Part 9
Έτσι οι αρχόντισσες λοιπόν θερμοπερικαλιούνταν, κι' ο Έχτορας τότε έφτανε στον πύργο τ' Αλεξάντρου, πού' χε τον μόνος του έξοχο φτιασμένο με μαστόρους τους πιο καλούς που βρίσκουνταν στην Τροία τότε χτίστες 315 που σάλα τούφτιασαν κι' αβλή και τούφτιασαν γιατάκι μες στο καστρί, στου Έχτορα σιμά και στου Πριάμου. Και μπαίνει μέσα ο Έχτορας στα χέρια του κρατώντας κοντάρι ως έντεκα πηχών, με το χαλκένιο στόκο π' άστραφτε ομπρός κι' ολόχρυσο τον έσφιγγε ζουνάρι. 320 Εκεί τον Πάρη πούσαχνε τον βρήκε την πανώρια μες στο γιατάκι αρματωσά, ασπίδα και τσαπράζα, και που στα χέρια το κυρτό δοκίμαζε δοξάρι. Δίπλα η Λενιό καθότανε με γύρω της τις σκλάβες κι' είχε σ' αργόχερα ακουστά στρωμένες τις αργάτρες.
Και σαν τον είδε ο Έχτορας, του λέει πικρά διο λόγια 325 «Ντροπής, καημένε, αφτοί οι θυμοί που στην καρδιά σού μπήκαν! Λιώνει ο λαός που σφάζεται μπροστά στο καστροπόρτι, και για τα σένα οι σκοτωμοί, ο πόλεμος για σένα είναι αναμένος στ' αψηλό καστρότειχο τριγύρω. Έπρεπε εσύ να μάχεσαι και μ' άλλους, όθε βλέπεις 330 π' αναμελάν τον πόλεμο. Μον έλα τώρα σήκω! μήπως τις φλόγες δεις και καιν σε λίγο την πατρίδα.»
Τότες ο θεοκάμωτος απολογιέται Πάρης «Έχτορα, σα με μάλωσες όχι άδικα, μον δίκια, για αφτά θενά σ' το ξηγηθώ· Μον άκου με και κρίνε. Εγώ όχι τόσο από θυμό ή φταίξιμο των Τρώων 335 κλείστηκα εδώ, μον ήθελα τη λύπη να χορτάσω. Μα τώρα μ' έπεισε η Λενιό με τα γλυκά της λόγια να βγω στον πόλεμο· θαρρώ καλύτερα κι' ατός μου έτσι να γίνει... σ' ένανε δε μένει πάντα η νίκη. Μον έλα στάσου, τ' άρματα τώρ ως να βάλω· ή σύρε, 340 κ' έρχουμαι εγώ κατόπι σου. Θαρρώ θα σε προφτάσω.»
Είπε, κι' αφτός απάντηση δε γύρισε να δώκει.
Τότες του μίλησε η Λενιό μ' αγαπημένα λόγια «Κουνιάδε εμένα της λωλής, της σιχαμένης σκύλας, αχ την αβγή που η μάννα μου με γέννησε στον κόσμο 345 να θε μ' αρπάξει μια κακή φουρτούνα, και στα όρη να θε με φέρει ή στου γιαλού το φουσκωμένα κύμα, όπου πριν τύχουν όλα αφτά να μ' έπνιγε το κύμα· μα μια οι θεοί και τ' τόγραψαν τέτια κακά να τύχουν, ας έπεφτα καν σ' άλλου αντρός, καλύτερου, τα χέρια, 350 που νιώθει από καταλαλιά και κόσμου κατηγόρια. Μα αφτός δεν έχει διο μιαλά, μήτε ποτές του θάχει· για κείνο που μου φαίνεται θαν το χαρεί μια μέρα. Μον έμπα τώρα, αντράδερφε, και πάρε να καθήσεις κοντά μου εδώ, τι σ' έπνιξαν εσένα πρώτα οι κόποι 355 απ' τ' Αλεξάντρου τ' άδικα κι' εμένανε της σκύλας, που μάβρη μοίρα ο ουρανός μάς έχει φυλαγμένα, έτσι που πάντα κι' οι στερνοί να μας θυμάντε αθρώποι.»
Τότε ο μεγάλος Έχτορας της απαντάει διο λόγια «Άσε με, Ελένη, αν μ' αγαπάς, τι δε μπορώ να μείνω. 360 Να τρέξω τώρα βιάζουμαι τους Τρώες να βοηθήσω, γιατί μετράνε τις στιγμές που λείπω από κοντά τους. Μον ξύπνα τον αφτόν, Λενιό, κι' ας κουνηθεί κι' ατός του, που μέσα ακόμα στο καστρί, πριν βγω, να με προφτάσει. Τι εγώ να δω θα πεταχτώ στον πύργο τους δικούς μου, 365 το μυριοχάιδεφτό μου γιο, την έρμα μου γυναίκα... Πιος ξέρει πίσω αν θα με δουν και πάλι να γυρίσω, ή θα με σφάξουν πια οι θεοί με των οχτρών τα χέρια.»
Είπε, και φέβγει σείνοντας πας στην κορφή τη φούντα. Έπειτα φτάνει γλήγορα στ' αρχοντικό του σπίτι, 370 μα μέσα δεν την πέτυχε την όμορφη Αντρομάχη, μόνε στον πύργο είχε ανεβεί με την αφράτη βάγια και το παιδί, κι' έκλαιγε εκεί με πόνο και βογγούσε. Και σα δε βρήκε πουθενά το λατρεφτό του τέρι, πάει στην μπασά και στέκεται, και κράζει στις γυναίκες 375 «Για ακούστε, σκλάβες, μια στιγμή και πέστε την αλήθια. Πούθε η κυρά σας έκανε σα βγήκε από το παλάτι; Μην πάει στις συνυφάδες της ή σε καμιά αντραδέρφης; για μήπως πάει στην εκκλησά της σεβαστής Παρθένας, όπου κι' οι άλλες δέουνται πυκνόσγουρες κυράδες;» 380
Τότες γυρίζει η σερπετή πιστάτρα και του κάνει «Σα θες, αφέντη, και καλά ν' ακούσεις την αλήθια, δεν πάει στις συνυφάδες της ή σε καμιά αντραδέρφης, μήτε έσυρε στην εκκλησά της σεβαστής Παρθένας, όπου κι' οι άλλες δέουνται πυκνόσγουρες κυράδες· 385 Μον πήγε στ' αψηλό πυργί, γιατί είπαν πως οι Τρώες είναι σφιγμένοι κι' οι οχτροί νικάν μεγάλη νίκη. Εκεί πηγαίνει, τρέχοντας σα νάχασε το νου της, και πάει κι' η βάγια από κοντά με το παιδί στα χέρια.»
Είπε, κι' εκείνος έφυγε ξανά τον ίδιο δρόμο 390 και τα καλόφτιαστα στρατιά περνούσε πιλαλώντας. Και τη στιγμή σα διάβαινε τη χώρα και θωρούσε το Ζερβοπόρτι, όθε είτανε όξω να βγει στον κάμπο, να τη απ' αγνάντια πρόβαλε τρεχάτη η Αντρομάχη, τ' Αητιού του λιονταρόκαρδου η μυριοπλούσια κόρη, 395 τ' Αητιού που βασιλιά άλλοτες τον είχαν οι Κιλίκοι πέρα στη Θήβα, στα ριζά της δασωμένης Πλάκος· να τίνος ρήγα ο Έχτορας την κόρη είχε γυναίκα. Που τότε εκεί τον έσμιξε, κι' η βάγια από κοντά της περπάταε κι' είχε το παιδί γυρμένο απάς στον κόρφο, 400 έτσι δα αθώο και μωρό, το μοσκαναθρεμένο Εχτορουδάκι πούλαμπε σαν της αβγής τ' αστέρι. Σκαμαντρινό ο πατέρας του τούχε όνομα βαλμένα, μα Μοναφέντης κράζουνταν απ' τους λοιπούς τους Τρώες, τι μόνος τούς διαφέντεβε ο Έχτορας το κάστρο. Τότε έτσι εκείνος κοίταξε σωπώντας το παιδί του με θλιβερό χαμόγελο· κι' η όμορφη Αντρομάχη 405 ήρθε κλαμένη, τούπιασε σφιχτά το χέρι κι' είπε «Καημένε, αχ το φιλότιμο θα σ' αφανίσει. Πες μου, τ' αθώο αφτό δεν το πονάς, δε λυπάσαι εμένα που μάβρη χήρα κι' έρημη σε λίγο θα μ' αφήκεις; Τι γρήγορα όλοι οι Δαναοί θα τρέξουν να σε σφάξουν. 410 Μα αν είναι να σε στερηθώ, καλύτερα για μένα να με σκεπάσει η μάβρη Γης! Γιατί άλλο πια αντιστύλι δε θα μου μείνει, μον καημοί, τα μάτια σα σφαλίσεις. Μηγάρ πατέρα εγώ 'χω πια ή τη γλυκιά μου μάννα; Τι τον πατέρα ο θεϊκός μού σκότωσε Αχιλέας, κι' έκαψε και των Κιλικών τη μυριοπλούσια χώρα, 415 τη Θήβα την τρανόπορτη· και σφάζοντάς τον όμως δεν τον ξαρμάτωσε, ως αφτού δε βάσταξε η καρδιά του, Μον σαν τον έκαψε μαζί με τα χρυσά άρματά του, τούχτισε μνήμα, και φτελιές του φύτεψαν τριγύρω καλές νεράιδες του βουνού, του Δία θυγατέρες. 420 Κι' εφτά μου αδέρφια π' άφισα στον πατρικό μας πύργο, μες σε μια μέρα κι' οι εφτά κατέβηκαν στον Άδη, τι ενώ βοσκούσαν τ' άσπρα αρνιά και τραχηλάτα βόδια όξω στο λόγγο, του Πηλιά ο γιος τους έσφαξε όλους. Η μάνα μου που στα ριζά βασίλεβε της Πλάκος, 425 αφτήνε εδώ την έφερε με τ' άλλο βιος αντάμα, μα τη λεφτέρωσε έπειτα για ξαγορά μεγάλη, κι' η Άρτεμη τη θέρισε στον πατρικό της πύργο. Έχτορα, τώρα εσύ γονιός κι' εσύ γλυκιά μου μάννα, εσύ είσαι εμένα κι' αδερφός και τρυφερό μου τέρι, 430 Μον πια λυπήσου με, κι' αφτού στο κάστρο μείνε απάνου, μήπως με ρήξεις σε χηριά και το παιδί σ' αρφάνια. Και στήσ' τους στον αρνό κοντά τους λόχους, που πατιέται εκεί πιο ο τοίχος έφκολα κι' ανεβατή είναι η χώρα. Γιατί από κει ήρθαν τρεις φορές και πάσκισαν να μπούνε 435 τ' Ατρέα ο γιος κι' οι Αίιδες με διαλεχτούς νομάτους, κι' ο φημισμένος Δομενιάς κι' ο φοβερός Διομήδης. Καν κάπιος τους αρμήνεψε καλός στις προφητείες, «καν τους το λέει κι' η τόλμη τους και τους θαρρύνει ο νους τους.»
Τότε ο μεγάλος Έχτορας της απαντάει διο λόγια 440 «Γυναίκα, ναι κι' εγώ όλα αφτά στο νου μου τ' αναδέβω· όμως ντροπή απ' τις Τρώισσες, ντροπή 'ναι ομπρός στους Τρώες να σέρνουμαι έτσι σαν κιοτής αλάργα απ' τους πολέμους... μήτε το θέλει μου η καρδιά! τι πάντα παλικάρι έμαθα νάμαι και μπροστά στις κονταριές να τρέχω, 445 μ' απόφαση το γονικό να διαφεντέψω θρόνο. Ναι ξέρω, μου το λέει αφτό αλάθεφτα η ψυχή μου, θα φέξει η μέρα — δεν αργεί — που θα χαθεί η πατρίδα, κι' ο βασιλιάς ο Πρίαμος, κι' ο ξακουστός λαός του· μα δε μου σφάζει την καρδιά, των Τρώων σα λογιάζω 450 τα πάθια, ή και των δύστυχων γονιώνε μου, ούτε τόσο των αδερφών μου που πολλοί μες στα χρυσά τους νιάτα θα κυλιστούν στο αίμα τους σφαγμένοι από τους Αργίτες, όσο για σένα, όταν κανείς απ' των οχτρών τ' ασκέρι σε σέρνει σε πικρή σκλαβιά στα δάκρια βουτημένη. 455 Κι' άλλη ίσως, στ' Άργος όταν πας, να φαίνεις θα σε βάζει, και με τη στάμνα απ' την πηγή νερό θα πας να φέρνεις, άθελα, δόλια, μα σκληρή θα σε στανέβει ανάγκη. Και σα σε βλέπουν που περνάς αχνή και δακρυσμένη, 'Νά το' θα λεν 'του Έχτορα το τέρι που των Τρώων 460 είταν το πρώτο αφτός σπαθί στης Τροίας τους πολέμους'. Έτσι ίσως πουν· κι' ο πόνος σου θα ξανανοίγει πάντα σα βλέπεις πως απ' τη σκλαβιά να βγεις δεν έχει ολπίδα. Μα θέλω να με φάει η γης, η μάβρη πλάκα θέλω, πριν να βογγάς να κλαις σε δω, και σκλάβα να σε σέρνουν!» 465
Έτσι της είπε, κι' άπλωσε τα χέρια στο παιδί του, μα πίσω γέρνει το παιδί στον κόρφο της βυζάχτρας με τις φωνές, τι τόσκιαζε η όψη του γονιού του, σαν είδε π' άστραφτε ο χαλκός σπιθόβολα οχ το κράνος, κι' απάνου σάλεβε αγριωπή η αλογήσα φούντα. 470 Γέλασε τότε η μάννα του μια στάλα κι' ο πατέρας. Και βγάζει απ' το κεφάλι εφτύς ο Έχτορας το κράνος και τ' απιθώνει χάμου εκεί καθώς λαμποκοπούσε, κι' όταν το γιο του φίλησε και χόρεψε στα χέρια, στο Δία κι' όλους τους θεούς δεήθηκε έτσι κι' είπε 475 «Περικαλώ σε, Δία μου, θεοί, περικαλώ σας, ας δώσει η χάρη σας κι' αφτός — ο γιος μου — μες στους Τρώες όπως κι' εγώ να ξακουστεί, έτσι αντριωμένος πάντα κι' άξιος της Τροίας βασιλιάς. Κι ας πουν για αφτόν μια μέρα 'Αφτός απ' τον πατέρα του πολύ πιο παλικάρι' καθώς γυρνά απ' τον πόλεμο· και ματωμένα ας φέρνει 480 μαζί του λάφυρα, απ' οχτρό που σκότωσε παρμένα, που ναν τον δει η μαννούλα του και να χαρεί η καρδιά της.»
Είπε, και βάζει το παιδί στης γυναικός τα χέρια, κι' εκείνη πίσω τόγυρε στο μυρισμένον κόρφο και πικροχαμογέλασε με μάτια δακρυσμένα. Και σαν την είδε κι' έκλαιγε, την πόνεσε η ψυχή του, και τρυφερά τη χάιδεψε και με καημό της είπε 485 «Μη μου βαριοπικραίνεσαι, γυναίκα, και κανένας, αν δεν το γράφει η μοίρα μου, στον Άδη δε με στέλνει. Ειδέ απ' το ριζικό κανείς δε θα σωθεί ποτές του, θες αντριωμένος θες δειλός, μιας που βρεθεί στον κόσμο. Μον μέσα τώρα πήγαινε να κάτσεις στις δουλιές σου, 490 στη ρόκα και στον αργαλιό, και βάλε και τις σκλάβες· όσο για πόλεμο που λες, οι άντρες θα φροντίσουν, όλοι κι' απ' όλους πρώτα εγώ, όσοι κι' αν ζουν στην Τροία!»
Είπε, και τότες σήκωσε το κράνος του από χάμου. 495 Κι' η Αντρομάχη κίνησε στον πύργο να γυρίσει, τηρώντας πίσω, κι' έχυνε πικρά και μάβρα δάκρια. Σε λίγο σίμωσε έπειτα στ' αρχοντικό τ' αντρός της, στου Έχτορα τ' αντροφονιά, και μέσα μαζωμένες βρήκε τις σκλάβες, κι' έπιασαν όλες μαζί το κλάμα. Σπίτι του ακόμα ζωντανό έτσι όλες τον θρηνούσαν· 500 και λέγανε απ' τον πόλεμο ξανά δε θα γυρίσει κι' απ' των οχτρών δε θα σωθεί τη λύσσα και τα χέρια.
Κι' ο Πάρης δε χασομεράει στον αψηλό του σπίτι, μόνε σα χαλκοφόρεσε την πλούσια αρμάτωσά του, περνάει τη χώρα τρέχοντας μ' ακούραστο ποδάρι. 505 Σαν άλογο, που στο παχνί αργό παραχορταίνει και το καπίστρι σπάει κι' ορμά στον κάμπο πιλαλώντας — γιατί να λούζεται έμαθε στα δροσερά ποτάμια — περήφανο έτσι, κι' αψηλά βαστάει την κεφαλή του, κι' απάνου κάτου η χήτη του στους ώμους κυματίζει, 510 κι' αφτό γιομάτο λεβεντιά, γοργά το παν τα πόδια όπου συχνάζουν άλογα και στα λιβάδια βόσκουν· έτσι και του Πριάμου ο γιος, αστράφτοντας σαν ήλιος μες στη λαμπρή του αρματωσά, κατέβηκε το κάστρο καμαρωτός, και γλήγορα τον πήγαιναν τα πόδια. Σε λίγο αντάμωσε έπειτα τον ξακουστό αδερφό του, 515 τον Έχτορα, ότι πήγαινε στον κάμπο να γυρίσει απ' όθες πριν ρωτιότανε με τ' ακριβό του τέρι.
Πρώτος ο Πάρης έπιασε διο λόγια να μιλήσει «Πολύ σε βάσταξα, αδερφέ, κιας βιάζεσαι να σύρεις· άργησα, κι' όπως πρόσταξες δεν έφτασα στην ώρα.»
Τότε ο λεβέντης Έχτορας γυρίζει και του κάνει 520 «Πάρη, κακό δε θα σου πει κανείς με δίκια γνώμη, να θε σε δει στον πόλεμο, γιατί είσαι παλικάρι. Μα αφίνεις μόνος και δε θες. Κι' εμένα εδώ η καρδιά μου βογγάει στα στήθια, άμα αγρικώ και σ' αναθεματάνε οι Τρώες που τραβούν πολλά μαρτύρια για τα σένα. 525 Μον πάμε τώρα, κι' όλα αφτά τα σάχνουμε κατόπι, αν δώσει ο Δίας λεφτεριάς ποτήρι καμιά μέρα να πιούμε στους παντοτινούς θεούς των ουρανώνε, σα διώξουμε τους Αχαιούς αλάργα απ' την πατρίδα.»
Η
Είπε ο λεβέντης Έχτορας, κι' όξω απ' το τειχοπόρτι ορμάει, κι' ο Πάρης έτρεχε μαζί του· και των διο τους μέσα τους γύρεβε η καρδιά να σφάξουν και να θύσουν. Κι' όπως σε νάφτες που ποθούν μια στάλα αγέρι πρύμο, του Κρόνου τους το στέλνει ο γιος σαν τύχει κι' αποστάσουν 5 χτυπώντας με τα λάτινα καλόξυστα κουπιά τους το κύμα, κι' είναι η μέση τους απ' τη δουλιά κομένη· έτσι κι' αφτούς, σα φάνηκαν, οι Τρώες τους ποθούσαν.
Σκότωσε τότε ο ένας τους τον άρχοντα Μενέστη, τ' Αρήθου γιο, που γέννησε στην πολυστάφυλη Άρνα 10 η ώρια η Φυλομέδουσα κι' ο ροπαλάς Αρήθος. Κι' ο Έχτορας τον Ηονιά τρυπάει στο σνίχι πίσω κάτου απ' το κράνος το στιλπνό, και τη ζωή του παίρνει. Κι' ο Γλάφκος, τ' Απολόχου ο γιος, των Λυκιωτώνε ο πρώτος, μέσα στη βράση της σφαγής καρφώνει το Βιφίνο, του Δέξη γιο — ότι πήδηξε μες στο γοργό του αμάξι — 15 στον ώμο, κι' έπεσε νεκρός μέσα απ' τ' αμάξι χάμου.
Και σαν τους πήρε μυρουδιά του Δία η θυγατέρα θεά Αθήνα, πως λιάνιζαν τους Αχαιούς στη μάχη, χύθηκε τότε απ' την κορφή την Ελυμπήσα κάτου να πάει στον κάμπο τον πλατύ. Αντίθετά της τρέχει 20 κι' ο γιος του Δία, ο σκοπεφτής Απόλλος αφρισμένος ψηλά απ' το κάστρο, κι' ήθελε τους Τρώες να νικήσουν. Κι' έσμιξαν στην οξά σιμά, και πρώτος είπε ο Φοίβος «Τι ήρθες ξανά οχ τον Έλυμπο με τόση φρένια πάλι, του Δία κόρη, κι' η τρανή σε φτέρωσε καρδιά σου; 25 Ξέρω, ζητάς των Αχαιών μονοδοξάστρα νίκη να δώκεις· τι δα αν χάνουνται και Τρώες, δε σε μέλει. Μα άκου με, αν θέλεις, κι' ίσως βγει πολύ καλύτερά μας· τώρα την έρμα ας πάψουμε σφαγή και τους πολέμους σήμερα· απέ έπειτα ξανά χτυπιούνται ως που την άκρη 30 της Τριάς να βρούνε, αφού μαθές τ' αποφασίσατε έτσι εσείς οι διο οι αθάνατες, να φάτε αφτό το κάστρο.»
Τότε απαντά η θεά Αθήνα, του Δία η θυγατέρα «Ναι έτσι, προφυλαχτή, ας γένει, και με την ίδια γνώμη ήρθα κι' εγώ οχ τον Έλυμπο κατά τα διο τα' ασκέρια. 35 Μον έλα, πώς τον πόλεμο σκοπέβεις ναν τους πάψεις;»
Τότες της είπε ο σκοπεφτής αφέντης γιος του Δία «Τον Έχτορα ας σηκώσουμε, τον άφοβο αλογάρη, μήπως τυχόν κάνα Αχαιό μονάχος με μονάχο αντροκαλέσει σε σκληρή να μετρηθούνε μάχη, 40 κι' αφτοί ίσως φιλοτιμηθούν και βγάλουν, οι Αργίτες, τον Αία με τον Έχτορα να χαλκοπολεμήσει.»
Έτσι είπε, κι' η θεά Αθήνα κατά πώς είπε κάνει.
Και τους νογάει ο Έλενος, του γέρου ο γιος Πριάμου, το τι βουλή αποφάσισαν οι διο θεοί μιλώντας, 45 και πάει στον Έχτορα σιμά και στέκει και του κάνει «Έχτορα, του Πριάμου γιε, ισόγνωμε του Δία, τάχα ότι πω το λόγο μου θ' ακούσεις; — αδερφό σου μ' έχεις μαθές — τους διο στρατούς βάλ' τους να κάτσουν τώρα, μα ένανε ατός σου απ' τους οχτρούς, τον πιο καλύτερό τους, 50 σε μάχη κράξ' τον άπονη να μετρηθεί αντικρύ σου. Δε σούναι ακόμα ριζικό να κατεβείς στον Άδη, γιατί έτσι εγώ άκουσα φωνή θεών παντοτινώνε.»
Είπε, κι' εκείνος χάρηκε σαν άκουσε το λόγο, και μες στους Τρώες τρέχοντας τους λόχους σταματούσε, 55 τ' όπλο απ' τη μέση σφίγγοντας. Και στέκουν όλοι οι λόχοι. Χάμου τ' Ατρέα εφτύς κι' ο γιος τους Αχαιούς καθίζει, κάθεται κι' η θεά Αθηνά κι' ο Αργυροδοξάρης — παρόμιοι μ' όρνια αρπαχτικά — στην τρανοκόρμα απάνου του βροντορήχτη Δία οξά, και χαίρουνταν θωρώντας 60 τους άντρες πούτανε πυκνές αράδες καθισμένοι, απ' όπλα, κράνα χάλκινα κι' ασπίδες δασωμένοι. Πώς μπάτη χνώτο χύνεται πας στου γιαλού την άπλα όταν πρωτοσηκώνεται, και τα νερά σουφρώνουν, τέτιοι κι' οι λόχοι κάθουνταν των διο στρατών στον κάμπο. 65
Κι' είπε στη μέση ο Έχτορας των Αχαιών και Τρώων «Τρώες, ακούστε με, κι' εσείς Αργίτες παινεμένοι, για να σας πω όσα μου ζητάει μέσα η καρδιά στα στήθια. Τους όρκους δεν τους έβγαλε δεξά ο μεγάλος Δίας, μον μηχανέβει όλο κακά και για τους διο στο νου του, 70 ως που ή τ' ομορφοπύργωτο να μας ρημάξτε κάστρο ή εσείς να δαμαστείτε ομπρός στα πελαγήσα πλοία. Όμως μαζί σας ήρθανε ολούθες παλικάρια, κι' ομπρός! όπιου βαστά η καρδιά, ας έρθει ομπρός απ' όλους μ' εμένα εδώ τον Έχτορα να πρωταγωνιστήσει. 75 Και να! τι λέω, κι' ας είναι ο γιος του Κρόνου μάρτυράς μας· αφτός αν με το δίκοφτο χαλκό με σφάξει εμένα, ας μου τα βγάλει τ' άρματα και στα καράβια ας σύρει, μα ας δώκει πίσω το κορμί, που καν το λείψανό μου οι Τρώες και των Τρώωνε να κάψουν οι γυναίκες. 80 Μα εγώ αν τον σφάξω, αν δώκει μου τέτιο καμάρι ο Φοίβος, θαν τον γυμνώσω απ' τ' άρματα και θαν τα πάω στο κάστρο ναν τα κρεμάσω μέσα εκεί στην εκκλησά τα' Απόλλου, δίνοντας πίσω το κορμί στ' ανάφρυδα καράβια, για να στολίσουν το νεκρό οι παινεμένοι Αργίτες 85 και μνήμα απάς στ' απλόχωρο περγιάλι ναν του στήσουν. Κι' ίσως μια μέρα πει κανείς απ' τους στερνούς ανθρώπους, πολύκουπα αρμενίζοντας πας στο γαλάζο κύμα Να! μνήμα εκεί παλικαριού που στα παλιά τα χρόνια του κοσμοξάκουστου Έχτορα τον σκότωσε το χέρι.' 90 Έτσι ίσως πουν, κι' η δόξα μου θα ζήσει πάντα εμένα.»
Είπε, κι' εκείνοι απόμειναν χωρίς να βγάζουν λέξη· όχι να πούνε ντράπηκαν, ναι δείλιασαν να πούνε. Μα με καιρό πετιέται πια και τους λαλεί ο Μενέλας με τις βρισές, και τούβραζε μέσα η καρδιά απ' το πάθος 95 «Ωχού μου παινεσιάρηδες, γυναίκες κι' όχι πια άντρες, πάει πια, του κόσμου σιχαμός θα γίνουμε, αν εδώ όλοι μπροστά στον Έχτορα τ' αφτιά τα κατεβάσουμε έτσι. Μα αμέτε στην οργή όλοι εσείς — φωτιά που να σας κάψει! — που αφτού σαν ψόφιοι, έτσι άδοξα, μου κάθεστε ένας ένας· 100 αφτόν εγώ θ' αρματωθώ ναν τον βαρέσω ατός μου. Το τι θα βγει, είναι στων θεών απάνου εκεί τα χέρια.»
Είπε, κι' αμέσως φόρεσε την πλούσια αρματωσά του. Τότες πια αλήθια θάβλεπες, Μενέλα, του θανάτου το τέλος απ' του Έχτορα τη σταλωμένη χέρα, 105 τι είταν ανότερος πολύ, αν ίσως κι' οι αρχόντοι των Αχαιών δεν τρέχανε να σε βαστάξουν πίσω. Και πρώτα ο μυριαφέντης γιος τ' Ατρέα, ο Αγαμέμνος, του λέει, του κραίνει, απ' το δεξύ ενώ τον κράταε χέρι «Χαμένα τάχεις, αδερφέ . . . μα δε σου πρέπει εσένα η τρέλα αφτή . .. Έχε απομονή, και μ' όλη σου την πίκρα 110 μη θες από φιλότιμο με πιο καλύτερό σου να χτυπηθείς, τον Έχτορα, που τόνε τρέμουν κι' άλλοι. Αφτόν και του Πηλέα ο γιος στη δοξοδότρα μάχη να σμίξει δείλιαε, πούναι σου πολύ πιο παλικάρι. Μα άμε εσύ τώρα κάτσε εκεί με τους συντρόφους, κι' άλλο 115 κοντάρι εμείς του βγάζουμε ν' αγωνιστεί μαζί του. Κι' όσο κι' αν είναι ατρόμητος και φόνο δε χορταίνει, χαίροντας το πλεβρό θαρρώ θα γύρει, πρώτα αν σώσει γερός να φύγει απ' τη σφαγή κι' απ' το κονταροχτύπι.»
Μ' αφτά τα λόγια τ' αδερφού τού γύρισε τη γνώμη, 120 τι είπε σωστά· κι' ακούει αφτός. Κι' οι παραγιοί κατόπι του πήραν την αρματωσά χαρούμενοι απ' τους ώμους.
Τότες σηκώθη ο Νέστορας στη μέση και τους είπε «Ω τι κακό που πλάκωσε μεγάλο την πατρίδα! Βαριά θα βόγγαε ο Πηλιάς, ο γερο-αλογολάτης, 125 των Μυρμιδόνων μαχητής και γνωμοδότης άξιος, πούχερε τόσο σπίτι του ρωτώντας με μια μέρα, και μάθαινε κάθε Αχαιού τη φύτρα, την πατρίδα· τώρα όλοι ομπρός στον Έχτορα αν μάθαινε πως τρέμουν, πολλές φορές θα σήκωνε στον ουρανό τα χέρια, 130 να κατεβεί οχ τα στήθια του νεκρή η ψυχή στον Άδη. Ε νιος κι' ας είμουν, Δία μου κι' εσύ Αθηνά κι' Απόλλο, σαν τότε απάς που στο γοργό Κελάδο συναγμένοι χτυπιούνταν κονταρόπλιστοι Αρκάδες και Πυλιώτες, εκεί που τρέχει ο Γιάρδανος, κοντά στης Φιάς το κάστρο. 135 Εκείνων πρωταγωνιστής βγήκε μπροστά ο Ρεφτάλης, άντρακλας ίσος με θεούς, στους ώμους του φορώντας τ' Αρήθου την αρματωσά, που τούχαν παρανόμι βγαλμένα οι άντρες ρόπαλα κι' οι λυγερές γυναίκες· τι δεν πολέμαε με μακριά κοντάρια ή με δοξάρι, 140 παρά με ρόπαλο έσπαζε τους λόχους σιδερένιο. Σκότωσε αφτόν με μπαμπεσιά, όχι απ' αντριά ο Λυκούργος, σ' ένα στενό, όπου απ' τη σφαγή ο σιδερένιος όγκος δεν τόνε γλύτωσε, τι πριν προφταίνει και στη μέση κρυφά ο Λυκούργος τον τρυπάει, κι' ανάσκελα τον στρώνει· 145 έτσι του πήρε τ' άρματα που τούχε δώσει ο Άρης. Αφτά 'χε κι' έβγαινε έπειτα στο πανηγύρι τ' Άρη· και σπίτι του σα γέρασε, τα δίνει του Ρεφτάλη, τ' αγαπητού του παραγιού, ναν τα φοράει στη μάχη. Μ' αφτά ο Ρεφτάλης τ' άρματα χαλκοπλισμένος τότες, κάθε αρχηγού τού φώναζε να βγει να μετρηθούνε· 150 κι' αφτοί φοβούνταν ζάρωναν, μηδέ κανείς τολμούσε. Μα εγώ μου τόπε μου η καρδιά να πάω ναν τον χτυπήσω απ' αψηφιά μου ... είμουν μαθές πιο νιος στα χρόνια απ' όλους. Και βγήκα εγώ, και μούδωσε νίκη τρανή η Παλλάδα. Άλλο άντρα εγώ δε σκότωσα πιο δυνατό ή μεγάλο, 155 τι εδώ κι' ως πέρα κοίτουνταν μακρύς ξεκαρφωμένος. Νιος έτσι ακόμα ας είμουνα, τα κότσα ας μου βαστούσαν! δε θ' άργιε τότε ο Έχτορας να δει κοντάρι ομπρός του. Μα εδώ από σας κι' όσοι είσαστε των Αχαιών οι πρώτοι, κανείς τον Έχτορα όρεξη δεν έχει ν' αντικρύσει.» 160
Έτσι τους μάλωσε, κι' εννιά σηκώνουνται όλοι όλοι. Σηκώθη απ' όλους πριν πολύ ο βασιλιά Αγαμέμνος, κατόπι του Τυδέα ο γιος, ο άφοβος Διομήδης, κατόπι οι Αίιδες οι διο, ψημένα παλικάρια, κατόπι ο άξιος Δομενιάς, μαζί κι' ο παραγιός του 165 Μηριόνης, ισοδύναμος του θνητοφάγου τ' Άρη· ο Βρύπυλος κατόπι, γιος καμαρωτός του Βαίμου· όρθιος κι' ο Θόας βρέθηκε κι' ο γνωστικός Δυσσέας. Αφτοί όλοι με τον Έχτορα να χτυπηθούν ζητούσαν.
Μα τους ξανάπε ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης 170 «Λαχνό όλοι τώρα ως στο στερνό τραβήξτε κι' όπιου πέσει· γιατί από δάφτον μοναχά θα δουν καλό οι δικοί μας, μήτε κι' αφτός τον κόπο του θα χάσει, μόνε ας έρθει πρώτα γερός με το καλό απ' τον αγώνα πίσω.»
Είπε, κι' από 'να αφτοί λαχνό σημάδεψαν, και μέσα 175 στο κράνος του πρωταρχηγού τούς ρήχνουν Αγαμέμνου. Τότε άρχισε όλος ο στρατός παράκληση να κάνει προς τους θεούς σηκώνοντας τα χέρια· κι' ο καθένας είπε ξανάπε, τα πλατιά κοιτάζοντας ουράνια «Δία πατέρα, ο Αίας μας να λάχει για ο Διομήδης, για ατός του της πολύχρυσης ο βασιλιάς Μυκήνας.» 180
Είπαν, κι' ο Νέστορας τους σιεί. Κι' απ' το χαλκένιο κράνος όξω ο λαχνός πετάχτηκε που κι' όλοι αποθυμούσαν, του Αία. Τότες στη γραμμή παντού τον πήγε ο κράχτης, κι' απ' τα δεξά τον έδειχνε στους βασιλιάδες όλους· κι' αφτοί σαν δεν τον γνώριζαν, όχι είπαν ένας ένας. 185 Μα δείχνοντας τον στη γραμμή παντού, σαν ήρθε τέλος στον άντρα που τον χάραξε και στο χαλκένιο κράνος τον είχε ρήξει, στο λαμπρό τον Αία, τότε απλώνει το χέρι ο Αίας — πάει κοντά και του τον δίνει ο κράχτης — τι με χαρά τον γνώρισε σαν τούδε το σημάδι. Και χάμου τον πετάει μπροστά στα πόδια του και κράζει 190 «Δικός μου, αδρέφια μου, ο λαχνός! Και τόχω εγώ μεγάλη χαρά, γιατί τον Έχτορα θαρρώ θαν τον νικήσω. Μα ελάτε, εγώ όσο τ' άρματα χαλκοφοράω της μάχης, αρχίστε εσείς παράκληση στο γιο του Κρόνου Δία, σιγά αφτού πούστε, μην τυχόν κι' οι Τρώες καταλάβουν... 195 ή κι' ανοιχτά, τι πιον εδώ θα φοβηθούμε κιόλας; Πιος θέλει, ας δείξει την αντριά και τέχνη του, κι' ας δούμε αν με φοβίζει, τι θαρρώ κι' εγώ δα τόσο ανάξιος δε βγήκα, δε μεγάλωσα, στη Σαλαμίνα πέρα.»
Είπε, κι' αφτοί προσέφκουνταν στο γιο του Κρόνου Δία, 200 κι' είπαν ξανάπαν, τα πλατιά κοιτάζοντας ουράνια «Δία πατέρα, π' αψηλά ορίζεις οχ την Ίδα, μεγάλε, μυριοδόξαστε! του Αία δώσ' του νίκη, και βοήθησέ τον ζηλεφτό καμάρι να κερδίσει· μα αν και τον Έχτορα αγαπάς, την συλλογή του αν έχεις, καν ίση δώσ' τους και των διο τη δύναμη και δόξα.» 205