Part 4
Πολύ λαμπρά με επρόλαβες, φίλε Κλεινία, και λοιπόν πρέπει αυτός καθώς μας προαγγέλλει ο προηγηθείς λόγος, να έχη όλας τας αρετάς, των οποίων αρχηγός είναι το να μη πλανάται επιδιώκων πολλούς σκοπούς αλλά εις έν μέρος να βλέπη και εις αυτό να διευθύνη όλα του τα βέλη.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Είμαι συμφωνότατος.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα λοιπόν θα μάθωμεν ότι δεν είναι διόλου παράδοξον να πλανώνται όλοι οι νόμοι των πόλεων διατί διαφόρους σκοπούς επιδιώκουν αι νομοθεσίαι των διαφόρων πόλεων. Και κυρίως δεν είναι παράδοξον αν άλλοι μεν θέτουν ως όρον τα δίκαια, διά να κυριαρχήσουν μερικοί εις την πόλιν, είτε είναι καλλίτεροι είτε χειρότεροι από τους άλλους, άλλοι δε να πλουτήσουν, είτε είναι δούλοι άλλων είτε όχι, άλλοι δε την προθυμίαν προς τον ελεύθερον βίον, άλλοι δε και προς δύο συγχρόνως σκοπούς αποβλέπουν νομοθετούντες, δηλαδή πώς να είναι ελεύθεροι και κυρίαρχοι άλλων πόλεων. Άλλοι δε, οι σοφώτεροι, καθώς νομίζουν τον εαυτόν των, όλα αυτά και τα παρόμοια επιδιώκουν, ένα δε εξαιρετικόν σκοπόν δεν είναι ικανοί να δηλώσουν ότι προτιμούν, εις τον οποίον πρέπει να αποβλέπουν όλαι αι άλλαι πράξεις των.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τότε λοιπόν, καλέ Ξένε, δεν ωρίσθη προ πολλού καλώς ο ιδικός μας σκοπός; Δηλαδή προς ένα σκοπόν είπαμεν ότι πρέπει να τείνουν όλοι οι νόμοι μας, αυτό δε εδέχθημεν πολύ ορθώς ότι ονομάζεται αρετή.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μάλιστα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Την δε αρετήν, νομίζω, την ωρίσαμεν ως αποτελουμένην από τέσσαρα πράγματα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαιότατα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τον δε νουν αρχηγόν όλων αυτών, προς τον οποίον πρέπει να στρέφουν το βλέμμα και όλα μεν τα άλλα πράγματα, αλλά και τα τρία εξ αυτών.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ λαμπρά παρακολουθείς, φίλε Κλεινία. Λοιπόν τόρα παρακολούθησέ με και εις τα επίλοιπα. Και λοιπόν είπαμεν ποίον είναι το έν εκείνο, προς το οποίον πρέπει να στρέφη το βλέμμα ο νους ο πλοιαρχικός και ο ιατρικός και ο στρατηγικός. Τόρα δε ευρισκόμεθα εις το σημείον του να εξελέγξωμεν τον πολιτικόν νουν, και ως να είναι πρόσωπον ημπορούμεν να τον ερωτήσωμεν και να ειπούμεν: και συ, αξιοθαύμαστε φίλε, που αποβλέπεις; Ποίον είναι άραγε εκείνο το έν, το οποίον ο μεν ιατρικός νους ημπορεί να το εκφράση σαφώς, συ δε ο οποίος μάλιστα είσαι υπέροχος, καθώς ημπορείς να φρονής, από όλους τους νουνεχείς, δεν θα ημπορέσης να το ειπής; Ή μήπως σεις, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία, ημπορείτε εις την θέσιν εκείνου να μου ειπήτε με ακρίβειαν, ποίον είναι άραγε τούτο, καθώς εγώ διά τόσα άλλα σας έδιδα ορισμούς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διόλου μάλιστα, ξένε μου.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τουλάχιστον ημπορείτε να ειπήτε ότι έχετε προθυμίαν να το εννοήσετε αυτό ποίον είναι και πού έγκειται;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πού εννοείς δηλαδή;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δηλαδή, όταν είπαμεν ότι υπάρχουν τέσσαρα είδη της αρετής, είναι βεβαίως φανερόν ότι πρέπει να εξετάσωμεν και έκαστον χωριστά, αφού είναι τέσσαρα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αμέ πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βεβαίως όλα αυτά τα ονομάζομεν με έν όνομα, δηλαδή και την ανδρείαν την θεωρούμεν αρετήν και την φρόνησιν αρετήν, και τα άλλα δύο επίσης, διότι φρονούμεν πραγματικώς ότι δεν είναι πολλά, αλλά μόνον αυτό το έν, δηλαδή η αρετή.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Κατά τι μεν διαφέρουν αυτά τα δύο και έλαβαν δύο ονόματα, και κατά τι τα άλλα, δεν είναι δύσκολον να το ειπούμεν. Πώς όμως και εις τα δύο αυτά και εις τα άλλα απεδώσαμεν έν όνομα, δηλ. την αρετήν, αυτό πλέον δεν είναι εύκολον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς εννοείς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δεν είναι δύσκολον να εξηγήσω τι εννοώ. Δηλαδή ας μοιρασθώμεν μεταξύ μας την ερώτησιν και την απάντησιν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς το εννοείς τούτο πάλιν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ερώτησέ με πώς θεωρούμεν έν την αρετήν και έπειτα πάλιν τα εθεωρήσαμεν αυτά τα δύο ας δύο, το έν μεν ως ανδρείαν, το άλλο δε ως φρόνησιν. Δηλαδή, θα σου ειπώ την αιτίαν, ότι το πρώτον μεν περιστρέφεται εις τον φόβον, δηλαδή η ανδρεία, της οποίας, συμμετέχουν και τα ζώα και τα ήθη των πολύ νεαρών παιδίων. Διότι η ανδρεία ψυχή υπάρχει χωρίς λογικόν και εκ φύσεως. Εξ άλλου πάλιν χωρίς λογικόν ψυχή φρόνιμος και νουνεχής ούτε υπήρξέ ποτε ούτε υπάρχει, ούτε θα υπάρξη, διότι είναι διάφορον πράγμα.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγεις την αλήθειαν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πώς λοιπόν είναι διάφορα πράγματα και δύο, συ το έλαβες από εμέ διά του λόγου. Αλλά τόρα πάλιν πώς είναι έν και το ίδιον, ειπέ συ κατ' ανταπόδοσιν εις εμέ. Έχε υπ' όψει σου δε ότι οφείλεις να ειπής και πώς, ενώ είναι τέσσαρα, είναι έν, και αφού συ δείξης ότι είναι έν απαίτησε από εμέ να ειπώ πώς είναι πάλιν τέσσαρα. Και το σπουδαιότερον ας εξετάσωμεν κατόπιν άραγε, όστις γνωρίζει αρκετά καλά περί ενός ζητήματος, το οποίον έχει μεν και όνομα, αλλά έχει και ορισμόν πρέπει μόνον το όνομα να γνωρίζη, τον δε ορισμόν να τον αγνοή, ή μήπως όστις είναι κάτι, πρέπει να γνωρίζη όλα αυτά περί πραγμάτων τα οποία υπερέχουν εις μέγεθος και κάλλος;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό φαίνεται πιθανόν τουλάχιστον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν διά τον νομοθέτην και τον νομοφύλακα και διά πάντα φρονούντα ότι είναι υπέροχος εις την αρετήν και έλαβε βραβεία δι' όλα αυτά, υπάρχει κανέν άλλο πράγμα σπουδαιότερον από την ανδρείαν, σωφροσύνην, δικαιοσύνην και φρόνησιν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς είναι δυνατόν;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δι' αυτάς λοιπόν οι ερμηνευταί, οι διδάσκαλοι, οι νομοθέται και οι φύλακες των άλλων, όταν κανείς έχη ανάγκην να τας μάθη και να τας γνωρίζη, ή όταν έχη ανάγκην να τιμωρηθή και να επιπληχθή, εάν σφάλη, άραγε αυτοί δεν πρέπει να τον διαφωτίσουν προηγουμένως ποίαν δύναμιν έχει η αρετή και η κακία και ωρισμένως να φαίνεται εις τας ερμηνείας του υπέροχος από τους άλλους, αλλά να έλθη ή κανείς ποιητής εις την πόλιν ή κανείς διδάσκαλος των νέων και να καυχάται ότι είναι ανώτερος του αριστεύσαντος εις πάσαν αρετήν; Τότε λοιπόν εις τοιαύτην πόλιν, όπου δεν υπάρχουν ικανοί φύλακες με λόγους και έργα γνωρίζοντες τελείως περί της αρετής, είναι παράδοξον πράγμα, αφού μένει αφύλακτος, να πάθη όσα πάσχουν αι περισσότεραι από τας σημερινάς πόλεις;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διόλου βεβαίως, καθώς φαίνεται.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Άραγε πρέπει να κάμωμεν αυτό που λέγομεν ή πώς αλλέως; Δηλαδή πρέπει να προετοιμάσωμεν τους φύλακας ακριβεστέρους εις την αρετήν από τους περισσοτέρους και με λόγον και με έργον; Ή αλλέως με ποίον τρόπον θα ομοιάση η πόλις μας με την κεφαλήν και τας αισθήσεις των νοημόνων, και θα φαίνεται ως να έχη κάποιους παρομοίους φύλακας εντός της;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς λοιπόν και με ποίον μέσον, φίλε Ξένε, πρέπει να εννοούμεν την παρομοίωσιν αυτής προς κάτι τοιούτον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Είναι φανερόν ότι η πόλις είναι η κεφαλή, από δε τους φύλακας οι μεν νέοι και οι ευφυέστεροι είναι κάπως περιωρισμένοι εις την υψηλοτέραν κορυφήν, και έχουν εις όλην των την ψυχήν οξυδέρκειαν, ώστε να βλέπουν ολόγυρα εις όλην την πόλιν και φρουρούντες να παραδίδουν τας εντυπώσεις των αισθήσεων εις την μνήμην των και να αναγγέλλουν εις τους γεροντοτέρους όλα όσα συμβαίνουν εις την πόλιν, εξ άλλου δε οι γέροντες οι ομοιάζοντες τον νουν εννοούν τα περισσότερα και τα σπουδαιότερα και τα σκέπτονται, και έχοντες υπηρέτας και συμβούλους τους νέους, ούτω πως από κοινού σώζουν και οι δύο πραγματικώς την πόλιν ολόκληρον. Άραγε ούτω πως εννοούμεν, ή πώς αλλέως θέλεις να τα τακτοποιήσωμεν; Τάχα όλοι να είναι όμοιοι και να μην υπάρχουν μερικοί τελειοποιημένοι εις την ανατροφήν και εκπαίδευσιν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αλλ' αυτό, αξιοθαύμαστε φίλε, είναι αδύνατον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν πρέπει να βαδίσωμεν εις κάποιαν εκπαίδευσιν τελειοτέραν της προηγουμένης.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ίσως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλ' άραγε μήπως αυτή, την οποίαν εθίξαμεν τόρα, είναι εκείνη την οποίαν χρειαζόμεθα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαιότατα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Λοιπόν δεν ελέγαμεν ότι ο τέλειος δι' όλα δημιουργός και φύλαξ πρέπει όχι μόνον να είναι ικανός να αποβλέπη εις τα πολλά, αλλά να προσπαθήση να εννοήση το έν και αφού το εννοήση να δώση εις όλα διάταξιν σύμφωνον με εκείνο;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλ' άραγε ημπορεί εις το καθένα να γίνη άλλη εξέτασις και σκέψις σοφωτέρα δι' οτιδήποτε παρά το να είναι ικανός να ευρίσκη μίαν κοινήν έννοιαν εις τα πολλά και ανόμοια πράγματα;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ίσως.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Όχι ίσως, ευλογημένε μου, αλλά ασφαλώς από αυτήν την μέθοδον δεν υπάρχει άλλη ασφαλεστέρα εις κανένα άνθρωπον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βασιζόμενος εις σε, καλέ Ξένε, συμφωνώ μαζί σου και ας προχωρήσωμεν κατ' αυτόν τον τρόπον εις την συζήτησίν μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τότε λοιπόν, καθώς φαίνεται, πρέπει να υποχρεώσωμεν και τους φύλακας αυτής της θείας πολιτείας μας πρώτον να εννοήσουν τι κοινόν υπάρχει και εις τα τέσσαρα αυτά, το οποίον λέγομεν ότι είναι το ίδιον και εις την ανδρείαν και εις την σωφροσύνην και εις την δικαιοσύνην και εις την φρόνησιν και ορθώς ίσως το ονομάζομεν με έν όνομα αρετήν. Αυτό, φίλοι μου, εάν μεν θέλωμεν τόρα που το εσφίξαμεν σχεδόν υπερβολικά να μη το παραιτήσωμεν, πριν να ορίσωμεν τελείως, τι πράγμα είναι εκείνο εις το οποίον πρέπει να αποβλέπωμεν είτε ως έν είτε ως ακέραιον είτε ως τα δύο ομού είτε οπωσδήποτε άλλως επλάσθη. Ή μήπως ελπίζομεν ακόμη, αν τυχόν μας διαφύγη τούτο, ότι θα εννοήσωμεν τελείως το ζήτημα της αρετής, περί της οποίας δεν θα είμεθα ικανοί να εξηγήσωμεν αν είναι πολλά ή τέσσαρα η έν; Λοιπόν, εάν πειθώμεθα εις τας υποδείξεις του εαυτού μας, με κάθε τρόπον πρέπει να επιτύχωμεν να υπάρξη τούτο εις την πόλιν μας. Εάν όμως τυχόν νομίζωμεν ότι απολύτως πρέπει να το παραιτήσωμεν, ας γίνη ούτω.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Διόλου μα τον ξένιον θεόν, φίλε Ξένε, δεν πρέπει να παραιτήσωμεν αυτό, διότι μας φαίνεσαι ότι ομιλείς πολύ ορθά. Αλλά τόρα πώς ημπορεί κανείς να το επιτύχη;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ακόμη ας μη εξετάσωμεν το πώς θα το επιτύχωμεν. Αλλά πρώτον ας μείνωμεν σταθερώς σύμφωνοι μεταξύ μας περί του αν πρέπει ή όχι.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πρέπει, εάν είναι δυνατόν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά τι λοιπόν; Περί του καλού και του αγαθού το ίδιον φρονούμεν; Δηλαδή ότι πρέπει να μάθουν οι φύλακες μας μόνον ότι είναι πολλά το καθέν από αυτά, ή και ότι είναι έν και πώς;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Σχεδόν φαίνεται εξ ανάγκης ότι πρέπει να εννοήσουν και ότι είναι έν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αλλά πάλιν μόνον να εννοούν, το δε συμπέρασμα διά του ορισμού να μη ημπορούν να το εκτελέσουν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς είναι δυνατόν. Διότι αυτό που λέγεις είναι κατάστασις ζωώδης.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Άραγε δι' όλα τα σπουδαία το ίδιον έχομεν να ειπούμεν, ότι δηλαδή όσοι πρόκειται να γίνουν αληθείς φύλακες των νόμων πρέπει να γνωρίζουν την αλήθειαν αυτών, και με ορισμούς να είναι ικανοί να τα εξηγούν και με τα έργα να τα εφαρμόζουν, κρίνοντες και όσα γίνονται καλώς κατά φύσιν και όσα όχι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μήπως λοιπόν τάχα δεν είναι έν από τα ωραιότερα πράγματα το ζήτημα των θεών, το όποιον μάλιστα με προσοχήν εξετάσαμεν, δηλαδή ότι υπάρχουν και πόσην δύναμιν φαίνεται ότι έχουν, και πόσον είναι δυνατόν να εννοηθούν αυτά από τους ανθρώπους, και ότι εις μεν τους περισσοτέρους πολίτας επιτρέπεται να συμμορφώνωνται με την γνώμην μόνον των νόμων, από όσους όμως πρόκειται να λάβουν μέρος εις την φύλαξιν αυτών ότι δεν πρέπει να επιτραπή τούτο εις εκείνον όστις δεν ήθελεν εργασθή επιμόνως διά να αποκτήση πλήρη πεποίθησιν περί της υπάρξεως των θεών; Η δε απαγόρευσις να συνίσταται εις το να μη εκλέγεται μεταξύ των νομοφυλάκων όστις δεν είναι θείος και δεν κατέγινε πολύ εις αυτά, ούτε πάλιν ανήκει εις τους διακρινομένους διά την αρετήν των.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τουλάχιστον είναι δίκαιον καθώς λέγεις, όστις είναι αργός εις τα τοιαύτα, ή ανίκανος να δίδη απάντησιν, να απέχη πολύ από τα καλά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Άραγε λοιπόν γνωρίζομεν ότι δύο πράγματα οδηγούν εις την πίστιν περί υπάρξεως θεών, τα οποία εξετάσαμεν προηγουμένως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Το έν μεν είναι αυτό που ελέγαμεν περί της ψυχής, ότι δηλαδή είναι το αρχαιότερον και θεϊκώτερον από όλα τα πράγματα, εις τα οποία η κίνησις λαβούσα σύμμαχον την γένεσιν επρομήθευσε αιωνίαν ύπαρξιν. Το δε άλλο είναι με ποίαν τάξιν γίνεται η κίνησις και των άστρων και όσα άλλα διοικεί ο νους ο τακτοποιήσας το σύμπαν. Διότι όστις αντιληφθή αυτά όχι μηδαμινώς ουδέ επιπολαίως, δεν είναι δυνατόν να είναι τόσον άθεος γεννημένος μεταξύ των ανθρώπων, ώστε να μη πάθη το αντίθετον από ό,τι περιμένουν οι περισσότεροι. Διότι, αυτοί μεν φρονούν ότι όσοι εξετάζουν αυτά με την αστρονομίαν και τας άλλας σχετικάς με αυτήν τέχνας γίνονται άθεοι, διότι εννοούν δήθεν τελείως ότι αυτά τα πράγματα συμβαίνουν συμφώνως με απαραβάτους νόμους και όχι με προαίρεσιν αγαθής θελήσεως.
ΚΛΕΙΝΑΣ. Αλλά πώς λοιπόν έχει το πράγμα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καθώς είπα, όλως διόλου αντιθέτως και τόρα και όταν αυτά οι ειδικοί τα ενόμιζαν ως άψυχα. Και είναι μεν αληθές ότι και τότε επεριβάλλοντο αυτά με θαυμασμόν, και υπετίθετο κάπως η σήμερον ασφαλώς παραδεχτή γνώμη από τους λεπτολογούντας περί αυτών, ότι δηλαδή δεν είναι δυνατόν, αν είναι άψυχα και δεν έχουν νουν, να εφαρμόζουν με τόσην ακρίβειαν θαυμασίους υπολογισμούς. Και μερικοί βεβαίως από τότε ετολμούσαν να ριψοκινδυνεύσουν μέχρι του σημείου να λέγουν ότι ο νους ετακτοποίησε όλα τα ουράνια πράγματα. Αλλά οι ίδιοι πάλιν πλανημένοι ως προς την φύσιν της ψυχής και μη γνωρίζοντες ότι είναι αρχαιοτέρα των σωμάτων (της ύλης), αλλά θεωρήσαντες αυτήν ως μεταγενεστέραν, όλα σχεδόν τα ανέτρεψαν πάλιν, και πολύ περισσότερον τον εαυτόν των.
Δηλαδή όσα είναι εμπρός εις τα βλέμματά των και κινούνται εις τον ουρανόν εφάνησαν εις αυτούς ότι είναι φορτωμένα με λίθους και χώμα και με πολλά άλλα άψυχα σώματα, τα οποία διαμοιράζουν τας αιτίας όλου του κόσμου. Αυτοί οι λόγοι επροκάλεσαν τότε την διάδοσιν περί της αθεΐας, και κατέστησαν επικίνδυνον την έρευναν αυτών, και μάλιστα και ύβρεις εσκέφθησαν οι ποιηταί, παρομοιάζοντες τους φιλοσόφους με ανοήτους σκύλλους εξακολουθουντας να γαυγύζουν και τόσαι άλλας ανοησίας. Τόρα όμως, καθώς είπα, συμβαίνει όλως το αντίθετον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δεν είναι δυνατόν να γίνη κανείς ασφαλώς θεοσεβής από τους θνητούς ανθρώπους, εάν δεν χωνεύση αυτά τα δύο πράγματα, δηλαδή πρώτον ότι η ψυχή είναι το αρχαιότερον όλων όσα έλαβαν γέννησιν και αθάνατον και κυριαρχεί όλων των σωμάτων, δεύτερον δε εκείνο που είπαμεν πολλάκις, δηλ. να εννοήση και τον νουν των όντων που είπαμεν ότι υπάρχει εις τα άστρα και τα προπαρασκευαστικά δι' αυτά μαθήματα, και αφού εμβαθύνη εις την σχέσιν αυτών με την μουσικήν να τα χρησιμοποιήση αρμονικώς εις τας ηθικάς πράξεις και τους νόμους και δι' όσα υπάρχει ορισμός να καταστή ικανός να δίδη εξήγησιν, όστις δε δεν είναι ικανός να αποκτήση και αυτά εκτός των κοινωνικών αρετών σχεδόν δεν είναι δυνατόν ποτέ να γίνη τέλειος άρχων όλης της πόλεως, αλλά μάλλον υπηρέτης άλλων αρχόντων. Τόρα πλέον λοιπόν, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, πρέπει έξω από όλους τους νόμους που εξετάσαμεν να προσέχωμεν αν πρέπει να προσθέσωμεν και τούτον διά να είναι φύλαξ νόμιμος χάριν της ασφαλείας, δηλαδή τον νυκτερινόν σύλλογον (συγκέντρωσιν) των αρχόντων, αφού αποκτήση, όλην την εκπαίδευσιν, την οποίαν ανεφέραμεν. Ή πώς αλλέως να κάμωμεν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αλλά, αξιαγάπητε φίλε, πώς δεν θα τον προσθέσωμεν, εάν ημπορέσωμεν έστω και ολίγον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βεβαίως δι' αυτό ας φιλοτιμηθώμεν όλοι. Διότι και εγώ θα γίνω συνεργάτης σας πρόθυμος, εκτός δε εμού θα εύρω και άλλους, επειδή απέκτησα ως προς αυτά πείραν και μεγάλην μελέτην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αλλά, Ξένε μου, προ παντός ας βαδίσωμεν εις τον δρόμον που μας οδηγεί και ο θεός. Αλλά ποίος είναι ο καλλίτερος τρόπος, αυτό τόρα ας συζητήσωμεν και ας εξετάσωμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα πλέον δι' αυτά, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία, δεν είναι δυνατόν να νομοθετήσωμεν νόμους, πριν να τακτοποιηθούν. Τότε δε μόνον να νομοθετήσωμεν ποίοι πρέπει να γίνουν κυρίαρχοι αυτών. Αλλά τότε πάλιν η επεξεργασία αυτών ημπορεί να γίνη με διδαχήν πολλών μαθημάτων, εάν πρόκειται, να γίνη ορθώς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς; Τι πρέπει να λέγομεν πάλιν ότι σημαίνει, αυτό που είπες;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πρώτον λοιπόν πρέπει βεβαίως να συνταχθή κατάλογος των όσοι είναι κατάλληλοι διά την φύσιν της φρουρήσεως και κατά την ηλικίαν και κατά τα μαθήματα και κατά τους ηθικούς τρόπους και τα έθιμα. Κατόπιν δε από αυτό το τι πρέπει να μάθουν ούτε εύκολον είναι να ευρεθή ούτε να γίνη κανείς μαθητής του ευρέτου. Πλην δε τούτων, τας εποχάς, κατά τας οποίας πρέπει να παραδίδεται το καθέν, θα ήτο μάταιον να αναφέρωμεν εις το έργον μας. Διότι ούτε εις τους ιδίους τους μανθάνοντας είναι σαφές ποίον πράγμα μανθάνεται εις κατάλληλον καιρόν, πριν να γεννηθή εις την ψυχήν εκάστου γνώσις του μαθήματος. Δια τούτο λοιπόν όλα όσα ελέχθησαν, δι' αυτά ίσως μεν δεν είναι ορθόν να ονομασθούν απόρρητα (απόκρυφα), πρέπει, όμως να ονομασθούν απροφήτευτα (απρόβλεπτα), διότι προβλεπόμενα δεν εκφράζουν τίποτε από όσα λέγομεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τότε λοιπόν τι πρέπει να κάμωμεν, καλέ Ξένε αφού αυτά είναι ούτω πως;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλοί μου φίλοι, κατά την παροιμίαν ας μείνουν επί του τάπητος κοινά δι' όλους, και εάν θελήσωμεν να ριψοκινδυνεύσωμεν το όλον πολίτευμα και να ρίψωμεν, καθώς λέγουν, ή τρία έξ ή τρεις ομοίους κύβους, αυτό πρέπει να κάμωμεν, εγώ δε μαζί σας θα ριψοκινδυνεύσω εξ ίσου με την έκθεσιν και εξήγησιν των γνωμών μου περί παιδείας και ανατροφής, την οποίαν τόρα πάλιν εθίξαμεν εις την συζήτησιν. Αλλ' αυτό το ριψοκινδύνευμα δεν είναι ελαφρόν ούτε ομοιάζει με κανέν άλλο. Συ δε, φίλε Κλεινία, σε συμβουλεύω να φροντίσης διά το εξής. Δηλαδή συ διά την πόλιν των Μαγνητών ή οστισδήποτε είναι εκείνος, εις του οποίου το όνομα θα καθιερώση αυτήν ο θεός, θα λάβης μεγάλην δόξαν, διότι την ετακτοποίησες καλώς, ή τουλάχιστον δεν θα ξεφύγης ποτέ από το να νομίζεσαι ο ανδροπρεπέστερος από όλους τους μεταγενεστέρους. Και βεβαίως, φίλοι μου, εάν σχηματισθή από ημάς αυτός ο θείος σύλλογος, εις αυτόν πρέπει να παραδώσωμεν την πόλιν, και δεν θα δοθή καμμία σχεδόν αμφισβήτησις εις κανένα από τους σημερινούς νομοθέτας έξω από αυτά, αλλά θα είναι σχεδόν αληθώς τετελεσμένη πραγματικότης αυτό, το οποίον ολίγον προηγουμένως εθεωρήσαμεν ως όνειρον, συγχωνεύσαντες την ένωσιν της κεφαλής και του νου εικονικώς, εάν όμως βεβαίως και οι άνδρες μας εκλεχθούν με ακρίβειαν και εκπαιδεύσουν καταλλήλως, και, αφού εκπαιδευθούν, κατοικήσουν εις την ακρόπολιν της χώρας και καταρτισθούν ως νομοφύλακες, τοιούτοι οποίους ημείς δεν είδαμεν εις την προηγουμένην μας ζωήν καταλλήλους διά την ασφαλιστικήν των ικανότητα.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Φίλε Κλεινία, συμφώνως με όλα όσα είπαμεν ή τον συνοικισμόν της πόλεως πρέπει να εγκαταλείψωμεν ή αυτόν τον Ξένον να μη τον αφήσωμεν, αλλά με τας παρακλήσεις και με όλα τα μέσα να τον λάβωμεν ως μέτοχον εις τον συνοικισμόν της πόλεως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς, Μέγιλλε, και όχι μόνον εγώ θα κάμω αυτά, αλλά και συ βοήθησέ με.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Θα σε βοηθήσω.
ΤΕΛΟΣ ΝΟΜΩΝ
ΕΠΙΝΟΜΙΣ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΕΠΙΝΟΜΙΣ
[Ή ΝΥΚΤΕΡΙΝΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ, Ή ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ (4)]
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΞΕΝΟΣ ΚΛΕΙΝΙΑΣ ΚΡΗΣ ΜΕΓΙΛΛΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΣ
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Καθώς εμείναμεν σύμφωνοι, καλέ Ξένε, ήλθαμεν εις την ώραν μας και οι τρεις μας, εγώ και συ και απ' εδώ ο Μέγιλλος, διά να μελετήσωμεν ως προς την φρόνησιν, ποίον είναι εκείνο το οποίον όταν διανοηθή ο άνθρωπος λαμβάνει την ανωτέραν τελειότητα ως προς την φρόνησιν, όσον του είναι δυνατόν. Δηλαδή όλα μεν τα άλλα, καθώς φρονούμεν, όσα απέβλεπαν εις την νομοθεσίαν, τα εξετάσαμεν. Εκείνο όμως το οποίον είναι το σπουδαιότερον διά να το εύρωμεν και να το εκθέσωμεν, δηλαδή τι πρέπει να μάθη ο θνητός άνθρωπος, διά να γίνη σοφός, αυτό ούτε το είπαμεν ούτε το ευρήκαμεν. Τώρα όμως ας προσπαθήσωμεν να μη το παραλείψωμεν. Διότι σχεδόν θα αφήσωμεν ημιτελές το ζήτημα το οποίον εθέσαμεν εξ αρχής όλοι μας, έχοντες πεποίθησιν ότι θα το σαφηνίσωμεν εντελώς απ' αρχής μέχρι τέλους.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φίλε Κλεινία, πολύ ορθά ομιλείς, αλλά νομίζω ότι θα ακούσης παράδοξον λόγον, και πάλιν όχι παράδοξον κάπως. Δηλαδή πολλοί οι οποίοι εδοκίμασαν πολλά εις την ζωήν των επαναλαμβάνουν τον ίδιον λόγον, ότι δεν θα κατορθώση ποτέ να γίνη αξιομακάριστον και ευτυχισμένον το ανθρώπινον γένος. Παρακολούθησε λοιπόν και γνώρισε εξ ιδίας σου αντιλήψεως αν σου φαίνομαι ότι και εγώ καλώς ομιλώ περί αυτού συμφώνως με αυτούς. Φρονώ ότι δεν είναι δυνατόν οι άνθρωποι να γίνουν αξιομακάριστοι και ευτυχείς, εκτός ολίγων βεβαίως, εν όσω ζώμεν. Θέτω αυτόν τον περιορισμόν. Υπάρχει όμως καλή ελπίς, όταν κανείς αποθάνη, να απολαύση όλα εκείνα, δι' όσα ενόσω έζη είχε προθυμίαν να ζη όσον το δυνατόν καλλίτερα, και όταν αποθάνη να απολαύση παρόμοιον τέλος. Δεν λέγω δε καμμίαν σπουδαίαν φιλοσοφίαν, αλλά πράγμα το οποίον γνωρίζομεν κάπως όλοι οι Έλληνες και οι βάρβαροι, ότι δηλαδή είναι ανυπόφορον διά παν ζώον το να γεννηθή κατ' αρχήν. Και πρώτον μεν το ν' αποκτήση την κατάστασιν του εμβρύου, έπειτα πάλιν να γεννηθή, και ακόμη να ανατραφή και να εκπαιδευθή, ότι όλα αυτά γίνονται με απείρους κόπους, καθώς νομίζομεν όλοι, και ολίγος καιρός μένει προς συλλογισμόν όχι μόνον εις τους πονηρούς, αλλά και όποιον θεωρήση κανείς ως μέτριον. Αυτός δε μόλις φαίνεται ότι παίρνει, κάπως την αναπνοήν του εις το μέσον του ανθρωπίνου βίου. Ταχέως όμως τον προφθάνει το γήρας, οποιοσδήποτε και αν είναι, και τον κάμνει να μη θέλη να ξεναγεννηθή, αφού λογαριάση την ζωήν που έζησε, εάν τύχη να είναι φορτωμένος με παιδικάς προλήψεις. Δι' αυτά λοιπόν ποίαν άραγε απόδειξιν έχω; Το ότι είναι τοιαύτης φύσεως το ζήτημα το οποίον τόρα εξετάζομεν εις την συζήτησίν μας. Βεβαίως δε εξετάζομεν με ποίον τρόπον ημπορούμεν να γίνωμεν σοφοί, φρονούντες ότι υπάρχει εις έκαστον κάποια τοιαύτη επιδεκτικότης. Αυτή δε φεύγει δρομαίως, όταν κανείς στραφή προς καμμίαν γνώσιν από τας λεγομένας τέχνας ή γνώσεις ή άλλας παρομοίας επιστήμας, καθώς τας θεωρούμεν, διότι καμμία από αυτάς δεν είναι ανταξία να χαρακτηρισθή ως σοφία ως προς αυτά, η ψυχή όμως έχει μεγάλην πεποίθησιν και μαντεύει, ότι έχει εντός της αυτήν από κάτι φυσικόν. Ποία όμως είναι και πότε και πώς, δεν είναι ικανή τόσον καλά να το εύρη. Άραγε δεν ομοιάζει πολύ με αυτό η απορία και η συζήτησίς μας περί της σοφίας, η οποία επέρχεται ανωτέρα από ό,τι προβλέπομεν εις έκαστον εις εκείνους όσοι γίνονται ικανοί εντός των να εξετάσουν τον εαυτόν των και τους άλλους, αμοιβαίως με όλα τα είδη της συζητήσεως και υπό πάσαν έποψιν; Θα δεχθώμεν ότι είναι ούτω πως αυτά, ή όχι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Θα δεχθώμεν, φίλε Ξένε, με την ελπίδα ίσως, την οποίαν προ πολλού ελάβαμεν από σε, δηλαδή ότι είναι δυνατόν κατόπιν να εννοήσωμεν το αληθέστατον περί αυτών.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πρέπει λοιπόν να εξετάσωμεν τας άλλας, όσαι λέγονται μεν επιστήμαι, αλλά δεν κάμνουν σοφόν τον αποκτώντα και κατέχοντα αυτάς, ώστε, αφού αφήσωμεν αυτάς έξω, να προσπαθήσωμεν να προμηθευθώμεν και να μάθωμεν εκείνας τας οποίας χρειαζόμεθα.
Πρώτον λοιπόν, δι' εκείνας αι οποίαι χρειάζονται εις το θνητόν γένος, ας εξετάσωμεν πώς είναι αναγκαιόταται σχεδόν και αληθώς πρώται, όστις όμως γίνη επιστήμων αυτών, και αν κατ' αρχάς νομισθή ότι είναι κάπως σοφός, τότε πλέον όμως δεν νομίζεται σοφός και εκτός τούτου αποκτά όνειδος από αυτήν την επιστήμην. Θα ειπούμεν δε ποίαι είναι αυταί και ότι σχεδόν πας όστις αγωνίζεται να νομισθή ότι έγινε όσον το δυνατόν άριστος ανήρ, αποφεύγει αυτάς, διότι απέκτησε την φρόνησιν εις τας πράξεις του. Ας δεχθώμεν δε ως τοιαύτας και εκείνην η οποία μας απέσπασε γενικώς από την ζωώδη αλληλοφαγίαν, καθώς λέγει η παράδοσις, και την αποκαταστήσασαν ημάς εις την νόμιμον τροφήν, θα είναι δε οι παλαιότεροι εύσπλαγχνοι εις ημάς καθώς και είναι. Ποίοι όμως είναι αυτοί ας το αφήσωμεν κατά μέρος.