Ιλιάδα

Part 7

Chapter 783 wordsPublic domain

Κι' η Διώνη, η σεβαστή θεά, της απαντάει διο λόγια «Παρ' το, παιδί μου, απόφαση, και μη σε τρώει η λύπη. Πάθαμε εμείς πολλά οι θεοί ως τώρα απ' τους αθρώπους, τα μάτια ο ένας τ' αλλουνού να βγάλουμε ζητώντας. Έπαθε ο Άρης, τότε οι γιοί που τ' Αλωγέα, ο Ώτος 385 κι' ο σκληρό-Φιάλτης, στις τριχιές τον είχαν βαλημένα, κλεισμένο μήνες δώδεκα μες σε κελί χαλκένιο. Και τότε εκεί ίσως χάνουνταν ο θνητοφάγος Άρης, Μον στον Ερμή το πρόφτασε η γλυκομάτα Ερίβια, η μητρυιά τους, κι' ο Έρμης τον κλέβει από κει μέσα 390 σ' άσκημα χάλια, κι' η σκληρή τον έτρωγε τριχιά του. Έπαθε η Ήρα τον καιρό που στο δεξύ βυζί της ο θεριομάχος Ηρακλής με τρίγλωσση σαΐτα την κάρφωσε, που πήγε πια ναν την τρελάνει ο πόνος. Έπαθε ο Άδης ο βαθύς μια σαϊτιά κι' εκείνος, 395 όταν στη μέση των νεκρών, στην Πύλο, ο ίδιος πάλι του Δία ο γιος τον πλήγωσε κι' αφάνισε στους πόνους. Ο Άδης τότε ανέβηκε στου Δία τα παλάτια και στον απέραντο Έλυμπο με την καρδιά θλιμένη, πονώντας σ' όλο το κορμί· και τ' όπλο καρφωμένο στην πλάτη τη βασταγερή τον κατατυραγνούσε. 400 Μα βάζοντας ο Γιρτρεφτής μαλαχτικά βοτάνια τον γιάτρεψε· τι δα θνητός δεν είτανε πλασμένος. 402 Τώρα η κουκουβαγιόματη θεά Αθηνά κι' εσένα 405 σούστειλε αφτόν ... Θεότρελος! που δε λογιάζει ο νους του, σαν πολεμάς με τους θεούς πως δεν πολυχρονίζεις, ούτε απ' τον πόλεμο γυρνάς κι' απ' τη σφαγή ν' ακούσεις στα γόνατά σου τα γλυκά λογάκια των παιδιών σου. Έτσι ας προσέξει, όσο πολύ κι' αν είναι παλικάρι, 410 μήπως στη μάχη άλλος κανείς του βγει πιο δυνατός του, κι' η Γιάλα η αρχοντόθρεφτη καμιά νυχτιά απ' τον ύπνο σηκώσει με τα κλάματα το σπιτικό της όλο, το τέρι της γυρέβοντας, τον πρώτο απ' τους Αργίτες, η γνωστικιά του φοβερού Διομήδη γυναικούλα.» 415

Ετσι είπε, και της σφούγγιζε το θεϊκό νιχώρα με τα διο χέρια· κι' έγιανε το χέρι, κι' οι βαριοί της πόνοι μαλάκωσαν. Κι' αφτές, η Αθηνά κι' η Ήρα, θωρούσαν, κι' έτσι αγγιχτικά πειράζανε το Δία. Και πρώτη πήρε του Διός ναν του μιλήσει η κόρη 420 «Πατέρα Δία, κάτι τι θα πω, και μη θυμώσεις. Σαν κάπια η Κύπρη Αργίτισσα ξελόγιαζε να φύγει με κάναν Τρώα — γιατί αφτοί την έχουν μαγεμένα– κάπια από 'φτές χαϊδέβοντας τις όμορφες νυφούλες τ' αφράτο χέρι στη χρυσή θα μάτωσε καρφίτσα.» 425

Γέλασε τότες των θεών κι' αθρώπωνε ο πατέρας, και τη ροδόσταχτη θεά φωνάζει και της κάνει «Δεν είναι, κόρη μου, οι δουλιές για σένα του πολέμου. Εσύ τις γλυκοπόθητες κοίτα δουλιές του γάμου, κι' άφισ' τα αφτά στης Αθηνάς τα χέρια και στον Άρη.» 430

Τέτια μιλούσανε οι θεοί ανάμεσό τους λόγια.

Και στον Αινεία χοίμηξε ο φοβερός Διομήδης, ξέροντας πως τον φύλαγε όχι άλλος, μόνε ο Φοίβος με το δεξύ του· μα κι' αφτόν τον αψηφούσε, κι' έτσι θεό μεγάλο, κι' έβλεπε πώς πάντα τον Αινεία να σφάξει, και την ξακουστή να πάρει αρματωσά του. 435 Τρεις έτσι χύθηκε φορές ζητώντας να τον σφάξει, και τρεις ο Φοίβος τούσπρωξε την λαμπρισμένη ασπίδα· μα κι' όταν τέταρτη όρμησε σα δαίμονας μονάχος, μπήγει ο Απόλλος μια φωνή μεγάλη και του κράζει «Για στάσου, λιοντόκαρδε Διομήδη και στοχάσου, 440 και μη ζητάς με τους θεούς να γίνεσαι ίσα κι' ίσα! Όμια η γενιά δεν πλάστηκε μαθές των αθανάτων θεώνε και των κατά γης σερνάμενων αθρώπων.»

Είπε, και του Τυδέα ο γιος πισώκανε μια στάλα για να γλυτώσει απ' το θυμό του προφυλάχτη Απόλλου. Κι' αφτός αλάργα απ' τη σφαγή αφίνει τον Αινεία 445 μέσα στην άγια Πέργαμο, οπούχανε χτισμένα την εκκλησιά του. Εκεί η Λητό κι' η Άρτεμη στο μέσα πλατύ ιερό τον φρόντιζαν και τον γιατρολογούσαν. Κι' ο Φοίβος ένα φάντασμα σοφίστηκε, όμιο σ' όλα με τον Αινεία, και μ' αφτόν και στ' άρματα το ίδιο, 450 κι' ολόγυρα στο φάντασμα οι Δαναοί κι’ οι Τρώες τρυπούσαν τις βοϊδόπετσες στρογγυλωτές ασπίδες, και τις φτερόλαφρες προβιές στα στήθια ο ένας τ' άλλου.

Τότες πια ο Φοίβος φώναξε του λυσσασμένου τ' Άρη «Άρη φονιά, ματόβρεχτε, Άρη καστροτινάχτη, 455 έλα απ' τον πόλεμο λοιπόν τον άντρα αφτόν να βγάλεις, πούναι άξιος και τον Δία πια να πολεμήσει τώρα. Την Κύπρη πρώτα πλήγωσε από κοντά στο χέρι, έπειτα ακόμα σαν στειχειό μου ρίχτηκε κι' εμένα.»

Είπε, κι' ατός του κάθησε στης Πέργαμος την άκρη. 460 Μα ο Άρης πήγε το στρατό και γκάρδιωνε των Τρώων όμιος σα νάταν των Θρακών ο στρατηγός Ακάμας, και στους θεοσπαρμένους γιους φωνάζει του Πριάμου «Γιοί του Πριάμου, των θεών βλαστάρια, ως πότε ακόμα θ' αφίνετε έτσι απ' τους οχτρούς να σφάζεται ο λαός σας; 465 Για λέτε ως να ζυγώσουν πια στις στεριωμένες πόρτες; Χάσαμε ένα άντρα ισότιμο του Έχτορα εδωπέρα, το γιο του μεγαλόψυχου Αχίση, τον Αινεία. Ομπρός! τον άξιο σύντροφο να σώσουμε απ' τους χτύπους!»

Μ' αφτά τα λόγια προθυμιά τους έβαλε και θάρρος. 470

Τότε ασκήμα κι' ο Σαρπηδός τον Έχτορα μαλώνει «Έχτορα, πού 'ναι — δε μου λες; — η τόλμη πούχες πρώτα; Λες ίσως πως χωρίς βοηθούς κι΄ασκέρι θα βαστάξεις το κάστρο, με τ' αδέρφια σου και τους γαμπρούς μονάχα. Μα τώρα εγώ κανένα τους δε βλέπω να προβάλλει, 475 μόνε ζαρώνουν σα σκυλιά τριγύρω σε λιοντάρι, κι' εδώ όλοι εμείς, όσοι είμαστε βοηθοί σας, πολεμάμε. Τι είμαι κι' εγώ βοηθός εδώ κι' από πολύ ήρθα αλάργα. Τι αλάργα βρίσκεται η Λυκιά πας στο χοχλάτο Ξάνθο, κι' εκεί 'να γόρι ανήλικο και νια άφηκα γυναίκα, 480 και βιος μεγάλο π' ο καθείς το λαχταρά αν δεν τόχει. Μα κι' έτσι τους συντρόφους μου τους στέλνω ομπρός, κι' ατός μου τρέχω μ' οχτρούς να χτυπηθώ· ωστόσο εγώ δεν έχω δικό μου εδώ ν' αρπάξουν βιός, γυναίκες μου να πάρουν. Κι' εσύ μου στέκεις, μήτε καν φωνάζεις στ' άλλο ασκέρι 485 να μείνουν και τα τέρια τους απ' τη σκλαβιά να σώσουν. Τήρα μην πέστε στων οχτρών τα χέρια, σαν πιασμένοι σε λινοβρόχι αδιάβατο, και στο σακκί σας βάλουν· γλήγορα τότε η πλούσια σας θα σβύσει πολιτεία. Μα πρέπει μέρα νύχτα αφτά στο νου σου εσύ ναν τάχεις, 490 και να θερμοπερικαλείς τους πρώτους των βοηθώνε πιστοί να μείνουν, τη βαριά φοβέρα παραιτώντας.»

Είπε, κι' ο λόγος δάγκασε τον Έχτορα στα σπλάχνα, και πήδηξε οχ' τ' αμάξι εφτύς αρματωμένος χάμου, και σιώντας τα διο στομωτά κοντάρια, ολούθε τρέχει 495 δίνοντας θάρρος, κι' άναψε πεισματωμένη μάχη. Γυρνάν οι Τρώες, τους οχτρούς με θάρρος αντικρύζουν, μα αχώριστοι κι' οι Δαναοί βαστούν και δεν τσακάνε. Κι' όπως λιχμίζουν χωρικοί, και τ' άχερο στ' αλώνια παίρνει ο αγέρας, σα φυσούν άνεμοι κι' η ξανθούλα 500 θεά χωρίζει Δήμητρα απ' τ' άχερο το στάρι, κι' ασπρολογάνε οι θημωνιές· όμια άσπρισε τους άντρες απ' άκρη ως άκρη ο κουρνιαχτός, που σύγνεφα λες τότες ως στον πολύχαλκο ουρανό τον τίναζαν τα πόδια των ζώνε, σα ματάσμιγαν — τι πίσω τα γυρνούσε 505 κάθε αμαξάς — κι' οι δυο στρατοί ξανά στη μάχη ορμούσαν. Κι' ο Άρης νύχτα ξάπλωσε στον πόλεμο τριγύρω, κι' έτρεχε ακούραστος παντού βοηθώντας τους Δαρδάνους, και τις αρμήνιες τέλιωνε του χρυσοσπάθη Απόλλου, που τούχε πει και σύστησε ν' αναστυλώσει πάλι των Τρώων την παλικαριά, σαν είδε την Παλλάδα 510 φεβγάτη· γιατί αφτή είτανε των Αχαιών προστάτρα.

Κι' απ' το βαθύπλουτο ιερό κι' ο Φοίβος τον Αινεία τους στέλνει, κι' έβαλε ζωή μες στ' αρχηγού τα στήθια. Κι' αφτός στους φίλους πάγαινε, και χάρηκαν εκείνοι άμα τον είδαν ζωντανός που ζύγωνε κι' ακέριος, 515 θάρρος γιομάτος, μα χωρίς και ναν του πουν δυο λόγια· τι η άλλη αμπόδιζε δουλιά που ο άγριος σήκωσε Άρης, κι' η Έριδα η αχόρταγη κι' ο Αργυροδοξάρης.

Τους άλλους του Λαέρτη ο γιος κι' ο θαρρετός Διομήδης κι' οι δυο γκαρδιώνανε Αίιδες, τους Αχαιούς, στη μάχη· 520 όμως κι' οι ίδιοι οι Δαναοί μήτ' απ' τα νταηλίκια των Τρώων κρυφοδείλιαζαν και μήτε απ' τα γιρούσα, Μον στέκανε απαράλλαχτοι σα σύγνεφα που σταίνει ο Δίας σε βιδιάς καιρό στα κορφοβούνια απάνου, ασάλεφτα, όταν του βοριά η λύσσα και πάσα άλλου κοιμάται ανέμου ζωηρού, που με βουή μεγάλη 525 φυσούν και κάθε σύγνεφο μαβρόχρωμο σκορπίζουν· έτσι οι Αργίτες σταθεροί τους Τρώες καρτερούσαν δίχως να φέβγουν. Και παντού ο πρωταφέντης τ' Άργους γυρνούσε μέσα στο σωρό και φώναζε ολοένα «Άλα! παιδιά, και βάρτε τους! Μ' ατρόμητα τα στήθια φιλοτιμάστε τους οχτρούς πιος πρώτος να σκορπήσει. 530 Όπου ντροπής, και πιότεροι γλυτώνουν παρά πέφτουν· φέβγεις, και ξεπετά η τιμή με δίχως να γλυτώσεις.»

Είπε κι' αμέσως τίναξε μια κονταριά πιδέξια, και βάρεσε έναν αρχηγό και του Αινεία βλάμη, το γιο του Πέργασου Δηκό, που τον τιμούσαν ίσα 535 οι Τρώες σαν του βασιλιά τους γιους, γιατί παράξος είταν στων πρώτων τη σειρά να πολεμάει και σφάζει κατάσπιδα τον βάρεσε, κι' ανόφελη η ασπίδα φάνηκε τότες, τι ο χαλκός τη διαπερνάει και μπαίνει στα κάτου μέρη της κοιλιάς τρυπώντας το ζουνάρι. Και πέφτοντας βροντάει, αχούν και τ' άρματα από πάνου. 540

Τότε ο Αινείας σκότωσε κι' αφτός διο παλικάρια των Αχαιώνε, του Διοκλή τους γιους· τον ένα Κρήθο τον λέγανε κι' Ορσίλοχο τον άλλονε. Ο γονιός τους κάθουνταν στην καλόχτιστη Φηρή, σε βιος βαρβάτος, κι' απ' το Ρουφιά κατάγουνταν, απ' το φαρδύ ποτάμι, που κατεβαίνει διάμεσα της γης των Πυλιωτώνε, 545 και τον Ορσίλοχο έσπειρε, πολλών αφέντη ανθρώπων, γονιό τ' ατρόμητου Διοκλή· κι' αφτός παιδιά του πάλι έκανε εκείνους δίδυμα, σε κάθε πόλεμο άξιους. Και σαν αντρώθηκαν οι διο, στη μυριοπλούσια Τροία 550 πήγανε με των Αχαιών τα μελανά καράβια, βοηθώντας τ' Ατρεόπουλα να γδικιωθούν τους Τρώες· μονάχα αφτού τους σκέπασε του χάρου το σκοτάδι. Πώς μεγαλώνει η μάννα τους πας σε βουνού κορφάδες λιοντάρια διο μες στην καρδιά δεντροπνιγμένου λόγγου, 555 κι' αρνιά και βόδια πρόσπαχα αρπάζουν, και τις στάνες ρημάζουνε των χωριανών ώστε κι' αφτά να πέσουν απ' τα μυτεροτρόχιστα των χωριανών κοντάρια· έτσι απ' τα χέρια σφάχτηκαν κι' εκείνοι του Αινεία, κι' έπεσαν όπως έλατα μεγάλα γέρνουν χάμου. 560

Μα τους λυπήθηκε ο γερός Μενέλας σαν τους είδε πεσμένους, κι' όξω ρήχτηκε απ' τη γραμμή των πρώτων, αστράφτοντας μες στο χαλκό και παίζοντας το φράξο· κι' ο Άρης με τη γνώμη αυτή του πλήθαινε την τόλμη, για ναν τον σφάξει τ' άσπλαχνο κοντάρι του Αινεία. Όμως τον είδε ο γλήγορος Αντίλοχος, και βγήκε 565 όξω απ' τους πρώτους, τρέμοντας μην τίποτα τους πάθει ο βασιλιάς και χάσουνε του κάκου τόσους κόπους. Οι διο τους τότες στέκουνταν αντικρυστοί, με χέρια και μ' άρματα τους έτοιμα, να χτυπηθούν διψώντας, κι' έτρεξε αφτός σιμά σιμά, του βασιλιά από δίπλα. 570 Τότε ο Αινείας πόδισε κι ας είταν παλικάρι, άντρες σαν είδε αντίκρυ διο να στέκουν δίπλα δίπλα· κι' αφτοί τραβάνε τους νεκρούς στων Αχαιών το μέρος, κι' όταν τους μάβρους στων δικών τους έβαλαν τα χέρια, γύρισαν πάλι και μπροστά στη μάχη πολεμούσαν. 575

Τον Πυλομένη τότε οι διο, άντρα άξιο σαν τον Άρη και πρώτο των λιοντόκαρδων σκοτώνουν Παφλαγόνων. Αφτόν εκεί που στέκουνταν, του ρήχνει το κοντάρι ο ξακουσμένος σκοπεφτής Μενέλας, και τον βρίσκει απάς στην κλείδωση. Κι' ο γιος κατόπι του Νεστόρου 580 τον αμαξά του Μύδονα χτυπάει, τον αντριωμένο τ' Ατύμνη γιο — τ' αλόγατα γυρνούσε αφτός να φύγει — μεσάγκωνα βαρώντας τον με μια χοντρή κοτρώνα· κι' εκείνος, χάμου τούπεσαν στις σκόνες οχ τα χέρια τα γκέμια π' απ' του φιλντισιού τη χάρη ασπροβολούσαν. Τότε όρμησε ο Αντίλοχος και μια στην κεφαλή του σπαθιά του σέρνει, πούπεσε οχ τ' όμορφό του αμάξι 585 με το κεφάλι, στ' απαλό απάνου και στους ώμους, φυσώντας, μες στα χώματα. Καιρό στεκότανε όρθιος — γιατί άμμο βρήκε εκεί βαθύ — ως που τ' αλόγατά του τον κλώτσησαν και χάμου εκεί τον ξάπλωσαν στο χώμα, καθώς ο γιος του Νέστορα τα βάρεσε να τρέξουν, κι' έτσι τα πήγε ως στα γοργά των Αχαιών καράβια.

Τότες τους είδε ο Έχτορας στων στρατιωτών τη μέση 590 κι' όρμησε απάνου σκούζοντας, και πίσω του ακλουθούσαν των Τρώων τ' άγρια τάγματα, κι' έτρεχε ομπρός ο Άρης με την αφέντρα Σκοτωσού, που της Σφαγής κρατούσε την άκαρδη Αναστάτωση, κι' ο λυσσασμένος Άρης ανέμισε αθεόρατο στις χούφτες του κοντάρι, και μια μπροστά απ' τον Έχτορα μια γύριζε από πίσω. 595

Και σαν τον είδε, τρόμαξε ο φοβερός Διομήδης. Πώς άντρας μαλακόψυχος περνάει μεγάλο κάμπο και στέκει ομπρός σε ποταμού την άκρη φουσκωμένου που τρέχει κατά το γιαλό, καθώς τον δει με κρότους π' αφρολογάει, και βιαστικός τραβιέται πίσω πάλι· τότε έτσι κώλωσε κι' αφτός και μίλησε στ' ασκέρι 600 «Βρε τι σαστίζουμε, παιδιά, τον Έχτορα σα δούμε κι' είναι άφοβος πολεμιστής και στο κοντάρι πρώτος; Μα κείνος ένα απ' τους θεούς έχει κοντά του πάντα που τον γλυτώνει από σφαγή, σαν που και τώρα ο Άρης, τηράτε! μ' άντρα μιάζοντας θνητό μαζί του τρέχει. Μον με τα μάτια στους οχτρούς απάνου, πίσω πάντα 605 τραβιέστε, και με τους θεούς πολέμους μη ζητάτε.»

Είπε, κι' εφτύς πολύ κοντά τούς ζύγωσαν οι Τρώες. Έσφαξε τότε ο Έχτορας καλούς διο ακοντιστάδες, διο σ' ένα αμάξι· Αχίγιαλο τους λέγαν και Μενέστη. Κι' ο Αίας τους σπλαχνίστηκε, πεσμένους σαν τους είδε, 610 και τρέχει αμέσως στέκεται σιμά σιμά στους διο τους και ρήχνει το σπιθόβολο κοντάρι, και τον Άρη σκοτώνει, του Σελάγου γιο, που στην Παισό 'χε πύργο κι' είχε σπαρτά και βιος πολύ, μα να στην Τροία η μοίρα τον έστειλε του βασιλιά βοηθό και των παιδιών του. Αφτόνε ο Αίας σούγλισε στου ζουναριού τα μέρη· 615 και κάτου κάτου στην κοιλιά του μπήκε το κοντάρι, και χάμου βρόντησε. Έτρεξε ο ξακουστός τότε Αίας ν' αρπάξει την αρματωσά, μα τούρηξαν οι Τρώες τα μακροδρόμα ολόλαμπρα κοντάρια· κι' η ασπίδα άρπαξε απάνου της πολλά· κι' εκείνος στο κουφάρι το πόδι απάνου βάζοντας, το χαλκωμένο φράξο 620 το τίναξε όξω απ' το κορμί. Όμως και τ' άλλα ακόμα να βγάλει πλουμιστά άρματα δε μπόρεσε απ' τους ώμους, τι οι χτυπησές τον στένεβαν. Και σκιάχτηκε των Τρώων το δυνατό διαφέντεμα, που τόσοι εκεί, ένας κι' ένας, στάθηκαν στο νεκρό σιμά βαστώντας τα κοντάρια, κι' όσο κι' αν είταν δυνατός φανταχτερός μεγάλος, 625 πίσω τον άμπωξαν· κι' αφτός ανοίγει και κωλώνει.

Σαν έτσι οι άλλοι δούλεβαν μες στην καρδιά της μάχης.

Παρέκει τον Τληπόλεμο, άντρα τρανό λεβέντη, και γιο του Ηρακλή, η σκληρή τον στέλνει μοίρα απάνου στο Σαρπηδό που με θεούς να μετρηθεί μπορούσε.

Αφτοί σα ζύγωσαν κοντά με τ' άρματα στα χέρια, 630 οι διο τους αγγονός και γιος του Συγνεφοσυνάχτη, πρώτα άνοιξε ο Τληπόλεμος το στόμα να μιλήσει «Πια ανάγκη, αφέντη Σαρπηδό, σε βιάζει εδώ να μένεις και να ζαρώνεις, που σπαθί σαν τι είναι εσύ δεν ξέρεις; Ψέματα λεν πως είσαι εσύ τάχα παιδί του Δία· 635 τι είσαι πολύ χειρότερος, όχι ίσος με τους άντρες που γέννησε του Κρόνου ο γιος στα περασμένα χρόνια. Άλλος λεν άντρας είτανε ο ξακουστός γονιός μου, ο Ηρακλής, πούχε άτρομη καρδιά σαν το λιοντάρι, πούρθε για τ' άτια μια φορά εδώ του Λαομέδου 640 μ' έξη καράβια μοναχά και μετρητούς νομάτους, κι' όμως το κάστρο κούρσεψε κι' ερήμωσε τις στράτες. Μα εσύ, κι' εσύ είσαι ανάψυχος, ανάξιος κι' ο στρατός σου. Μήτε θαρρώ πως έφτασες απ' τη Λυκία εδώ τώρα κι' οι Τρώες τάχα αλάφρωση θα δουν καμιά απ' τα σένα όσο κι' αν είσαι δυνατός, παρά απ' τ' άρματά μου 645 ξεκοιλιασμένος τη μπασιά θενά περάσεις τ' Άδη.»

Τότε απαντάει κι' ο Σαρπηδός, των Λυκιωτώνε ο πρώτος «Τληπόλεμε, ναι χάλασε της Τριάς εκιός το κάστρο απ' τις ζαβάδες του λαμπρού αφέντη Λαομέδου, που κείνος όσο τούκανε καλό, τόσο με λόγια 650 αφτός τον πλέρωσε αχαμνά, και τ' άτια ναν του δώκει δε θέλησε, κι ας ήρθε εδώ για αφτά από τόσο αλάργα. Μα τώρα στάσου εσύ να δεις, τι θα σ' το πιώ το αίμας εδώ θαρρώ, κι' απ' τ' άρματα σφαγμένος τα δικά μου, δόξα σ' εμένα, την ψυχή στον Άδη θα χαρίσεις.»

Είπε, κι' εκείνος σήκωσε τα φράξο ναν του ρήξει, 655 και τα κοντάρια πήδηξαν μαζί κι' απ' τα διο χέρια. Κι' ο ένας βρήκε, ο Σαρπηδός, κατάμεσα τη γούβα, και διάβηκε ο πικρός χαλκός τη σάρκα ως πέρα πέρα, και μάβρη νύχτα ανήλιαγη του σκέπασε τα μάτια. Ο άλλος στο ζερβύ μερί τον λάβωσε, κι' η μύτη 660 ως κολλητά στο κόκκαλα σα λυσσασμένη πήγε· όμως ακόμα απ' τη σφαγή τον γλύτωσς ο γονιός του.

Και το λεβέντη Σαρπηδό οι θεϊκοί συντρόφοι τον βγάζανε όξω απ' τη σφαγή. Και το μακρύ κοντάρι σερνόμενο τον βάραινε· μα απ' την πολλή τους βιάση 665 κανείς δε συλλογίστηκε, δεν είπε το κοντάρι να βγάλει του όξω απ' το μερί και να σταθεί στα πόδια· τόσο τους έσφιγγε ο οχτρός καθώς τον κουβαλούσαν.

Και τον Τληιτόλεμο αντικρύ οι γκαρδιακοί συντρόφοι τον βγάζανε όξω απ' τη σφαγή. Κι' ο θεϊκός Δυσσέας τον είδε κι' η καρτερικιά πικράθηκε ψυχή του. 670 Και τότες του διπλόφερε μέσα η καρδιά στα στήθια ή καταπόδι του Διός το γιο να κυνηγήσει ή να λιανίσει αλύπητα των Λυκιωτών το πλήθος. Όμως δεν τούτανε γραφτό με το μακρύ κοντάρι αφτός τον αντριωμένο γιο του Δία να σκοτώσει· 675 έτσι τη γνώμη η Αθήνα του γύρισε στο πλήθος.

Τότες με τ' όπλο το Χρομιό σκοτώνει και τον Άλη, τον Κοίρανο, τον Άλκαντρο, τον Πρύτανη, κι' ακόμα τον παινεμένο Αλάστορα, το γνωστικό Νοήμο. Ακόμα κι' άλλους πιο πολλούς θα σκότωνε Λυκιώτες, μόνε τον είδε μια στιγμή ο φουντοπλουμισμένος 680 μεγάλος Έχτορας, κι' ορμάει όξω απ' τους μπροστομάχους χαλκόπλιστος αστραφτερός και χύνοντας τον τρόμο μες στους Αργίτες. Χάρηκε του Δία ο γιος μια στάλα άμα τον είδε κι' έρχουνταν, και τούπε με τα δάκρια «Βοήθια, του Πριάμου γιε, βοήθια! Μη μ' αφήκεις να πέσω, κι' αρπαχτάρι εδώ να γίνω των οχτρώνε. 685 Κατόπι μες στη χώρα σας ας κλείσω και τα μάτια, μιας και δε μούτανε γραφτό πίσω κι' εγώ να σύρω. στο σπίτι στην πατρίδα μου, και να καλοκαρδίσω το τέρι μου το λατρεφτό, τ' ανήλικο παιδί μου.»

Είπε, μα δεν απάντησε ο Έχτορας μια λέξη, Μον πέρασε σαν αστραπή, ζητώντας να χτυπήσει 690 γλήγορα πίσω τους οχτρούς και ναν τους δεκατίσει. Έτσι οι συντρόφοι κάθισαν το Σαρπηδό από κάτου απ' τη χαριτωμένη οξά του βροντορήχτη Δία· κι' ένας του βλάμης γκαρδιακός, ο δυνατός Πελάγος, του τράβηξε όξω απ' το μερί το φράξινο κοντάρι. 695 Κι' ο δύστυχος λιγοθυμάει, και γύρω μια μαβρίλα στα μάτια του ξαπλώνεται. Μα πάλι ψυχοπιάνει, και του βοριά το δρόσισμα, π' ολόγυρα φυσούσε, τα στήθια του ζωντάνεβε τα βαριολιγωμένα.

Κι' οι Δαναοί στον Έχτορα μπροστά και στο Σκοτώστη μήτε τις πλάτες γύριζαν κατά τα μάβρα πλοία 700 μήτε αντιπολεμούσανε ποτές, μον πάντα πίσω κώλωναν μόλις ένιωσαν τον Άρη με τους Τρώες.

Τότες πιον πρώτο, πιον στερνό ο χαλκοφορεμένος Άρης ξαρμάτωσε κι' ο γιος του βασιλιά Πριάμου; Τον Τέφτρα τον ισόθεο, τον αλογάρη Ορέστη, 705 τον Τρήχο τον κονταριστή, της Αιτωλιάς το θρέμμα, τον Έλενο, του Βοίνοπα βλαστάρι, το Βοινόμα, και τον Ορέσβη, που φασκιά φορούσε πλουμισμένη κι' είχε στην Ύλη πύργο, εκεί στους όχτους της Τοπάλιας, δοσμένος στο θησάβρισμα, και δίπλα τα χωριά τους είχαν κι' οι άλλοι Βοιωτοί, στο πλούτος βουτημένα. 710

Μα σαν τους ένιωσε η θεά, η μαρμαρόκορφη Ήρα, που λιάνιζαν τους Αχαιούς μες στη σκληρή τη μάχη, γυρνάει και λέει της Αθηνάς διο φτερωμένα λόγια «Ωχού μου, αμάλαγη θεά, του Δία θυγατέρα, τάμα λέω τάξαμε άδικο του βασιλιά Μενέλα, 715 πως πριν μισέψει, πρώτα εδώ το κάστρο θα κουρσέψει, έτσι αν τον Άρη αφήκουμε τον έρμο να λυσσάζει. Μον έλα! ας μπούμε πια κι' εμείς στη ζάλη του πολέμου.»

Είπε, κι' αγρίκησε η θεά, η σεβαστή Παλλάδα.

Κι' εκείνη πάει και συγυρνάει τα χρυσοστέφανα άτια, 720 η Ήρα η αρχιθέισσα, του Κρόνου η θυγατέρα. Κι' η Ήβα πέρασε γοργά στο σιδερένιο αξόνι, απ' τ' αμαξού τις δυο μεριές, τους στρογγυλούς χαλκένιους, τους οχτοδράχτινους τροχούς. Μαλαματένιο γύρο έχουν αφτοί, πάντα άλιωτο, και χάλκινα από πάνου στεφάνια, θάμα μοναχό, με τέχνη τεριασμένα· 725 κι' είναι απ' ασήμι και τα διο τριγύρω κεφαλάρια. Και το κουτί είναι με χρυσά λουριά και μ' ασημένια δεμένο, και τριγυριστό από διπλά στεφάνια. Και τ' ασημένιο τούβαλε τιμόνι, και στην άκρη του δένει απάνου το ζυγό, λαμπρό μαλαματένιο, 730 και τα κατάχρυσα περνάει πανώρια ζυγολούρια. Κι' έζεψε η Ήρα στο ζυγό τα γλήγορα άλογά της, για πόλεμο ανυπόμονη και για σφαγή κι' αντάρα.

Στου Δία ως τόσο η Αθήνα το γονικό παλάτι χάμου αμολάει στο πάτωμα τ' αφράτο φόρεμά της, ξομπλιό σκουτί που κέντησε μονάχη μ' επιστήμη, 735 και στα τσαπράζα βάζοντας του Συγνεφοσυνάχτη, φορούσε τ' άρματα να βγει στη δακροδότρα μάχη. Πρώτα στους ώμους κρέμασε την κροσσωμένη ασπίδα, φριχτή, που κύκλωθε παντού την τριγυρίζει ο Φόβος, και μέσα η τόλμη, η Όχτρητα, και τ' άχαρο Κυνήγι, 740 μέσα κι' η κάρα του φριχτού τεράτου, της Γοργόνας, άγριο κεφάλι σκιαχτερό και του Διός σημάδι. Και στο κεφάλι φόρεσε το χρυσαφένιο κράνος, πούχει σκαρί διπλόλαμο τετραστεφανωμένο [και μέσα ως εκατό χωράει πολιτειών πεζούρα]. Κι' ανέβηκε στο φλογωτό τ' αμάξι, και στα χέρια 745 άδραξε το βασταγερό βαρύ τρανό κοντάρι, που σείνει το και παραλεί των μαχητών τους λόχους, όσους η κόρη οχτρέβεται τ' ανίκητου πατέρα.

Κι' η Ήρα με το καμοτσί γοργά βαράει τα ζώα. Και τ' ουρανού αφτοθέλητη βροντάει κι' ανοίγει η πόρτα, που τη φυλάνε οι Εποχές, που κι' έχουν τη φροντίδα 750 του Έλυμπου και τ' Ουρανού, κι' αφτές απάνου βάζουν το πυκνωμένο σύγνεφο για το τραβούνε πίσω· μέσα από κει αστραπότρεχα τραβούσαν τ' άλογά τους. Και βρίσκουν χώρια απ' τους λοιπούς θεούς το γιο του Κρόνου πας στου μυριόκορφου βουνού την άκρη καθισμένο. Εκεί τ' αμάξι σταματάει η κρουσταλλόκορφη Ήρα, 755 κι' έτσι αρωτάει τον πάμπρωτο θεό και συντυχαίνει «Δία πατέρα, πώς λοιπόν! αφτές δε σε πειράζουν τ' Άρη οι ασήκωτες δουλιές; Δες τι λογής Αργίτες και πόσους μου θανάτωσε, τρελά με δίχως τάξη. Στενάζω εγώ, μα ξέγνιαστη το διασκεδάζει η Κύπρη 760 κι' ο χρυσοδόξαρός σου ο γιος, π' αμόλησαν αφτόνε, ένα άμιαλο που δεν ψηφάει την τάξη και το δίκιο. Δία πατέρα, τάχατες θα μου θυμώσεις, πες μου, τον Άρη αν διώξω μ' άσκημο στυλιάρι όξω απ' τη μάχη;»

Τότες ο μαβροσύγνεφος του Κρόνου γιος της είπε «Ομπρός λοιπόν! Αμόλα του τη νικοδότρα κόρη, 765 π' απ' όλους πιο πολύ αγαπάει να τον βαριοπαιδέβει.»

Είπε κι' αγρίκησε η θεά, η μαρμαρόκορφη Ήρα, και τ' άλογα της βάρεσε. Και πρόθυμα πετούσαν τα ζώα ανάμεσα της Γης και τ' Ουρανού με τ' άστρα. Κι' όσο σκοπός, που κάθεται σε ξέφαντο και βλέπει 770 προς το κρασύ το πέλαγο, σκοτεινοξεχωρίζει, τόσο πηδάνε των θεών τ' αψηλοπίλαλα άτια. Κι' όταν στης Τριάς ζυγώσανε τ' αστέρεφτα ποτάμια, όπου το ρέμα ο Σκάμαντρος με του Σιμόη σμίγει, εκεί τ' αμάξι σταματάει η κρουσταλλόλαιμη Ήρα, 775 ξεζέβει τ' άτια, και πυκνή τους χύνει γύρω ομίχλη. Και χόρτο αμάραντο να φαν τους φύτρωσε ο Σιμόης. Έπειτα οι διο τους, πεταχτές σαν του δρυμού τρυγόνες, πηγαίνανε, ανυπόμονες τους Αχαιούς να σώσουν.

Μα τέλος πια σαν έφτασαν εκεί που καρτερούσαν 780 οι πιο πολλοί και δυνατοί, τριγύρο πυκνωμένοι στον άξιο του Τυδέα γιο, παρόμιοι σα λιοντάρια, ή σαν κάπρια άγρια π' αχαμνή δεν είναι η δύναμη τους, στάθηκε εκεί και χούγιαξε η κρουσταλλόκορφη Ήρα, μιασμένη σαν το Στέντορα πούχε φωνή χαλκένια 785 και τόσο μόνος φώναζε σαν άλλους ως πενήντα «Ντροπής, Αργίτες! Άνατροι, φανταχτεροί στα κάλλη! Τότες, σαν έβγαινε ο γοργός στον πόλεμο Αχιλέας, ποτές τους δεν ξεμύτιζαν όξω απ' το κάστρο οι Τρώες, τι τ' Αχιλέα τότρεμαν τ' αβάσταχτο κοντάρι· 790 τώρα απ' τη χώρα πολεμάν αλάργα, εδώ στα πλοία!»

Έτσι είπε, και τους άναψε τη λύσσα και το πάθος.