Part 2
Διότι βεβαίως δεν είναι εξ ίσου ρίψασπις όστις την ασπίδα εστερήθη με μίαν εύλογον βίαν και όστις εκουσίως την έρριψε, αλλ' υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά. Λοιπόν ας λέγη το εξής ο νόμος: Όταν προφθασθή κανείς από τους εχθρούς και ενώ έχει όπλα δεν στρέφη και δεν τους αποκρούη, αλλά εκουσίως τα παραιτήση ή τα ρίψη προτιμών την ατιμωτικήν ζωήν μάλλον με την φυγήν παρά τον καλόν και ευτυχή θάνατον της ανδρείας, διά την τοιαύτην απόρριψιν των όπλων ας καταγγελθή, αλλά ο δικαστής, όταν δικάζη, ας λησμονή να έχη υπ' όψει του την προηγουμένην. Διότι ο άνανδρος πρέπει πάντοτε να τιμωρήται, διά να γίνη καλλίτερος, όχι όμως ο δυστυχής. Διότι δεν ωφελείται τίποτε. Και λοιπόν ποία τιμωρία είναι κατάλληλος δι' αυτόν που παρήτησε την τοιαύτην αποκρουστικήν δύναμιν των όπλων και κατήντησε εις το αντίθετον; Διότι βεβαίως δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να τον μεταβάλη εις το αντίθετον, καθώς λέγουν ότι έκαμε κάποτε ο θεός, ο οποίος τον Καινέα τον Θεσσαλόν από γυναίκα τον μετέβαλε και του έδωκε ανδρικήν φύσιν. Διότι βεβαίως δι' ένα ρίψασπιν θα ήτο κατάλληλος τιμωρία από όλας εκείνη η μεταβολή εις το αντίθετον της φύσεως του, δηλαδή η μεταβολή αυτού από άνδρα εις γυναίκα. Τόρα όμως πρέπει, εφόσον παρόμοιόν τι δύναται να επινοηθή υπό έποψιν φιλοζωίας, διά να μη κινδυνεύη πλέον εις την ζωήν του, αλλά να ζη όσον το δυνατόν περισσότερον χρόνον μέσα εις ανυπόφορον ατίμωσιν, να υπάρχη ο εξής νόμος διά τους τοιούτους: Όστις καταδικασθή ως ρίψας τα όπλα του ατίμως, αυτόν ούτε κανείς στρατηγός ούτε άλλος πολεμικός αρχηγός ας μη τον χρησιμοποιήση ας άνδρα στρατιώτην ούτε να τον κατατάξη εις οποιανδήποτε τάξιν, ειδεμή εις την λογοδοσίαν του να επιβάλλουν εις αυτόν το πρόστιμον οι τιμηταί, δηλαδή, εάν μεν ο κατατάξας τον άνανδρον ανήκη εις τα πρώτον τίμημα, χιλίας δραχμάς, εάν δε εις το δεύτερον πέντε μνας, εάν δε εις το τρίτον τρεις μνας, εάν δε εις το τέταρτον, μίαν μναν. Όστις δε χάση την υπόθεσιν εκτός της απομακρύνσεώς του από τους ανδροπρεπείς κινδύνους, ας πληρώση αποζημιώσιν αναλόγως της καταστάσεώς του, δηλαδή χιλίας δραχμάς, αν ανήκη εις το πρώτον τίμημα, πέντε δε μνας, αν ανήκη εις το δεύτερον, τρεις, αν ανήκη εις το τρίτον, και μίαν καθώς οι προηγούμενοι, αν ανήκη εις το τέταρτον.
Αλλά τόρα περί λογοδοσίας των πρώην αρχόντων ποίος λόγος θα ήτο εις ημάς ορθός και δι' όσους εκλέγονται διά κλήρου επί έν έτος και διά εκλεγομένους διά περισσότερα έτη και κατά προτίμησιν; Δηλαδή δι' αυτούς ποίος είναι κατάλληλος τιμητής, αν τυχόν κανείς καμφθείς από το βάρος έπραξε κάτι τι παράνομον, και από ανεπάρκειαν προς την σπουδαιότητα του αξιώματός του; Βεβαίως δεν είναι διόλου εύκολον να εύρωμεν άρχοντα των αρχόντων υπέροχον εις την αρετήν, αλλ' όμως πρέπει να προσπαθήσωμεν να εύρωμεν μερικούς τιμητάς.
Λοιπόν το εξής συμβαίνει· υπάρχουν πολλαί περιστάσεις αποσυνθέσεως της πολιτείας, ως συμβαίνει εις τα μέρη κανενός πλοίου ή ζώου, τα οποία τα ονομάζομεν υποστηρίγματα και υποζώματα και τένοντας των νεύρων, και είναι όλα της ιδίας φύσεως σκορπισμένα εις πολλά μέρη με διάφορα ονόματα. Λοιπόν αυτή η περίστασις προ πάντων είναι η σπουδαιοτέρα, είτε διά να σωθή η πολιτεία είτε και να καταστραφή αποσυνθετομένη. Δηλαδή, αν μεν οι εξελέγχοντες τους άρχοντας είναι ανώτεροι από εκείνους, και μάλιστα με δικαιοσύνην άμεμπτον και αμέπτως, τότε ολόκληρος η χώρα και η πόλις ακμάζει και ευτυχεί. Εάν όμως εκτελούνται διαφορετικαί αι λογοδοσίαι των αρχόντων, τότε αποσυντίθεται η συνδέουσα τα πάντα εις έν δικαιοσύνη και όλαι αι αρχαί διασπώνται η μία από την άλλην, και χωρίς να τείνουν πλέον εις κοινόν σκοπόν, μεταβάλλουν την μίαν πόλιν εις πολλάς, και με τους πολλούς φατριασμούς ταχέως την καταστρέφουν. Διά τούτο λοιπόν οι τιμηταί πρέπει ασφαλώς να είναι αξιοθαύμαστοι εις όλας τας αρετάς.
Λοιπόν ας επινοήσωμεν τον εξής τρόπον προς καταρτισμόν αυτών· έκαστον έτος με τας θερινάς τροπάς του ηλίου πρέπει να συγκαλήται ολόκληρος η πόλις εις τον ναόν του Ηλίου και του Απόλλωνος, διά να εκλέξουν χάριν του θεού μεταξύ των τρεις άνδρας όποιον έκαστος θεωρεί καθ' όλα ενάρετον εκτός του ατόμου του, με ηλικίαν όχι κατωτέραν των πενήντα ετών. Από όλους δε τους πλειονοψηφούντας να εκλέξουν τους μισούς, εάν είναι άρτιοι όλοι, εάν δε είναι περιττοί, να αφαιρέσουν ένα, τον έχοντα ολιγωτέρας ψήφους, και ούτω πως να μείνουν κατά μέρος οι μισοί αποχωριζόμενοι διά του μικροτέρου αριθμού των ψήφων των. Εάν δε μερικοί έχουν ίσας ψήφους και μεγαλώνουν τον μισόν αριθμόν, να αφαιρεθούν οι πλεονάζοντες διαγραφόμενοι λόγω της νεαρωτέρας των ηλικίας, τους δε άλλους τους εγκριθέντας να τους υποβάλουν εις νέαν ψηφοφορίαν έως ότου να μείνουν τρεις με ανίσους ψήφους. Εάν όμως ή εις τους τρεις ή εις τους δύο συγκεντρωθούν ίσαι ψήφοι, ας εμπιστευθούν εις την καλήν τύχην και μοίραν και ας ορίσουν με κλήρον τον πρώτον νικητήν και τον δεύτερον και τον τρίτον και ας τους στεφανώσουν με κλάδον ελαίας, και αφού αποδώσουν εις όλους αυτούς τας ανωτάτας τιμάς να κηρύξουν ότι η πόλις των Μαγνητών, η οποία επέτυχε πάλιν την σωτηρίαν της με θέλημα θεού, αναγορεύουσα τρεις άνδρας τους καλλιτέρους εκ των πολιτών των χάριν του Ηλίου τους αφιερώνει κατά την αρχαίαν συνήθειαν ως κορυφαίους πολίτας εις τον Απόλλωνα και τον Ήλιον, δι' όσον χρόνον φαίνονται άξιοι της εκλογής.
Αυτοί δε το μεν πρώτον έτος να εκλέξουν δώδεκα τιμητάς, οι οποίοι θα διατηρούνται μέχρι του εβδομηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας των. Κατόπιν δε ας προστίθενται πλέον κατ' έτος μόνον τρεις. Αυτοί ας διαιρέσουν όλα τα αξιώματα εις δώδεκα μέρη και ας μεταχειρισθούν οποιαδήποτε φιλελεύθερα μέσα ελέγχου, διά να τους εξελέγξουν. Ας κατοικούν δε κατά το διάστημα των εξελέγξεων εις τον ναόν του Απόλλωνος και του Ηλίου, όπου εξελέγησαν. Και άλλοτε μεν ο καθείς χωριστά, άλλοτε δε ομού αποφασίζοντες ας αποφανθούν διά τους πρώην άρχοντας της πόλεως, καταθέτοντες γραπτώς εις την αγοράν την έκθεσιν της διαχειρίσεως εκάστου, τι πρέπει να πάθουν ή να πληρώσουν συμφώνως με την εξέλεγξιν των τιμητών. Όποιος δε άρχων δεν παραδέχεται ότι εκρίθη δικαίως ας εγκαλέση τους τιμητάς εμπρός εις τους εκλεκτούς δικαστάς, και αν μεν αθωωθή από τας αποφάσεις των τιμητών, τότε ας καταγγείλη ο ίδιος τους τιμητάς, αν θέλη, και, αν χάση την δίκην, τότε, εάν μεν ήτο καταδικασμένος εις θάνατον, ας αποθάνη απλώς, αφού δεν ημπορεί να γίνη τίποτε περισσότερον, διά τα άλλα όμως πρόστιμα όσα είναι δυνατόν να πληρώση το διπλάσιον, ας πληρώση.
Πρέπει όμως να ακούση κανείς και ποίαι θα είναι αι εξελέγξεις αυτών των τιμητών και κατά ποίον τρόπον. Λοιπόν ενόσω ζουν αυτοί οι οποίοι έλαβαν από όλην την πόλιν τας ανωτάτας τιμάς, ας έχουν την πρωτοκαθεδρίαν εις όλας τας πανηγύρεις, έπειτα διά τας πανελληνίους θυσίας και τα θεάματα και όλας τας άλλας τελετάς ας στέλλουν από αυτούς τους αρχηγούς εκάστης αποστολής, και μόνον αυτοί από όλους τους πολίτας να είναι στολισμένοι με στέφανον δάφνης· όλοι δε να είναι ιερείς του Απόλλωνος και του Ηλίου, τον δε θεωρηθέντα ως πρώτον από τους ιερείς εκείνου του έτους να τον αναγορεύσουν αρχιερέα και το όνομα αυτού να καταγράφεται κατ' έτος, διά να χρησιμεύη προς ορισμόν της χρονολογίας, ενόσω υφίσταται η πόλις. Μετά δε τον θάνατόν των να τελούνται εκθέσεις του σώματός των και κηδείαι και τάφοι εξαιρετικοί από όλους τους άλλους πολίτας. Να έχουν ολόκληρον την στολήν λευκήν, και να κηδεύονται εντελώς χωρίς δάκρυα και θρήνους. Χορός δε από δεκαπέντε παιδιά και από άλλας τόσας κόρας να περικυκλώνη την κλίνην και να ψάλλουν ως ύμνον έν εγκώμιον εις τους ιερείς έκαστος χορός, και να τον μακαρίζουν με το άσμα ολόκληρον την ημέραν. Την δε αυγήν να φέρουν εις το μνήμα το φέρετρόν του εκατόν νέοι του γυμναστηρίου, όποιους προτιμήσουν οι συγγενείς του αποθανόντος, πρώτοι δε να προπορεύωνται οι άγαμοι φέροντες έκαστος την πολεμικήν στολήν, οι μεν ιππείς με τους ίππους, οι δε οπλίται με τα όπλα και οι άλλοι ομοίως, οι δε παίδες αμέσως εμπρός από το φέρετρον να ψάλλουν το πατροπαράδοτον μέλος, και αι κόραι να έρχωνται ευθύς κατόπιν και όσαι γυναίκες είναι απηλλαγμέναι πλέον από την τεκνοποιίαν, κατόπιν δε αυτών να ακολουθούν οι ιερείς και αι ιέρειαι ως εις καθαράν ταφήν, εάν και η γνώμη της Πυθίας είναι σύμφωνος εις τούτο, και αν ακόμη από τας άλλας κηδείας αποκλείωνται, ο δε τάφος των να κτισθή εις το βάθος της γης ως θόλος μακρός από εκλεκτούς λίθους και όσον το δυνατόν άφθαρτος, έχων από τα δύο μέρη θυρίδας παραλλήλους. Εκεί λοιπόν ας ενταφιάσουν αυτόν τον αξιομακάριστον άνθρωπον και αφού ολόγυρα υψώσουν το χώμα ας φυτεύσουν δάσος από δένδρα εκτός της μιας πλευράς, διά να ημπορέση να αυξάνη ο τάφος εις όλον τον μέλλοντα χρόνον αν χρειάζωνται τάφον οι ενταφιαζόμενοι. Έκαστον δε έτος να γίνεται προς τιμήν των αγών μουσικής και γυμναστικής και ιππασίας. Αυταί λοιπόν είναι αι τιμαί διά τους αθωωθέντας εις την λογοδοσίαν.
Εάν όμως κανείς από αυτούς βασιζόμενος εις την εκλογήν του αποδείξη την ανθρωπίνην φύσιν του και φανή κακός κατόπιν της κρίσεώς του, ας διατάττη ο νόμος τον θέλοντα να εγκαλέση αυτόν, η δε δίκη ας γίνεται εις το δικαστήριον κατά τον εξής τρόπον. Πρώτον μεν οι νομοφύλακες ας είναι μέλη τούτου του δικαστηρίου, έπειτα οι ζώντες συνάδελφοί του, ακόμη δε και το δικαστήριον των εκλεκτών. Όστις δε κατηγορή ας λέγη διά τον κατηγορούμενον ότι ο δείνα και ο δείνα είναι ανάξιος της αρχής. Και, εάν μεν ο κατηγορούμενος καταδικασθή, ας στερηθή το αξίωμα και του ενταφιασμού και των άλλων τιμών, αι οποίαι ωρίσθησαν δι' αυτόν, εάν δε ο κατήγορος δεν λάβη το έν πέμπτον των ψήφων, ας πληρώση δώδεκα μεν μνας, αν ανήκη εις το ανώτατον τίμημα, οκτώ δε, αν ανήκη εις το δεύτερον, έξ δε, αν ανήκη εις το τρίτον, και αν εις το τέταρτον, δύο.
Είναι όμως να θαυμάζη κανείς με το λεγόμενον σύστημα του Ραδαμάνθυος ως προς την επιβολήν των τιμωριών, ότι πραγματικώς αυτός ενόησε ότι οι τότε άνθρωποι καθαρά ενόμιζαν τον εαυτόν τους ως θεόν, και πολύ ορθά, αφού την εποχήν εκείνην οι περισσότεροι κατήγοντο εκ θεών, μεταξύ δ' αυτών είς ήτο και ούτος, καθώς τουλάχιστον λέγει η παράδοσις. Φαίνεται λοιπόν ότι δεν εσκέπτετο να αναθέση εις κανένα άνθρωπον να αναγνωρισθή δικαστής, αλλά μόνον εις τους θεούς, και δι' αυτό θα εγίνοντο συντόμως αι δίκαι κατ' αυτόν. Δηλαδή δίδων κανείς δι' όλα τα φιλονικούμενα ζητήματα όρκον εις τους διαφιλονικούντας απηλλάττετο ταχέως και ασφαλώς. Τόρα πλέον όμως, αφού, νομίζω, πολλοί άνθρωποι απολύτως δεν πιστεύουν εις τους θεούς, άλλοι δε νομίζουν ότι ούτοι δεν φροντίζουν δι' ημάς, η δε γνώμη μάλιστα των περισσοτέρων και των χειροτέρων είναι ότι δέχονται μικράς θυσίας και κολακείας και συντελούν εις την από κοινού στέρησιν πολλών χρημάτων και σώζουν από μεγάλας ζημίας πολλάκις, τόρα πλέον λοιπόν εις τους σημερινούς ανθρώπους ίσως δεν είναι κατάλληλος διά τας δίκας η μέθοδος του Ραδαμάνθυος. Λοιπόν αφού αι ιδέαι περί θεών μετεβλήθησαν εις τους ανθρώπους, πρέπει να μεταβάλωμεν και τους νόμους.
Δηλαδή την ημέραν της δίκης ο νοήμων νομοθέτης πρέπει να εξαιρή τους όρκους των αντιδίκων, και όστις εγκαλεί κάποιον εις δίκην να γράφη μεν τας καταγγελίας του, αλλά να μη τας επικυρώνη δι' όρκων, ομοίως δε και ο εγκαλούμενος να γράφη χωρίς όρκον την άρνησίν του και να την παραδίδη εις τους άρχοντας. Διότι βεβαίως είναι φρίκη, αφού γίνουν πολλαί δίκαι εις την πόλιν, να γνωρίζη πλέον κανείς τελείως ότι σχεδόν οι μισοί πολίται είναι επίορκοι, ενώ με αφέλειαν σχετίζονται ο είς τον άλλον και εις τα συσσίτια και εις τας άλλας συναναστροφάς και εις τας ιδιωτικάς συναντήσεις των.
Λοιπόν ο νόμος ας ορίζη ότι ο δικαστής, όστις μέλλει να δικάση, πρέπει να ορκισθή, επίσης δε και όταν πρόκειται να αναγορεύση τους άρχοντας ενόρκως ή διά προκλήσεως ψηφοφορίας, πάντοτε πρέπει να ορκίζεται, όταν συλλέγη τας ψήφους από τους βωμούς. Επίσης πάλιν και ο κρίνων τους χορούς και εις όλα τα μουσικά είδη και τα γυμναστικά και ιππευτικά αγωνίσματα και οι βραβευταί όλων, όσα δεν δίδουν κέρδος κατά την ανθρωπίνην αντίληψιν εις τον επίορκον. Δι' όσα όμως ο αρνούμενος και ο επίορκος είναι φανερόν ότι έχει μέγα κέρδος, εις αυτά πρέπει να δικάζωνται χωρίς όρκους όλοι όσοι εγκαλούνται μεταξύ των. Και γενικώς εις την δίκην οι πρόεδροι δεν πρέπει να επιτρέπουν εις κανένα ούτε να ομνύη, διά να γίνη πιστευτός, ούτε να βλασφημή τον εαυτόν του και την γενεάν του ούτε να καταφεύγη εις εξευτελιστικάς παρακλήσεις και μυρολόγια γυναικεία, αλλά διαρκώς να διαφωτίζη και να προσέχη να ακούση το δίκαιον, ειδεμή, ως να έφυγε από το θέμα του λόγου, οι άρχοντες να τον ανακαλούν να ομιλή εντός της υποθέσεως.
Ο ξένος δε να επιτρέπεται, καθώς τόρα, να δέχεται όρκον από τον ξένον, εάν θέλη, και να δίδη με κύρος. Διότι αυτοί δεν θα γηράσουν μαζί μέσα εις την πόλιν ούτε κτίζουν την φωλεάν των συνήθως, ώστε να αφήσουν εις αυτήν ως συντρόφους άλλους ομοίους των αντικαταστάτας. Και διά την εκτέλεσιν δε των δικών μεταξύ των ο ίδιος τρόπος να ισχύη, οσάκις πρόκειται περί απειθείας εις την πόλιν ενός ελευθέρου χωρίς να είναι άξιος ούτε ραβδισμών ούτε θανάτου. Διά δε την απουσίαν από τους χορούς και τας πομπάς ή από άλλας παρομοίας κοινάς διακοσμήσεις και τελετάς, όσαι γίνονται εις τας ειρηνικάς θυσίας ή εις πολεμικάς συνεισφοράς, εις όλα αυτά πρωτίστως πρέπει να είναι υποχρεωτικόν το πρόστιμον, δι' όσας δεν πείθονται, οι διορισθέντες από την πόλιν και τους νόμους ας εισπράττουν αυτά διά λήψεως ενεχύρων, όταν δε δεν έρχωνται να λάβουν τα ενέχυρα οπίσω, να πωλούνται αυτά, και το αντίτιμον να περιέρχεται εις την πόλιν. Εάν δε χρειάζωνται μεγαλίτερον πρόστιμον, τότε εκάστη αρχή να επιβάλλη εις τους απειθούντας το κατάλληλον πρόστιμον, και να τον εγκαλούν εις το δικαστήριον έως ότου να δεχθή να εκτελέση την διαταγήν των.
Αλλά η πόλις η οποία δεν εκμεταλλεύεται παρά μόνον τα προϊόντα της γης ούτε εμπορεύεται, πρέπει να σκεφθή τι πρέπει να κάμη ως προς τας περιηγήσεις των κατοίκων της έξω από την χώραν, και ως προς την υποδοχήν των ξένων από άλλους τόπους. Πρέπει λοιπόν ο νομοθέτης ως προς αυτά να τους συμβουλεύση και να τους καταπείση όσον είναι δυνατόν. Εδόθη δε εκ φύσεως η επιμιξία των πόλεων να συγχωνεύη όλων των ειδών ήθη με τους ξένους οι οποίοι φέρουν νεωτερισμούς εις τους γνωρίμους των. Αυτό λοιπόν εις μεν τους έχοντας καλόν πολίτευμα με ορθούς νόμους ημπορεί να προξενήση την μεγαλιτέραν βλάβην που υπάρχει, εις δε τας περισσοτέρας πόλεις, επειδή δεν έχουν διόλου καλούς νόμους, δεν βλάπτει διόλου να συμφύρωνται δεχόμενοι μεταξύ των πολιτών των ξένους και οι ίδιοι επισκεπτόμενοι άλλας πόλεις, όταν επιθυμήση κανείς να ξενιτευθή οπουδήποτε και οπόταν θέλη, είτε νέος είτε γεροντότερος.
Εξ άλλου όμως το να μη δεχώμεθα περιηγητάς ούτε οι ίδιοι να περιηγούμεθα άλλους τόπους πρώτον μεν είναι απολύτως αδύνατον, αλλ' εκτός τούτου θα εφαίνετο άγριον και σκληρόν εις τους άλλους ανθρώπους, δηλαδή να εφαρμόζωμεν πράγμα του οποίου και το όνομα είναι απαίσιον, την ξενηλασίαν, και τρόπους αυταρέσκους, καθώς εκείνοι θα ενόμιζαν.
Δεν πρέπει δε να δίδη κανείς μικράν σημασίαν εις το να φαίνεται αγαθός (2) εις τους άλλους ή να μη φαίνεται. Διότι δεν είναι τόσον ανίκανοι να κρίνουν τους άλλους οι πονηροί και κακοί, όσον πλανώνται εις την απόκτησιν της αρετής οι περισσότεροι. Αλλά κάποια θεία ευστοχία υπάρχει και εις την ψυχήν των κακών, ώστε πάρα πολλοί και από τους υπερβολικά κακούς εις την συζήτησίν των καλώς διακρίνουν με την γνώμην των τους καλλιτέρους ανθρώπους από τους χειροτέρους. Διά τούτο είναι καλή η προτροπή, εις πολλάς πόλεις να προτιμούν οι πολίται την καλήν υπόληψιν του λαού. Διότι το ορθότερον και το σπουδαιότερον είναι, όταν είναι κανείς πραγματικώς αγαθός, τότε να επιδιώκη τον ευδόκιμον βίον, όχι όμως αν δεν είναι, τουλάχιστον όστις θέλει να γίνη τέλειος άνθρωπος. Και ακριβώς εις την συνοικιζομένην πόλιν της Κρήτης είναι πρέπον να προσπαθήση αύτη να αποκτήση φήμην από τα άλλα έθνη όσον το δυνατόν ωραιοτέραν και καλλιτέραν ως προς την αρετήν, υπάρχει δε μεγάλη ελπίς καθ' όλα τα φαινόμενα, εάν έλθουν τα πράγματα ευνοϊκά, να την ιδή ο ήλιος και οι άλλοι θεοί μίαν από τας σπανίως ευνομουμένας πόλεις και χώρας.
Το εξής λοιπόν πρέπει να γίνη ως προς τας περιηγήσεις άλλων χωρών και τόπων και της υποδοχής ξένων. Πρώτον μεν εις τον έχοντα ηλικίαν κατωτέραν των σαράντα ετών ας μην επιτρέπεται να περιοδεύση ποτέ εις κανέν μέρος. Έπειτα ιδιωτικώς ας μη επιτρέπεται εις κανένα, αλλά μόνον δημοσίως εις τους κήρυκας, ή τους πρέσβεις ή τας αποστολάς. Τας δε πολεμικάς και στρατιωτικάς εξόδους δεν πρέπει να τας κατατάσσωμεν εις τας πολιτικάς περιηγήσεις, διότι δεν ανήκουν εις αυτάς. Εις δε τους Δελφούς χάριν του Απόλλωνος και εις την Ολυμπίαν χάριν του Διός και εις την Νεμέαν και εις τον Ισθμόν πρέπει να στέλλωμεν αντιπροσώπους, διά να λάβουν μέρος εις τας θυσίας και εις τους αγώνας τους αφιερωμένους εις αυτούς τους θεούς. Να στέλλωμεν δε όσον το δυνατόν περισσοτέρους και καλλιτέρους, ώστε αυτοί να συντελέσουν να φαίνεται η πόλις όσον το δυνατόν ένδοξος διά τας ιεράς και ειρηνικάς επιμιξίας, αντιστρόφως προς την επίδειξιν της πολεμικής των προπαρασκευής· όταν δε έλθουν εις την πατρίδα, θα διδάξουν τους νέους, ότι είναι κατώτεροι οι νόμοι των άλλων ως προς το πολίτευμα.
Ως αποστολήν δε πρέπει πάλιν να στέλλουν οι νομοφύλακες τοιούτου είδους περίπου: Εάν μερικοί πολίται επιθυμούν να μελετήσουν τα πράγματα των ξένων μερών από περίσσευμα σχόλης, κανείς νόμος ας μη τους εμποδίζη. Διότι, αν είναι άπειρος η πόλις των κακών και των αγαθών, με το να μείνη ακοινώνητος, ούτε θα ημπορέση ποτε να γίνη όσον πρέπει ήμερος και τελεία, ούτε πάλιν να διατηρήση τους νόμους της χωρίς να τους δεχθή με την νοημοσύνην και όχι απλώς με τα έθιμα. Διότι μέσα εις τα πλήθη υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι κάπως θείοι, όχι πολλοί, άξιοι όμως γνωριμίας όσον φαντασθή κανείς, και αυτοί αναφαίνονται όχι περισσότερον εις τας ευνόμους πόλεις παρ' όσον εις τας μη ευνόμους. Αυτούς δε πρέπει να τους εξιχνιάση όστις είναι κάτοικος των ευνόμων πόλεων περιηγούμενος γην και θάλασσαν, και να ερευνά αυτούς, οι οποίοι είναι αδιάφθοτοι, και όσοι μεν νόμοι εις τον τόπον των είναι καλοί, να τους επιβεβαιώση, τους δε άλλους να τους διορθώση, εάν κανείς παραλείπεται. Διότι άνευ της τοιαύτης αποστολής και ερεύνης δεν στερεώνεται ποτέ τελείως η πόλις, επίσης δε και όταν γίνεται κακώς η αποστολή.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς ημπορούν λοιπόν να γίνουν αυτά και τα δύο;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Ιδού πώς. Πρώτον μεν αυτός που θα χρησιμεύση ως αποστολή ας είναι άνω των πενήντα ετών. Έπειτα ας είναι από τους διακριθέντας και εις όλα τα άλλα και προ πάντων εις τον πόλεμον, αφού πρόκειται να δώση υπόδειγμα των νομοφυλάκων μας εις τας άλλας πόλεις. Όταν όμως υπερβή το εξηκοστόν έτος της ηλικίας του, ας μην εκτελή αποστολήν. Αφού δε περιηγηθή όσα έτη θελήση από τα δέκα και επιστρέψη εις την πατρίδα, ας παρουσιαστή εις το σωματείον των εποπτών των νόμων. Αυτό δε ας είναι ανάμικτον από νέους και γεροντοτέρους, και ας συγκεντρώνονται ούτοι κάθε ημέραν υποχρεωτικώς από την αυγήν έως την δύσιν του ηλίου. Και πρώτον μεν οι ιερείς οι οποίοι έλαβαν βραβεία, έπειτα δέκα εκ των νομοφυλάκων, οι εκάστοτε γεροντότεροι, έπειτα ο γενικός επιμελητής της εκπαιδεύσεως και ο νέος και οι πρώην κατέχοντες αυτό το αξίωμα, έκαστος δε από αυτούς όχι μόνος, αλλά ας παρακολουθήται από ένα νέον από τριάντα ετών έως σαράντα — οποιοσδήποτε αρέσει εις αυτόν. Η δε συνέλευσις αυτών ας συζητή πάντοτε περί νόμων και της ιδικής των πόλεως και περί οποιασδήποτε ήθελεν έχουν άλλης καμμίας ενδιαφερούσης πληροφορίας και προ πάντων περί των μαθημάτων, πόσα φαίνονται συμφέροντα εις αυτήν την σύσκεψιν, ώστε, εάν μεν τα μάθουν οι πολίται, να είναι ευσεβέστεροι αν όμως δεν τα μάθουν, τότε να τους φαίνωνται σκοτεινοί και ασαφείς οι νόμοι.
Όσα δε από αυτά εγκρίνουν οι γεροντότεροι, αυτά να μανθάνουν οι νεώτεροι με όλην των την προθυμίαν. Εάν δε κανείς από τους προσκληθέντας φαίνεται ότι είναι ανάξιος, τότε ολόκληρος η συνέλευσις να κατακρίνη τον προσκαλέσαντα αυτόν. Τους δε διακρινομένους από αυτούς τους νέους να τους προσέχη η άλλη πόλις υπερβολικά και να τους παρακολουθή, και αν μεν πράττουν ορθά να τους τιμά, εάν όμως γίνουν χειρότεροι από τους άλλους πολίτας, να τους εξευτελίζη περισσότερον από άλλους.
Εις αυτήν λοιπόν την συνέλευσιν ας παρουσιασθή αμέσως όστις επεθεώρησε τους νόμους των άλλων πόλεων, όταν επιστρέψη, και αν ευρήκε εις κανέν έθνος καμμίαν πληροφορίαν περί νομοθεσίας ή εκπαιδεύσεως ή ανατροφής είτε ο ίδιος αντελήφθη τίποτε, να τα ανακοινώση εις την συνέλευσιν όλην. Και αν μεν φανή ότι επέστρεψε όχι διόλου χειρότερος ούτε όμως και καλλίτερος, ας επαινήται τουλάχιστον διά την μεγάλην του προθυμίαν εάν δε επέστρεψε πολύ καλλίτερος, ας επαινήται περισσότερον ενόσω ζη, και όταν αποθάνη ας του αποδίδη τας αναλόγους τιμάς του σωματείου η συνέλευσις. Εάν όμως φανή ότι επέστρεψε διεφθαρμένος, ας μην τον πλησιάζη κανείς ούτε νέος ούτε γεροντότερος, διότι προσποιείται ότι είναι σοφός.
Και εάν μεν υπακούη εις τους άρχοντας, ας ζη ως ιδιώτης, ειδεμή ας θανατωθή, εάν βεβαίως προηγουμένως καταδικασθή δικαστικώς ότι παρεκτρέπεται ως προς την εκπαίδευσιν και τους νόμους. Εάν δε, ενώ είναι πρέπον να προσκληθή εις τα δικαστήρια, δεν τον εγκαλή κανείς από τους άρχοντας, ας αποδοθή όνειδος εις τους άρχοντας, κατά την απονομήν των βραβείων. Όστις λοιπόν ξενιτεύεται με αυτόν τον τρόπον και είναι τοιούτος, ας ταξιδεύση. Έπειτα δε πρέπει να υποδεχώμεθα τον επισκεπτόμενον την πόλιν μας. Και λοιπόν περί τεσσάρων ειδών ξένων πρέπει να ομιλήσωμεν εδώ. Το πρώτον είδος είναι πάντοτε θερινοί επισκέπται καθώς τα διαβατικά πτηνά, και από αυτούς οι περισσότεροι κυριολεκτικώς, καθώς πετούν μέσον θαλάσσης προς χάριν χρηματισμού είναι εμπορευόμενοι και μεταπηδούν κατά την καλοκαιρινήν περίοδον εις τας άλλας πόλεις. Αυτούς δε πρέπει να τους υποδέχωνται εις την αγοράν και τον λιμένα και τα δημόσια οικοδομήματα έξω από τα τείχη της πόλεως και πλησίον εις αυτά οι ωρισμένοι άρχοντες, προσέχοντες μήπως είναι παράνομος κανείς από αυτούς τους ξένους, και απονέμοντες εις αυτούς ορθώς την δικαιοσύνην σχετιζόμενοι αυτούς όσον το δυνατόν ολίγον διά τα απολύτως αναγκαία.
Το δεύτερον είδος είναι οι αληθινοί θεαταί όλων των θεαμάτων και ακροαταί όλων των μουσικών ακροαμάτων. Δι' όλους λοιπόν τους τοιούτους πρέπει να υπάρχουν καταλύματα πλησίον των προσκυνημάτων ευτρεπισμένα προς υποδοχήν των ξένων. Αυτούς δε τους ιδίους πρέπει να τους επιμελούνται και να τους περιποιούνται οι ιερείς και οι επίτροποι των ναών, έως ότου να συμπληρωθή κατάλληλος χρόνος της διαμονής, και αφού ιδούν και ακούσουν όλα εκείνα, διά τα οποία ήλθον, να αναχωρήσουν χωρίς να κάμουν ή να πάθουν κανέν κακόν. Δικασταί δε δι' αυτούς να είναι οι ιερείς, αν κανείς αδική κανένα από αυτούς ή από αυτούς κανείς αδική άλλον, εφ' όσον το αδίκημα είναι κατώτερον των πενήντα δραχμών. Εάν δε εγερθή εναντίον αυτών μεγαλιτέρα καταγγελία, οι τοιούτοι πρέπει να δικάζωνται εμπρός εις τους αγορανόμους.
Τρίτον είδος ξένων, τους οποίους πρέπει να υποδεχώμεθα δημοσίως, είναι όσοι έρχονται από άλλην χώραν διά κάποιαν δημοσίαν υπόθεσιν, τους οποίους πρέπει να υποδέχωνται μόνον οι στρατηγοί και οι ίππαρχοι και οι ταξίαρχοι, την δε επιμέλειαν περί αυτών ας αναλάβη μαζί με τους πρυτάνεις μόνον εκείνος, ο οποίος φιλοξενεί τον ξένον εις την οικίαν του.