Part 1
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been placed at the end of the book.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν τεθεί στο τέλος του βιβλίου.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝ
ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΜΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ
ΤΟΜΟΣ Ε
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΜΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ
ΤΟΜΟΣ Ε.'
Χωρίζομεν λοιπόν εις δύο τον νόμον περί φαρμακεύσεων, ασχέτως προς τον τρόπον της φαρμακίας· και πρώτον μεν παρακαλούμεν και προτρέπομεν και συμβουλεύομεν τον φαρμακευτήν ότι δεν πρέπει να δοκιμάση να κάμη τοιούτον τι, ούτε να φοβερίζη τρομακτικά ωσάν παιδιά τους περισσοτέρους ανθρώπους, αλλά και ο νομοθέτης και ο δικαστής δεν οφείλουν να τον υποχρεώσουν να θεραπεύη τους τοιούτους φόβους των ανθρώπων, διότι πρώτον μεν όστις δοκιμάζει να φαρμακεύση δεν γνωρίζει τι κάμνει ούτε ως προς τα σώματα, εάν δεν είναι επιστήμων της ιατρικής, ούτε ως προς τας μαγείας, εάν δεν είναι μάντις ή τερατοσκόπος. Λοιπόν ας ορισθή ο εξής νόμος περί φαρμακεύσεων. Όστις φαρμακεύση κάποιον δια να βλάψη όχι θανασίμως ούτε αυτόν ούτε κανένα από τους ιδικούς του ανθρώπους, τα δε βοσκήματά του ή τα μελίσσια τα βλάψη είτε αλλέως πως είτε θανασίμως, εάν μεν είναι ιατρός και καταδικασθή δια φαρμάκευσιν, ας τιμωρηθή διά θανάτου, εάν δε ιδιώτης, ας ορίση δι' αυτόν το δικαστήριον τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση. Εάν δε με δεσίματα ή με μαγείας ή με διαβάσματα ή με οιαδήποτε παρόμοια μέσα κριθή ότι ομοιάζει με τους βλάπτοντας, τότε, εάν μεν είναι μάντις ή τερατοσκόπος, ας θανατωθή, εάν δε είναι συνεργός, άπειρος της μαντικής, τότε ό,τι αποφασισθή διά τον καταδικασθέντα διά φαρμακεύσεις ας πάθη και αυτός.
Δηλαδή και δι' αυτόν ας ορίση το δικαστήριον τι νομίζει ότι πρέπει να πάθη ή να πληρώση.
Δι' όσας βλάβας προξενεί ο είς εις τον άλλον διά κλοπής ή εκβιασμού, εάν μεν είναι μεγάλαι, να πληρώση μεγάλην αποζημίωσιν είς τον παθόντα, εάν δε είναι μικρότεραι αι ζημίαι, να πληρώση μικροτέραν, γενικώς δε να είναι η αποζημίωσις όση και η ζημία που επροξένησε εις άλλον, έως ότου να θεραπεύση την βλάβην. Εκτός δε τούτου διά πάσαν ικανοποίησιν ας υποστή τιμωρίαν έκαστος ακολουθούσαν χάριν σωφρονισμού. Και όστις μεν εκακοποίησε από ξένην ανοησίαν, διότι υπήκουσε εις αυτόν από επιπολαιότητα, ας υποστή ελαφροτέραν τιμωρίαν, όστις δε εκακοποίησε από ιδικήν του ανοησίαν ή από ακράτειαν των ηδονών του ή των λυπών του διατελών εις κάποιον φόβον ή επιθυμίαν ή φθόνον ή έξαψιν, τα οποία κατήντησαν αθεράπευτα, ας υποστή βαρυτέραν τιμωρίαν, και ας τιμωρηθή, όχι διότι εκακοποίησε, διότι βεβαίως ό,τι έγινε δεν είναι δυνατόν ν' απογίνη, αλλά με την ελπίδα να μισήση την αδικίαν και ο ίδιος και όσοι τον είδαν τιμωρούμενον, ή διά να ξελαφρώση πολλά μέρη αυτής της συμφοράς.
Δι' όλα αυτά λοιπόν, και όλα αυτά λαμβάνοντες υπ' όψιν, οι νόμοι πρέπει ωσάν σκοπευταί όχι άστοχοι να προσέχουν εις το μέγεθος της τιμωρίας και εντελώς όσον αξίζει. Το ίδιον δε έργον εκτελών και ο δικαστής πρέπει να συμπράττη με τον νομοθέτην, όταν κανείς νόμος επαφήνη εις αυτόν να ορίση την ποινήν, δηλαδή τι πρέπει να πάθη ο δικαζόμενος ή να πληρώση. Αυτός δε ωσάν ζωγράφος να σχεδιάζη έργα σύμφωνα με τα πρότυπά του. Αυτό λοιπόν και ημείς τόρα, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία, πρέπει να κάμωμεν όσον το δυνατόν ωραιότερα και καλλίτερα. Δηλαδή δι' όλα τα κλοπιμαία και εκβιαστικά πρέπει να ειπούμεν ποίαι τιμωρίαι πρέπει να επιβάλλωνται, εφ' όσον μας παραχωρήσουν οι θεοί και οι παίδες των θεών να νομοθετήσωμεν.
Εάν δε υπάρχη κανείς μανιακός, ας μη παρουσιάζεται έξω εις την πόλιν. Αλλά οι συγγενείς εκάστου ας τον φυλάττουν εις την οικίαν των, με όποιον τρόπον γνωρίζουν, ειδεμή να πληρώνη πρόστιμον όστις μεν ανήκει εις το ανώτατον τίμημα εκατόν δραχμάς, είτε δούλον είτε ελεύθερον παραμελεί, εάν δε ανήκη εις το δεύτερον τίμημα, να πληρώνη τα τέσσαρα πέμπτα της μνας, τρία δε ο τρίτος και δύο ο τέταρτος. Και βεβαίως είναι μανιακοί πολλοί κατά πολλούς τρόπους. Και αυτοί μεν που ανεφέραμεν είναι μανιακοί από ασθένειαν. Αλλά υπάρχουν και άλλοι, οι οποίοι είναι από την έξαψιν, η οποία και εκ φύσεως υπήρχε και εξ ανατροφής έγινε χειροτέρα. Αυτοί δε μόλις δοθή ολίγη αφορμή αρχίζουν δυνατήν φωνήν και βλασφημούν φοβερά ο είς τον άλλον, πράγμα το οποίον δεν είναι πρέπον να γίνεται μέσα εις εύνομον πόλιν ποτέ με κανένα τρόπον. Λοιπόν ας υπάρχη είς νόμος γενικώς δι' όλας τας βλασφημίας, ο εξής. Κανείς να μη υβρίζη κανένα. Όταν δε υπάρχη συζήτησις εις έν ζήτημα, ας διαφωτίζη ο είς τον άλλον και ας διαφωτίζεται όχι μόνον με τους φιλονικούντας, αλλά και με τους παρευρισκομένους και ωρισμένως ας αποφεύγη την ύβριν. Διότι από τας βλασφημίας και κατάρας μεταξύ των και από την απόδοσιν ονειδιστικών ονομάτων, τα οποία τους παρομοιάζουν προς γυναίκας, πρώτον μεν από τους λόγους, οι οποίοι είναι αέρας, προκύπτουν πραγματικά μίση και έχθραι βαρύταται. Διότι ο υβρίζων υποχωρεί εις πράγμα ανάξιον, δηλαδή τον θυμόν του, και χορταίνει το πάθος του με κακήν τροφήν, και όσον άλλοτε τον εξημέρωσε η εκπαίδευσις, τόσον πάλιν εξαγριώνει το μέρος τούτο της ψυχής του, και ωσάν θηρίον φέρει εις δυσκολον θέσιν την ζωήν του και λαμβάνει πικράν αμοιβήν διά την έξαψίν του.
Εξ άλλου πάλιν συνηθίζουν όλοι πολύ συχνά να παρεκτρέπωνται εις τοιαύτας συζητήσεις, ώστε να λέγουν το αντίθετον περιπαίζοντες τους άλλους. Το οποίον όταν συνηθίση κανείς παν τότε ανεξαιρέτως και εντελώς φεύγει από τον σοβαρόν χαρακτήρα ή χάνει πολλά μέρη της μεγαλοφροσύνης του (!). Λοιπόν χάριν αυτών εντός μεν προσκυνήματος ας μην ομιλή κανείς απολύτως τίποτε από αυτά ούτε εις άλλας πολυσυχνάστους θυσίας, ούτε πάλιν εις τους αγώνας ούτε εις την αγοράν ούτε εις το δικαστήριον ούτε εις καμμίαν δημοσίαν συγκέντρωσιν. Ας τον τιμωρή δε ο επιτόπιος άρχων με το αζημίωτον ειδεμή ας μη διαφιλονικήση ποτέ του διά τα πρωτεία, διότι δεν φροντίζει διά τους νόμους ούτε εκτελεί τας διαταγάς του νομοθέτου. Εάν δε και εις άλλα μέρη οποιοσδήποτε πρώτος εκστομίζων ύβρεις ή προκαλούμενος δεν αποφεύγη τοιούτους λόγους, όστις τον επιτύχη, αν είναι γεροντότερός του, ας υπερασπισθή τον νόμον, με ξυλοκοπήματα εμποδίζων την έξαψιν αυτών των φιλοφρονήσεων, δηλαδή το έν κακόν με το άλλο, ειδεμή ας υποστή ο δράστης το ωρισμένον πρόστιμον.
Προσθέτομεν δε τόρα ότι όστις έρχεται εις ύβρεις δεν είναι ικανός να υπερισχύση, εάν δεν θελήση να μεταχειρισθή εμπαιγμούς αυτό δε το κατακρίνομεν ημείς, όταν γίνεται με έξαψιν. Αλλά τόρα; Τάχα θα ανεχθώμεν την προθυμίαν των κωμικών να γελοιοποιούν τους ανθρώπους, εάν θελήσουν να εκτελέσουν το τοιούτον χωρίς έξαψιν εναντίον των πολιτών, ή θα διακρίνωμεν αν αστειεύονται ή όχι, και αν μεν αστειεύεται κανείς θα του επιτρέψωμεν να γελοιοποιή άλλον χωρίς έξαψιν, εάν όμως με επιμονήν και με έξαψιν, καθώς είπαμεν, τότε δεν θα επιτρέψωμεν εις κανένα; Και λοιπόν αυτό το πράγμα δεν θα το καταργήσωμεν, αλλά εις ποίον θα επιτρέπεται και εις ποίον όχι, αυτό ας νομοθετήσωμεν. Λοιπόν εις ποιητήν κωμωδίας ή ιαμβικών στίχων ή μουσικής συνθέσεως ας μην επιτρέπεται ούτε με παρομοιώσεις ούτε με έξαψιν ούτε χωρίς έξαψιν ποτέ να μη διακωμωδή κανένα πολίτην. Εάν δε κανείς απειθήση, τότε οι αθλοθέται να τον εκδιώξουν εντελώς από την χώραν αυθημερόν, ειδεμή να πληρώσουν πρόστιμον τρεις μνας εις το ταμείον του θεού, χάριν του οποίου εκτελείται ο αγών. Όσοι δε είπαμεν προηγουμένως ότι έχουν δικαίωμα να περιπαίζωνται μεταξύ των, αυτοί ας το εκτελούν χωρίς έξαψιν με αστειότητα, σοβαρά όμως και με έξαψιν ας μην επιτρέπεται. Η δε διάγνωσις τούτου ας ανατεθή εις τον επιμελητήν όλης της εκπαιδεύσεως των νέων. Και ό,τι μεν αυτός εγκρίνει να το φέρουν (εκθέτουν) μέσα εις τον κόσμον, ας επιτρέπεται, ό,τι δε αυτός αποδοκιμάζει ούτε ο ίδιος να το απαγγέλλη εις κανένα ούτε εις άλλον δούλον ούτε ελεύθερον να το διδάσκη, ειδεμή ας θεωρήται κακός και απειθής εις τους νόμους.
Αξιολύπητος δε είναι όχι ο πεινών ή πάσχων κανέν παρόμοιον, αλλά όστις είναι σώφρων ή έχει άλλην καμμίαν αρετήν ή μέρος, από αυτήν, και εκτός αυτής έχει περιπλέον καμμίαν δυστυχίαν. Διά τούτο θα είναι παράδοξον αν υπάρχει κανείς τοιούτος και ήθελε παραμεληθή εντελώς ώστε να φθάση εις την εσχάτην επαιτίαν είτε δούλος είτε ελεύθερος, εις πόλιν ή πολιτείαν, η οποία είναι έστω και με μετρίους νόμους. Διά τούτο χάριν ασφαλείας πρέπει, ο νομοθέτης να θέση κάπως τον εξής νόμον διά τους τοιούτους επαίτας: Ας μη γίνη κανείς εις την πόλιν μας, εάν δε κανείς επαίτης δοκιμάση να κάμη τοιούτον τι, δηλαδή να εξοικονομή την τροφήν του με ευχάς ανωφελείς, από μεν την αγοράν ας τον αποδιώκουν οι αγορανόμοι, από δε το προάστιον η αρχή των αστυνόμων, οι δε αγρονόμοι από την άλλην χώραν ας τον εκδιώκουν πέρα των συνόρων, διά να μείνη εντελώς καθαρά η χώρα από τοιούτου είδους ζώον.
Εάν δε δούλος ή δούλη βλάψη οτιδήποτε ξένον πράγμα χωρίς να πταίη συγχρόνως και αυτό το βλαφθέν από απροσεξίαν ή από άλλο σφάλμα όχι παραβαίνον την σωφροσύνην, ο κύριος του βλάψαντος ή την βλάβην ας θεραπεύση ή ας παραδώση τον ίδιον τον βλάψαντα. Εάν δε ο κύριος του δούλου προφασίζεται ότι εκ συνεννοήσεως του βλάψαντος με τον βλαφθέντα έγινε η κατηγορία, διά να του στερήσουν τον δούλον, ας καταγγέλλη ως κακόπιστον τον προφασιζόμενον ότι εβλάβη, και, αν μεν κερδίση την δίκην, ας λαμβάνη το διπλάσιον αντίτιμον του δούλου, όσον ήθελε τον εκτιμήσει το δικαστήριον, εάν δε χάση την δίκην, και την βλάβην ας θεραπεύση και τον δούλον ας παραδώση. Και αν φορτηγόν ζώον ή ίππος ή κύων ή κανέν από τα σφαχτά βλάψη κανέν πράγμα του πλησίον, ομοίως να πληρώση την βλάβην.
Εάν κανείς δεν θέλη να μαρτυρήση εκουσίως, να τον προσκαλέση όστις έχει ανάγκην, ο δε προσκληθείς ας παρουσιασθή εις την δίκην, και, εάν μεν γνωρίζη και θέλη να μαρτυρήση, ας μαρτυρήση, εάν όμως λέγη ότι δεν γνωρίζει, ας ορκισθή εις τους τρεις θεούς, τον Δία, τον Απόλλωνα και την Θέμιν ότι πράγματι δεν γνωρίζει και ας απαλλαγή από την τιμωρίαν. Όστις δε προσκληθή εις μαρτυρίαν και δεν παρουσιάζεται εμπρός εις τον προσκαλέσαντα αυτόν, ας υποστή δίκην διά την βλάβην εκείνου συμφώνως με τον νόμον.
Εάν δε κανείς σηκώση ως μάρτυρα κανένα δικαστήν, αυτός, αφού μαρτυρήση, ας μη δώση πλέον ψήφον εις αυτήν την δίκην. Η δε ελευθέρα γυνή ας έχη δικαίωμα να μαρτυρήση, και να συνηγορήση, αρκεί να έχη υπερβή το τεσσαρακοστόν έτος της ηλικίας της, και ας έχη δικαίωμα να ενάγη, εάν είναι χήρα. Ενόσω όμως ζη ο σύζυγός της ας έχη δικαίωμα μόνον να μαρτυρήση. Η δούλη δε και ο δούλος και ο παις μόνον επί φόνου έχουν δικαίωμα να μαρτυρήσουν και να συνηγορήσουν αρκεί ο καθείς να παραδώση εγγυητήν αξιόπιστον ότι θα μείνη μέχρι της δίκης του, εάν γίνη ένστασις ότι εμαρτύρησε ψευδώς. Να κάμη δε ένστασιν ο καθείς από τους αντιδίκους και εναντίον ολοκλήρου της μαρτυρίας και εναντίον μέρους αυτής, εάν νομίζη ότι εψευδομαρτύρησε κανείς, πριν να εκδοθή η απόφασις της δίκης. Τας δε ενστάσεις να τας φυλάττουν αι αρχαί σφραγισμένας και από τους δύο, και να τας παρουσιάσουν εις την εξέλεγξιν των ψευδομαρτυριών. Εάν δε κανείς αποδειχθή ότι εψευδομαρτύρησε δύο φοράς, αυτόν πλέον ας μην τον παραδέχεται ο νόμος να μαρτυρήση, εάν δε τρεις φοράς, ας μην επιτρέπεται πλέον εις αυτόν να μαρτυρήση. Εάν δε τολμήση να μαρτυρήση, αφού εξελέγχθη τρεις φοράς, ας τον καταγγέλλη όστις θέλει εις την αρχήν, η δε αρχή ας τον παραδώση εις το δικαστήριον και, αν χάση την δίκην, ας τιμωρηθή διά θανάτου.
Όσων δε αι μαρτυρίαι εξελεγχθούν ότι ήσαν ψευδείς και νομισθή ότι συνετέλεσαν εις την νίκην του ενάγοντος, εάν αι περισσότεραι του ημίσεος των τοιούτων μαρτυριών εξελεγχθούν, τότε να αναθεωρηθή η δίκη, να γίνη δε αμφισβήτησις και απόφασις αν εκρίθη συμφώνως με αυτάς ή όχι η δίκη, και, όπως κριθή, τοιούτον τέλος ας λάβουν αι προηγούμεναι δίκαι.
Εάν δε υπάρχουν πολλά αγαθά εις τον βίον των ανθρώπων, εις τα περισσότερα από αυτά εδόθησαν κάποιαι κατάραι, αι οποίαι μολύνουν και λερώνουν αυτά. Ομοίως λοιπόν και η δίκη διά τους ανθρώπους πώς δεν είναι καλή, αφού αυτή εξημέρωσε όλα τα ανθρώπινα πράγματα; Αφού δε αυτή είναι καλή, πώς δεν θα είναι καλόν και να συνηγορούμεν; Αυτά λοιπόν, ενώ είναι τοιαύτα, τα εσυκοφάντησε κάποια κακή τέχνη κρυπτομένη οπίσω από καλόν όνομα, η οποία λέγει πρώτον μεν ότι υπάρχει κάποια μέθοδος διά τας δίκας, και συνίσταται εις το να δικάζεται και να συνηγορή χάριν άλλου και να ημπορή να κερδίζη, είτε δικαίως είτε αδίκως έγινε η δικαζομένη υπόθεσις, παρέχεται δε αυτή η μέθοδος και οι λόγοι της μεθόδου, όταν κανείς δώση ως αμοιβήν χρήματα. Αυτή λοιπόν είτε είναι κάποια τέχνη είτε άτεχνος εμπειρία, κυρίως μεν πρέπει να μη βλαστήση εις την πόλιν μας, αφού όμως ο νομοθέτης ζητεί υπακοήν και όχι να εναντιώνεται κανείς εις την δικαιοσύνην, πρέπει να φύγη εις άλλην χώραν. Και αν μεν υπακούση τότε ο νόμος σιωπά, εάν όμως δεν υπακούση, τότε ο νόμος φωνάζει τα εξής: Αν κανείς προσπαθή να διαστρέψη την δύναμιν της δικαιοσύνης εις τας ψυχάς των δικαστών αντιθέτως και παρακαίρως να συχνοδικάζεται ή να συνηγορή, ας τον καταγγέλλη ο βουλόμενος ως καταχραστή της δίκης ή της συνηγορίας, και ας δικασθή εις το δικαστήριον των εκλεκτών, εάν δε χάση την δίκην, ας ορίση το δικαστήριον αν νομίζει ότι το κάμνει από φιλαργυρίαν ή από φιλοδικίαν, και, αν μεν το κάμνη από φιλοδικίαν, τότε να ορίση το δικαστήριον πόσον καιρόν δεν πρέπει να εγκαλέση αυτός εις δίκην ούτε να συνηγορήση, εάν δε από φιλαργυρίαν, εάν μεν είναι ξένος, να φύγη από την χώραν και να μην επιστρέψη ποτέ, ειδεμή να τιμωρήται διά θανάτου, εάν δε είναι πολίτης, ας θανατωθή, διότι με παν μέσον προτιμά την φιλαργυρίαν. Και πάλιν, εάν κανείς κριθή ότι έκαμε δύο φοράς το ίδιον από φιλοδικίαν, ας θανατωθή.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εάν κανείς ως δήθεν αποστελλόμενος πρέσβυς ή κήρυξ κάμη ψευδοπρεσβείαν προς καμμίαν πόλιν, ή πραγματικώς αποστελλόμενος δεν ανακοινώνη τας αληθινάς προτάσεις διά τας οποίας στέλλεται, ή αντιστρόφως αποδειχθή ότι τας προτάσεις των εχθρών ή των φίλων δεν τας ανακοινώνει ορθώς εις την πατρίδα, ας γίνουν καταγγελίαι εναντίον των τοιούτων, διότι εις του Ερμού και του Διός τας αγγελίας και τας διαταγάς ασεβούν παρανόμως, ας ορίσουν δε και τι πρέπει να πάθουν ή να πληρώσουν, εάν καταδικασθούν.
Η κλοπή των χρημάτων είναι δουλοπρεπής, η δε αρπαγή είναι αδιαντροπία. Από δε τους υιούς του Διός κανείς δεν έκαμε κανέν από αυτά τα δύο ούτε εις τους δόλους ευχαριστούμενος ούτε εις την βίαν. Λοιπόν κανείς ας μη παρασύρεται από τους ποιητάς ούτε από άλλους μυθολόγους να σφάλλη ως προς αυτά, και ας μη νομίζη κλέπτων και εκβιάζων ότι δεν κάμνει κανέν κακόν πράγμα, αφού το ίδιον το οποίον κάμνουν οι θεοί. Διότι αυτό δεν είναι ούτε αληθές ούτε λογικόν, αλλά όστις κάμνει κανέν τοιούτον παρανόμως, αυτός δεν είναι ούτε θεός ούτε υιός θεού ποτέ. Αυτά δε μάλλον ο νομοθέτης είναι πιθανόν να τα γνωρίζη παρά οι ποιηταί, όσοι και αν είναι. Όστις λοιπόν πιστεύση εις τον λόγον μας ευτυχεί και θα ευτυχή διά παντός, όστις δε δεν πιστεύση, τότε πλέον ας είναι ένοχος εις τον εξής νόμον. Εάν κανείς κλέπτη δημόσιον πράγμα ή μέγα ή μικρόν, την ιδίαν τιμωρίαν οφείλει να υποστή. Διότι και ο κλέπτων το μικρόν ως προς το πάθος μεν είναι ο ίδιος, έκλεψεν όμως με δύναμιν ολιγωτέραν, επίσης δε και ο μετακινών το μεγαλείτερον μέρος πράγματος, το οποίον δεν ετοποθέτησε ο ίδιος, είναι ως να λάβη το όλον. Ο νόμος λοιπόν δεν κρίνει κανένα από τους δύο άξιον ολιγωτέρας τιμωρίας αναλόγως του μεγέθους του κλαπέντος, αλλά μόνον εάν άλλος μεν είναι ακόμη ευκολοθεράπευτος, άλλος δε αθεράπευτος. Και λοιπόν ο ξένος ο ανήκων εις το δημόσιον ή ο δούλος, όταν αποδειχθή εις το δικαστήριον ότι έκλεψε, επειδή κατά πάσαν πιθανότητα ανήκει εις τους ευκολοθεραπεύτους, ας γίνη απόφασις τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση. Τον πολίτην όμως, αφού ανετράφη καθώς θα έχη ανατραφή, όταν αποδειχθή ότι ληστεύει ή εκβιάζει την πατρίδα του, είτε επ' αυτοφώρω είτε όχι, σχεδόν ως αθεράπευτον πρέπει να τον τιμωρήσωμεν διά θανάτου.
Ως προς δε τας εκστρατείας είναι ορθόν να δοθούν πολλαί συμβουλαί και να τεθούν πολλοί νόμοι, το κυριώτερον δε είναι να μην αφεθή κανείς ανεξάρτητος ούτε άρρην, ούτε θήλυς, ούτε να αποκτήση κανενός η ψυχή την συνήθειαν να κάμνη κάτι μόνος του, αλλά και εις πάντα πόλεμον και εν καιρώ ειρήνης να ζη ατενίζων πάντοτε προς τον αρχηγόν και ακολουθών αυτόν, και να διοικήται και εις τα μικρότερα ζητήματα από εκείνον, λόγου χάριν να στέκεται όταν διαταχθή, και να προχωρή και να γυμνάζεται και να λούεται, και να τρώγη και να εξυπνά την νύκτα διά τας φρουράς και τα συνθήματα, και μέσα εις τους κινδύνους κανείς ποτε· ούτε να καταδιώκη κανένα ούτε να υποχωρή εις άλλον χωρίς να το δηλώσουν οι άρχοντες, και με μίαν λέξιν να διδάξη την ψυχήν του διά της συνηθείας, ότι το να κάμη κάτι ανεξαρτήτως των άλλων δεν πρέπει ούτε να το γνωρίζη ούτε να ημπορή καθόλου, αλλά πρέπει να είναι ομοιόμορφος και κοινός ο βίος όσον το δυνατόν δι' όλους. Διότι άλλο από αυτό δεν υπάρχει ούτε ημπορεί να υπάρξη ανώτερον, ούτε καλλίτερον, ούτε τεχνικώτερον διά την σωτηρίαν και νίκην εν καιρώ πολέμου. Εις τούτο δε πρέπει και εν καιρώ ειρήνης να γυμνάζεται ο καθείς από την παιδικήν του ηλικίαν, δηλαδή να εξουσιάζη άλλους και να εξουσιάζεται από άλλους. Την δε αναρχίαν πρέπει να την εξορίσωμεν από την ζωήν όλων των ανθρώπων και όλων των ζώων των υπαγομένων εις τους ανθρώπους.
Μάλιστα δε και όλους τους χορούς πρέπει να τους χορεύουν αποβλέποντες εις τας πολεμικάς ανδραγαθίας και να επιδιώκουν τελείαν ευκολίαν και ευχέρειαν χάριν του ιδίου σκοπού. Εξ άλλου δε να υφίστανται καρτερήσεις φαγητών και ποτών και κακοκαιριών και των αντιθέτων και κλίνης σκληράς, και το σπουδαιότερον, να μη καταστρέφουν την δύναμιν της κεφαλής και των ποδών με ξένα περικαλύμματα χάνοντες την φύτρωσιν και αύξησιν των φυσικών πιλημάτων και υποδημάτων. Διότι αυτά τα δύο, επειδή είναι ακρωτήρια του σώματος, εάν μεν διαφυλάττωνται, διατηρούν την μεγαλειτέραν δύναμιν όλου του σώματος και το αντίθετον αντιθέτως, και οι μεν πόδες είναι το υπηρετικώτερον μέλος του όλου σώματος, η δε κεφαλή το κυριαρχικώτερον, διότι περιέχει εκ φύσεως όλας τας πρωτοστατούσας εις αυτό αισθήσεις. Αυτήν λοιπόν την προτροπήν νομίζομεν ότι πρέπει να ακούη ο νέος ως προς τον πολεμικόν βίον, νόμους δε τους εξής.
Να εκστρατεύουν όλοι οι εκστρατεύσιμοι ή έχοντες καμμίαν υπηρεσίαν. Εάν δε κανείς αφήση την τάξιν του από ανανδρίαν χωρίς την άδειαν των στρατηγών, να εγκαλήται ως λιποτάκτης εμπρός εις τους πολεμικούς άρχοντας, όταν επιστρέφουν από το στρατόπεδον, αυτούς δε να δικάζουν χωριστά τα διάφορα σώματα, δηλαδή τους οπλίτας, τους ιππείς και όλων των άλλων πολεμικών σωμάτων επίσης, και να εγκαλούνται οι μεν οπλίται εμπρός εις τους οπλίτας, οι δε ιππείς εμπρός εις τους ιππείς και όλοι εν γένει εις τους ομοίους των. Εάν δε κανείς καταδικασθή, τότε να είναι αποφασισμένον δι' αυτόν να μη συναγωνισθή ποτέ διά την υπερτάτην ανδραγαθίαν, ούτε να καταγγείλη άλλον ως λιποτάκτην ούτε να υβρίση άλλον διά τοιούτον ζήτημα, εκτός δε τούτου να ορίση το δικαστήριον τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση.
Κατόπιν δε, αφού δικασθούν αι υποθέσεις περί λιποταξίας, πάλιν να συνεδριάσουν οι άρχοντες εκάστου σώματος, να κρίνεται δε ως προς την ανδραγαθίαν όστις θέλει ενώπιον του σώματος εις ό ανήκει, χωρίς να παρουσιάση τίποτε περί άλλου προηγουμένου πολέμου ούτε σημείον αποδεικτικόν ούτε πιστοποίησιν των λόγων του από μάρτυρας, αλλά μόνον διά την τότε γενομένην εκστρατείαν, το δε βραβείον δι' έκαστον να είναι στέφανος από κλάδον ελαίας. Αυτόν δε όστις θέλει ας τον αφιερώση εις τα προσκυνήματα των πολεμικών θεών με επιγραφήν, διά να υπάρχη ως μαρτυρία περί της απονομής των πρώτων βραβείων εις όλην του την ζωήν και των δευτέρων και των τρίτων.
Εάν δε εκστρατεύση κανείς, αλλά χωρίς να τον οδηγήσουν οι αρχηγοί του εις την κατοικίαν του επιστρέψη αυτός πριν συμπληρωθή ο καιρός του, να υπάρχη εναντίον του καταγγελία λιποταξίας, εμπρός εις τους ιδίους άρχοντας, καθώς και διά τους προηγουμένους λιποτάκτας, και, αν καταδικασθούν, ας υποστούν τας ιδίας τιμωρίας.
Βεβαίως όμως πρέπει εις πάσαν καταγγελίαν, την οποίαν ενεργεί έκαστος εναντίον άλλου, να προσέχη να μη του επιβάλη ανάρμοστον τιμωρίαν, ούτε εκουσίως ούτε ακουσίως όσον είναι δυνατόν. Διότι η δικαιοσύνη λέγεται παρθένος αιδήμων και πολύ ορθά λέγεται, το δε ψεύδος είναι μισητόν εις την αιδώ και την δίκην φυσικώ τω λόγω. Πρέπει λοιπόν και εις όλα τα άλλα να προσέχωμεν μήπως σφάλλωμεν, προ πάντων όμως προκειμένου περί απορρίψεως των όπλων εν καιρώ πολέμου, πρέπει να προσέχωμεν μη τυχόν κανείς κάμη λάθος διά τας υποχρεωτικάς απορρίψεις και θεωρήση αυτάς ονειδιστικώς ως ατιμωτικάς και αναξίως επιβάλη τιμωρίαν εις αναξιοπαθή.
Και βεβαίως δεν είναι εύκολον να ορισθή το καθέν από αυτά, ο νόμος όμως οφείλει οπωσδήποτε να προσπαθήση να ορίση τας λεπτομερείας. Λοιπόν ας μεταχειρισθώμεν ένα μύθον και ας υποθέσωμεν ότι μετεφέρετο αναπνέων ακόμη ο Πάτροκλος εις την σκηνήν του χωρίς όπλα, καθώς βεβαίως συνέπεσε εις πλείστους, εκείνα δε τα προηγούμενά του όπλα, τα οποία λέγει ο ποιητής (1) ότι εδόθησαν από τους θεούς εις τον Πηλέα ως προιξ εις τον γάμον του με την Θέτιν, τα εκράτει ο Έκτωρ, τότε άραγε θα επετρέπετο εις όλους τους τότε κακούς να ονειδίζουν τον υιόν του Μενοιτίου διά την απόρριψιν των όπλων; Ακόμη δε και όσοι άλλοι ερρίφθησαν εις κρημνούς και έχασαν τα όπλα των, ή μέσα εις την θάλασσαν, ή από κακοκαιρίαν αποκλεισθέντες εις έν μέρος από την εξαφνικήν πλημμύραν πολλών ρευμάτων, ή όσα άλλα παρόμοια θα ημπορούσε κανείς να απαριθμήση, διά να παραστήση ως ευπρόσωπον έν κακόν ευκόλως συκοφαντούμενον. Λοιπόν είναι ανάγκη να χωρίσωμεν όσον το δυνατόν το μεγαλείτερον και το χειρότερον κακόν από το ελαφρότερον. Από τας λέξεις λοιπόν σχεδόν παριστά αυτήν την διαφοράν η ονειδιστική απόδοσις των σχετικών επιθέτων. Δηλαδή δεν είναι δίκαιον έκαστος να λέγεται ρίψασπις, αλλά αφωπλισμένος.