκεί, όπου έχουν τον κατάλληλον κύκλον τους και δύνανται να ενεργούν αποτελεσματικά. Και ενισχύθην για οκτώ ημέρες και εσυμβιβάσθηκα με τον εαυτό μου. Η ηρεμία της ψυχής είναι λαμπρό πράγμα και κάνει μια ευχαρίστηση στον εαυτόν του. Φίλτατέ μου να μη ήτον ο αδάμας αυτός τόσον εύθραυστος όσον ωραίος και πολύτιμος είναι.

20 Φεβρουαρίου.

Ο Θεός να σας ευλογήση, αγαπητοί μου, να σας δώση όλες τις καλές ήμερες, που μου αφαιρεί!

Σε ευχαριστώ, Αλβέρτε, που με απάτησες· επερίμενα είδησιν, πότε ήθελε γείνει ο γάμος σας, και είχα κατά νουν να πάρω επισημότατα από τον τοίχον κατά την ημέραν εκείνην το σκιαγράφημα της Καρολίνας και να το θάψω μεταξύ άλλων χαρτιών. Τώρα είσθε ζευγάρι και η εικόνα της είναι ακόμη εδώ! Λοιπόν ας μείνη έτσι. Και γιατί όχι; Ξέρω κ' εγώ ευρίσκομαι κοντά σας, είμαι, χωρίς να σε βλάψω, εις την καρδιά της Καρολίνας, έχω, ναι έχω, την δεύτερη θέση σ' αυτήν και θέλω και πρέπει να την διατηρήσω. Ω, θα ετρελλαινόμουν, αν μπορούσε να λησμονήση Αλβέρτε. Σ' αυτή μέσα τη σκέψη βρίσκεται μία κόλασις. Αλβέρτε, χαίρε! Χαίρε, άγγελε του ουρανού! Χαίρε, Καρολίνα!

15 Μαρτίου.

Εδοκίμασα μια πίκρα, που θα με αποδιώξη από εδώ. Τρίζω τα δόντια μου! Διάβολε! δεν μπορώ να την επανορθώσω, και σεις δα μόνοι πταίετε, που με εκεντούσατε, με εσπρώχνατε και μ' εβασανίζετε, για να δεχθώ θέσιν που δεν ήταν για μένα. Τώρα την έπαθα! τώρα ευχαριστηθήκατε! Και για να μην πης πάλι πως η υπερβολικές μου ιδέες καταστρέφουν όλα, να, αγαπητέ μου κύριε, ένα διήγημα, ξάστερο και καθαρό, όπως θα το διηγότουν ένας χρονογράφος.

Ο κόμης Κ . . . με αγαπά, με τιμά, τούτο είναι γνωστόν, εκατοντάκις ήδη σου το είπα. Χθες λοιπόν ήμουν εις το τραπέζι του, ίσα ίσα την ημέραν που το βράδυ ο ευγενής κύκλος κυρίων και κυριών έρχεται σπίτι του, τον οποίον δεν εσκεπτόμουν και ποτέ δεν επαραξενεύθηκα πώς εμείς οι υποδεέστεροι δεν είμεθα δεκτοί σ' αυτόν. Καλά λοιπόν. Γευματίζω με τον κόμητα και μετά το τραπέζι περιπατούμε στη μεγάλην αίθουσα πάνω κάτω ομιλώ μ' αυτόν, με τον συνταγματάρχην Β . . . που έρχεται τυχαίως επίσκεψη και έτσι πλησιάζει ανεπαισθήτως η ώρα της εσπερίδος. Τίποτε δεν συλλογίζομαι μα τον Θεόν. Τότε εισέρχεται η υπερευγενεστάτη κυρία ντε Σ . . . με τον κύριον σύζυγόν της και την κλωσσημένη χηνίτσα θυγατέρα της, με το ίσιο στήθος και τον κομψό κορσέ, διαβαίνοντας ανοιγοκλείουν, ως συνήθως, πανευγενέστατα τα μάτια και τα ρουθούνια τους, και επειδή μισώ το γένος τούτο εκ καρδίας ήθελα ν' αποχαιρετήσω τον κόμητα, και επερίμενα μόνον έως ότου ήθελεν απαλλαγή από την αηδή φλυαρίαν, ότε η δεσποινίς μου Β . . . εισήλθεν. Επειδή η καρδία μου πάντοτε ανοίγει λιγάκι όταν την βλέπω, εμένα, εστάθηκα πίσω από την καρέκλα της, και μόλις μετά τινα καιρόν παρετήρησα ότι δεν μου ωμίλει τόσον ανοικτά, ως άλλοτε, και με κάποια στενοχώρια. Τούτο με εξέπληξε. Είναι και αυτή καθώς όλη αυτή η φάρα είπα μέσα μου, και ήμουν ερεθισμένος και ήθελα να φύγω· και όμως έμεινα, γιατί επιθυμούσα να την αθωώσω, και δεν το επίστευα και ακόμη ήλπιζα ένα καλόν λόγο της, και — ό,τι θέλεις. Εν τω μεταξύ γεμίζει ο κύκλος. Ο βαρώνος Φ. . . . με όλην την στολήν των χρόνων της στέψεως Φραγκίσκου του Α', ο σύμβουλος Ρ . . . εδώ όμως ονομαζόμενος in qualitate κύριος de Ρ . . . . με την κρυφή γυναίκα του κλπ., χωρίς να λησμονήσωμεν τον κακά καπλατισμένον I . . . . . που τα ελλείποντα μέρη της πανάρχαιας στολής του αναπληρώνει με ράκη της νέας μόδας. Μπαίνουν σωρηδόν, και ομιλώ με μερικούς γνωρίμους μου, οι οποίοι όλοι είναι πολύ λακωνικοί. Εσκεπτόμουν — και επρόσεχα μόνον εις την Β . . . μου. Δεν κατάλαβα πως η γυναίκες εις το άκρον της αιθούσης εψιθύριζαν αναμεταξύ τους πως τούτο διεδίδετο και εις τους άνδρας, πως η κυρία ντε Σ . . . ωμιλούσε με τον κόμητα (όλα αυτά μου τα διηγήθη έπειτα η δεσποινίς Β. . .)· έως ότου τέλος ο κόμης ήλθε προς εμέ, και με επήρε σ' ένα παράθυρο. Ηξεύρετε, είπε τους αλλόκοτους τύπους μας· η συντροφιά είναι δυσαρεστημένη, καθώς παρατηρώ, που σας βλέπει εδώ. Δεν το ήθελα για όλον τον κόσμο. — Εξοχώτατε, τον διέκοψα, και ζητώ χιλιάκις συγγνώμην· έπρεπε να το ενθυμηθώ προτήτερα, και ηξεύρω ότι θα μου συγχωρήσετε αυτήν την ασυνέπεια· ήθελα προ πολλού ήδη να απέλθω, ένα κακόν δαιμόνιον με εμπόδισε, αποκρίθηκα χαμογελώντας, ενώ προσέκλινα. Ο κόμης έσφιξε το χέρι μου, με έν αίσθημα, το οποίον έλεγε το παν. Έφυγα αγάλια αγάλια από την ευγενή συναναστροφήν, επήγα, ανέβηκα εις μίαν άμαξαν, και εκίνησα εις Μ . . ., για να ιδώ εκεί από τον λόφον την δύσιν του ηλίου, και αναγνώσω εκεί εις τον Όμηρόν μου το λαμπρόν άσμα, πώς ο Οδυσσεύς ξενίζεται από τον καλόν συβώτην. Όλα αυτά ήσαν καλά.

Το κοντόβραδο γυρίζω για να δειπνήσω· ήσαν ακόμη ολίγοι μόνον εις το ξενοδοχείον, που έπαιζαν κύβο σε μια γωνιά και είχαν σηκώσει το τραπεζομάνδηλον. Τότε εισέρχεται ο έντιμος Α . . . , βγάζει το καπέλλο του, ενώ με προσβλέπει, έρχεται κοντά μου, και λέγει σιγά σιγά: — Σου συνέβη κανένα δυσάρεστον: — Εμένα; είπα. — Ο κόμης σε έδιωξεν από την συντροφιά. — Να την πάρη ο διάβολος! είπα· ευχαριστήθηκα που βγήκα εις τον καθαρόν αέρα. — Καλά, είπε, που το παίρνεις ελαφρά! Μόνον λυπούμαι, πως τούτο ήδη διεδόθη παντού. — Τότε το πράγμα άρχιζε να με πειράζη. Όλοι, όσοι ήρχοντο να δειπνήσουν και με εκύτταζαν, ενόμιζα ότι με εκύτταζαν γι' αυτό! Αυτό μου εχάλασε το αίμα.

Και σήμερον, όταν παντού, οπού εισέρχομαι, με λυπούνται, όταν ακούω πως όσοι με φθονούν θριαμβεύουν τώρα, και λέγουν: να, που καταντούν οι φαντασμένοι, που για το μικρό πνεύμα τους επαίρονται, και πιστεύουν πως για τούτο δύνανται να υπερβαίνουν όλες τις κοινωνικές τάξεις, και άλλες τέτοιες φλυαρίες ομιλούν περί ανεξαρτησίας κι' ας λέγουν ό,τι θέλουν· εγώ θέλω να ιδώ εκείνον που θα ηδύνατο να υποφέρη, ώστε ουτιδανοί άνθρωποι να μιλούν περί αυτού, όταν έχουν κανένα πλεονέκτημα απέναντι του· — όταν η φλυαρία των είναι άδεια, αι, τότε δύναται κανείς να τους αψηφήση.

16 Μαρτίου.

Όλα με κατατρέχουν. Σήμερα απαντώ εις τον περίπατον την δεσποινίδα Β . . , δεν ηδυνήθην να μη της ομιλήσω, και, άμα απεμακρύνθημεν κάπως από την συντροφιά, να μη της φανερώσω την αγανάκτησή μου για τη συμπεριφορά της τώρα ύστερα. Βέρθερε, μου είπε με εγκάρδιον τόνον, μπορέσατε να εξηγήσετε έτσι την ταραχή μου, ενώ γνωρίζετε την καρδιά μου. Τι υπέφερα προς χάριν σας, από τη στιγμή που μπήκα εις την αίθουσα! Το προέβλεπα, εκατοντάκις μου ήλθε να σας μιλήσω. Ήξευρα ότι αι κυρίαι ντε Σ . . . και Τ . . . με τους άνδρας των θα έφευγαν μάλλον παρά να μείνουν εις την συντροφιά σας — ήξευρα πως ο κόμης δεν μπορεί να τα χαλάση με εκείνους, — και τώρα ο πάταγος! — Πώς, δεσποινίς; είπα, και έκρυψα τον τρόμο μου· γιατί όλα, όσα προχθές μου είχεν ειπεί ο Αδελίνος, μου έρρεαν τη στιγμήν αυτή σαν καυτό νερό μες τις φλέβες. — Τι μου εκόστισεν αυτό έως τώρα, είπε το γλυκύ πλάσμα, ενώ δάκρυα της ήρχοντο εις τους οφθαλμούς. — Δεν ήμουν πλέον κύριος του εαυτού μου, διενοούμην να ριφθώ εις τα πόδια της. — Εξηγηθήτε μου, ανεφώνησα. Τα δάκρυά έβρεχαν την όψη της. Ήμουν έξω φρενών. Τα εσφόγγισε χωρίς να θέλη να τα κρύψη. — Γνωρίζετε την θείαν μου, άρχισεν· ήτο παρούσα και, ω! με τι μάτια το είδεν αυτό! Βέρθερε, υπόφερα χθες την νύκτα, και σήμερον το πρωί μου έψαλλε τον εξάψαλμον για την συναναστροφήν μου με σας και αναγκάσθηκα ν' ακούσω να σας εξευτελίση, να σας ταπεινώση και μόνον κατά το ήμισυ ηδυνάμην να σας υπερασπισθώ.

Κάθε λέξις, την οποίαν επρόφερε, μου περνούσε σαν ξίφος από την καρδιά. Δεν αισθάνετο τι ευσπλαγχνία θα ήτον, όλα αυτά να μου τα αποσιωπήση· και έπειτα, επρόσθεσεν ακόμη, τι θα εφλυαρούσαν κατόπι για μένα, και πόσον είδος τι ανθρώπων θα εθριάμβευε γι' αυτό. Πώς τώρα θα εγαργαλίζοντο· και θα ευφραίνοντο για την τιμωρία της υπερηφανείας μου και της καταφρονήσεώς μου στους άλλους, την οποίαν προ πολλού ήδη μου αποδίδουν. Όλα αυτά, Γουλιέλμε, να ακούω απ' αυτήν, με την φωνήν της αληθεστάτης συμπαθείας — εταράχθηκα κι' ακόμη τώρα βρίσκομαι αγανακτημένος. Ήθελα να ετολμούσε κανείς να μου το πη κατά πρόσωπον, για να μπορούσα να του τρυπήσω το κορμί με το ξίφος· αν έβλεπα αίμα, θα εγινόμουν καλύτερα. Αχ, εκατό φορές επήρα ένα μαχαίρι, για να ελαφρύνω αυτήν την καταστεναχωρημένη καρδιά μου. Διηγούνται για μια ευγενική ράτσα ολίγων· που όταν είναι φουσκωμένα και κατακουρασμένα μόνα των εξ ενστίκτου δαγκάνονται και ανοίγουν μια φλέβα, για να πάρουν ανάσα. Έτσι μου συμβαίνει συχνά, θα επιθυμούσα να ανοίξω μία φλέβα, που θα μου παρείχε την αιώνια ελευθερία.

24 Μαρτίου,

Υπέβαλα εις την Αυλήν την παραίτησίν μου και ελπίζω να γείνη δεκτή, και θα με συγχωρήσετε πού δεν σας εζήτησα πρώτα την άδειαν. Γι' αυτό πρέπει χωρίς άλλο να φύγω, και ξεύρω τι είχετε να ειπήτε για να με πείσετε να μείνω, και λοιπόν — Δώσε την μητέρα μου την πικρά αυτή είδησι με ένα συροπάκι· δεν δύναμαι να βοηθήσω εγώ τον εαυτό μου, και δεν πρέπει να δυσαρεστηθή, αν δεν δύναμαι να την βοηθήσω κι' αυτήν. Βέβαια αυτό θα την πικράνη. Εις το ωραίον στάδιον, που άρχισεν ο γυιός της τραβώντας ίσα προς το αξίωμα του μυστικοσυμβούλου και του πρέσβυ, να τον ιδή διά μιας να σταματά, και να γυρίζη πίσω με το ζώον εις τον σταύλον! Πάρετέ το όπως θέλετε, και συνδυάσετε τις δυνατές περιπτώσεις, με τις οποίες θα μπορούσα και θα έπρεπε να μείνω· αρκεί· εγώ φεύγω· και για να ξέρετε πού πηγαίνω, είνε εδώ ο ηγεμών **, ο οποίος ευρίσκει πολλήν ευχαρίστησιν από την συναναστροφή μου· αυτός με παρεκάλεσεν, όταν άκουσε περί του σκοπού μου να υπάγω με αυτόν εις τα κτήματα του, και εκεί να περάσω την ωραίαν άνοιξιν. Θα είμαι όλως αυτεξούσιος, μου υπεσχέθη, και επειδή συνεννοούμεθα μέχρι τινός σημείου, θα ρίψω τον κύβον και θα πάω μ' αυτόν.

19 Απριλίου.

Ευχαριστώ για τα δύο σου γράμματα. Δεν αποκρίθηκα γιατί άφησα άγραφο αυτό το χαρτί, έως ότου ήθελε φθάσει από την αυλή η παραίτησίς μου· εφοβήθηκα μήπως η μητέρα μου απευθυνθή προς τον υπουργό, και δυσκολεύση τον σκοπόν μου. Τώρα όμως τελείωσε· η απαλλαγή μου ήλθε. Δεν θέλω να είπω πόσον ακουσίως μου την έδωκαν, και τι μου γράφει ο υπουργός· θα αρχίζατε νέους θρήνους. Ο διάδοχός μου έστειλε για την αναχώρησίν μου είκοσι πέντε δουκάτα, με ένα λόγον που με εσυγκίνησε μέχρι δακρύων· λοιπόν δεν χρειάζομαι από την μητέρα τα χρήματα, για τα οποία της έγραφα τώρα ύστερα.

5 Μαΐου.

Αύριον αναχωρώ απ' εδώ και, επειδή ο τόπος της γεννήσεώς μου μόνον έξ μίλλια απέχει από το δρόμο μου, θέλω να τον ξαναδώ, θέλω να θυμηθώ τις παληές, ευτυχώς σα σε όνειρο περασμένες, ημέρες. Από την ίδια πόλη θέλω να μπω, από την οποίαν εβγήκε μαζί μου η μητέρα μου στ' αμάξι, ότε μετά τον θάνατό του πατέρα μου εγκατέλειψε τον αγαπητό μας τόπο, για να κατακλεισθή εις την ανυπόφορη πόλη της. Υγίαινε Γουλιέλμε! θα ακούσης για την εκδρομή μου.

9 Μαΐου.

Ετελείωσα την οδοιπορίαν εις την πατρίδα μου μ' όλη την ευλάβεια ενός προσκυνητού, και πολλά απροσδόκητα αισθήματα με κατέλαβαν. Εις την μεγάλην φιλύραν, που βρίσκεται ένα τέταρτον της ώρας από την πόλη προς το Σ . . . ., εσταμάτησα, κατέβηκα και διέταξα τον αγωγιάτην να προχωρήση, για να γευθώ πεζός με όλη την καρδιά κάθε ανάμνηση άλλη μια φορά και ζωηρά. Εκεί εστεκόμουν λοιπόν κάτω απ' τη φιλύρα, η οποία άλλοτε, όταν ήμουν παιδί, ήτον το τέρμα και τα όριο των περιπάτων μου. Πόσον αλλοιώς είναι τώρα! Τότε στην ευτυχισμένη μου άγνοια εποθούσα τον άγνωστο κόσμο, όπου περίμενα για την καρδιά μου τόση τροφή, τόσην απόλαυση, για να γεμίσω και να ευχαριστήσω το ορμητικό και από πόθους κινούμενο στήθος μου και τώρα ξαναγυρίζω από τον απέραντον κόσμον — ω φίλε μου, με πόσες διαψευσμένες ελπίδες, με πόσα καταστραφέντα σχέδια! Είδα μπρος μου τα βουνά, που μύριες φορές ήσαν το αντικείμενο των επιθυμιών μου. Πολλές ώρες μπορούσα να κάθωμαι εδώ, και πλήρης πόθων να φέρωμαι πέραν και με όλην την ψυχήν μου να χάνωμαι εις τα δάση, τις κοιλάδες, που σκεπασμένες με λεπτούς ατμούς παρουσιάζοντο στα μάτια μου και όταν επειδή σε ωρισμένην ώρα έπρεπε να επιστρέψω, με πόση δυσαρέσκεια άφινα τον αγαπητό τόπο! — Ήλθα πιο κοντά στην πόλη· όλα τα μέσα στους κήπους παλαιά γνωστά σπιτάκια εχαιρετήθηκαν υπ' εμού· τα νέα μου ήσαν απεχθή, όπως και όλαι αι μεταβολαί, όσαι είχαν γείνει. Εισήλθα από την πύλη, και ηύρα πάλιν τον εαυτόν μου ευθύς και εντελώς. Αγαπητέ, δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες· όσο μου ήτο θελκτικό, τόσο μονότονο θα ήτο εις τη διήγηση. Είχα αποφασίσει να κατοικήσω εις την αγορά, κολλητά εις το παληό μας σπίτι. Καθ' οδόν παρετήρησα εις το σχολείον, όπου μια έτιμη γρηά μας εσυμμάζωνε, όταν ήμεθα παιδιά, είχε μεταβληθή εις παντοπωλείον. Θυμήθηκα την ανησυχία, τα δάκρυα, τον σκοτισμό της διανοίας, την αδυμονίαν της καρδιάς, που είχα υποφέρει εις εκείνη την τρύπα. — Κανένα βήμα δεν έκαμνα, που να μην εγεννούσε μέσα μου την παρατήρηση. Ο προσκυνητής εις τους άγιους τόπους δεν απαντά τόσα μέρη θρησκευτικών αναμνήσεων, και η ψυχή του δύσκολα είναι τόσο γεμάτη από ιερή συγκίνηση. — Ακόμη έν από τα πολλά. Κατέβηκα τον ποταμό, έως εις ένα αγροτικό σπίτι· αυτός ήτον και άλλοτε ο δρόμος μου και τα μέρη, όπου εμείς τα παιδιά εγυμναζώμεθα να παίζωμεν πεταλίδες στο νερό. Εθυμήθηκα τόσο ζωηρά, όταν κάποτε σταματούσα και εκύτταζα το νερό, με ποιους θαυμασίους διαλογισμούς το παρακολουθούσα, πόσον αλλόκοτες εφανταζόμουν τις χώρες, που θα έρρεε, και πώς εύρισκα εκεί γοργά τα σύνορα της φαντασίας μου, και όμως έπρεπε να εξακολουθήση αυτό, εμπρός και εμπρός, μέχρις ότου εχανόμην εις τη θέα ενός αχανούς ορίζοντος. Λόγιασε, αγαπητέ μου, πόσο περιωρισμέναι και πόσο ευτυχείς ήσαν οι λαμπροί πρόγονοί μας πόσο παιδικό το αίσθημά των. Όταν ο Οδυσσεύς ομιλή περί του απείρου πελάγους και περί της απεράντου γης, αυτό δα είνε τόσον αληθινό, ανθρώπινο, εγκάρδιο, περιωρισμένο και μυστηριώδες. Τι με ωφελεί πως μπορώ τώρα να ψελλίζω με κάθε μαθητήν του σχολείου, πως η γη είναι στρογγυλή; Ο άνθρωπος έχει ανάγκην μόνο από λίγους βώλους γης, για να χαρή επάνω εις αυτούς, κι' από λιγώτερους ακόμη, για ν' αναπαυθή υποκάτω.

Τώρα είμαι εδώ εις την έπαυλη του ηγεμόνος. Μπορεί ένας αρκετά καλά να περάση με τον κύριον αυτόν· είναι φιλαλήθης και απλούς. Αλλόκοτοι όμως άνθρωποι τον τριγυρίζουν, τους οποίους διόλου δεν εννοώ. Δεν φαίνονται πανούργοι, και όμως δεν έχουν και την όψη εντίμων ανθρώπων. Κάποτε μου φαίνονται τίμιοι, και όμως δεν δύναμαι να τους εμπιστευθώ. Ό,τι προσέτι με λυπεί, είνε πως ο ηγεμών ομιλεί συχνά περί πραγμάτων τα οποία μόνον ήκουσε και ανέγνωσε, και μάλιστα υπό την αυτήν όψιν με την οποίαν θα του τα παρέστησαν.

Προσέτι τιμά τον νουν και τα προτερήματά μου περισσότερον παρά αυτήν την καρδιά, που είναι το μόνο καύχημά μου, που [είναι] μόνη η πηγή παντός, κάθε δυνάμεως, κάθε ευδαιμονίας και κάθε δυστυχίας. Αχ, ό,τι ξεύρω μπορεί κάθε ένας να ξεύρη — την καρδιά μου όμως μόνος εγώ την έχω.

25 Μαΐου

Είχα κάτι εις τον νουν μου περί του οποίου δεν ήθελα να σας πω τίποτε μέχρις ότου ήθελεν εκτελεσθή· τώρα, επειδή δεν γίνεται τίποτε, μπορώ να σας το πω. Ήθελα να πάω στον πόλεμο, το είχα προ πολλού στην καρδιά μου. Γι' αυτό κυρίως ακολούθησα ως εδώ τον ηγεμόνα, ο οποίος είναι στρατηγός εις την υπηρεσίαν της ***. Εις ένα περίπατον του απεκάλυψα το σχέδιόν μου· αυτός με απέτρεψε, και έπρεπε να έχω μάλλον πάθος παρά ιδιοτροπίαν, αν δεν ήθελα πεισθή με τα επιχειρήματά μου [του;].

21 Ιουνίου

Λέγε ό,τι θέλεις, δεν δύναμαι να μείνω περισσότερο. Τι θέλω εδώ; Εβαρέθηκα. Ο ηγεμών με περιποιείται όσο μπορεί καλύτερα, και όμως δεν είμαι όπως ήθελα. Κατά βάθος δεν έχομεν τίποτε κοινόν μεταξύ μας. Είναι άνθρωπος με νουν, αλλά με όλως κοινόν νουν· η συναναστροφή μου δεν με τέρπει περισσότερο παρ' όσον όταν αναγινώσκω ένα καλογραμμένο βιβλίο. Ακόμη οκτώ ημέρας θα μείνω, και έπειτα θ' αρχίσω πάλιν την περιπλάνησή μου. Το καλύτερο που έκαμα εδώ είναι το ζωγράφισμα. Ο ηγεμών έχει καλαισθησίαν, και θα είχεν ακόμη περισσοτέραν, αν δεν ήταν περιωρισμένος από την αηδή ημιμάθεια και τη συνειθισμένη ονοματολογία. Πολλές φορές τρίζω τα δόντια μου, όταν εγώ με θερμή φαντασία τον εισάγω εις την φύσιν και την τέχνην, και εκείνος νομίζει πως κάμνει θαυμάσια το μέρος του όταν ακαταλλήλως παραθέτει κανένα τεχνικόν όρον.

16 Ιουνίου

Ναι, είμαι μόνον οδοιπόρος, μόνον περιπλανώμενος επάνω στη γη! Μήπως είσθε σεις τίποτε περισσότερον;

18 Ιουνίου

Πού θέλω να πάω; Τούτο θα σου το αποκαλύψω εμπιστευτικά.

Δέκα πέντε ημέρες πρέπει να μείνω ακόμη εδώ, και έπειτα, έκαμα τον εαυτόν μου να πιστεύση ότι ήθελα να επισκεφθώ τα μεταλλεία του *. Κυρίως όμως τούτο δεν είνε τίποτε, θέλω μόνον να έλθω πάλι κοντήτερα στην Καρολίνα, αυτό είναι το παν. Και . . γελώ για την καρδιά μου — και της κάμνω το θέλημά της.

29 Ιουνίου

Όχι, είναι καλά,! όλα είναι καλά! — Εγώ . . . σύζυγός της! Ω Θεέ, που με έπλασες, αν μου παρεσκεύαζες αυτή την ευδαιμονία, ολόκληρος η ζωή μου θα ήτο αδιάλειπτος προσευχή. Δεν θέλω να φιλονεικήσω, και συγχώρησέ μου αυτά τα δάκρυα, συγχώρησέ μου τις μάταιες επιθυμίες! — Αυτή γυναίκα μου! Αν το αγαπητότατον πλάσμα υπό τον ήλιον έσφιγγα στην αγκαλιά μου. Φρίκη διαπερνά όλο μου το κορμί, Γουλιέλμε, όταν ο Αλβέρτος αγκαλιάζη το λυγερό κορμί της.

Και δύναμαι να το πω; Γιατί όχι, Γουλιέλμε; Αυτή θα ήτο ευτυχεστέρα με εμέ, παρά με αυτόν;! Ω δεν είναι άνθρωπος που δύναται να εκπληροί τις επιθυμίες της καρδιάς αυτής όλες. Κάποια έλλειψις ευαισθησίας, έλλειψις — πάρε το όπως θέλης· ότι η καρδιά του δεν πάλλει συμπαθητικά, εις . . . : ω! — εις την περιπλοκή ενός αγαπητού βιβλίου, που η καρδιά μου και της Καρολίνας συναντώνται, και εις χίλιες άλλες περιπτώσεις, οσάκις συμβαίνη να εκδηλώνωνται τα αισθήματά μας για πράξη ενός τρίτου. Αγαπητέ Γουλιέλμε! — Αλλά την αγαπά εξ όλης ψυχής και μία τέτοια αγάπη τι δεν αξίζει!

Ένας άνθρωπος ανυπόφορος με διέκοψε. Τα δάκρυά μου ξηράθηκαν. Είμαι αφηρημένος. Υγίαινε αγαπητέ!

4 Αυγούστου.

Δεν τα παθαίνω μόνον εγώ. Όλοι οι άνθρωποι εις τις ελπίδες των απατώνται, εις τις προσδοκίες των αποτυχαίνουν. Επισκέφθηκα την καλή μου γυναίκα κάτω απ' τη φιλύρα. Το μεγαλύτερο παιδί της έτρεξε προς εμέ, κ' έτσι έφερε κοντά την μητέρα, η οποία εφαίνετο πολύ καταβεβλημένη. Η πρώτη της λέξις ήτον: καλέ αφέντη, αχ, ο Γιαννάκης μου μού απέθανε! Ήτο το μικρότερο των παιδιών της . . Έμενα σιωπών. — Και ο άνδρας μου, είπεν, επέστρεψεν από την Ελβετίαν, και δεν έφερε τίποτε, και χωρίς την βοήθειαν καλών ανθρώπων θα εζητιάνευε από χωριό, σε χωριό έως εδώ· επήρε θέρμες στο δρόμο. — Δεν μπόρεσα να της ειπώ τίποτε, και εχάρισα κάτι στο μικρό, με παρεκάλεσε να δεχθώ μερικά μήλα, το έκαμα, και άφησα τον τόπον της λυπηράς αναμνήσεως.

21 Αυγούστου.