Ιλιάδα

Part 8

Chapter 894 wordsPublic domain

Τότε ίσα τρέχει η Αθηνά στο βασιλιά Διομήδη, και τόνε βρίσκει την πληγή, που του Παντάρου τ' όπλο τούχε ανοιγμένα, στ' αμαξού το πλάι ναν τη δροσίζει· 795 τι κάτου απ' το πλατύ λουρί της κουφωτής ασπίδας τη σάρκα ο ίδρος τούτσουζε — εκεί τόνε πονούσε, κι' είταν το χέρι του βαρύ — κι' απάνου σηκωμένο κρατούσε τ' ασπιδόλουρο και σφούγγιζε το αίμας. Κι' έπιασε εκείνη το ζυγό των διο του αλόγων κι' είπε «Α λίγο ο γιος του τούμιασε που γέννησε ο Τυδέας! 800 Ναί, εκείνος είταν μια μπουκιά κορμί, μα παλικάρι. Κι' ακόμα σα δεν άφινα εγώ να πολεμήσει και να σφαντάξει, τον καιρό που πήγε με μαντάτα στη Θήβα, έτσι ασυντρόφιαστος μες σε πολλούς Θηβαίους, παρά στον πύργο φρόνιμα να ξεφαντώνει τούπα, 805 αφτός με την ατρόμητη καρδιά του, σαν και πρώτα, ν' αντροκαλέσει τόλμησε τους πρώτους των Θηβαίων να βγουν στα χέρια, κι' όλους τους τους νίκησε, έναν ένα. 807 Μα εσένα εγώ σου στέκουμαι σιμά και σε προσέχω, 809 και πρόθυμα να πολεμάς τους Τρώες σε γκαρδιώνω. 810 Μα αν ίσως φόβος άκαρδος σ' έχει παγώσει εσένα ή κόπος πολυσάλεφτος στα ήπατα σού μπήκε, τότες δεν είσαι θρέμμα εσύ του τολμηρού Τυδέα.»

Τότες γυρίζει κι' απαντάει ο δυνατός Διομήδης «Σ' ένιωσα, αμάλαγη θεά, του Δία θυγατέρα, 815 και λέφτερα θενά σ' το πω, το λόγο δε θα κρύψω. Εμένα φόβος άκαρδος δε μ' έπιασε και δείλια, παρά δικές σου συμβουλές έχω στο νου μου ακόμα. Δε μούπες να μην πολεμάω με τους θεούς τους άλλους έτσι ανοιχτά, μον του Διός η κόρη, Αφροδίτη, 820 αν έρθει, να τρυπήσω αφτή με το βαρύ κοντάρι; Για αφτό ποδίζω τώρα εγώ, και τους λοιπούς Αργίτες τους πρόσταξα όλοι τους εδώ να μαζωχτούν σιμά μου, τι ξάνοιξα μες στους οχτρούς τον Άρη π' αρχηγέβει.»

Τότες τ' απάντησε η θεά, του Δία η θυγατέρα 825 «Διομήδη, του Τυδέα γιε, παιδί μου αγαπημένο, έννια σου αφτό! Μη σκιάζεσαι τον Άρη, μη φοβάσαι θεό κανένα· τέτιο εδώ έχεις βοηθό σου, εμένα! Μον έλα τρέχα τ' άλογα ίσα στον Άρη πρώτο, και ζύγωσε και κάρφωσ' τον, σέβας αφτός δε θέλει, 830 τέτιος φριχτός διπρόσωπος τέτιος λυσσιάρης σκύλος, που πριν μας τόταξε ρητά, κι' εμένα και της Ήρας νάναι βοηθός των Αχαιών, να πολεμάει τους Τρώες, και τώρα εκείνα τα ξεχνάει και τρέχει με τους Τρώες.»

Έτσι είπε, και το Στένελο τον πιάνει χέρι χέρι 835 και χάμου τον τραβάει· κι' αφτός πηδάει αμέσως κάτου. Κι' αφτή στ' αμάξι ανέβηκε του βασιλιά από δίπλα, η θέϊσσα ανυπόμονη· κι' ακούς βαριά να τρίξει τ' αξόνι της βελανιδιάς απ' το μεγάλο βάρος, τι σήκωσε δεινή θεά, παλικαρήσο κι' άντρα.

Τότε η θεά το καμοτσί αρπάζει και τα γέμια, 840 κι' αμέσως χτύπησε τα ζα ίσα στον Άρη πρώτο. Αφτός εκεί ξαρμάτωνε το γίγα τον Περίφα, του Οχήσου γιο κι' ολόπρωτο των Αιτωλών κοντάρι· αφτόνε ο Άρης ξέγδυνε, και την περκεφαλαία τ' Άδη φοράει η θέϊσσα μην τύχει και τη νιώσει. 845

Μα το Διομήδη βλέποντας ο θνητοφάγος Άρης, αφίνει εκεί κοιτάμενο το γίγαντα Περίφα όπου τον πρωτοσκότωσε και τη ζωή του πήρε, κι' έτρεξε εφτύς ολόϊσα στο θαρρετό Διομήδη. Κι' οι διο σα ζύγωσαν κοντά με τ' άρματα στα χέρια, 850 πρώτος ο Άρης τίναξε το κοφτερό κοντάρι ψηλά, έτσι απάνου απ' το ζυγό και των φαριών τα γέμια, τι του διψούσε τη ζωή· όμως του Δία η κόρη το πήρε με το χέρι της και τόστειλε από πάνου απ' το κουτί, να πάει μακριά να πέσει στα χαμένα. Δέφτερος του Τυδέα ο γιος τινάζει το κοντάρι, 855 κι' η Αθηνά του τόμπηξε στου λαγγονιού την άκρη οπούχε τη φασκιά ζωστή· εκεί τον πετυχαίνει και τον τρυπάει, και τ' όμορφο κορμί του σακατέβει, κι' ύστερα πάλι όξω τραβάει το φράξινο κοντάρι. Κι' έσκουξε ο Άρης σαν εννιά ή σα χιλιάδες δέκα, 860 που σκούζουν όταν έρχουνται στα χέρια και χτυπιούνται. Τρεμούλα πήρε και τα διο στρατέματα απ' το φόβο· τόσο ξεφώνισε ο θεός που φόνους δε χορταίνει.

Πώς σκοτεινή στα σύγνεφα σηκώνεται μαβρίλα σαν πιάνει κακοφύσητος αγέρας με την κάψα, 865 τέτιος κοντά στα σύγνεφα κι' ο Άρης στο Διομήδη φαινότανε όταν στα φαρδιά πετούσε απάνου ουράνια. Κι' ήρθε σε λίγο στων θεών τον τόπο, στου Ελύμπου τα κορφοβούνια, κι' έκατσε με την καρδιά θλιμένη σιμά στο Δία, κι' έδειχνε π' απ' την πληγή του μέσα 870 ανάβρυζε αίμα αθάνατο, κι' έτσι είπε με τα δάκρια «Δία πατέρα, τα φριχτά καμώματα που βλέπεις, 872 αφτά δε σε πειράζουνε; Μ' εσένα τάχουμε όλοι, 875 τι πήγες τη σκαρτάδα αφτή και γέννησες στον κόσμο, ανάθεμά την! που κακό πάντα ζητάει να κάνει. Όλοι οι θεοί που βρίσκουνται στον ουρανό σ' ακούνε, κι' όλοι είμαστε αποταχτικοί· μονάχα αφτή δε θέλεις να περιορίσεις μια σταλιά, μον έτσι την αφίνεις, 880 τι είναι δικό σου γέννημα το διαστρεμένο πλάσμα! Να τώρα του Τυδιά το γιο, τον άπιαστο Διομήδη, τον έχει χέρι σε θεούς βαλμένα να σηκώνει. Την Κύπρη πρώτα πλήγωσε από κοντά στο χέρι, όμως κατόπι σα στειχιό μου ρήχτηκε κι' εμένα. Μον τα γοργά με γλύτωσαν ποδάρια· αλλιώς, πιος ξέρει 885 σαν πόσα χρόνια στων νεκρών τον τόπο θα βογκούσα, ή ζωντανός θ' απόμενα χαλκοσακατεμένος.»

Τότες, τον στραβοκοίταξε του Κρόνου ο γιος και τούπε «Μην ήρθες, άστατο κορμί, κοντά μου και γκρινιάζεις! Άλλο θεό δε μάχουμαι εγώ καθώς εσένα, 890 τι πάντα θες λογοκοπές, θες φόνους, θες πολέμους. Της μάννας σου, πούναι άπιαστη, πούναι στουρνάρι η γνώμη, της Ήρας, που κι' ο λόγος μου με κόπο τη δαμάζει, απ' τις ορμήνιες της θαρρώ αφτά πως τα παθαίνεις. Μα ας είναι τώρα, πιο πολύ να μου πονάς δε θέλω· 895 παιδί μου σ' έχω, η μάννα σου σε γέννησε μαζί μου. Μα αν είσουν άλλου γιος θεού σαν πούσαι διαστρεμένος, θάσουν καιρό στα τάρταρα πιο κάτου απ' τους Τιτάνους.»

Έτσι είπε, και το Γιατρεφτή φωνάζει ναν τον γιάνει. Και βάζοντας του ο Γιατρεφτής μαλαχτικά βοτάνια, 900 τον γιάτρεψε· τι δα θνητός δεν είτανε πλασμένος. Πώς τ' άσπρο γάλα κι' άπηχτο γοργή η πυτιά το πήζει και γύρω με το χτύπημα μαζέβει χέρι χέρι, έτσι τον Άρη γιάτρεψαν αμέσως τα βοτάνια. Κι' η Ήβα νιόπλυτα σκουτιά τον λούζει και του βάνει· 905 κι' έτσι στο Δία κάθησε σιμά καμαρωμένος.

Εκείνες πάλε οι διο γυρνούν στου Δία τα παλάτια, η σώστρα η κόρη του Διός κι' η κρουσταλλόκορφη Ήρα, μιας κι' ο αχόρταγος θεός παράτησε τους φόνους.

Ζ

Κι' έμειναν μόνοι οι Δαναοί να πολεμάν κι' οι Τρώες· κι' ώρα ξανάσμιγαν δεξά ώρα ζερβά στον κάμπο, κι' έρηχναν ένας τ' αλλουνού τα φράξινα κοντάρια ανάμεσα απ' τα ρέματα του Ξάνθου και Σιμόη.

Πρώτος του Τελαμώνα ο γιος, των Αχαιών το κάστρο, 5 έσπασε λόχο Τρωικό κι' αλάφρωσε τους φίλους, άντρα λεβέντη ορθόκορμο τρυπώντας, τον Ακάμα, που μες στους Θράκες είτανε το πιο καλό κοντάρι. Αφτόνε πρώτος βάρεσε στου φουντοπλούμιου κράνους τη λάμα, κι' έμπηξε μπροστά στο κούτελό του τ' όπλο· 10 κι' ως μέσα χώθηκε ο χαλκός του στόκου, διαπερνώντας το κόκκαλα, και σκοτεινιά του σκέπασε τα μάτια.

Και σκότωσε τον Άξυλο ο τολμηρός Διομήδης, του Τέφτρου γιο, που κάθουνταν στην ομορφοχτισμένη Αρίσβα, κι' είχε βιος πολύ και φίλους τους αθρώπους, τι φίλεβε όλους έχοντας στη στράτα απάνου σπίτι. 15 Μα πούταν τότε αφτοί μπροστά να μπουν και να προλάβουν τη συφορά, μον και των διο τους έφαγε το μάτι, κι' εκείνου και του παραγιού Καλήσου, που τα γέμια του βάσταε τότες. Έτσι αφτοί πήγαν κι' οι διο στον Άδη.

Και τον Οφέλτη ο Βρύπυλος σκοτώνει και το Δρήσο, 20 κι' έπειτα ορμάει τον Αίσηπο και Πήδασο να πιάσει, πούχε η νεράιδα Αβάρβαρη μια μέρα κανωμένους με το λεβέντη Βουκολιό. Αφτός του Λαομέδου ο πιο μεγάλος είταν γιος, κρυφά ξεγεννημένος, και τάψησε όξω στη βοσκή με τη χρυσή νεράιδα, 25 κι' εκείνη αγόρια δίδυμα γκαστρώθηκε και κάνει. Αφτούς, ο γιος του Μηκιστιά τους νέκρωσε τα κάλλη και την ψυχή, και τ' άρματά τους έβγαλε απ' τους ώμους.

Κατόπι τον Αστύαλο ο Πολυποίτης σφάζει. Μια του Δυσσέα κονταριά ξαπλώνει τον Πιδύτη· 30 το θεογέννητο Αρετά κι' ο Τέφκρος θανατώνει, και κάρφωσε ο Αντίλοχος με το λαμπρό κοντάρι τον Αβληρό. Τ' Ατρέα ο γιος τον Έλατο σκοτώνει, πούχε πατρίδα τον γκρεμό της Πήδασος, στην άκρη κοντά του Σάτνη πόταμου με το καθάριο ρέμα. 35 Το Φύλακο, εκεί πούφεβγε, ο αντριωμένος Λήτος, τόνε τρυπάει· κι' ο Βρύπυλος σκοτώνει το Μελάνθη.

Έπειτα πιάνει ζωντανό τον Άδραστο ο Μενέλας. Τι τ' άτια καθώς έτρεχαν στον κάμπο αλαφιασμένα, τούμπλεξαν σε μυρχιάς κλαδί, και το καμπύλο αμάξι του τόσπασαν μπροστά μπροστά στ' ατιμονιού την άκρη· 40 και παίρνουν τ' άτια του καστριού το δρόμο με τους άλλους που δειλιασμένοι φέβγανε, κι' αφτός όξω απ' τ' αμάξι κοντά στη ρόδα πίστομα κατρακυλάει και πέφτει στα βούρκα μέσα ξαπλωτός. Εκεί ο γερός Μενέλας σιμά του αμέσως βρέθηκε κρατώντας το κοντάρι.

Με περικάλια ο Άδραστος του πέφτει στα ποδάρια 45 «Πάρε με, αφέντη, ζωντανό, και ξαγορά θα λάβεις. Έχει μεγάλους θησαβρούς στου πλούσιου μου πατέρα, χαλκό, χρυσάφι, σίδερο δυσκολοδουλεμένο· και θα μετρήσει ο γέρος μου πολλά για να με σώσει, αν μάθει ακόμα ζωντανό πως μ' έχουν στα καράβια.» 50

Είπε, και σα ναν τούπειθε το νου στα στήθια μέσα, κι' ότι έκανε του παραγιού ναν του τον δώκει δίπλα ναν του τον πάει στα γλήγορα καράβια, να! τρεχάτος ο αδερφός του απ' αντικρύ προφταίνει και του σκούζει «Μενέλα, α μα αδερφούλη μου, τι τους φυλάς τους άντρες; 55 Σ' τόσαξαν τάχα μια χαρά το σπιτικό σου οι Τρώες! Έτσι από δάφτους τώρα εδώ ρουθούνι μη γλυτώσει απ' τ' Άδη τα κατάβαθα κι' απ' τα δικά μας χέρια, μηδ' όπιο ακόμα ασερνικό μες σε κοιλιά 'ναι μάννας, ας μη γλυτώσει μήτε αφτό, μον άφαντοι απ' την Τροία όλοι ας χαθούνε σύγκληροι χωρίς θαφή και κλάμα!» 60

Μ' αφτά τα λόγια τ' αδερφού τού γύρισε τη γνώμη, σαν που του μίλησε σωστά. Κι εκείνος με το χέρι αμπώχνει τ' αρχοντόπουλο αλάργα από κοντά του· κι' ο Αγαμέμνος μια ακόντια του ζάφτει στο λαγγόνι και τον ξαπλώνει ανάσκελα, και βάζοντας το πόδι στα στήθια απάνου, όξω τραβάει το φράξινο κοντάρι. 65

Χούγιαξε τότε ο Νέστορας με μια φωνή μεγάλη «Βλαστάρια τ' Άρη ξακουστά, Αργίτικα ξεφτέρια, μη τώρα πλιάτσικα! κανείς μην καρτεράει ξοπίσω ζητώντας με τα πιο πολλά στα πλοία να γυρίσει, παρά έλα ομπρός! ας σφάζουμε νομάτους, και στον κάμπο 70 στερνά τα παίρνετε ήσυχοι κι' αφτά απ' τους σκοτωμένους.»

Είπε, και σ' όλους έβαλε απόφαση και θάρρος.

Τότες οι πολεμόχαροι Αργίτες μες στο κάστρο τους Τρώες πίσω θάκλειναν τρομοκυριεμένους, ανίσως κι' ο λεβέντης γιος του βασιλιά Πριάμου, 75 ο Έλενος, ο πιο βαθύς απ' τους προφήτες όλους, δεν πάγαινε στον Έχτορα να πει και στον Αινεία «Αινεία κι' Έχτορα, επειδής σ' εσάς απάνω στέκει απ' όλους πιο πολύ η δουλιά, και Τρώες και Λυκιώτες, σαν που σε κάθε ανάγκη μας, θες συντυχιά θες μάχη, είστε ολονών αξιότεροι, σταθείτε αφτού κι' ολούθες 80 τρέξτε, και το λαό μπροστά στις πόρτες σταματήστε, πριν πάλι φύγουν και χωθούν στων γυναικών τους κόρφους και καταντήσουμε όλοι μας ρεζίλι των οχτρών μας. Έτσι σα βάλτε πια καρδιά στα τάγματά μας όλα, μένουμε οι άλλοι εμείς εδώ και πολεμούμε πάντα, τι πρέπει, κι' έτσι ας είμαστε κατασακατεμένοι· 85 Έχτορα, μόνε σύρε εσύ στη χώρα, και της μάννας πες της σαν πας· τις προεστές ας μάσει κι' ας ανέβει στης Αθηνάς την εκκλησά πας στου καστριού την άκρη, και τ' άγιου χτήριου ανοίγοντας με το κλειδί την πόρτα, όπιο έχει πέπλο πιο όμορφο κι' απ' όλα πιο μεγάλο 90 και που στον πύργο πιο πολύ το λαχταρά η καρδιά της, αφτό στης σεβαστής θεάς τα γόνατα ας το βάλει, και πες να τάξει δώδεκα γελάδες πως θα σφάξει χρονιάρικες απείραγες στην εκκλησά της μέσα, αν την πατρίδα σπλαχνιστεί τα τέρια τα παιδιά μας, 95 μήπως αλάργα απ' το καστρί βαστάξει το Διομήδη, άγριο στρατιώτη, της σφαγής ατρόμητο τεχνίτη, που στην αντριά ξεπέρασε θαρρώ όλους τους Αργίτες. Τόσο ούτε καν τον Αχιλιά δεν τρέμαμε ποτές μας που λεν πως είναι γιος θεάς· μα αφτός παραλυσσάζει, 100 και τέρι στην παλικαριά δεν έχει εδώ κανένα.»

Είπε, κι' εκείνος άκουσε τα λόγια τ' αδερφού του κι' αμέσως χάμου πήδηξε με τ' άρματα απ' τ' αμάξι. Και σιώντας τα διο κοφτερά κοντάρια πήγε ολούθες μες στο στρατό, και φώναζε να πολεμάν και σφάζουν, 105 και σήκωσε άγριο πόλεμο. Γύρισαν τότε οι Τρώες κι' αντίκρυσαν τους Αχαιούς· κι' αφτοί κωλώνουν πίσω και παραιτάνε τη σφαγή, τι λέγανε στο νου τους, κάπιος κατέβηκε θεός τους Τρώες να βοηθήσει απ' τον αστρόφωτο ουρανό· έτσι γυρίσανε όλοι!

Τότες φωνάζει ο Έχτορας με μια φωνή μεγάλη 110 «Τρώες λιοντόκαρδοι, κι' εσείς κοσμάκουστοι συμμάχοι, άντρες φανείτε, βρε παιδιά, και την παλικαριά σας μην ξαστοχάτε, όσο που εγώ να τρέξω ως μες στη χώρα να πω στους γεροπροεστούς και στα γλυκά μας τέρια να τάξουν των θεών σφαχτά και προσεφκές να κάνουν.» 115

Είπε, και φέβγει σείνοντας πας στην κορφή τη φούντα. Και στο κορμί ζερβόδεξα, το σνίχι κι' αστραγάλους τού τους χτυπούσε το μουντό τομάρι, που στην άκρη σκέπαζε της αφαλωτής ασπίδας το στεφάνι.

Κι' ο Γλάφκος, τ' Απολόχου ο γιος, κι' ο άσκιαχτος Διομήδης, μαζί στη μέση των στρατών να χτυπηθούνε ορμούσαν. 120 Και σα ζυγώσανε σιμά με τ' άρματα στα χέρια πρώτα ο Διομήδης άνοιξε το στόμα να μιλήσει «Και πιος, ασίκη μου, είσαι εσύ απ' τους θνητούς αθρώπους; Τι πριν δε σ' είδα εγώ ποτές στη δοξοδότρα μάχη. Μα τώρα μίλια πέρασες πάσα αρχηγό στην τόλμη, 125 που το δικό μου αντίκρυσες μακρόδρομο κοντάρι. Μα στην οργή μου αδιαφορούν παιδιά δυστυχισμένων... Αν όμως είσαι τ' ουρανού θεός κατεβασμένος, εγώ μ' αθάνατους θεούς δεν πάω να πολεμήσω. Τι και του Δρύα ακόμα ο γιος, ο δυνατός Λυκούργος, 130 δεν πρόκοψε που με θεούς ζητούσε να μαλώνει· που μια φορά του μανιακού Διονύσου τις βυζάχτρες στης Νύσας το πυκνό βουνό τις πήρε κηνηγώντας, κι' εκείνες χάμου τα δαδιά πετούσαν σαν τις χτύπαε με τη βουκέντρα. Κι' ο θεός τρύπωσε εφτύς τρεχάτος 135 μέσα στο κύμα του γιαλού· κι' η Θέτη σαν τον είδε, τον πήρε και τον έκρυψε μες στο λεφκό της κόρφο, τι απ' του Λυκούργου τις φωνές τρεμούλιαζε σα φύλλο. Έτσι οι γλυκόζωοι θεοί τον μίσησαν, κι' ο Δίας τον τύφλωσε, και πια πολύ δεν έζησε στον κόσμο μιας κι' οι αθάνατοι θεοί τον πήραν όλοι σ' έχτρα. 140 Έτσι ούτε εγώ με τους θεούς να πολεμάω δε θέλω. Αν όμως είσαι απ' τους θνητούς που τρων της γης το σπέρμα έλα κοντά να μπεις γοργά στου Χάρου τα πλεμάτια.»

Κι' ο Γλάφκος πάλε απάντησε και του Διομήδη, τούπε «Τι τη γυρέβεις τη γενιά, λιοντόψυχε Διομήδη; 145 Ξέρεις των φύλλων τη γενιά; και των θνητών την ξέρεις. Άλλα απ' τα φύλλα κατά γης σκορπάει τ' αγέρι, κι' άλλα προβάλλουν με την άνοιξη στα φουντωμένα δάση· έτσι κι' οι άντρες άλλοι παν και ξαναβγαίνουν άλλοι. Μα αν ναν τα μάθεις θες κι' αφτά, και θες να καλοξέρεις 150 πιά 'ναι η γενιά μου — και πολλοί στον κόσμο την κατέχουν — βρίσκεται στ' Άργους την καρδιά μια πολιτεία, η Κόρθο, κι' εκεί είταν κάπιος Σίσυφος, ο πιο μαργιόλος άντρας που ο κόσμος είδε — ο Σίσυφος, βλαστάρι του Αιόλου — κι' αφτός το Γλάφκο γέννησε, κι' ο Γλάφκος τον ασίκη 155 Βελλεροφόντη, που οι θεοί τον στόλισαν με χάρες, με χάρες και με λεβεντιά και παλικαροσύνη. Όμως ο Προίτος τόβαλε στο νου ναν τον χαλάσει κι' απ' το χωριό τον έδιωξε, τι είταν στην Κόρθο απ' όλους πιο δυνατός, και βασιλιά τον είχε στήσει ο Δίας. Κι' ο λόγος, γιατί η Προίταινα τρελάθηκε μαζί του, 160 η θεϊκιά Άντια, κι' ήθελε να κρυφαγκαλιαστούνε, μα εκείνος δεν την άκουγε, σαν τίμιο παλικάρι. Και πάει αφτή και λέει ψεφτιές του βασιλιά του Προίτου 'Προίτο, του Γλάφκου, έτσι να ζεις, το γιο ναν τον σκοτώσεις, π' αθέλητά μου θέλησε να πάρει την τιμή μου.' 165 Πιάνει ο θυμός το βασιλιά ν' ακούσει τέτιο πράμα, μα δεν τον σκότωσε, ως αφτού δε βάσταξε η καρδιά του, Μον στη Λυκιά μ' απόκρυφα τον προβοδάει σημάδια θανάτου, μες σε διπλωτό σανίδι σκαλισμένα, και ναν τα δείξει τούλεγε στο γέρο πεθερό του, 170 για να χαθεί. Έτσι κίνησε για της Λυκιάς τα μέρη, κι' η χάρη των αθανάτων θεών τον οδηγούσε. Και πια σαν ήρθε στη Λυκιά π' αφροδροσίζει ο Ξάνθος, καλόκαρδα τον δέχτηκε του τόπου ο βασιλέας· μέρες εννιά τον φίλεβε και βόδια εννιά του σφάζει. Και τότες, με τη δέκατη τριανταφυλλένια αβγούλα, 175 τόνε ξετάζει και ζητάει να δει σαν τι σημάδια πέρα απ' την Κόρθο τούφερνε κι' απ' το γαμπρό του Προίτο. Κι' εφτύς σαν είδε τ' άσκημα σημάδια του γαμπρού του, πρώτα να πάει τον πρόσταξε τη σκιαχτερή Κατσίκα να σφάξει. Αφτή είταν θεϊκό, κι' όχι θνητώνε θρέμμα, 180 λιοντάρι ομπρός, καταμεσύς κατσίκα, πίσω δράκος, κι' έβγαζε φλόγες και φωτιές απ' τα πλατιά ρουθούνια. Κάνει καρδιά από θεϊκά σημάδια και παγαίνει και τη σκοτώνει. Δέφτερους τους ξακουστούς Σολύμους πήγε και βάρεσε· γι' αφτό τον πόλεμο διηγούνταν 185 πως τάχα απ' όλους τούδωκε τον πιο μεγάλο κόπο. Τρίτες τις αντροδύναμες ξεπάστρεψε Αμαζόνες. Άλλη παγίδα ο βασιλιάς στο γυρισμό τού στήνει· στέλνει τα πιο καλύτερα του τόπου παλικάρια και τον παραμονέβουνε· μα πίσω πια δεν ήρθαν, τι τους θανάτωσε ο λαμπρός Βελλεροφόντης όλους. 190 Σαν είδε θρέμμα πια θεού πως είταν αντριωμένο, αφτού κοντά του τον κρατάει, του δίνει μια του κόρη, και τυχερά απ' του βασιλιά μισά του δίνει απ' όλα. Και για κυβέρνα του ο λαός και γης καλό κομάτι του χάρισε απ' τα διαλεχτά, μ' αμπέλι και χωράφι. 195 Μα όταν κι' αφτόν τον μίσησαν όλοι οι θεοί κατόπι, 200 αφτός γυρνούσε έτσι έρημος στο Γυριστόνε κάμπο. και με καημένη την καρδιά τ' απόμερα ζητούσε. 202 Κι' εκείνη τρία τούκανε παιδιά, η βασιλοπούλα, 196 τον Ίσαντρο, κι' Απόλοχο, τη Λαοδάμη τρίτη. Τη Λαοδάμη αγάπησε ο καρδιογνώστης Δίας και γέννησε το Σαρπηδό, χαλκόπλιστο λεβέντη. 199 Και σκότωσε τον Ίσαντρο ο θνητοφάγος Άρης 203 μια μέρα πούχε πόλεμο με τους τρανούς Σολύμους. Την κόρη θύμωσε η θεά με το χρυσό δοξάρι 205 και θέρισε. Ο Απόλοχος κι' αφτός με κάνει εμένα — ναι εκείνου γιος παινιέμαι εγώ πως είμαι — και στην Τροία να πολεμήσω μ' έστειλε και τόσα περικάλια μούκανε, πάντα στη σφαγή να φαίνουμαι απ' τους πρώτους κι' απ' όλους πιο καλύτερος, μην τύχει και ντροπιάσω «το γένος των πατέρων μου π' ατρόμητα κοντάρια και μες στην Κόρθο στάθηκαν και στης Λυκιάς τους κάμπους. 210 Λοιπόν να η φύτρα κι' η γενιά που μ' έσπειραν εμένα.»

Έτσι είπε, κι' αναγάλλιασε ο τρομερός Διομήδης. Τ' όπλο του κάρφωσε στη Γης που θρέφει κάθε πλάσμα, κι' έτσι είπε μ' ήμερη φωνή στο στρατολάτη Γλάφκο «Βλάμη μου σ' έχω πατρικό απ' τα παλιά τα χρόνια. 215 Γιατί ο Βοινέας μια φορά στο σπίτι το λεβέντη Βελλεροφόντη ως είκοσι φιλοξενούσε μέρες. Μάλιστα οι διο τους κι' άλλαξαν πανώρια θυμητάρια. Ζουνάρι ο ένας έδωκε κοκκινολαμπρισμένο, κι' ο γιος του Γλάφκου ένα χρυσό διπλόγουβο ποτήρι, 220 π' ακόμα σπίτι βρίσκουνταν, για δω σαν ξεκινούσα. 221 Για τούτο κι' είμαι βλάμης σου εγώ μες στ' Άργος τώρα, 224 και στη Λυκιά 'σαι πάλε εσύ όταν κι' εκεί ξεπέσω. 225 Κι' απ' τα κοντάρια μας οι διο παράμερα ας τραβάμε, και μες στ' ανάστα της σφαγής. Και Τρώες και συμμάχους έχει πολλούς να σφάξω εγώ όπιον μου στείλει ο Δίας και τον προφτάσω τρέχοντας, πολλοί είναι πάλε Αργίτες για σένα εδώ όπιον δύνεσαι στη γης να στρώσεις χάμου. Κι' έλα ας αλλάξουμε άρματα, έτσι να δουν κι' ετούτοι 230 πως είμαστε αδερφοποιτοί απ' τους παπούληδές μας.»

Είπαν, και χάμου πήδησαν, και το δεξύ τους χέρι πιάσανε ο ένας τ' αλλουνού κι' ορκίστηκαν αγάπη. Μόνε του πήρε τα μιαλά, του Γλάφκου, τότε ο Δίας, που πήγε κι' άλλαξε άρματα με το Διομήδη τότες, 235 χρυσά με χάλκινα, εκατό βοδιών μ' εννιά βοδιώνε.

Κι' ο Έχτορας τότε έφτασε μπροστά στο Ζερβοπόρτι και στην οξά, κι' εκεί σωρός των Τρώωνε οι γυναίκες κι' οι κόρες τρέχανε όλες τους και γύρω τον ρωτούσαν για άντρες να μάθουν και παιδιά, για αδέλφια και για φίλους. Κι' αφτός τους είπε στους θεούς να δεηθούνε, σ' όλους 240 με την αράδα· τι πολλές είχαν να πιούν φαρμάκια.

Όμως σαν ήρθε στο λαμπρό τον πύργο του Πριάμου, φτιασμένο με διο λιακωτά καλοπελεκημένα —

πούχε πενήντα μέσα του γιατάκια στην αράδα από πελεκητόπετρα, και του Πριάμου μέσα 245 οι γιοι πλαγιάζανε κοντά στα λατρεφτά τους τέρια· και για τις κόρες πάλε εκεί μες στην αβλή απ' αντίκρυ είταν ανώι και δώδεκα γιατάκια στην αράδα από πελεκητόπετρα, και του Πριάμου μέσα πλάγιαζαν οι γαμπροί κοντά στα λατρεφτά τους τέρια — 250 να! βγήκε ομπρός του η σπλαχνικιά μητέρα του, π' αγνάντια στης Λαοδίκης πάγαινε, της πιο όμορφής της κόρης, και πήγε τον αγκάλιασε και τούπε με λαχτάρα «Παιδί μου, τι ήρθες κι' άφηκες τη λύσσα του πολέμου; Αχ οι καταραμένοι οχτροί πολύ σας τυραγνούνε 255 γύρω στη χώρα, κι' η καρδιά εδώ σε στέλνει εσένα στο Δία, απάνου απ' το καστρί, τα χέρια να σηκώσεις. Μον στάσου, μια γουλιά κρασί θα τρέξω να σου φέρω, πρώτα του Δία μια σταλιά και των θεών των άλλων να στάξεις, κι' έπειτα να πιεις κι' εσύ να συνεφέρεις. 260 Γιατί ανασταίνει τα κρασί ξανά τους κουρασμένους, όπως κι' εσύ κουράστηκες βοηθώντας τους δικούς σου.»

Τότε ο λεβέντης Έχτορας της απαντάει διο λόγια «Μη με κερνάς καρδόγλυκο κρασί, καλή μου μάννα, μη μ' αποστάσεις κι' όρεξη δεν έχω πια για μάχη. 265 Σκιάζουμαι κιόλας μ' άνιφτα τα χέρια το φλογάτο κρασί στο μαβροσύγνεφο να στάξω γιο του Κρόνου· μήτε π' ακούστηκε ποτές παράκλησες του Δία να κάνεις μες στα αίματα χωμένος και στη λέρα. Μον σύρε εσύ στην εκκλησά της Αθηνάς στο κάστρο, και πάρε με θυμιάματα τις προεστές μαζί σου, 270 κι' όπιο έχεις πέπλο πιο όμορφο κι' απ' όλα πιο μεγάλο και που στον πύργο πιο πολύ το λαχταρά η καρδιά σου, βάλ' της το αφτό στα γόνατα της Αθηνάς, και τάξε, μαννούλα, πως ως δώδεκα γελάδες θαν της σφάξεις χρονιάρικες απείραγες στην εκκλησά της μέσα, 275 αν την πατρίδα σπλαχνιστεί τα τέρια τα παιδιά μας, μήπως αλάργα απ' το καστρί βαστάξει το Διομήδη, άγριο στρατιώτη, της σφαγής ατρόμητο τεχνίτη. Μον σύρε εσύ στην εκκλησά της σεβαστής Παρθένας, κι' εγώ τον Πάρη πάω να βρω και ναν τον κράξω, αν θέλει 280 και να μ' ακούσει μια φορά... έτσι π' αφτού ν' ανοίξει η Γης και ναν τον καταπιεί! Γιατί ο μεγάλος Δίας στον κόσμο μάς τον έστειλε για δυστυχιά και πίκρες των Τρώων και του βασιλιά κι' εμάς των αδερφών του. Αχ κείνον να θε τόνε δω να κατεβεί στον Άδη, θάλεγα εδώ μου σήκωσαν απ' την καρδιά 'να βράχο!» 285

Είπε, και σπίτι αφτή γυρνάει τις σκλάβες να φωνάξει. Κι' οι σκλάβες ως να μάσουνε τις προεστές στη χώρα, αφτή στη μοσκομύριστη κατέβηκε αποθήκη, κι' εκεί είχε αφρόπλεχτα σκουτιά, των Σιδωνιτισσώνε δουλιά, π' ατός του τάφερε απ' τη Σιδώνα ο Πάρης 290 περνώντας τον πλατύ γιαλό, στο ίδιο το ταξίδι σαν έφερε και τη Λενιό την αρχοντοθρεμένη. Ένα από κείνα της θεάς διαλέγει να χαρίσει, πούταν στα ξόμπλια πιο όμορφο κι' απ' όλα πιο μεγάλο, λαμπρό σαν άστρο· κι' είτανε βαλμένο κάτου κάτου. 295 Και κίνησε, κι' ένα σωρό αρχόντισσες ξοπίσω.

Έτσι σαν ήρθαν στης θεάς την εκκλησά στο κάστρο, την πόρτα η κρινομάγουλη γυναίκα τ' Αντηνόρου, η Θεανό, τους άνοιξε, η κόρη του Κισσέα· τι είχανε αφτή λειτούργισσα της Αθηνάς οι Τρώες. 300 Κι' όλες με κλάμα και φωνή σηκώσανε τα χέρια. Και παίρνει τότε η Θεανό το πέπλο και το βάζει στα γόνατα της Αθηνάς με τις χρυσές πλεξούδες, κι' έπειτα αρχίζει προσεφκή και δέηση να κάνει «Προστάτρα, δέσποινα Αθηνά, θεά μου δοξασμένη, 305 αχ του Διομήδη τ' άρματα κομάτιασ' τα, και κάνε κι' αφτόν να πέσει πίστομα μπροστά στο Ζερβοπόρτι, κι' αμέσως θα σου σφάξουμε ως δώδεκα γελάδες χρονιάρικες απείραγες εδώ στην εκκλησά σου, αν την πατρίδα σπλαχνιστείς κι' εμάς και τα παιδιά μας.» 310

Είπε, μα δεν τους ξάκουσε τη δέηση η Παλλάδα.