Part 3
Όταν το πρωί με την ανατολήν του ηλίου πηγαίνω έξω εις το Βαλάιμ μου, και εκεί εις τον κήπον του ξενοδοχείου εγώ ο ίδιος μαζεύω τα μπιζέλια μου, κάθωμαι, τα καθαρίζω και εν τω μεταξύ αναγινώσκω τον Όμηρόν μου· όταν εις το μικρόν μαγειρειό διαλέγω έν αγγείον, παίρνω βούτυρον, βάνω τα μπιζέλια μου στη φωτιά, τα σκεπάζω και κάθωμαι πλησίον για να τ' ανακατώνω κάποτε, τότε αισθάνομαι ζωηρά το πώς οι υπερήφανοι μνηστήρες της Πηνελόπης, έσφαζαν, έκοπταν και έψηναν βόδια και χοίρους. Τίποτε δεν με γεμίζει με τόσο σιγαλόν αληθινόν αίσθημα, όπως κείνοι οι χαρακτήρες του πατριαρχικού βίου, τους οποίους εγώ, δόξα τω θεώ δύναμαι δίχως επίδειξιν, να συνυφάνω με τον βίον μου.
Πόσον ευχαριστούμαι που δύναται η καρδία μου να αισθάνεται την απλήν αθώαν ηδονήν του ανθρώπου εκείνου που φέρει στο τραπέζι του το λάχανον, το οποίον αυτός ο ίδιος εκαλλιέργησε, και που τώρα όχι μόνον λάχανον, αλλά και όλας τας καλάς ημέρας, τόμορφο πρωί που το εφύτευε, τις γλυκές βραδυές που το επότιζε και που εχαίρετο βλέπων προαγομένην την βλάστησιν, όλ' αυτά τα ξανααπολαύει σε μια στιγμή.
29 Ιουνίου.
Προχθές ήλθεν ο ιατρός από την πόλιν εδώ έξω προς τον έπαρχον και με ηύρε χάμω ανάμεσα στα παιδιά της Καρολίνας, ενώ μερικά εσκάλωναν επάνω μου, άλλα με επείραζαν, και εγώ τα εγαργάλιζα, και μαζί μ' αυτά έκαμνα μεγάλον θόρυβον. Ο ιατρός, που είναι λίαν δογματικόν νευρόσπαστον, που ενώ ομιλεί διορθώνει τα μανικέτια του και απαύστως επιδεικνύει το στήθος του υποκαμίσου του, ηύρε τούτο ανάξιον φρονίμου ανθρώπου· το κατάλαβα από τα πειράγματά του. Αλλά δεν εταράχθηκα διόλου· τον άφησα να πραγματεύεται σπουδαία πράγματα, και εξανάκτισα τα χάρτινα σπιτάκια των παιδιών που είχαν χαλάσει. Μόλις επέστρεψεν εις την πόλιν και παρεπονείτο λέγων ότι τα παιδιά του επάρχου είναι ήδη αρκετά ανάγωγα και ότι ο Βέρθερος τα χαλάει τώρα όλως διόλου.
Ναι, αγαπητέ Γουλιέλμε, τα παιδιά χάμω στη γη είναι απ' όλα τα πράγματα πλησιέστερα εις την καρδίαν μου. Όταν τα παρατηρώ, και εις το μικρόν πλάσμα διαβλέπω τα σπέρματα όλων των αρετών, όλων των δυνάμεων, που κάποτε θα τας χρειάζωνται τόσον αναγκαίως· όταν εις την ισχυρογνωμοσύνην διακρίνω μέλλουσαν καρτερίαν και σταθερότητα του χαρακτήρος, εις δε την ζωηρότητα ευθυμίαν και ευκολίαν του να διαφεύγωνται οι κίνδυνοι του κόσμου, το παν τόσον αδιάφορον, τόσον πολύ! — πάντοτε, πάντοτε τότε επαναλαμβάνω τα χρυσά λόγια του διδασκάλου της ανθρωπότητος: «εάν μη γένησθε ως έν τούτων των παιδίων!» Και τώρα, αγαπητέ μου, αυτά, τα οποία, είναι όμοιά μας, τα οποία οφείλομεν να θεωρώμεν ως παραδείγματα ημών, τα μεταχειριζόμεθα ως υπήκοα. Δεν πρέπει να έχουν θέλησιν! — Μήπως και ημείς δεν έχομεν; Πού τότε έγκειται το προνόμιον; — Επειδή είμεθα μεγαλύτεροι και σωφρονέστεροι! — Καλέ Θεέ! από του ουρανού σου! μεγάλα παιδιά βλέπεις, και μικρά, και τίποτε παραπάνω· εις ποία δε ευχαριστείσαι περισσότερον, τούτο προ πολλού ήδη εκήρυξεν ο υιός Σου. Αλλά πιστεύουν αυτόν, και δεν τον ακούουν — και αυτό είναι παλαιά αλήθεια — και μορφώνουν τα παιδιά των κατά τον εαυτόν τους, και — υγίαινε Γουλιέλμε! δεν θέλω να φλυαρώ περισσότερον περί αυτού του ζητήματος.
1 Ιουλίου.
Ό,τι η Καρολίνα μπορεί να είναι για ένα ασθενή, αισθάνομαι απ' αυτήν την καϋμένην μου την καρδιά, η οποία είναι χειρότερη από πολλούς που φθίνουν άρρωστοι στο κρεββάτι. Θα περάση μερικάς ημέρας εις την πόλιν κοντά σε μία καλή κυρία, η οποία κατά το λέγειν των ιατρών πλησιάζει εις το τέλος της κατά τας τελευταίας αυτάς στιγμάς επιθυμεί να έχη κοντά της την Καρολίναν. Επήγα την παρελθούσαν εβδομάδα μαζί της, και επισκεφθήκαμε τον ιερέα Σ . . . ., ενός χωρίου, το οποίον κείται μίαν ώραν μακρυά στα βουνά. Εφθάσαμεν εκεί περί τας τέσσαρας. Η Καρολίνα είχε πάρει μαζί την δευτερότοκον αδελφήν της.
Όταν εισήλθαμεν εις την αυλήν της οικίας του ιερέως την σκιαζομένην από δύο υψηλές καρυδιές, εκάθητο ο καλός γέρων εις ένα σκαμνί προ της θύρας της οικίας, και όταν είδε την Καρολίναν εφάνη ως εκ νέου ζωογονηθείς ελησμόνησε την πατερίτσα του, και αγωνίσθηκε να σηκωθή εις προϋπάντησίν της. Εκείνη έτρεξε προς αυτόν, τον ανάγκασε να καθήση καθήσασα πλησίον του, του επρόσφερε πολλούς χαιρετισμούς από τον πατέρα της, εφίλησε το άσχημον και βρώμικο μικρότερο παιδί του, το χαϊδεμένο παιδάκι του γήρατός του. Αν την έβλεπες πώς εκουβέντιαζε τον γέροντα, πώς ανύψωνε την φωνήν της διά να γείνη ακουστή στη μισοκουφαμάρα του, πώς του διηγείτο περί νέων ρωμαλέων ανθρώπων, απροσδοκήτως αποθανόντων, περί της ωφελείας των λουτρών του Κάρλσβαδ, και πώς επαινούσε την απόφασίν του να μεταβή εκεί το προσεχές θέρος, πώς τον εύρισκεν ότι εφαινότουν να είναι πολύ καλύτερα, πολύ ζωηρότερος, παρά την τελευταίαν φοράν που τον είδεν. — Εν τω μεταξύ εγώ ωμιλούσα με την παπαδιάν. Ο γέρων έγεινεν λίαν φαιδρός, και όταν δεν ηδυνάμην να μη επαινέσω τις ωραίες καρυδιές αι οποίαι τόσον στοργικά μας ίσκιωναν, άρχισε, αν και με κάποιαν δυσκολίαν, να μας εκθέτη την ιστορίαν των. — Την μεγάλην, είπε, δεν γνωρίζομεν ποιος την εφύτευσε· μερικοί λέγουν πως ο δείνα κι' άλλοι πως ο τάδε παπάς. Η μικροτέρα όμως εκεί κάτω έχει την ηλικίαν της γυναικός μου, τον Οκτώβριον θα είναι πενήντα ετών. Ο πατέρας της την εφύτευσε την πρωίαν της ημέρας που αυτή προς το εσπέρας εγεννήθη. Ήτον ο προκάτοχός μου εφημέριος, και πόσον αγαπητόν του ήτο το δένδρον, δεν δύναμαι να σας πω, αλλά και εις εμέ δεν είναι ολιγώτερον αγαπητόν. Η γυναίκα μου εκάθητο υποκάτω απ' αυτό επάνω εις ένα ξύλινο καθισμα και έπλεκεν, όταν εγώ προ είκοσι επτά ετών πτωχός σπουδαστής πρώτην φοράν ήλθα εδώ εις την αυλήν. — Η Καρολίνα ερώτησε περί της θυγατρός του· είπαν πως επήγε με τον κ. Σμιθ έξω στο λιβάδι εις τους εργάτας, και ο γέρων εξηκολούθησε την διήγησίν του, πόσον ο προκάτοχός του τον ηγάπησε και πόσον η κόρη του και πως έγινεν αναπληρωτής του πρώτα, έπειτα δε και διάδοχός του. Μόλις ετελείωσεν η ιστορία, ότε η παπαδοπούλα με τον ονομαζόμενον κύριον Σμιθ ήρχετο διά του κήπου· εφίλησε την Καρολίναν με διαχυτικότητα, και πρέπει να ομολογήσω ότι δεν την ηύρα άσχημην· μία μελαχροινούλα, ζωηρά και με ωραίον ανάστημα, που θα μπορούσε να καλοδιασκεδάση κανένα για λίγον καιρό εις την εξοχήν. Ο αγαπητικός της (γιατί τέτοιος εφάνη ευθύς ο κύριος Σμιθ), άνθρωπος με καλούς τρόπους, αλλά σιωπηλός, δεν ήθελε ν' αναμιχθή εις τας ομιλίας μας, αν και η Καρολίνα αδιακόπως τον επροκάλει εις τούτο. Εκείνο που με ελύπησεν ήτον ότι εφαινόμην ανακαλύπτων εις την φυσιογνωμίαν του ότι μάλλον ιδιοτροπία και κακή διάθεσις παρά ανοησία τον έκαμνε να δείχνεται έτσι. Ακολούθως μάλιστα τούτο έγινε φανερώτατον διότι όταν η Φρειδερίκα στον περίπατον επήγαινε με την Καρολίναν, ενίοτε δε και με εμέ, το πρόσωπον του κυρίου, το οποίον άλλως ήτο μελαχροινού χρώματος, έγινε τόσω σκυθρωπόν, ώστε ήτο καιρός να με τραβήξη η Καρολίνα από το μανίκι και να μου δώση να καταλάβω ότι εδείχθην παρά πολύ περιποιητικός προς την Φρειδερίκαν. Αλλά τίποτε δεν με λυπεί περισσότερον, παρ' όταν οι άνθρωποι βασανίζωνται αμοιβαίως, προ πάντων δε όταν νέοι άνθρωποι εις το άνθος της ηλικίας, όπου ηδύναντο να έχουν όλας τας τέρψεις, καταστρέφουν τας ολίγας καλάς ημέρας με μορφασμούς, και μόλις αργά αισθάνονται το ανεπανόρθωτον της καταχρήσεώς των. Με απασχολούσε τούτο, και ότε προς την εσπέραν επεστρέψαμεν εις την οικίαν του παπά, και εις μίαν τράπεζαν επίναμεν γάλα, και η ομιλία εστράφη προς τας ηδονάς και λύπας του κόσμου δεν ηδυνήθην παρά να λάβω την ευκαιρίαν και εξ όλης καρδίας να ομιλήσω εναντίον της δυσθυμίας της ψυχής. Ημείς οι άνθρωποι συχνά παραπονούμεθα, άρχισα λέγων, ότι αι καλαί ημέραι είναι πολύ ολίγαι, αι δε κακαί πάρα πολλαί και καθώς μου φαίνεται, ως επί το πλείστον άδικα. Αν είχαμε πάντοτε πρόθυμον καρδίαν, ώστε να ακολουθώμεν το καλόν που ο Θεός καθημέραν μας παρέχει, θα είχαμεν τότε και αρκετήν δύναμιν να υποφέρωμεν το κακόν όταν μας έρχεται. — Αλλά δεν έχομεν την καρδιά εις την εξουσίαν μας, παρετήρησεν η παπαδιά· πόσον εξαρτάται από το σώμα! όταν κανείς δεν είναι καλά, τίποτε δεν του αρέσει. — Την εδικαίωσα ως προς αυτό. Ας θεωρήσωμεν λοιπόν την δυσθυμίαν, επρόσθεσα ως μίαν ασθένειαν, και ας εξετάσωμεν μήπως υπάρχη κανέν μέσον θεραπείας. — Ωραία, είπεν η Καρολίνα· εγώ τουλάχιστον πιστεύω ότι ως επί το πολύ εξαρτάται από ημάς. Το ηξεύρω από τον εαυτόν μου. Όταν κάτι με στενοχωρή και κοντεύω να δυσθυμήσω, αναπηδώ και τραγουδώ ένα δύο μελωδίας του χορού, περιπατούσα εις τον κήπον, και έτσι μου περνάει αμέσως. — Τούτο ήθελα και εγώ να είπω, επρόσθεσα· συμβαίνει με την δυσθυμίαν ακριβώς ό,τι και με την οκνηρίαν, επειδή είναι είδος οκνηρίας. Η φύσις μας κλίνει πολύ εις αυτήν, και όμως αρκεί άπαξ μόνον να έχωμεν την δύναμιν να βιάσωμεν τον εαυτόν μας, και η εργασία φεύγει τότε από τα χέρια μας, και ευρίσκομεν εις την ενέργειαν αληθή ευχαρίστησιν. — Η Φρειδερίκα επρόσεχε πολύ, ο δε νεανίας αντείπεν ότι δεν είναι κανείς κύριος του εαυτού του, και ολιγώτερον από όλα δύναται να εξουσιάση τα αισθήματά του. — Εδώ πρόκειται περί δυσαρέστου αισθήματος, απεκρίθηκα, του οποίου καθένας αγαπά ν' απαλλάσσεται, και κανείς δεν ηξεύρει πόσον εκτείνονται αι δυνάμεις του, πριν τας δοκιμάση. Βέβαια, όποιος είναι ασθενής, θα εξετάση όλους τους ιατρούς, και με μεγίστην ανοχήν θα δεχθή τας αυστηροτάτας διαίτας και τα πικρότατα φάρμακα διά ν' απολαύση την ποθητήν του υγείαν. Παρετήρησα ότι ο έντιμος γέρων ετέντωσε τα αυτιά του διά να λάβη μέρος εις την συζήτησιν μας· ύψωσα την φωνήν, στρέψας τον λόγον προς αυτόν. Οι ιεροκήρυκες κηρύττουν κατά πολλών άλλων ελαττωμάτων, είπα· αλλά δεν ήκουσα ποτέ έως τώρα να πολεμήσουν από του άμβωνος περί της δυσθυμίας (4). Τούτο πρέπει να κάμνουν οι ιερείς των πόλεων, είπεν· οι χωρικοί δεν ηξεύρουν τι είναι δυσθυμία· δεν θα έβλαπτεν όμως ενίοτε, θα ήτο τουλάχιστον έν μάθημα διά την γυναίκα του και διά τον κύριον έπαρχον. — Η συντροφιά εγέλασε και αυτός δε μαζί μας εγκαρδίως, έως ότου τον έπιασε βήχας, που διέκοψε την συζήτησίν μας δι' ολίγον· τότε ο νέος έλαβε πάλιν τον λόγον: — Εκαλέσατε την δυσθυμίαν ελάττωμα· μου φαίνεται ότι τούτο είναι υπερβολή. — Καθόλου, του αποκρίθηκα, εάν εκείνο, με το οποίον βλάπτει κανείς τον εαυτόν του και τον πλησίον του αξίζη αυτό το όνομα. Δεν αρκεί ότι δεν δυνάμεθα να καταστήσωμεν ο ένας τον άλλον ευτυχή, πρέπει ακόμη και ν' αφαιρώμεν ο ένας από τον άλλον την ευχαρίστησιν, την οποίαν κάθε καρδία κάποτε αυτή ακόμη εις τον εαυτόν της ημπορεί να δώση. Δεν μου λέγετε, ποίος άνθρωπος έχων δυσθυμίαν, είναι τόσον γενναίος, ώστε ν' αποκρύπτη αυτήν, να την φέρη μόνος, χωρίς να καταστρέφη την χαράν των περί αυτόν; Ή, δεν είναι αυτή μάλλον μία εσωτερική αθυμία διά την ιδίαν μας αναξιότητα, μία δυσαρέσκεια καθ' ημών αυτών, συνδεδεμένη πάντοτε με φθόνον που εξεγείρεται εξ αιτίας μωράς ματαιότητος; Βλέπομεν ευτυχείς ανθρώπους, τους οποίους ημείς δεν καθιστώμεν ευτυχείς και τούτο μας είναι ανυπόφορον. — Η Καρολίνα μου προσεμειδίασεν ιδούσα την συγκίνησιν με την οποίαν ωμιλούσα, έν δε δάκρυ εις τον οφθαλμόν της Φρειδερίκας με παρώρμησε να εξακολουθήσω. — Αλλοίμονον εις εκείνους, είπα, που μεταχειρίζονται την δύναμιν που έχουν επί μιας καρδίας, διά να της αφαιρέσουν τας αθώας τέρψεις, αι οποίαι βλασταίνουν απ' αυτήν. Όλα τα δώρα, όλαι αι χάριτες δεν αναπληρούν μίαν στιγμήν ευχαριστήσεως εις τον εαυτόν μας, την οποίαν μας επίκρανε φθονερά του τυράννου μας η σκυθρωπότης.
Όλη η καρδία μου εξεχείλισε την στιγμήν εκείνην· η ανάμνησις τόσων παρελθόντων επεσωρεύθη εις την ψυχήν μου, και τα μάτια μου εγέμισαν από δάκρυα.
— Είθε να έλεγε καθένας προς τον εαυτόν του κάθε ημέραν, ανεφώνησα: δεν δύνασαι τίποτε άλλο για τους φίλους του παρά να τους αφήσης τας τέρψεις των, και να επαυξήσης την ευτυχίαν των συναπολαύων αυτής μαζί των. Δύνασαι όταν τα μύχια της ψυχής των ταλαιπωρούνται από σφοδρόν πάθος, διαταράσσωνται από λύπην, να τους δώσης μίαν έστω σταγόνα παραμυθίας; Και όταν τότε η τελευταία δεινοτάτη ασθένεια ενσκήψη εις το πλάσμα, το οποίον συ εις ανθηράς ημέρας υπέσκαψες, και τώρα κείται εκεί ελεεινή και εξηντλημένη, ο οφθαλμός αναίσθητος βλέπει προς τον ουρανόν και θανάτου ιδρώς καλύπτη το ωχρόν της μέτωπον, συ ωσάν κατάδικος στέκεσαι προ της κλίνης, ενδομύχως και εκ βάθους αισθανόμενος ότι ουδέν δύνασαι με όλην σου την δύναμιν, και η αδημονία μέσα σου σε σπαράττει, ώστε θα επόθεις το παν να θυσιάσης, όπως δυνηθής να ενστάξης εις το φθίνον πλάσμα σταγόνα ισχύος, σπινθήρα θάρρους.
Η ανάμνησις τοιαύτης σκηνής, της οποίας υπήρξα μάρτυς, επήλθεν εις εμέ με όλην την δύναμιν κατά τους λόγους τούτους. Έφερα το μανδύλι στα μάτια μου, και εγκατέλειψα την συντροφιά και μόνον η φωνή της Καρολίνας, που μου εφώναζεν «ας φύγωμεν!» με επανέφερεν εις τον εαυτόν μου. Και πώς με επέπληττε καθ' οδόν διά τα λίαν θερμόν ενδιαφέρον δι' όλα, και ότι θα κατεστρεφόμην εκ τούτου! ότι έπρεπε να φείδωμαι του εαυτού μου! Ω άγγελε! Χάριν σού πρέπει να ζήσω.
5 Ιουλίου.
Ευρίσκεται πάντοτε κοντά στην ετοιμοθάνατη φίλη της, και είναι πάντοτε η αυτή, πάντοτε το ευεργετικόν, χαριτωμένον πλάσμα, το οποίον, όπου προβλέπει, πραΰνει τους πόνους και καθιστά τους άλλους ευτυχείς. Χθες το βράδυ εβγήκε περίπατο με την Μαριάννα και τη μικρή Αμαλία· το ήξευρα και τας συνήντησα και επήγαμεν μαζί. Μετά πορείαν μιάμισης ώρας επεστρέψαμεν εις την πόλιν, παρά την βρύσιν, η οποία τόσον μου ήτο πολύτιμος και τώρα χιλιάκις πολυτιμοτέρα. Η Καρολίνα εκάθησεν εις τον μικρόν τοίχον, εμείς δε εστεκόμεθα μπροστά της. Εκύτταζα τριγύρω, αχ! και ο καιρός, που η καρδιά μου ήτο μόνη, ξαναέζησε τώρα μπροστά μου. — Αγαπητή βρύση, είπα, από τότε δεν αναπαύθηκα πλέον εις τη δροσιά σου, γλήγορα επερνούσα και κάποτε μήτε σε εκύτταζα. — Παρετήρησα κάτω, και είδα ότι η Αμαλίτσα πολύ προσεκτικά έπαιρνε με ένα ποτήρι νερό. — Εκύτταξα την Καρολίναν, αισθάνθηκα τι ήταν αυτή για μένα. Εν τω μεταξύ έρχεται η Αμαλίτσα μ' ένα ποτήρι νερό. Η Μαριάννα ηθέλησε να της το πάρη, όχι! ανεφώνησε το παιδί με γλυκυτάτην έκφρασιν· όχι συ, Καρολίνα, θα πιής πρώτη! Τόσον εγοητεύθηκα από την αλήθειαν, από την αγαθότητα, με την οποίαν το είπεν, ώστε δεν εμπόρεσα να εκφράσω άλλως το αίσθημά μου, παρά επήρα το παιδί από την γην, και τόσον ζωηρά το εφίλησα, ώστε αυτό αμέσως άρχισε να φωνάζη και να κλαίη. — Δεν εκάματε καλά, είπεν η Καρολίνα. — Εταράχθηκα. — Έλα, Αμαλίτσα μου. εξηκολούθησε, ενώ το έπιασε από το χέρι και το κατέβαζε στα σκαλιά, πήγαινε νίψου από την δροσεράν βρύσιν, γλήγορα, γλήγορα, τότε δεν πειράζει. — Όταν εστεκόμην εκεί και παρετήρουν με πόσην προθυμίαν το μικρόν έτριβε με τα βρεγμένα του χεράκια τα μάγουλά του, με ποίαν πεποίθησιν, ότι διά της θαυμασίας πηγής θ' απεπλύνετο από παν μόλυσμα και θ' απηλλάσσετο από τη ντροπή πως θα της έβγουν άσχημα γένεια· όταν η Καρολίνα έλεγεν «αρκεί» και το παιδί μόλα ταύτα ακόμη ζωηρότερα επλύνετο, ωσάν το πολύ να επέφερε περισσότερον αποτέλεσμα από το ολίγον — σου λέγω, Γουλιέλμε, ουδέποτε με περισσότερον σεβασμόν παρευρέθην εις βάπτισμα — και όταν η Καρολίνα ανέβη, ευχαρίστως θα ερριπτόμην μπροστά της όπως μπροστά σε προφήτη, όστις εξαγίαζε ταμαρτήματα ενός λαού.
Την εσπέραν δεν ηδυνήθην, με την χαράν της καρδιάς μου, να μη διηγηθώ το γεγονός εις ένα άνδρα, εις τον οποίον απέδιδα υγιά φρόνησιν, επειδή έχει νουν αλλά πώς την έπαθα! Μου είπεν ότι πολύ κακά έκαμεν η Καρολίνα· ότι δεν έπρεπε κανείς να απατά τα παιδιά· ότι τα τοιαύτα δίδουν αφορμήν εις απείρους πλάνας και δεισιδαιμονίας, από τας οποίας πρέπει κανείς ευθύς εξ αρχής να προφυλάττη τα παιδιά. — Τώρα θυμήθηκα πως ο άνθρωπος εβάπτισεν ένα παιδί του προ οκτώ ημερών· γι' αυτό δε επέμεινα και στάθηκα μέσα στην καρδιά μου πιστός εις την αλήθεια: Πρέπει να φερώμεθα προς τα παιδιά όπως ο Θεός προς ημάς, που μας κάνει ευτυχεστάτους όταν μας αφίνη να ζούμε μέσα σε γλυκειές πλάνες.
8 Ιουλίου.
Τι παιδί που είναι ο άνθρωπος! Πόσο ψοφάει για μια ματιά! Τι παιδί που είναι! Είχαμε πάει εις το Βαλάιμ. Η κυρίες επήγαν έξω με την άμαξα, και κατά τους περιπάτους μας επίστευα πως εις τα μαύρα μάτια της Καρολίνας . . . Είμαι τρελλός, πολυλογώ, (γιατί αρχίζω τώρα να νυστάζω), ιδές, η κυρίες ανέβηκαν, και εστεκόμεθα γύρω στην άμαξα, ο νέος Β . . . ο Σελστάντ, ο Αουδράνος και εγώ. Τότε από την θυρίδα της αμάξης μιλούσαν με τα παλληκάρια, που ήσαν βεβαίως αρκετά ελαφρά και μάταια. — Εζητούσα τα μάτια της Καρολίνας· αχ! εγύριζαν από τον ένα εις τον άλλον! Αλλ' εις εμέ! εμέ! εμέ! που αυτά μόνον και μόνον επρόσμενα, δεν έπεφταν! — Η καρδιά μου της έλεγε «μυριάκις έχαιρε!» Και αυτή δεν 'με έβλεπεν! Η άμαξα επέρασε και έν δάκρυ μού στεκότουν στα μάτια. Την ακολουθούσα με τα βλέμματα, και είδα την κόμην της Καρολίνας να κλίνη προς τα έξω της θυρίδος, και εστράφη για να ιδή, αχ! εμέ αρά γε! — Φίλτατε! εις αυτήν την αβεβαιότητα μετεωρίζομαι, τούτο είναι η παρηγοριά μου· ίσως εμένα εγύρισε να ιδή! Ίσως! — Καλήν νύκτα! Ω, τι παιδί που είμαι!
10 Ιουλίου.
Να έβλεπες τι γελοίον πρόσωπον που παίζω, όταν ομιλούν περί αυτής! Όταν δε μ' ερωτούν αν μου αρέση! Την λέξη αυτή την μισώ εξόλης της ψυχής μου. Τι άνθρωπος πρέπει να είναι εκείνος που να μη του αρέση η Καρολίνα, που να μη του κατέχη όλον τον νουν, όλα τα αισθήματα! Αρέσει! Τώρα ύστερα μ' ερώτησεν ένας αν μου αρέση ο Οσσιανός!
11 Ιουλίου.
Η κυρία Μ . . . είναι πολύ κακά· παρακαλώ τον θεόν για τη ζωή της, επειδή συμπάσχω με την Καρολίναν. Σπανίως την βλέπω στο σπίτι της φίλης μου, και σήμερον μου διηγήθη ένα θαυμάσιο γεγονός. — Ο γέρων Μ . . . είναι φιλάργυρος, μικροπρεπής, εξηνταβελόνης, που σ' όλη τη ζωή κατεβασάνιζε και περιώριζε τη γυναίκα του· αυτή όμως ήξερε πάντα να τα βολεύη. Προ ολίγων ημερών, όταν ο ιατρός απελπίσθη για τη ζωή της, αυτή επροσκάλεσε τον άνδρα της (η Καρολίνα ήτο εις το δωμάτιον) και του μίλησε έτσι: πρέπει να σου ομολογήσω ένα πράγμα, τα οποίον μετά τον θάνατόν μου μπορούσε να προκαλέση σύγχυσιν και έριδας. Ως τώρα εδιοίκησα το σπίτι με τόσην τάξιν και οικονομίαν, όσον ήτο δυνατόν αλλά θα με συγχωρέσης ότι σε εξηπάτησα σ' αυτά τα τριάντα χρόνια. Προώρισες εις τας αρχάς του γάμου μας ένα μικρόν ποσόν για τα έξοδα του μαγειρείου και των λοιπών οικιακών αναγκών. Όταν το νοικοκυριό μας έγεινε μεγαλύτερο, η εργασία μας επήγε πιο καλά, δεν επείσθης ν' αυξήσης αναλόγως το εβδομαδιαίον μου ποσόν. Κοντολογής, ξέρεις πως τον καιρό που το νοικοκυριό μας ήτο πολύ μεγάλο απαιτούσες να περάσω την εβδομάδα με επτά φιορίνια. Το εδέχθην τότε άνευ αντιλογίας και τα περιπλέον έπαιρνα κάθε εβδομάδα από το χρηματοκιβώτιον, επειδή κανείς δεν υπέθετεν ότι η κυρία θα έκλεπτε το ταμείον. Τίποτε δεν κατεσπατάλησα και, χωρίς να το ομολογήσω, θα μπορούσα θαρραλέα να μεταβώ εις την αιωνιότητα, αν δεν ήτο αδύνατον, εκείνη που έπειτα από εμέ θα διευθύνη το σπίτι να μη ευρεθή εις αμηχανίαν, γιατί συ πάντοτε θα επέμενες πως η πρώτη σύζυγός σου επαρκούσε με αυτά.
Ωμίλησα με την Καρολίναν περί της απιστεύτου αποτυφλώσεως του ανθρωπίνου νου, ώστε αυτός να μη υποπτεύη ότι κάτι άλλο υποκρύπτεται, όταν ένας με επτά φλωρίνια εξαρκή εκεί όπου γίνονται τριπλάσια έξοδα. Αλλ' εγνώρισα εγώ ο ίδιος ανθρώπους, που και του προφήτου την αιώνια λήκυθο θα παρεδέχωνται ότι υπάρχει εις το σπήτι τους χωρίς να εκπλαγούν.
13 Ιουλίου.
Όχι, δεν απατώμαι! αναγινώσκω εις τα μαύρα της μάτια αληθές ενδιαφέρον για μένα και για την τύχην μου. Ναι, αισθάνομαι και εις τούτο δύναμαι να πιστεύσω την καρδιά μου, ότι αυτή — ω, δύναμαι ημπορώ να εκφράσω την ουράνια αυτή λέξη; — ότι με αγαπά!
Με αγαπά! — Και πόσον ακριβός γίνομαι έτσι εγώ εις τον εαυτόν μου, πόσον — εις σε δύναμαι να το είπω, συ το αισθάνεσαι πόσον λατρεύω τον εαυτόν μου, αφ' ότου εκείνη με αγαπά! Είναι αρά γε τούτο προπέτεια, ή αίσθημα της πραγματικής καταστάσεως — Δεν γνωρίζω τον άνθρωπον από τον οποίον κάτι εφοβούμην εις την καρδιά της Καρολίνας· και όμως — όταν ομιλή περί του μνηστήρος της, όταν με τόση ζέση, με τόσην αγάπην γι' αυτόν — Ομιλεί — τότε ομοιάζω με άνθρωπον που του αφαιρούνται όλαι οι τιμαί και τα αξιώματα και που του αφαιρείται το ξίφος.
16 Ιουλίου
Αχ, τι φωτιά τρέχει μέσα στις φλέγες μου, όταν το δάκτυλό μου απροσδοκήτως εγγίξη το ιδικό της, όταν τα πόδια μας υπό την τράπεζαν συναντώνται! Τραβιώμαι πίσω, σαν από φωτιά, και πάλιν μία μυστηριώδης δύναμις με τραβάει μπροστά — επέρχεται ζάλη, εις όλας τας αισθήσεις μου. — Ω! και η αθωότης της, η απλή ψυχή δεν αισθάνεται πόσον αύται αι μικραί οικειότητες με βασανίζουν! Όταν μάλιστα εις την ομιλίαν θέτη το χέρι της επάνω στο δικό μου, και εις την ζωηρότητα του διαλόγου έρχεται πλησιέστερα προς εμέ, ώστε η ουρανία του στόματός της πνοή να φθάση εις τα χείλη μου — νομίζω ότι καταπίπτω σαν κεραυνόπληκτος. — Και, Γουλιέλμε, αν τολμήσω ποτέ τούτον τον ουρανόν, ταύτην την εμπιστοσύνην! — Με εννοείς. Όχι, η καρδία μου δεν είναι τόσον διεφθαρμένη! Ασθενής! αρκετά ασθενής! — Και δεν είναι τούτο διαφθορά;
Μου είνε ιερά. Κάθε επιθυμία καταπαύει εις την παρουσίαν της. Δεν ξεύρω ποτέ τι αισθάνομαι όταν βρίσκωμαι πλησίον της· και με γιατρεύει από κάθε ταλαιπωρίαν, ταραχή και μελαγχολία, μόλις παίξη την πρώτη νότα.
Καμμία λέξις περί της μυθικής μαγικής δυνάμεως της μουσικής δεν μου είναι απίθανος. Πόσον και το απλούν άσμα με συγκινεί! Και πόσον ηξεύρει να μου παίζη αυτό το κομμάτι, συχνά εις καιρόν, που μου έρχεται να πάρω ένα πιστόλι και να πετάξω τα μυαλά μου στον αέρα! Η πλάνη και το σκότος της ψυχής μου διαλύονται και αφανίζονται, και αναπνέω πάλιν ελευθερώτερα.
18 Ιουλίου.
Γουλιέλμε, τι είναι για την καρδιά μας ο κόσμος χωρίς έρωτα; Ό,τι είναι μαγικόν φανάρι χωρίς φως! Μόλις εισάγεις το λυχναράκι και αι πλέον ποικιλόχροοι εικόνες φαίνονται εις τον λευκόν σου τοίχον! Και αν τούτο δεν είναι τίποτε άλλο παρά πρόσκαιρα φαντάσματα, ουχ ήττον πάντα μας καθιστά ευταχείς όταν σαν ζωηρά παιδιά στεκώμεθα προ αυτού και ενθουσιαζώμεθα από τα θαυμαστά αυτά φαινόμενα. Σήμερον δεν μπόρεσα να πάω στης Καρολίνας μία συντροφιά, την οποίαν δεν ηδυνάμην να αποφύγω, με εμπόδισε. Τι να έκαμνα; έστειλα τον υπηρέτην μου εκεί έξω, διά να έχω τουλάχιστον πλησίον μου ένα άνθρωπον ο οποίος την είχε πλησιάσει σήμερον. Με πόσην ανυπομονησίαν τον επερίμενα, με πόσην χαράν τον επανείδα. Μου ήλθε να τον πιάσω από το κεφάλι να τον φιλήσω αλλ' εντράπηκα.
Διηγούνται περί της Βονωνίας πέτρας ότι, όταν την θέτουν εις τον ήλιον, προσελκύει τας ακτίνας του και φέγγει για λίγο ακόμα την νύκτα. Έτσι μου συνέβη με τον νέον αυτόν. Το αίσθημα ότι τα μάτια της είχαν πέσει επάνω εις το πρόσωπόν του, εις τα μάγουλά του, εις τα κουμβιά και τις ραφές του φορέματός του, μου κατέστησεν όλ' αυτά τόσον ιερά, τόσον πολύτιμα! Εις την στιγμήν αυτήν δεν θα έδιδα τον νέον ούτε αντί χιλίων ταλλήρων. Τόσον ευχαριστούμην από τη παρουσία του. — Ο Θεός να σε φυλάξη να μη γελάσης γι' αυτά! Γουλιέλμε, είναι φαντασία όταν είμεθα ευτυχείς;
19 Ιουλίου.
Θα την ιδώ! αναφωνώ κάθε πρωί όταν σηκώνομαι και ατενίζω μ' όλην την φαιδρότητα προς τον ωραίον ήλιον· θα την ιδώ! Και τότε για όλη την ημέρα δεν έχω πλέον άλλην επιθυμίαν. Το παν, το παν πνίγεται εις αυτήν την απαντοχή.
20 Ιουλίου.
Την ιδέαν σας να πάω με τον πρέσβυ . . . . . . . δεν δύναμαι ακόμη να συμμερισθώ. Δεν αγαπώ πολύ την υποταγήν, και ξεύρομεν όλοι ότι εκείνος ο κύριος είναι προς τούτοις ανυπόφορος. Η μήτηρ μου, λέγεις, θα επεθύμει να με ίδη σε καριέρα· αυτό μ' έκαμε να γελάσω. Δεν είμαι λοιπόν και τώρα σε καριέρα; και το κάτω κάτω δεν είναι το ίδιον αν μετρώ πιζέλια ή φακές; Το παν εις τον κόσμον καταλήγει εις ματαιότητα, και ο άνθρωπος, που χάριν των άλλων χωρίς τούτο, μα είναι δικό του πάθος, ιδία του ανάγκη, βασανίζεται για χρήματα ή τιμάς ή άλλο τι, είναι πάντοτε μωρός.
24 Ιουλίου.
Επειδή ενδιαφέρεσαι τόσον πολύ να μη αμελώ την ζωγραφική μου θα προτιμούσα καλύτερα ν' αποσιωπήσω όλως διόλου το πράγμα, παρά να σου πω ότι προ πολλού πολύ λίγο καταγίνομαι.
Ποτέ ως τώρα δεν υπήρξα πλέον ευτυχής, ποτέ αίσθημά μου για τη φύση ως τα λιθαράκια και ως τη χλόη δεν ήσαν πληρέστερον και πλέον ενδόμυχον. και όμως — δεν ηξεύρω πως να εκφρασθώ, η παραστατική μου δύναμις είναι τόσον αδύνατος, το παν τόσον πλέει και αιωρείται μπρος στην ψυχή μου: ώστε καμμίαν εικόνα δεν δύναμαι να συλλάβω· αλλά φαντάζομαι ότι, αν είχα πηλόν ή κερί, θα διέπλασσα καλύτερα. Θα λάβω και πηλόν, αν αυτή η κατάστασις διαρκέση περισσότερον, και θα ζυμώσω, και ας γείνουν και πήττες.
Της Καρολίνας την εικόνα τρεις φορές την άρχισα και τις τρεις εντροπιάσθηκα. Τούτο με λυπεί τόσο μάλλον όσο προ ολίγου καιρού επετύγχανα πολύ εις την ομοιότητα. Έπειτα λοιπόν την εσκιαγράφησα, και τούτο ας μου αρκέση.
20 Ιουλίου.