Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Ε

Part 3

Chapter 31 wordsPublic domain

Το τέταρτον δε είδος είναι μεν σπάνιον αλλά αν τύχη κάποτε να έλθη κανείς, όστις αποτελεί τον αντίποδα των ερχομένων εις την πόλιν μας θεατών εξ άλλης χώρας, πρώτον μεν να μην είναι ηλικίας κατωτέρας των πενήντα ετών, συνάμα δε να έχη την απαίτησιν να ιδή κάτι τι εις ταις άλλας πόλεις, υπέροχον διά την καλλονήν του, ή και να δείξη ο ίδιος ομοίως εις άλλην πόλιν. Και λοιπόν ας πηγαίνη χωρίς εντολήν οποιοσδήποτε ως τοιούτος εις τας θύρας των πλουσίων και των σοφών, αν είναι και αυτός παρόμοιος. Λόγου χάριν ας υπάγη εις την οικίαν του επιμελητού της όλης εκπαιδεύσεως ως ξένος έχων πολλήν πεποίθησιν εις τον τοιούτον ξένον, ή εις την οικίαν κανενός νικηφόρου εις την αρετήν. Σχετισθείς δε μαζί με αυτούς και άλλα διδάξας εις αυτούς, άλλα δε μαθών από αυτούς, ας κατευοδωθή ως φίλος από φίλους τιμηθείς με τα ανάλογα δώρα και τας τιμάς. Με αυτούς λοιπόν τους νόμους πρέπει μία πόλις να υποδέχεται όλους τους ξένους και τας ξένας των άλλων χωρών και να αποστέλλη τους ιδικούς της, τιμώσα τον ξένιον Δία, και ας μη κάμνη ξενηλασίας από τας τραπέζας και τας θυσίας, καθώς κάμνουν τα θρέμματα του Νείλου, ούτε με αγρίας προκηρύξεις.

Όστις δίδει εγγύησιν δι' άλλον, ας εκτελή αυτήν φανερά ομολογών γραπτώς όλην την πράξιν του και ενώπιον μαρτύρων όχι ολιγωτέρων των τριών, διά ποσά κατώτερα των χιλίων δραχμών, διά δε τα μεγαλίτερα ποσά όχι εις ολιγωτέρους των πέντε μαρτύρων. Βεβαίως δε και όστις πωλεί εν ονόματι άλλου είναι εγγυητής αυτού, εάν πωλή όχι νομίμως ή δεν είναι αξιόπιστος. Ας υπόκειται δε εις δίκην και όστις επώλησε αντί άλλου, καθώς και όστις δι' εαυτόν επώλησε.

Όστις δε θέλει να κάμη κατ' οίκον έρευναν εις την οικίαν οποιουδήποτε, ας ερευνήση, αφού γυμνωθή και μείνη με μόνον τον χιτωνίσκον χωρίς ζώνην και αφού ορκισθή προηγουμένως εις τους νομίμους θεούς ότι πράγματι ελπίζει να εύρη το απολεσθέν. Εκείνος δε ας παραχωρήση την οικίαν του και ας του επιτρέψη να ερευνήση και τα σφραγισμένα και τα ασφράγιστα. Εάν δε δεν επιτρέψη κανείς εις τον θέλοντα να κάμη έρευναν, να τον εγκαλέση ο εμποδιζόμενος, αφού ορίση την αξίαν του ζητουμένου, όστις δε καταδικασθή, ας πληρώση το διπλάσιον της ορισθείσης βλάβης. Εάν δε τύχη να είναι εις ταξίδι ο οικοδεσπότης, τα μεν ασφράγιστα ας τα παραχωρήσουν οι ένοικοι προς έρευναν, τα δε σφραγισμένα ας τα διπλοσφραγίση ο ερευνών και ας τοποθετήση επί πέντε ημέρας φύλακα όποιον θέλει, εάν δε απουσιάση περισσότερον καιρόν ο οικοδεσπότης, τότε αυτός ας παραλάβη τους αστυνόνους και ας ερευνήση και τα σφραγισμένα λύων αυτά, κατόπιν δε πάλιν ας τα σφραγίση καθώς ήτο μαζί με τους αστυνόμους και τους οικιακούς.

Διά τα αμφισβητούμενα πρέπει να υπάρχη προθεσμία, πέραν της οποίας από τον κατέχοντα κάτι δεν επιτρέπεται να το διαφιλονικήση άλλος. Και διά μεν τα οικόπεδα και τας κατοικίας εδώ δεν υπάρχει αμφισβήτησις. Από δε τα άλλα, οτιδήποτε κατέχει κανείς, εάν μεν είναι γνωστός εις το προάστιον και την αγοράν και τα προσκυνήματα ότι το μεταχειρίζεται και κανείς δεν το κατάσχει, λέγει όμως ότι το ζητεί εις αυτό το διάστημα, ενώ ο πρώτος είναι φανερός ότι δεν το κρύπτει, τότε, εάν περάση ολόκληρον έτος που το έχει ο πρώτος και το ζητεί ο δεύτερος, ας μη επιτρέπεται να κατάσχη τοιούτον κτήμα κανείς, αφού περάση το έτος. Εάν δε δεν το χρησιμοποιή εις το προάστιον και την αγοράν φανερά, αλλά μόνον εις τους αγρούς, και δεν τον επιτύχη κανείς εντός πέντε ετών, αφού περάσουν τα πέντε έτη, ας μη επιτρέπεται πλέον εις τον άλλον να κατάσχη αυτό. Εάν δε το μεταχειρίζεται εις την οικίαν του και εντός της πόλεως, ας είναι τριετής η προθεσμία, εάν δε το κατέχη κρυπτώς εις τους αγρούς, ας είναι η προθεσμία δέκα ετών, εάν δε το έχη ταξιδεύων αλλού, τότε οποιονδήποτε χρόνον το ανακαλύψη κανείς ας μην υπάρχη προθεσμία της κατασχέσεως.

Εάν δε κανείς εμποδίση διά της βίας άλλον να παρουσιασθή εις την δίκην είτε τον ίδιον τον ενάγοντα είτε τους μάρτυρας, εάν μεν αυτός είναι δούλος είτε ιδικός του είτε ξένος, να μείνη ανεκτέλεστος και άκυρος η δίκη, εάν δε είναι ελεύθερος εκτός του ανεκτελέστου να δεθή επί έν έτος και να υπόκειται εις δίκην υποδουλώσεως από τον βουλόμενον.

Εάν δε κανείς εμποδίζη διά της βίας ένα ανταγωνιστήν του είτε της γυμναστικής είτε της μουσικής είτε κανενός άλλου αγωνίσματος ώστε να μη παρουσιασθή, ας το δηλώση όστις θέλει εις τους αθλοθέτας, εκείνοι δε ας αφήσουν ελεύθερον εις τον αγώνα τον θέλοντα να αγωνισθή. Εάν όμως δεν το κατορθώσουν, τότε, εάν μεν νικήση όστις εμποδίζει, να δώση και τα βραβεία εις τον εμποδισθέντα και τούτον να αναγράψουν νικητήν εις τα προσκυνήματα εις τα οποία θέλει, εις δε τον εμποδίσαντα ας μη επιτραπή να γίνη καμμία αφιέρωσις ούτε επιγραφή διά τον τοιούτον αγώνα, ας υπόκειται δε εις δίκην βλάβης είτε νικάται εις τους αγώνας είτε νικήση. Εάν κανείς δέχεται ως κλεπταποδόχος οποιονδήποτε κλοπιμαίον, ας υποστή την ιδίαν δίκην με τον κλέπτην. Διά δε τον αποκρύπτονται ένα εξόριστον η τιμωρία ας είναι θάνατος.

Τους ιδίους φίλους ή και εχθρούς ας έχη έκαστος με όλην την πόλιν. Εάν δε κανείς ιδιαιτέρως συνάπτη με κάποιους ειρήνην ή πόλεμον χωρίς την συγκατάθεσιν του κοινού, ας είναι θάνατος η ποινή αυτού. Εάν δε καμμία μερίς πολιτών συνάπτη ιδιαιτέρως με κάποιον ειρήνην ή πόλεμον τους πρωταιτίους αυτής της πράξεως ας τους εγκαλέσουν οι στρατηγοί εις το δικαστήριον, όστις δε καταδικασθή ας τιμωρηθή διά θανάτου.

Όσοι προσφέρουν καμμίαν υπηρεσίαν εις την πατρίδα πρέπει να την εκτελούν χωρίς να δέχωνται δώρα, δεν επιτρέπεται δε καμμία πρόφασις ούτε λόγος ελαφρυντικός ότι διά τα αγαθά μεν πρέπει να δέχωνται δώρα, διά τα μηδαμινά όμως όχι. Διότι δεν είναι εύκολος η διάγνωσις ούτε η συγκράτησις μετά την διάγνωσιν. Το δε ασφαλέστερον είναι να πείθεται έκαστος εις τους νόμους και να μη εκτελή καμμίαν υπηρεσίαν χάριν δώρων. Όστις δε δεν υπακούση γενικώς ας θανατωθή, όταν αποδειχθή δικαστικώς.

Ως προς δε την συνεισφοράν χρημάτων εις το δημόσιον πρέπει διά πολλούς λόγους έκαστος να έχη εκτιμημένην την περιουσίαν του και το ετήσιον εισόδημά του να δίδη εγγράφως εις τους αγρονόμους της φυλής του, ώστε, αφού υπάρχουν δύο ειδών εισφοραί, να ημπορή το δημόσιον να χρησιμοποιή όποιαν θέλει, διά συσκέψεως καθ' έκαστον έτος, δηλαδή είτε αναλόγως του όλου τιμήματος, είτε του παραχθέντος κατά το έτος εκείνο εισοδήματος χωριστά από τα συνεισφερόμενα διά τα συσσίτια.

Πας όστις είναι μετρίας θέσεως άνθρωπος πρέπει να προσφέρη μέτρια αφιερώματα εις τους θεούς. Και βεβαίως η γη και η εστία της κατοικίας είναι ιερά μέρη εις όλους δι' όλους τους θεούς. Λοιπόν κανείς ας μη αφιερώνη δεύτερα αφιερώματα εις τους θεούς, ο δε χρυσός και ο άργυρος είναι περιζήτητον απόκτημα εις τας άλλας πόλεις και ιδιωτικώς και εις τα προσκυνήματα, το δε ελεφαντόδοντον, αφού προέρχεται από σώμα, το οποίον εγκατέλειψε η ψυχή, δεν είναι ευλαβές αφιέρωμα, ο δε σίδηρος και ο χαλκός είναι πολεμικά όργανα. Από μονοκόμματον δε ξύλον ας αφιερώνη έκαστος ό,τι θέλει, και από μάρμαρον επίσης εις τα κοινά προσκυνήματα. Ύφασμα δε όχι περισσότερον από όσον υφαίνει μία γυνή εις ένα μήνα. Τα δε λευκά χρώματα και εις άλλα μέρη αρμόζουν διά τους θεούς και προ πάντων εις τα υφάσματα. Τα δε χρώματα να μη τα μεταχειρίζωνται παρά εις τα πολεμικά κοσμήματα· θεοπρεπέστερα δε δώρα είναι τα πτηνά και τα αγάλματα, όσα ημπορεί να αποτελειώση ο τεχνίτης εις μίαν ημέραν. Και τα άλλα δε αφιερώματα ας είναι σύμφωνα με αυτά.

Αφού δε επεριγράψαμεν τα τμήματα όλης της πόλεως και είπαμεν πόσα και ποία πρέπει να είναι, και αφού εξεθέσαμεν τους νόμους περί των κυριωτέρων συναλλαγών όσον ήτο δυνατόν, τόρα πλέον ίσως είναι ανάγκη να ορισθούν αι δίκαι. Και λοιπόν των δικαστηρίων οι μεν πρώτοι δικασταί πρέπει να είναι κατ' εκλογήν, όσους εκλέξουν από κοινού ο εναγόμενος και ο ενάγων, εις τους οποίους αρμόζει μάλλον το όνομα διαιτηταί παρά δικασταί. Δεύτεροι δε πρέπει να είναι οι συγχωριανοί και φυλέται, χωριζόμενοι εις δώδεκα τμήματα, εμπρός εις τους οποίους, αν δεν τελειώσουν την δίκην εμπρός εις τους πρώτους, ας εμφανισθούν να δικαστούν διά μεγαλιτέρας ζημίας, ο δε εναγόμενος, εάν νικηθή και δευτέραν φοράν, ας πληρώση το πέμπτον μέρος του ορισθέντος προστίμου. Εάν δε κανείς κατηγορή τους δικαστάς και θέλη να δικασθή και τρίτην φοράν, ας παρουσιάση την δίκην εμπρός εις τους εκλεκτούς δικαστάς, εάν δε νικηθή και πάλιν, ας πληρώση το ενάμισυ του όλου προστίμου. Εάν δε ο ενάγων νικηθή εις τα πρώτα δικαστήρια και δεν ησυχάζη, αλλά προχωρή εις το δεύτερον, τότε, εάν, μεν νικήση, ας κερδίση το πέμπτον μέρος, εάν όμως νικηθή, ας πληρώση το ίδιον μέρος της δικαστικής αποφάσεως. Εάν δε παρουσιασθούν εις το τρίτον δικαστήριον μη συμμορφούμενοι με τας προηγουμένας δικαστικάς αποφάσεις, τότε ο μεν εναγόμενος, εάν νικηθή, καθώς είπαμεν, ας πληρώνη το ενάμισυ του προστίμου, ο δε ενάγων το ήμισυ.

Περί δε των διά κλήρου εκλογών των δικαστών και των συμπληρώσεων αυτών και των εγκαταστάσεων εκάστου άρχοντος εις την υπηρεσίαν, πότε πρέπει να γίνωνται, όλα αυτά και περί των διαψηφίσεων και των αναβολών και δι' όλα όσα είναι επόμενον να συμβαίνουν εις τας δίκας και την σειράν των προηγουμένων και τον κατόπιν ακουομένων και την υποχρέωσιν της αποκρίσεως και των αντιμολιών και όλων όσα είναι σχετικά με αυτόν, ωμιλήσαμεν μεν και προηγουμένως, αλλά το ορθόν είναι καλόν να λέγεται και δύο και τρεις φοράς. Όλα δε όσα είναι μικρά και εύκολα νόμιμα, εάν τα παρέλειψε ο παλαιός νομοθέτης, πρέπει να τα συμπληρώση ο νέος νομοθέτης.

Και τα μεν ιδιωτικά δικαστήρια, αν κανονισθούν ούτω πως, θα είναι πολύ καλά. Διά δε τα δημόσια και κοινά και όσα πρέπει να χρησιμοποιούν αι αρχαί, διά να εκτελούν τα καθήκοντά των, υπάρχουν εις πολλάς πόλεις όχι άσχημα νομοθετήματα σεβαστών ανδρών, από τα οποία πρέπει οι νομοφύλακες να συλλέγουν και συναρμόζουν τα αρμόζοντα εις την σήμερον δημιουργουμένην πολιτείαν και να τα διορθώνουν, εξελέγχοντες αυτά διά της πείρας των, έως ότου να θεωρηθούν αυτά ότι έλαβαν αρκετήν τελειοποίησιν, τότε δε να δώσουν εις αυτά τέλος και αφού δώσουν εις αυτά την σφραγίδα της μονιμότητος, να τα μεταχειρίζωνται εις όλην των την ζωήν.

Όσα δε περιστρέφονται εις την εχεμυθίαν των δικαστών και την διάκρισίν των και το αντίθετον και όσα έχουν παραλλαγήν από τα περισσότερα δίκαια και αγαθά, που ισχύουν εις τας άλλας πόλεις, άλλα μεν ελέχθησαν, άλλα δε θα λεχθούν ακόμη προς το τέλος. Συμφώνως δε με όλα αυτά ο μέλλων δικαστής πρέπει να είναι ίσος, εξετάζων καθώς είναι δίκαιον, και να τελειοποιήται δε αποκτών τα περί τούτων συγγράμματα. Διότι από όλα τα μαθήματα σπουδαιότερα διά την βελτίωσιν του ατόμου του είναι τα κείμενα των νόμων, εάν νομοθετηθούν ορθώς, ειδεμή εις μάτην έχει όνομα συγγενές με τον νουν ο θείος και αξιοθαύμαστός μας νόμος. (3) Και μάλιστα και δι' όλους τους άλλους λόγους όσοι είτε εγράφησαν εις ποιήματα ως έπαινοι και κατακρίσεις προσώπων είτε εις το πεζόν, είτε γραπτώς, είτε εις τας καθημερινάς συναναστροφάς συζητούνται πεισματωδώς ή και κάποτε με αδικαιολογήτους υποχωρήσεις, δι' όλα αυτά ως έλεγχος καθαρός ημπορούν να χρησιμεύσουν τα συγγράμματα του νομοθέτου. Αυτά λοιπόν πρέπει να αποκτήση διά τον εαυτόν του ως αλεξιφάρμακα διά τους άλλους λόγους ο αγαθός δικαστής και να διορθώση και τον εαυτόν του και την πόλιν, προετοιμάζων διά μεν τους αγαθούς μονιμότητα και αύξησιν του δικαίου, διά δε τους κακούς εξ αμαθείας ή ακολασίας ή δειλίας και γενικώς πάσης αδικίας όσον το δυνατόν μεταβολήν, εφ' όσον είναι ευκολοθεράπευται αι κακαί ιδέαι των. Εις όσους όμως η κακία είναι όντως συνυφασμένη με την ψυχήν των, ας παρέχουν ούτοι ως θεραπείαν της τοιαύτης ψυχικής των καταστάσεως τον θάνατον, και τότε, καθώς είναι δίκαιον να το επαναλάβωμεν πολλάκις, θα γίνουν άξιοι επαίνου δικασταί και αρχηγοί των δικαστών από όλην την πόλιν.

Όταν δε αι δίκαι όλου του έτους εκδικασθούν τελείως, εις την εφαρμογήν αυτών πρέπει να χρησιμεύσουν οι εξής νόμοι.

Πρώτον μεν η δικαστική αρχή ας αποδώση όλα τα χρήματα του καταδικασθέντος εις τον κερδίσαντα την δίκην, εκτός εκείνων, τα οποία είναι απαραίτητα κτήματά του, αμέσως μετά την ψηφοφορίαν από τον κήρυκα εις επήκοον των δικαστών. Όταν δε παρέλθη ο μην ο ακολουθών τους δικασίμους μήνας, εάν κανείς δεν κανονίζεται με τον κερδίσαντα εκουσίως προς εκούσιον, τότε ας επέμβη η δικάσασα αρχή υπέρ του κερδίσαντος και ας αποδώση εις αυτόν τα χρήματα του καταδικασθέντος. Εάν δε δεν υπάρχουν χρήματα διά να λάβουν και ελλείπη όχι ολιγώτερον μιας δραχμής, ούτε εις τον οφείλοντα να μη επιτρέπεται να εγείρη αγωγήν εναντίον άλλου πριν να πληρώση ολόκληρον το χρέος του εις τον κερδίσαντα. Άλλοι όμως εναντίον αυτού επιτρέπεται να εγείρουν αγωγήν.

Εάν δε κανείς, αφού καταδικασθή, δεν αναγνωρίζη τους καταδικάσαντας αυτόν άρχοντας, ας τον καταγγέλλουν εις το δικαστήριον των νομοφυλάκων οι αδίκως μη αναγνωριζόμενοι, εάν δε καταδικασθή εις αυτήν την δίκην, ας τιμωρηθή διά θανάτου ως βλάπτων όλην την πόλιν.

Και τόρα λοιπόν πας άνθρωπος γεννηθείς και ανατραφείς και γεννήσας και αναθρέψας τέκνα και εκτελέσας ορθώς συναλλαγάς, και δώσας δίκην εις κάποιον, εάν τον είχε αδικήσει, και λαβών από άλλον, αφού γηράση ακολουθών τους νόμους καθώς είναι ο προορισμός του, έπεται ότι θα φθάση κατά φύσιν εις το τέλος του. Λοιπόν ως προς τους γεννήσαντας τέκνα, είτε ανήρ είτε γυνή ο γενήσας, όσα μεν θεία νόμιμα πρέπει να εκτελεσθούν εις τους υποχθονίους και εις τους άνω θεούς ταύτα δικαιούνται να υποδείξουν οι ερμηνευταί. Οι δε τάφοι να μη τοποθετούνται εις κανένα από τους καλλιεργησίμους αγρούς, ούτε ως μέγα ούτε ως μικρόν μνημείον, όσα δε μέρη δεν έχουν άλλον προορισμόν παρά κυρίως να δεχθούν τα σώματα των αποθανόντων χωρίς ζημίαν των ζώντων, αυτά πρέπει να κατέχουν οι τάφοι. Όσα όμως προωρίσθη η γη να τα παράγη διά τους ανθρώπους, αυτά ας μην τα αποστερή κανείς από αυτούς ούτε ενόσω ζη ούτε αφού αποθάνη. Ο δε τύμβος ας μην αποτελή όγκον υψηλότερον από το έργον πέντε ανδρών, εργαζομένων επί πέντε ημέρας. Αι δε μαρμάριναι στήλαι να μη γίνωνται μεγαλίτεραι από όσον δύνανται να χωρέσουν τα εγκώμια του βίου του αποθανόντος, τα οποία να μην είναι περισσότερα από τέσσαρας ηρωικούς εξαμέτρους στίχους. Αι δε εκθέσεις των νεκρών εντός της οικίας να μη διαρκούν περισσότερον χρόνον από όσον χρειάζεται, διά να εξακριβωθή αν είναι νεκροφάνεια ή αληθής θάνατος. Και ημπορεί σχεδόν συμφώνως με την ανθρωπίνην φύσιν να γίνη την τρίτην ημέραν η εκφορά του νεκρού προς ενταφιασμόν.

Πρέπει δε έκαστος να πείθεται εις τον νομοθέτην και εις τα άλλα και όταν λέγη ότι η ψυχή έχει απόλυτον υπεροχήν από το σώμα, και ότι εις αυτόν τον βίον μας μόνη η ψυχή και ουδέν άλλο μας παρέχει οτιδήποτε, τα δε σώμα παρακολουθεί έκαστον από ημάς ως σκιά, και πολύ καλώς λέγεται, επί των αποθανόντων ότι είναι είδωλα τα σώματα των νεκρών, ο δε αληθής εαυτός μας είναι πραγματικώς αθάνατος και ονομάζεται ψυχή, και απέρχεται εις άλλους θεούς, διά να δώση λόγον, καθώς λέγει ο πατροπαράδοτος νόμος, ο οποίος διά μεν τον αγαθόν είναι εύελπις, διά δε τον κακόν πολύ τρομερός, και δι' αυτόν δεν υπάρχει μετά θάνατον μεγάλη βοήθεια. Διότι, όταν έζη, έπρεπε να τον βοηθήσουν όλοι οι συγγενείς του, διά να ζήση όσον το δυνατόν δικαιότερος και ευσεβέστερος και διά να είναι μετά θάνατον ατιμώρητος διά τα μεγάλα αμαρτήματά του κατόπιν της επιγείου ζωής.

Αφού δε τα πράγματα είναι τοιαύτα, ποτέ δεν πρέπει να σπαταλά ο ετοιμοθάνατος υπερβολικά την περιουσίαν του, νομίζων ότι το εγώ του είναι αυτός ο θαπτόμενος όγκος των σαρκών, αλλ' ότι εκείνος ο υιός ή ο αδελφός ή οποιοσδήποτε άλλος συγγενής, τον οποίον κανείς ενταφιάζει με θρήνους, αυτός πλέον απήλθε τελειώνων και εκπληρών την μοίραν του, το δε εμπρός του ευρισκόμενον πρέπει να το περιποιηθή εξοδεύων μετρίως ως εις ένα άψυχον βωμόν των υποχθονίων θεών. Το δε μέτριον ημπορεί ο νομοθέτης να το μαντεύση όχι τόσον άσχημα. Λοιπόν ας υπάρχη ο εξής νόμος. Δηλαδή, διά μεν το ανώτατον τίμημα τα έξοδα της κηδείας ας μην είναι ανώτερα των πέντε μνων, διά δε το δεύτερον τρεις μναι, διά δε το τρίτον δύο, και μία μνα διά το τέταρτον είναι σωστόν έξοδον.

Οι δε νομοφύλακες και δι' άλλα πολλά πρέπει να φροντίζουν, όχι ολιγώτερον δε δι' αυτά, δηλαδή να έχουν εις όλην των την ζωήν την επιμέλειαν των παίδων και των ανδρών πάσης ηλικίας, και μάλιστα εις τα τέλη εκάστου να επιστατή είς νομοφύλαξ, όποιον παραλάβουν ως επόπτην οι συγγενείς του αποθανόντος, διά τον οποίον ας είναι τιμή ό,τι καλόν γίνεται εις τον αποθανόντα και αίσχος ό,τι δεν είναι καλόν. Η δε έκθεσις και τα παρόμοια ας γίνονται συμφώνως με τον σχετικόν νόμον. Πρέπει όμως ο νομοθέτης να παραχωρήση εις τον πολιτικόν νόμον και τα εξής. Το να επιβάλλη κανείς επιτακτικώς ή να απαγορεύη τα δάκρυα δεν είναι ωραίον, το να θρηνούν όμως και έξω από την οικίαν να ακούωνται ξεφωνητά πρέπει να το απαγορεύση· και να εμποδίζη να μεταφέρεται ο νεκρός ακάλυπτος μέσα εις τας οδούς, και να ομιλούν εις τον νεκρόν, όταν διέρχονται τας οδούς, και να ευρίσκωνται έξω της πόλεως πριν εξημερώση. Αυτοί λοιπόν οι νόμοι ας υπάρχουν δι' αυτά και όστις μεν πείθεται ας είναι απηλλαγμένος πάσης τιμωρίας, όστις όμως απειθεί εις οιονδήποτε νομοφύλακα ας τιμωρηθή από όλους με την εγκρινομένην από αυτούς ποινήν. Όσαι δε άλλαι πράξεις εκτελούνται διά τους αποθανόντας ή διά να ενταφιασθούν ή διά να μείνουν άταφοι, δηλαδή προκειμένου περί πατροκτόνων και ιεροσύλων και όλων των τοιούτων ελέχθησαν εις τα προηγούμενα κεφάλαια διά νόμων, ώστε σχεδόν ημπορεί να λάβη τέλος η νομοθεσία μας.

Όλων δε σχεδόν των πραγμάτων σκοπός δεν είναι να εκτελέσωμεν κάτι ούτε να αποκτήσωμεν ούτε να κατοικήσωμεν εις οικίαν, αλλά να εύρωμεν τελείαν σωτηρίαν διά τον γεννηθέντα διά παντός και τότε πλέον να πιστεύωμεν ότι επράξαμεν το χρέος μας, προηγουμένως δε ότι είναι ατελές και το όλον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά ομιλείς, καλέ Ξένε. Αλλά προς ποίον σκοπόν είπες τόρα πάλιν αυτά εξήγησέ το καλλίτερον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Φίλε Κλεινία, πολλά από τα παλαιά καλώς διεδόθησαν, σχεδόν δε όχι ολιγώτερον και όσα αποδίδονται εις τας Μοίρας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι πρώτον μεν η Λάχεσις, έπειτα η Κλωθώ και τρίτον η Άτροπος η διατηρούσα τα έργα των προηγουμένων, αυτά που παρωμοιάσθησαν με την διατήρησιν των κλωσμένων νημάτων, τα οποία τελειοποιούν την αμετάτρεπτον δύναμιν. Αυτά δε πρέπει και εις την πόλιν και εις την πολιτείαν όχι μόνον υγείαν των σωμάτων να προμηθεύουν, αλλά και ευνομίαν των ψυχών, και περισσότερον ακόμη σωτηρίαν των νόμων. Εις εμέ δε φαίνεται ότι αυτό ακόμη λείπει από τους νόμους, δηλαδή πώς πρέπει να εμφυσηθή εντός αυτών η αμετάτρεπτος δύναμις κατά φύσιν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Δεν λέγεις μηδαμινόν πράγμα, αν είναι δυνατόν να ευρεθή τρόπος, διά να δίδεται το τοιούτον εις παν πράγμα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και όμως είναι δυνατόν, καθώς εγώ εννοώ προς το παρόν κάλλιστα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τότε λοιπόν ας μη το παραμελήσωμεν με κανένα τρόπον, πριν να προμηθεύσωμεν αυτό το ίδιον εις τους εξετασθέντας νόμους. Διότι είναι γελοίον να κοπιάση κανείς εις μάτην δι' οτιδήποτε και να μη το ασφαλίση εις μέρος ασφαλές.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πολύ ορθά με συμβουλεύεις, και θα με ιδής να είμαι και εγώ άλλος όμοιός σου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά το είπες. Λοιπόν ποία, φρονείς, ημπορεί να υπάρξη ασφάλεια, και με ποίον τρόπον διά την πολιτείαν και τους νόμους μας;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άραγε δεν είπαμεν ότι πρέπει να συγκροτηθή σύλλογος εντός της πόλεως μας τοιούτος κάπως; Δηλαδή δέκα μεν από τους νομοφύλακας οι εκάστοτε γεροντότεροι, όλοι δε οι λαβόντες βραβεία πρέπει να συνέρχωνται εις τον ίδιον χώρον με αυτούς, έπειτα δε οι περιηγηθέντες χάριν ερεύνης, εάν έτυχε να ακούσουν κάτι τι επίκαιρον διά τους νομοφύλακας και επανελθόντες εις την πατρίδα των και εξελεγχθέντες από αυτούς τους ιδίους φανούν άξιοι συμμετοχής εις τον σύλλογον. Έπειτα δε πρέπει ο καθείς να προσλαμβάνη ανά ένα νέον όχι κατωτέρας ηλικίας των τριάκοντα ετών. Αφού δε πρώτον κρίνη αυτόν τον νέον από την φύσιν του και την ανατροφήν του ως άξιον, τότε να τον παρουσιάση εις τους άλλους, και αν μεν εγκριθή και από αυτούς, να τον προσλάβη, ειδεμή να αποκρυβή η γενομένη κρίσις και από τους άλλους και από τον ίδιον τον απορριφθέντα. Πρέπει δε ο σύλλογος να είναι πρωινός, την ώραν πού υπάρχει σχόλη εις όλους από τας άλλας ιδιωτικάς και κοινάς υποθέσεις. Τοιούτον τι, νομίζω, ελέχθη εις τους προηγουμένους μας λόγους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μάλιστα, ελέχθη.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Περί αυτού λοιπόν του συλλόγου επαναλαμβάνω να είπω το εξής. Εάν αυτόν, φρονώ, τον στερεώση ωσάν άγκυραν της πόλεως, τότε θα έχη όλα τα κατάλληλα μέσα, διά να διασώζη όλα όσα θέλομεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα πλέον είναι ιδική μας ευκαιρία, να μη φανώμεν διόλου απρόθυμοι, διά να τα εξηγήσωμεν ορθώς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ωμίλησες, και κάμε καθώς σκέπτεσαι.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν πρέπει, φίλε Κλεινία, εις παν πράγμα να φαντασθώμεν τον κατάλληλον σωτήρα, καθώς εις το ζώον επλάσθη κυρίως η ψυχή και η κεφαλή ως το σπουδαιότερον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς το εννοείς αυτό πάλιν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως η ικανότης αυτών των δύο παρέχει σωτηρίαν εις παν ζώον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Διότι εις την ψυχήν εκτός των άλλων ενυπάρχει και ο νους, εις δε την κεφαλήν πάλιν εκτός των άλλων υπάρχει και η όρασις και η ακοή. Γενικώς δε ο νους συγχωνευθείς και συνενωθείς με τας κυριωτέρας αισθήσεις ίσως ημπορεί πολύ δικαίως να ονομασθή ασφάλεια εκάστου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι πιθανόν τουλάχιστον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως είναι πιθανόν. Αλλά ποίας ειδικότητος ο νους εάν συνενωθή με τας αισθήσεις ημπορεί να καταστή ασφάλεια των πλοίων εις κακοκαιρίας και εις καλοκαιρίας; Τάχα εις το πλοίον ο πλοίαρχος και οι ναύται συνενώσαντες τας αισθήσεις των με τον πλοιαρχικόν νουν δεν εξασφαλίζουν τον εαυτόν των και το πλοίον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν δεν χρειάζονται πολλά παραδείγματα διά τα τοιαύτα. Αλλά καθώς εις το στρατόπεδον ας σκεφθώμεν ποίον σκοπόν αν ορίσουν οι στρατηγοί και η ιατρική υπηρεσία θα απέβλεπαν εις την σωτηρίαν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άραγε δεν επιδιώκει εκείνη μεν νίκην και υποταγήν των εχθρών, η δε τέχνη των ιατρών και των υπηρετών των την απόδοσιν της υγείας εις το σώμα;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ο ιατρός, όταν δεν γνωρίζη το σχετικόν με το σώμα, το οποίον προ ολίγου το ωνομάσαμεν υγείαν, ή την νίκην ο στρατηγός ή κανείς από τους άλλους κανέν από όσα είπαμεν, είναι δυνατόν να έχη νουν ως προς αυτά;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς είναι δυνατόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τόρα ως προς την πόλιν; Εάν κανείς φανή, ότι δεν γνωρίζει τον πολιτικόν σκοπόν, εις τον οποίον πρέπει να προσέχη, άραγε ημπορεί πρώτον μεν να ονομασθή δικαίως άρχων, έπειτα είναι ικανός να ασφαλίση εκείνο, του οποίου τον σκοπόν απολύτως δεν γνωρίζει;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς είναι δυνατόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ομοίως λοιπόν και τόρα πρέπει, καθώς φαίνεται, εάν πρόκειται να λάβη τέλος ο συνοικισμός της χώρας μας, να υπάρχη κάτι εντός αυτής, το οποίον να γνωρίζη, πρώτον μεν ως προς αυτό που ωνομάσαμεν σκοπόν, ποίος είναι ο πολιτικός σκοπός μας, έπειτα με ποίον τρόπον πρέπει να λάβη μέρος εις αυτόν, και ποίος συμβουλεύει δι' αυτόν καλώς ή όχι, πρώτον μεν μεταξύ των ιδίων νόμων και έπειτα μεταξύ των ανθρώπων. Εάν όμως μένη καμμία πόλις στερημένη του τοιούτου, τότε διόλου παράδοξον, αφού μείνη ανόητος, και αναίσθητος, να πράξη ό,τι τύχη, εις πάσαν της πράξιν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα λοιπόν εις ποίον μέρος ή έργον της πόλεως υπάρχει αρκετά προετοιμασμένον τοιούτος ασφαλιστικός τρόπος; Ημπορούμεν να το ειπούμεν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Όχι καθαρά βεβαίως, Ξένε μου, εάν όμως πρόκειται να υποθέτωμεν, νομίζω ότι ο λόγος αυτός υπονοεί τον σύλλογον, διά τον οποίον είπες προ ολίγου ότι πρέπει να συνεδριάζη την νύκτα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.