Part 5
Και λοιπόν η κατασκευή των ζυμαρικών και των αλεύρων είναι μεν τροφή καλή και αγαθή, δεν θα έχη όμως την δύναμιν να κάμη ποτέ ένα άνθρωπον σοφόν. Διότι ακριβώς και αυτό το όνομα της κατασκευής θα επέφερε δυσκολίαν εις αυτά τα κατασκευαζόμενα πράγματα. Σχεδόν δε και ολόκληρος η γεωργία της χώρας (δεν είναι σοφία). Διότι όχι από τέχνην, αλλά εκ φύσεως συμφώνως με την θέλησιν του θεού φαίνεται ότι όλοι μας μεταχειριζόμεθα την γην. Αλλά πάλιν ούτε η ίδρυσις των κατοικιών και όλη η οικοδομική και η κατασκευή όλων των σκευών, και η σιδηρουργία και η κατασκευή όλων των αρχιτεκτονικών και πλαστικών και πλεκτικών και των άλλων εν γένει οργάνων, η οποία εις τον δήμον παρέχει υπηρεσίας, δεν ημπορεί να θεωρηθή ως αρετή. Αλλά και όλη η κυνηγετική ακόμη, η οποία κατήντησε πολυειδής (5) και τεχνική, δεν έχει την μεγαλοπρέπειαν της σοφίας, επίσης δε ούτε η μαντική και η εξηγητική απολύτως. Διότι μόνον τας φράσεις ερμηνεύει, αν όμως είναι αληθείς, αυτό δεν το γνωρίζει.
Αφού λοιπόν βλέπομεν ότι η απόκτησις των αναγκαίων γίνεται μεν τεχνικώς, αλλά καμμία από τας τέχνας δεν κάμνει κανένα σοφόν, τότε πλέον μένουν κάποια παιγνίδια, τα οποία εις το περισσότερον είναι μιμήσεις, αλλά δεν είναι διόλου σπουδαία. Δηλαδή μιμούνται και με όργανα διάφορα και με διαφόρους σχηματισμούς των σωμάτων των όχι τόσον κομψούς και τους λόγους και την μουσικήν και όσα παράγει η ζωγραφική, και παράγονται πολλά και πολυποίκιλα κοσμήματα με πολλά ελαστικά ή στερεά είδη. Δι' αυτά, όμως κανένα, δεν κάμνει εις τίποτε σοφόν η μιμητική, και αν εφαρμόζη την μεγαλιτέραν του επιτηδειότητα. Αφού δε συνεπληρώθησαν όλαι αι εργασίαι, τότε πλέον έρχεται η βοήθεια η πολυποίκιλος εις άπειρα πράγματα, και η μεν σπουδαιοτέρα και γενικωτέρα τέχνη του πολέμου, η οποία ωνομάσθη στρατηγική και είναι απαραίτητος ανάγκη, απαιτεί περισσοτέραν τύχην, και μάλλον παράγεται με ανδρείαν φυσικήν παρά με σοφίαν. Εκείνη δε πάλιν, την οποίαν ονομάζουν ιατρικήν, είναι σχεδόν επίσης βοήθεια δι' όσας ζημίας προξενούν εις την φύσιν των ζώων αι διάφοροι εποχαί του έτους με το ψύχος και τον καύσωνα τον υπερβολικόν και όλα τα παρόμοια, αλλά κανέν από αυτά δεν είναι αποτελεσματικόν διά την αληθεστάτην σοφίαν. Διότι είναι χωρίς ωρισμένον μέτρον και μόνον με τας υποθέσεις συμπεραίνονται. Επίσης δε βοηθούς θα ονομάσωμεν και τους πλοιάρχους και τους ναύτας συγχρόνως, αλλά και από αυτούς ας μη θελήση κανείς να μας παρουσιάση κανένα εξ όλων ως σοφόν. Διότι δεν είναι δυνατόν να γνωρίζη την οργήν και την φιλίαν των ανέμων, το οποίον είναι περιζήτητον δι' όλην την πλοιαρχικήν τέχνην. Αλλά πάλιν και όσοι είναι βοηθοί εις τας δίκας και λέγουν ότι στηρίζονται εις την δύναμιν του λόγου με το μνημονικόν των και με την άσκησιν, προέχοντες πολύ εις τους συλλογισμούς και τα έθιμα, ως προς την αλήθειαν, και ούτοι επί των πραγματικών δικαίων πλανώνται πολύ. Μένει λοιπόν διά την απόκτησιν της φήμης του σοφού μία παράδοξος δύναμις, την οποίαν ίσως οι περισσότεροι ονομάζουν μάλλον φύσιν παρά σοφίαν, όταν αντιληφθή κανείς άλλον ότι εννοεί ευκόλως ό,τι μανθάνει, ενθυμείται δε παρά πολλά και με ακρίβειαν, και όταν αναπολή το κατάλληλον πράγμα εις εκάστην στιγμήν, το οποίον κάμνει εντύπωσιν, και τούτο το κάμνει ταχέως. Δηλαδή όλα αυτά άλλοι μεν τα θεωρούν φύσιν, άλλοι δε σοφίαν, άλλοι δε αγχίνοιαν. Σοφόν όμως πραγματικώς με κανέν από αυτά δεν θα δεχθή ποτε κανείς λογικός άνθρωπος να θεωρήση κανένα.
Και όμως πρέπει να παρουσιασθή εις το μέσον κάποια επιστήμη, την οποίαν όταν κατέχη, θα γίνη πράγματι σοφός ο σοφός και δεν θα νομίζεται απλώς.
Ας ιδούμεν λοιπόν. Διότι αρχίζομεν ζήτημα εντελώς δύσκολον, δηλαδή να εύρωμεν άλλην ιδιότητα από όσας ανεφέραμεν, η οποία ημπορεί να ονομασθή πράγματι και ευλόγως σοφία, όστις δε την αποκτήση να μην είναι ούτε βάναυσος ούτε ηλίθιος εξ αιτίας της, αλλά σοφός και αγαθός πολίτης και άρχων και αρχόμενος εντός της πόλεως δικαίως και αρμονικώς. Ας προσέξωμεν λοιπόν να εννοήσωμεν ποία άραγε επιστήμη μόνη αποχωρισθείσα από την ανθρωπίνην φύσιν ή μη εισελθούσα εις αυτήν από όλας, όσαι τόρα υπάρχουν εις αυτήν, θα καθίστα τον άνθρωπον το ανοητότερον και μωρότερον ζώον. Και λοιπόν τούτο δεν είναι δύσκολον να το εννοήσωμεν. Δηλαδή περισσότερον από πάσαν άλλην εκείνη μόνον που έδωκε τον αριθμόν εις όλον το θνητόν γένος ημπορεί να κατορθώση τούτο.
Νομίζω δε ότι ο ίδιος ο θεός μας έδωκε αυτό διά να μας σώση παρά κάποια τύχη. Ποίος δε είναι ο θεός που νομίζω, πρέπει να το εξηγήσω, αν και είναι παράδοξος και πάλιν κάπως όχι παράδοξος. Διότι ο αίτιος όλων των αγαθών μας πώς δεν πρέπει να νομίζωμεν ότι υπήρξε αίτιος και του πολύ ανωτέρου αγαθού, δηλαδή της φρονήσεως; Και τόρα άραγε ποίον θεόν μεγαλύνω με τους λόγους μου, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία; Σχεδόν τον ουρανόν, τον οποίον είναι και δικαιότατον να τιμώμεν και να προσευχώμεθα εις αυτόν κατ' εξοχήν, καθώς κάμνουν όλοι γενικώς οι άλλοι δαίμονες και θεοί. Ότι δε αυτός έγινε αίτιος εις ημάς και των άλλων αγαθών, σχεδόν όλοι ημπορούν να το ομολογήσουν. Συγχρόνως δε ημείς διισχυριζόμεθα ότι μας έδωκε πραγματικώς και τους αριθμούς και θα μας δώση και άλλα μαθηματικά ζητήματα (6), εάν κανείς θελήση να παρακολουθή. Δηλαδή, εάν κανείς προχωρήση εις την ορθήν εξέτασιν αυτού, είτε κόσμον επιθυμεί κανείς να τον ονομάζη είτε Όλυμπον είτε ουρανόν, ας τον ονομάζη ούτω πως, αλλά ας παρακολουθή όμως πώς ποικίλλει τον εαυτόν του και στρέφει όλα τα άστρα του και προξενεί εις όλα όλας τας μετακινήσεις και τας ώρας και την τροφήν. Ακόμη δε προξενεί και την άλλην φρόνησιν, καθώς φρονούμεν, με όλους τους αριθμούς και τα άλλα αγαθά. Τούτο δε είναι το μεγαλίτερον, δηλαδή να αποκτήση κανείς το δώρον των αριθμών του και να ερευνήση όλην την περιφοράν του. Αλλά επιστρέφοντες κάπως ολίγον εις όσα είπαμεν ας ενθυμηθούμεν ότι πολύ ορθά εσκέφθημεν, ότι, εάν εξαιρέσωμεν τους αριθμούς από την ανθρωπίνην φύσιν, δεν είναι δυνατόν ποτε να γίνωμεν λογικοί. Διότι δεν ημπορεί πλέον να αποκτήση τελειοποίησιν η ψυχή τούτου του ζώου, από το οποίον λείπουν οι αριθμοί. Δηλαδή παν ζώον, το οποίον δεν γνωρίζει να διακρίνη τα δύο και τα τρία ούτε τα μονά και τα ζυγά, και εν γένει δεν γνωρίζει αριθμούς, ποτέ δεν ημπορεί να δώση λόγον δι' όσα πράγματα απέκτησε μόνον αντιλήψεις διά των αισθητηρίων και παραστάσεις. Το υπόλοιπον όμως της αρετής, δηλαδή την ανδρείαν και την σωφροσύνην, τίποτε δεν εμποδίζει να την αποκτήση. Όστις όμως στερείται του αληθούς λόγου ποτέ δεν ημπορεί να γίνη σοφός, και εις όποιον δεν υπάρχει σοφία, η οποία είναι το μεγαλίτερον μέρος της όλης αρετής, αυτός δεν ημπορεί να γίνη τελείως αγαθός και επομένως ευτυχής. Τόσον είναι ανάγκη να θέσωμεν ως βάσιν τους αριθμούς.
Διά ποίον δε λόγον τούτο είναι αναγκαίον, θα εχρειάζετο πολύ περισσοτέραν συζήτησιν από όσα είπαμεν. Αλλά και αυτά που θα ειπούμεν τόρα θα είναι ορθά ότι δηλαδή και όσα ελέχθησαν διά τας άλλας τέχνας προ ολίγου, και από αυτά δεν θα μείνη κανέν, αλλά γενικώς όλα θα καταστραφούν, εάν κανείς απομακρύνη την αριθμητικήν. Ίσως δε μερικοί νομίσουν ότι εις πολύ ολίγα πράγματα χρειάζεται αριθμούς το ανθρώπινον γένος, αποβλέποντες εις τας τέχνας. Μολονότι και αυτό είναι σπουδαίον. Αλλά εάν κανείς εννοήση το θείον μέρος και το θνητόν της γενέσεως (πλάσεως), εντός της οποίας θα εννοήση και την ευσέβειαν και την αλήθειαν των αριθμών, τότε πλέον όλοι αι μάντεις του κόσμου δεν ημπορούν να φαντασθούν πόσην δύναμιν μας επροξένησαν οι αριθμοί, αφού μας επροξένησαν και όσα συγκαταλέγονται εις την μουσικήν, σχετικά με τας κινήσεις και τους τόνους. Και το σπουδαιότερον ότι είναι αίτιοι όλων των αγαθών. Και ότι δεν είναι αίτιοι κανενός κακού, αυτό πρέπει να το εννοήσωμεν καλώς — και τούτο ευκόλως ημπορεί να γίνη — αλλά η σχεδόν άλογος και άτακτος και άσχημος και άρρυθμος και απροσάρμοστος περιφορά και όλα όσα μετέχουν κανενός κακού είναι στερημένα παντός αριθμού και αυτό πρέπει να το σκεφθή ούτω πως όστις θέλει να αποθάνη ευτυχής. Και όστις δεν γνωρίζει αυτούς, βεβαίως δεν θα συλλάβη αληθή ένοιαν διά το δίκαιον και αγαθόν και καλόν και όλα τα παρόμοια, αναμετρών αυτά εις τον εαυτόν του, ούτε θα πείση άλλον απολύτως περί αυτών.
Και λοιπόν ας προχωρήσωμεν εις την ουσίαν του ζητήματος, δηλαδή πώς εμάθαμεν αρίθμησιν. Εμπρός. Δηλαδή δεν εδόθη άραγε από κάποιον μέρος αφορμή, διά να εννοήσωμεν το έν και το δύο, αφού έχομεν αυτήν την φυσικήν ικανότητα από ολόκληρον το σύμπαν να αντιληφθώμεν αυτό; Και όμως πολλά άλλα ζώα ούτε εις αυτό δεν τα εβοήθησε η φύσις των, δηλαδή να ημπορέσουν να μάθουν από τον πατέρα των αρίθμησιν, εις ημάς όμως αυτά ακριβώς ενεφύτευσε ο θεός, ώστε να είμεθα ικανοί, όταν μας τους δεικνύουν, να τους διακρίνωμεν, έπειτα μας τους έδειξε και τους δεικνύει τακτικά, και από όλα τα πράγματα τι ωραιότερον ημπορεί κανείς να ιδή με τους οφθαλμούς του παρά την γενεάν των ημερών; Έπειτα ημπορεί να έλθη εις το μέρος της νυκτός, ενώ έχει την όρασίν του, οπότε θα του φανή όλως το αντίθετον. Και λοιπόν ανταλλάσσει αυτάς τας αντιλήψεις πολλάς νύκτας και πολλάς ημέρας, με τας οποίας ο ουρανός ποτέ δεν παύει να διδάσκη εις τους ανθρώπους το έν και τα δύο, έως ότου πλέον και ο δυσμαθέστατος να μάθη αρκετά την αρίθμησιν. Διότι έκαστος από ημάς ημπορεί κατ' αυτόν τον τρόπον να εννοήση και τα τρία και τα τέσσαρα και τα πολλά, όταν βλέπη αυτά. Διά τούτο μεταξύ άλλων εδημιούργησε ο θεός και την σελήνην, η οποία άλλοτε μεν φαίνεται μεγαλιτέρα και άλλοτε μικροτέρα και παρουσιάζει πάντοτε διάφορον ημέραν, έως τας δέκα πέντε ημέρας και νύκτας.
Αυτή δε διαγράφει κύκλον, εάν θελήση κανείς να θεωρήση ως έν ολόκληρον την κυκλικήν τροχιάν της, ώστε, διά να εκφρασθώμεν ούτω πως, να ημπορή να τα μάθη και το βλακωδέστερον ζώον από όσα ο θεός έδωκε ικανότητα εκ φύσεως να μανθάνουν.
Και έως εδώ μεν και με αυτά τα μέσα παν ζώον επιδεκτικόν μαθήσεως έγινε υπερβολικά αριθμητικόν, δηλαδή ως προς το να παρατηρή χωριστά το καθέν πράγμα μόνον του. Το να υπολογίζη όμως τας σχέσεις των αριθμών μεταξύ των νομίζω ότι έχει ανωτέραν αιτίαν, και διά τούτο, καθώς είπαμεν, έκαμε την σελήνην να αυξάνη και να φθίνη και απετέλεσε το έτος με μήνας (7) και ήρχισε να συγκρίνη πάντα αριθμόν προς μεγάλην ευτυχίαν. Από αυτά δε παρήχθησαν οι καρποί και εκυοφόρησε η γη, ώστε να υπάρχη τροφή δι' όλα τα ζώα, με την ύπαρξιν ανέμων και βροχών όχι υπερβολικών ούτε υπερμέτρων. Αλλ' εάν κανέν από αυτά συμβαίνη κάπως άσχημα, δεν πρέπει να προφασιζώμεθα την θείαν φύσιν, αλλά την ανθρωπίνην, η οποία δεν τακτοποιεί με δικαιοσύνην τον βίον της.
Όσον όμως αφορά εις ημάς, ενώ εξετάζαμεν το ζήτημα των νόμων, σχεδόν μας εφάνη ότι τα μεν άλλα όσα ωφελούν τους ανθρώπους είναι και εύκολον να γνωρίσωμεν, και έκαστος είναι ικανός να εννοήση τα λεγόμενα και να τα εκτελέση, εάν εννοήση ποίον είναι εκείνο το οποίον είναι λογικόν να συμφέρη και ποίον όχι. Λοιπόν μας εφάνη και ακόμη και τόρα μας φαίνεται, ότι αι μεν άλλαι ασχολίαι δεν είναι υπερβολικά δύσκολοι, με ποίον όμως τρόπον πρέπει να γίνωνται χρηστοήθεις οι άνθρωποι είναι δυσκολώτατον. Και όσον μεν διά τα άλλα, το να τα αποκτήση κανείς χρησίμως είναι, καθώς λέγει η παροιμία, και δυνατόν και όχι δύσκολον, δηλαδή πόσην περιουσίαν πρέπει να έχη και πόσην όχι και ποίου είδους σώμα πρέπει και ποίου όχι. Επίσης και ψυχήν ότι μεν πρέπει να έχωμεν αγαθήν, συμφωνεί έκαστος με οποιονδήποτε, αλλά με ποίον τρόπον αγαθήν; Και πάλιν ότι μεν πρέπει να έχωμεν δικαίαν ψυχήν και σώφρονα και ανδρείαν, και εις αυτά συμφωνεί, ότι όμως σοφήν, έκαστος μεν λέγει ότι πρέπει, αλλά ποίου είδους σοφίαν, καθώς είπαμεν προ ολίγου, κανείς απολύτως με κανένα δεν συμφωνεί από τους περισσοτέρους.
Τόρα λοιπόν ακριβώς έξω από όλας τας προηγουμένας σοφίας ευρίσκομεν κάποιαν σοφίαν όχι μηδαμινήν ως προς αυτά ακριβώς, δηλαδή ως προς το να φαίνεται σοφός όστις έμαθε όσα εξετάσαμεν. Αν όμως είναι πραγματικώς σοφός ο επιστήμων εις αυτά και αγαθός, ως προς τούτο πρέπει να ζητήσωμεν εξηγήσεις.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ξένε, πόσον ευλόγως είπες ότι σκοπεύεις να ειπής μεγάλους λόγους περί μεγάλων ζητημάτων.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως δεν είναι μικρά, φίλε, το δε σοβαρώτερον είναι ότι είναι εντελώς και απολύτως αληθή.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Υπερβολικά βεβαίως, Ξένε μου, αλλά μην αποκάμης να ειπής ό,τι διισχυρίζεσαι.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μάλιστα και λοιπόν και σεις μην αποκάμετε να ακούετε.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό να γίνη, εγώ σου απαντώ και διά τους δύο μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ καλά. Λοιπόν πρέπει, καθώς φαίνεται, να ειπούμεν από την αρχήν, και κυρίως μεν, εάν ημπορούμεν να συμπεριλάβωμεν εις έν όνομα ποία είναι η σοφία την οποίαν παραδεχόμεθα, εάν δε εις τούτο ήμεθα υπερβολικά ανίκανοι, τότε το δεύτερον ζήτημα, δηλαδή ποίαι είναι αι ιδιότητες και πόσαι, τας οποίας όταν αποκτήση κανείς θα γίνη σοφός συμφώνως με τον ιδικόν μας λόγον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε, αν αγαπάς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν τόρα δεν θα μισηθή ο νομοθέτης, αν ομιλή περί των θεών καλλίτερα παρά προηγουμένως και με καλλιτέραν παρομοίωσιν, ως να χρησιμοποιή ωραίαν διασκέδασιν τιμών τους θεούς και γεραίρων αυτούς με ύμνους και μακαριστούς εις όλην του την ζωήν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πολύ καλά ομιλείς, Ξένε μου. Και είθε αυτό το τέλος να θέσης εις τους νόμους σου, δηλαδή, αφού κανείς πανηγυρίση τους θεούς και ζήση καθαρωτέραν την ζωήν του, να επιτύχη συγχρόνως τέλος κάλλιστον και ωραιότατον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πώς λοιπόν το λέγομεν αυτό, φίλε Κλεινία; Άραγε φρονείς ότι πρέπει να υμνούμεν υπερβολικά και να τιμώμεν τους θεούς, ευχόμενοι να μας φωτίζουν να λέγωμεν τα καλλίτερα και ωραιότερα λόγια δι' αυτούς; Αυτό εννοείς ή πώς αλλέως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως καταπληκτικά ούτω πως. Αλλά, αξιοθαύμαστε φίλε, βασιζόμενος εις τους θεούς προσεύχου και λέγε την συνέχειαν του λόγου σου περί των αρμοζόντων εις τους θεούς και τας θεάς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό θα γίνη, αν ο ίδιος ο θεός μας οδηγήση. Αλλά και συ προσεύχου και μη σε μέλει.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ημπορείς να ειπής τα κατόπιν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καθώς φαίνεται λοιπόν, πρέπει πρώτον την θεογονίαν και την ζωογονίαν, την οποίαν οι προηγούμενοι την παρωμοίασαν κακώς, εγώ να την παρομοιάσω (ερμηνεύσω) καλλίτερον συμφώνως με τον προηγούμενον λόγον, επαναλαμβάνων τον λόγον τον οποίον απέτεινα προς τους ασεβείς και εξηγών εις αυτούς ότι υπάρχουν θεοί φροντίζοντες δι' όλα μικρά και μεγάλα και είναι σχεδόν αμετάπειστοι ως προς τα δίκαια, εάν βεβαίως ενθυμήσθε, φίλε Κλεινία. Διότι ελάβατε και υπομνήσεις δι' αυτά. Και βεβαίως όσα ελέχθησαν τότε ήσαν πολύ αληθή. Το εξής δε ήτο το σπουδαιότερον από αυτά, ότι η ψυχή ολόκληρος είναι αρχαιοτέρα του σώματος ολοκλήρου.
Άραγε δεν το ενθυμείσθε; Ή ασφαλώς ενθυμείσθε αυτό τουλάχιστον; Δηλαδή όποιον είναι καλλίτερον και παλαιότερον και θεοειδέστερον, αυτό φαίνεται ότι είναι ως προς το κατώτερον και νεώτερον και προστυχότερον, και γενικώς ότι το κυρίαρχον είναι σεβασμιώτερον από το κυριαρχούμενον, και απολύτως το φέρον από το φερόμενον. Λοιπόν ας αναγνωρίσωμεν αυτό, ότι η ψυχή είναι αρχαιοτέρα του σώματος. Αφού δε τούτο είναι ούτω πως, τότε θα είναι πιθανώτερον σχεδόν ότι από το πρώτον της δημιουργίας προηγήθη άλλο πρώτον. Και λοιπόν ας δεχθώμεν ότι η αρχή της αρχής (8) είναι ωραιοτέρα, και μας προβιβάζει ορθότατα εις τα υψηλότερα ζητήματα της σοφίας περί της γενέσεως των θεών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ας δεχθώμεν ότι αυτά ορθώς είναι ειπωμένα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εμπρός λοιπόν. Βεβαίως ζώον θα ειπούμεν ότι λέγεται πολύ ορθώς, όταν γίνη μία συνένωσις ψυχής και σώματος και γεννήση μίαν μορφήν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό λοιπόν δικαιότατα δεν ονομάζεται ζώον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα λοιπόν στερεά σώματα, από τα οποία ημπορεί κανείς κάλλιστα και ωραιότατα να πλάση κάτι, πρέπει λογικώς να θεωρούνται πέντε, ολόκληρος δε η άλλη τάξις έχει μίαν μορφήν (της ψυχής). Δηλαδή ασώματον δεν ημπορεί να υπάρξη κανέν άλλο, το οποίον να μην έχη ποτέ κανέν χρώμα, παρά μόνον το θειότατον γένος της ψυχής. Αυτό δε είναι εκείνο, εις το οποίον αρμόζει να πλάττη και να δημιουργή, εις δε το σώμα, καθώς είπαμεν, αρμόζει να πλάττεται και να δημιουργήται και να είναι ορατόν. Αλλά — ας επαναλάβωμεν πάλιν. Διότι δεν πρέπει μίαν φοράν να το ειπούμεν — εις αυτήν αρμόζει να είναι αόρατος και μόνον εις τον εννοοούντα καταληπτή, και να μετέχη της μνήμης και των υπολογισμών με συνδυασμόν των περιττών και των αρτίων αριθμών. (9) Λοιπόν από τα πέντε σώματα που υπάρχουν πρέπει να δεχθώμεν ότι έν είναι το πυρ και έν το ύδωρ και τρίτον ο αήρ, τέταρτον δε η γη και πέμπτον ο αιθήρ. Με την κυριαρχίαν δε εκάστου από αυτά σχηματίζονται πολλά και ποικίλα ζώα. Πρέπει να μάθωμεν το καθέν ως εξής.
Ας παραδεχθώμεν το πρώτον ως γήινον, δηλαδή όλους τους ανθρώπους και όλα τα πολύποδα και άποδα και όσα βαδίζουν και όσα είναι στάσιμα, κρατούμενα με ρίζας. Ως ενότητα δε όλων αυτών πρέπει να θεωρούμεν το εξής, ότι δηλαδή όλα αυτά αποτελούνται από όλα τα γένη, αλλά το περισσότερον μέρος αυτών αποτελείται από χώμα και στερεάν φύσιν. Άλλο δε γένος ζώου πρέπει να θεωρήσωμεν κατόπιν εκείνο, το οποίον διαρκώς σχηματίζεται και είναι δυνατόν να βλέπεται. Διότι το περισσότερον μέρος του το έχει από το πυρ, έχει όμως και μέρος από την γην και από τον αέρα, επίσης δε και από όλα τα άλλα στοιχεία έχει ολίγα μέρη. Διά τούτο λοιπόν πρέπει να δεχθώμεν ότι αυτά γίνονται ζώα πολυποίκιλα και ορατά. Και πρέπει πάλιν να πιστεύωμεν εις τα γένη των ζώων του ουρανού, και τούτο να δεχθώμεν ότι είναι το θείον γένος των άστρων, το οποίον επέτυχε σώμα μεν ωραιότατον, ψυχήν δε καλλίστην και ευτυχεστάτην. Εκ των δύο δε μοιρών την μίαν τουλάχιστον πρέπει να αποδώσωμεν εις αυτό με την γνώμην μας. Δηλαδή ή ότι είναι άφθαρτον ή και αθάνατον έκαστον από αυτά και απολύτως θείον κατά λογικήν ανάγκην, ή έχει έκαστον κάπως μακροχρόνιον βίον αρκετόν διά την ζωήν εκάστου, η οποία δεν έχει ποτέ πλέον καμμίαν περισσοτέραν ανάγκην.
Πρώτον λοιπόν ας εννοήσωμεν αυτό που λέγομεν, δηλαδή ότι δύο είναι τα τοιαύτα ζώα. Και επαναλαμβάνομεν ότι είναι και τα δύο μεν ορατά, το έν μεν από πυρ, ολόκληρον, καθώς φαίνεται, το δε άλλο από γην. Και το μεν γήινον ευρίσκεται εις αταξίαν, το δε πύρινον κινείται με απόλυτον τάξιν. Και λοιπόν εκείνο μεν που κινείται με αταξίαν πρέπει να το θεωρούμεν ανόητον, και τούτο ως επί το πλείστον κάμνουν τα πέριξ ημών ζώα, το δε άλλο που κινείται με τάξιν και εις τον ουρανόν πρέπει να το λάβωμεν ως σπουδαίαν απόδειξιν ότι είναι νοήμον. Διότι, αφού προχωρεί συμφώνως με τους ιδίους όρους και ομοίως πάντοτε ενεργεί και πάσχει, δίδει αρκετήν απόδειξιν ότι ζη φρονίμως. Η δε απαίτησις της ψυχής, η οποία έχει νουν, είναι ισχυροτέρα από όλους τους εξαναγκασμούς. Διότι κυριαρχεί και δεν κυριαρχείται εις το να νομοθετή. Η δε κανονικότης της ψυχής, όταν αποφασίση το καλλίτερον συμφώνως με τον καλλίτερον νουν, αποβαίνει το τέλειον και το πραγματικώς σύμφωνον με τον νουν, και τότε ούτε ο αδάμας δεν είναι ισχυρότερος αυτού· ούτε περισσότερον άκαμπτος, αλλά πρέπει να πιστεύσωμεν ότι αι τρεις Μοίραι το κρατούν και το φυλάττουν διά να είναι τέλειον ό,τι εσχεδιάσθη με την καλλιτέραν απόφασιν από έκαστον θεόν. Διά δε τους ανθρώπους έπρεπε να χρησιμεύση ως απόδειξις περί του ότι έχουν νουν τα άστρα και όλη εκείνη η περιφορά, το ότι εκτελούν πάντοτε τας ιδίας κινήσεις, διότι εκτελούν αποφάσεις ληφθείσας προ απείρως πολλού χρόνου, και δεν μετατοπίζονται άνω κάτω, ώστε άλλοτε άλλας κινήσεις εκτελούντα να πλανώνται και να αντιστρέφωνται. Τούτο εξηγήθη από τους περισσοτέρους όλως αντιθέτως, ότι δηλαδή, επειδή εκτελούν τας ιδίας κινήσεις και ομοίως, δεν έχουν ψυχήν. Και ηκολούθησεν αυτούς τους ανοήτους ο λαός, ώστε να νομίση ότι το μεν ανθρώπινον ζώον είναι νοήμον και ζωντανόν, ως κινούμενον, το δε θείον είναι ανόητον ως μένον εις τας ιδίας περιφοράς. Ήτο όμως δυνατόν εις τον άνθρωπον, εάν παραδεχθή τα καλλίτερα και ωφελιμώτερα και αγαπητότερα, να εννοήση ότι διά τούτο πρέπει να νομίζη νοήμον εκείνο το οποίον ενεργεί υπό τους ιδίους όρους και ομοίως και διά τους ιδίους λόγους. Αυτό δε ότι είναι η φύσις των άστρων, η οποία εις την όρασιν μεν είναι ωραιοτάτη, διότι αυτά χορεύουν και διαγράφουν τον ωραιότατον και μεγαλοπρεπέστατον χορόν από όλους και εκτελούν τα χρήσιμα δι' όλα τα ζώα.
Και πρώτον προς εξήγησιν του λόγου, διά τον οποίον θεωρούμεν αυτά έμψυχα, ας σκεφθώμεν το μέγεθος αυτών, δηλαδή δεν είναι τόσον μικρά, όσον μας φαίνονται πραγματικώς, αλλά έκαστον από αυτά είναι ανυπολόγιστον κατά τον όγκον. Πρέπει δε να το πιστεύσωμεν. Διότι αυτό γίνεται αντιληπτόν με πολλάς αποδείξεις. Δηλαδή ολόκληρον τον ήλιον είναι δυνατόν να εννοήσωμεν ορθώς ως μεγαλίτερον από ολόκληρον την γην και βεβαίως και όλοι οι μετακινούμενοι αστέρες (πλανήται) έχουν κάπως θαυμαστόν μέγεθος. Ας σκεφθώμεν όμως ποίος τρόπος υπάρχει, ώστε να περιφέρη τόσον μεγάλον όγκον — κάποια δηλαδή φύσις εις τον ίδιον χρόνον εις όσον και σήμερον ακόμη περιφέρονται. Λοιπόν εγώ φρονώ ότι ο θεός είναι ο αίτιος και ποτέ δεν είναι δυνατόν αλλέως. Δηλαδή ποτέ δεν είναι δυνατόν να υπάρξη έμψυχον πράγμα αλλέως παρά από θεόν, καθώς ημείς φρονούμεν. Αφού δε αυτό είναι ικανός να το εκτελέση ο θεός, ήτο εντελώς εύκολον πρώτον μεν να γίνη εντελώς ζωντανόν ολόκληρον το σώμα και ολόκληρος ο όγκος, έπειτα δε να το μετακινή με τον τρόπον, τον οποίον εθεώρησε καλλίτερον. Τόρα λοιπόν περί όλων αυτών ένα λόγον ημπορούμεν να ειπούμεν αληθινόν. Δεν είναι δυνατόν η γη και ο ουρανός και όλοι οι αστέρες και όλοι οι αποτελούμενοι από αυτούς όγκοι, εάν δεν εδόθη πλησίον των ή εντός εκάστου από αυτούς ψυχή, να μετακινούνται με ακρίβειαν έκαστον έτος συμφώνως με τους μήνας και τας ημέρας, και να γίνονται εις όλους μας αγαθά όλα, όσα εδημιουργήθησαν. Πρέπει δε όσον μηδαμινόν πράγμα είναι ο άνθρωπος, τόσον περισσότερον να μη φλυαρή, αλλά να φαίνεται ότι ομιλεί σαφώς.
Και λοιπόν, εάν κανείς θεωρήση ως αιτίας τα ορμέμφυτα των σωμάτων ή τας φύσεις ή κανέν παρόμοιον, δεν λέγει τίποτε σαφές. Αυτό όμως που ελέχθη από ημάς πρέπει να το επαναλάβωμεν, διά να ιδούμεν αν έχει λογικήν ο λόγος μας ή εντελώς καθυστερεί ως προς αυτήν, πρώτον μεν ότι τα όντα είναι δύο, το έν μεν ψυχή, το δε άλλο σώμα, και ότι είναι πολλά όντα εκάστου από τα δύο αυτά είδη, όλα όμως είναι διάφορα και μεταξύ των και του ενός είδους προς το άλλο, και έπειτα ότι δεν υπάρχει τρίτον τι ανάμικτον από τα δύο εις κανέν. Έχει δε μεγάλην διαφοράν η ψυχή από το σώμα. Διότι αυτήν μεν θα την θεωρήσωμεν νοήμονα, αυτό δε ανόητον, και εκείνην κυρίαρχον, αυτό δε εξουσιαζόμενον, και εκείνην μεν αιτίαν όλων, αυτό δε αναίτιον παντός παθήματος. Επομένως το να δεχθώμεν ότι τα επουράνια προέρχονται από άλλο τίποτε και ότι δεν είναι κατ' αυτόν τον τρόπον γεννήματα της ψυχής και του σώματος θα ήτο μεγάλη μωρία και παρολογισμός. Εάν λοιπόν πρόκειται να υπερισχύσουν οι λόγοι περί όλων αυτών και να φαίνωνται όλα αυτά πιστευτά ως θεία, πρέπει να τα θεωρήσωμεν ως έν από τα δύο. Δηλαδή ή πρέπει πολύ ορθώς να τα εξυμνούμεν ως να είναι οι ίδιοι οι θεοί, ή να τα θεωρήσωμεν ομοιώματα των θεών ωσάν αγάλματα, τα οποία κατεσκεύασαν οι ίδιοι οι θεοί.
Διότι βεβαίως δεν είναι έργα ανοήτων ούτε μικράς αξίας, αλλά, καθώς είπαμεν, έν από τα δύο αυτά πρέπει να δεχθώμεν, και τα πιστευθέντα ως τοιαύτα να τα τιμώμεν περισσότερον από όλα τα αγάλματα. Διότι είναι αδύνατον να παρουσιασθούν ποτε ωραιότερα και παγκοσμιώτερα αγάλματα εις όλην την ανθρωπότητα ούτε υψωμένα εις υπεροχωτέρους τόπους από αυτά, (10) υπερέχοντα κατά την καθαρότητα και σεμνότητα και όλην την ζωήν όσον έγιναν όλα αυτά τελείως.