Part 2
Ουδόλως αρνούμενοι τον ιδιόρρυθμον ρωμαντισμόν της ανωτέρω οπτασίας, ομολογούμεν εν τούτοις ότι πολύ μάλλον των τοιούτων αχαλινώτων πτερυγισμάτων αρέσκουσιν ημίν παρά Βαλαωρίτη οι ευάριθμοι εκείνοι στίχοι, περί ων επιτρέπεται τω τεχνοκρίτη να διστάζη, αν εις την ρωμαντικήν πρέπει ή την κλασικήν κειμηλιοθήκην να τους αποθέση. Προκειμένου δε και μεταξύ τούτων να εκλέξωμεν, ηθέλομεν προτιμήσει αδιστάκτως τας στροφάς, δι' ων περιγράφεται ο ίππος του Αλή, αποτελούσας το στιλπνότερον ίσως της βαλαωριτείου ποιήσεως κομβολόγιον μαργαριτών:
Ακούει τον πόλεμο και χλημητάει, Τ' αυτιά του τέντωσε, άγρια τηράει· Ολόρθ' η χήτη του, ολόρθ' η ορά, Λιγάει το σώμα του σαν την οχειά κτλ.
Πάντες οι κριτικοί εθαύμασαν την επινόησιν του Ομήρου, όστις αντί να περιγράψη ο ίδιος τα κάλλος της Ελένης, εξεικόνισεν αυτό εμμέσως διά του νεανικού πόθου, ον η θέα της γυναικός ανήψεν εις τα στήθη των γερόντων της Τρωάδος. Αλλ' ουδ' η ομηρική αύτη καλλονή ελλείπει από των θαυμασίων τούτων στροφών. Ως οι Τρωαδίται την Ελένην, ούτω και οι Σουλιώται έτρωγον διά των οφθαλμών το άλογον του Αλή:
Ο Λάμπρος τ' ώβλεπε κι' από τη ζήλεια Κρυφά αναστέναξε, δαγκάει τα χήλια. «Άτι περήφανο να σ' είχα 'γώ Μέσα 'ς τα Γιάννινα ήθελα μπω!»
Προς το υπερήφανον τούτο άτι ένα μόνον ίππον γνωρίζομεν δυνάμενον να συγκριθή, τον της Γραφής, όστις ακούων κακείνος τον πόλεμον, «_γαυριά, εκπορεύεται εις πεδίον και σάλπιγγος ηχούσης ερεί· Εύγε!_»
Εν αρχή του «Αστραπόγιαννου» ευρίσκομεν ετέραν ουχ ήττον εναργή ομοιότητα προς την θαυμασθείσαν εικόνα των _Ψαλμών_ «η οδός αυτού σκότος και ολίσθημα και άγγελος διώκων αυτόν._» Ούτως εδιώκετο εν ζοφερά νυκτί επί ατραπού εκ του αίματος ολισθηράς και ο δυστυχής Λαμπέτης υπό σπείρας Αλβανών:
Το αίμα του έβαφε το μονοπάτι. Εμπρός τρισκότειδο και πίσω εχθροί.
Ως του Σολωμού και εν γένει των επτανησίων έχει ενίοτε και του Λευκαδίου η ποίησις συγγένειάν τινα προς τον Δάντην. Εν τω τρίτω άσματι της «Φροσύνης» παριστάμεθα εις βδελυράν σκηνήν ευθύμων Λιάπηδων, διασκεδαζόντων δι' ανθρωπίνων λειψάνων και ποδοκοιλούντων νεοκόπους κεφαλάς. Ενώ ούτω παίζουσιν οι πατέρες, τ' άξια τούτων τεκνία αμιλλώνται,
Ποιο κεφαλαίς περσότεραις σκληρά να πρωταρπάξη, Για να ταις βάλη επανωταίς να χτίσει πυραμίδα Ποιο δέρνει τους συντρόφους του με σκοτωμένου χέρι.
Εισελθόντος δε εις την αυλήν τυφλού γέροντος να ζητήση ελεημοσύνης, ρίπτουσι τα λυκόπουλα ταύτα εις την τρέμουσαν εκ του ψύχους παλάμην του αναμμένον άνθρακα και τεμάχιον πτώματος,
Και τόνε διώχνουν σκούζωντας: «Ψήσε το να χορτάσης!
Διά τοιαύτης σειράς εικόνων εφρόντισε και ο Δάντης να προδιαθέση τον αναγνώστην πριν ή επιφωνήση το πολύκροτον εκείνο,
Ο Pisa vituperio delle genti!
Ο δε αναγνώστης της «Φροσύνης» και μόνος εν ελλείψει του ποιητού ήθελεν ανακράξει,
Γιάννινα, μαύρα Γιάννινα, πώς σας βαστάει ο κόσμος!
Τοιαύτη είναι η βαλαωρίτειος ποίησις, σπανίως μεν ίσως εκτυλίσσουσα μακράς σειράς τελείων στίχων, αλλ' έτι σπανιώτερον εμπνεύσεως και δυνάμεως ενδεής. Η δύναμις μάλιστα αποτελεί το εναργέστερον αυτής χαρακτηριστικόν. Πάσης αρετής υπάρχουσι βεβαίως διάφοροι βαθμοί, ως και άνισα το ύψος ομοιογενή δένδρα· οιαδήποτε όμως και αν υποτεθή του ποιητικού αναστήματος η διαφορά, νομίζομεν ότι ο ψάλτης της _Φροσύνης_ δικαιούται να συγκαταταχθή μετά του διδασκάλου του Βίκτωρος Ουγώ εις την γενεάν των μεγαλοστόμων αοιδών. Αν ζήσας εν ατυχεστάτη μεταβατική εποχή, ήτις ούτε ιδανικόν oύτε γλώσσαν, έχει, δεν ηδυνήθη να κληροδοτήση ημίν εφάμιλλόν τι των _Φθινοπωρινών φύλλων_ και των __Ανατολικών ασμάτων_, αφ' ετέρου αναδεικνύεται πολλάκις εν ατελεστέροις έργοις ανώτερος κατά το αίσθημα του μεγαλορήμονος Γαλάτου. Οι τοσαύτας ομοιότητας έχοντες προς αλλήλους δύο ούτοι ποιηταί διαφέρουσι κατά τούτο, ότι ο μεν Ουγώ είναι εξ όλων των ποιητών της εσπερίας ο ελάχιστα παθών εκ της απελπιστικής νόσου, ήτις νέμεται σήμερον πάσαν όντως ποιητικήν καρδίαν. Ο δε Βαλαωρίτης ο μόνος ίσως βασανισθείς υπ' αυτής μεταξύ των Ελλήνων. Ενώπιον ημών έχομεν τριακοντασέλιδον επιστολήν του, την ποιητικήν ίσως αυτού διαθήκην, ην περαίνει ως ακολούθως (1): «Ο Bouchut περιέγραψε μετά θαυμαστής ακριβείας το νέον νόσημα του αιώνος _νευροσισμόν_ (nevrosisme) του οποίου πρώτα θύματα είναι οι ποιηταί. . . . Αισθάνομαι ότι νόσος βαρυτάτη, αλλόκοτος, αθεράπευτος, είναι αυτή καθ' εαυτήν η ποιητική διάθεσις. Πάσα στιγμή εμπνεύσεως είναι δι εμέ στιγμή παραφροσύνης και όλος ο οργανισμός μου πάσχει δεινώς εκ της πυρακτώσεως της φαντασίας. Οι καρδιακοί παλμοί, οίτινες θα με φέρουν ογλήγωρα εις τον τάφον, είναι το μόνον μου κέρδος εκ της ποιητικής διαθέσεως». Και προ της εξομολογήσεως όμως ταύτης, πολλάκις ησθάνθημεν αναγινώσκοντες τους στίχους του, ότι ήσαν εκ των πληρονομένων ακριβά κατά τον πεζόν τούτον αιώνα, ότε ο ποιητής δεν είναι ως πριν αιόλειος λύρα ηχούσα εκ της περιπνεούσης αύρας, αλλ' αναγκάζεται ν' ανασκάψη τα σπλάγχνα του προς ανεύρεσιν ποιητικής ικμάδος. Τούτο δε δύναται να ρηθή προ πάντων περί του ψάλτου της _Φροσύνης_, όστις πλην της ηλικίας ουδέν είχε κοινόν ούτε ως άνθρωπος ούτε ως ποιητής προς την παρούσαν γενεάν. Όπως εν τω ποιήματί του εκυοφόρησεν η Όσσα εις τα σπλάγχνα της τον Βλαχάβαν __χρόνους πολλούς και μήνες_, ούτως ήθελε τις ειπεί ότι ανέβαλλε και η μήτηρ του να γεννήση αυτόν επί ήμισυν τουλάχιστον αιώνα, ότε ήτο πλέον αναχρονισμός. Αληθείς σύγχρονοι του ερημίτου της Μαδουρής ήσαν oι υπ' αυτού ανασκαφέντες αρματωλοί και κλέφται μεθ' ων συνέζη εν διηνεκεί ονείρω. Προς δε τους σήμερον ανθρώπους ουδέποτε ήλθεν η Μούσα του εις επαφήν, αλλ' άπαξ μόνον η πυγμή του. Πολύ εν τούτοις φοβούμεθα ότι ο πολιτικός αντιπρόσωπος γενεάς τινος δεν έχει ανάγκην να εμφορήται αισθημάτων ευγενέστερων των επικρατούντων περί αυτόν, αλλά μάλλον να αισθάνεται ζωηρότερον των άλλων όσα αισθάνονται όλοι. Αν ακμαία έμπνευσις και πλούτος φαντασίας θεωρηθώσιν αρκούντα όπως ονομασθή τις εθνικός ποιητής, τοιούτον βεβαίως πρέπει ν' αναγορεύσωμεν τον Βαλαωρίτην· αν όμως απαιτείται πλην τούτου και να υμνήση αισθήματα ζώντα εν πάση καρδία, ημείς τότε πταίομεν και ουχί εκείνος, αν ελλείπει από των ποιημάτων του το τελευταίον τούτο, και μόνον τούτο το προσόν.
1) Την επιστολήν ταύτην δεν κρίνομεν εύλογον να δημοσιεύσωμεν, μη προφθάσαντες να ζητήσωμεν την προς τούτο άδειαν, και ως περιέχουσαν πλην των γεννικών και πλείστας περί ζώντων προσώπων κρίσεις.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
Αρ. 1. Πέτρος ο Β της Βρασιλίας. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 2. Περί αγάπης της πατρίδος. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 3. Αδαμάντιος Κοραής. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 4. Λάζαρος Κουντουριώτης. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 5. Αλέξανδρος Σούτσος. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 6. Περί περιθάλψεως των θυμάτων του πολέμου. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 7. Περί καθαριότητος. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 8. Περί Κύπρου. Τιμ. λεπτά 10. Αρ. 9. Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Τιμ. Λεπτά 10.
ΕΣΤΙΑ
[Εκδίδοται κατά κυριακήν εν Αθήναις, εκ σελ. 16. σχήμ. 4ον]
Συνδρ. ετησία: Εν Ελλάδι φρ.10 — Εν τη αλλοδ. φρ. 20.
Εν τω γραφείω της «Εστίας» πωλούνται οι μέχρι τούδε εκδοθέντες 7 τόμοι αυτής προς φρ. 5, δεδεμ. δε προς φρ. 8.
[Εις τους εγγραφομένους συνδρομητάς της Εστίας δίδοται δωρεάν το Δ ε λ τ ί ο ν της Εστίας κατά κυριακήν εκδιδόμενον, εκ 4 σελίδων, και περιέχον βιβλιογραφικόν δελτίον, ειδήσεις εξ Ελλάδος, αινίγματα και προβλήματα, εβδομαδιαίον δελτίον του Χρηματιστηρίου Αθηνών και άλλων πόλεων, τας κληρώσεις των ελληνικών και ξένων δανείων, ων μετέχουσιν εν Ελλάδι, τας προθεσμίας της πληρωμής των τοκομεριδίων διαφόρων δανείων και πλείστας άλλας πληροφορίας].
End of Project Gutenberg's Aristotelis Valaoritis, by Emmanouel D. Rhoides