Part 6
Τότες το Διώρη μάτιασε το μάβρο ριζικό του. Τι μια κοτρώνα μυτερή τον πήρε στο δεξύ του αστράγαλο, απ' τον αρχηγό ρηγμένη των Θρακώνε, τον Πείρο, πούρθε οχ την Αινό, βλαστάρι του Νιμπράσου. 520 Ως πέρα πέρα τ' άπονο λιθάρι τα διο νέβρα τούσπασε και τα κόκκαλα, κι' ανάσκελα στο χώμα έπεσε απλώνοντας τα διο τα χέρια στους συντρόφους, και ξεψυχούσε. Ορμάει ξανά ο Πείρος και του δίνει μια κονταριά στον αφαλό σιμά, που τ' άντερά του 525 χύθηκαν όλα κατά γης και σβύστηκε το φως του. Μα και τον Πείρο ακόντισε ο Αιτωλός ο Θόας στα στήθια εκεί απάς στα βυζί, και το χαλκό του μπήγει μες στα πλεμόνια, κι' έπειτα ζυγώνει κι' οχ τα στήθια όξω τινάζει τ' όπλο εφτύς· και το σπαθί τραβώντας 530 του μπήγει μια μες στην κοιλιά και τόνε ξεμπερδέβει. Δεν τούβγαλε όμως τ' άρματα· τι τρέξανε τριγύρω οι Θράκες, σιώντας τα μακριά στα χέρια τους κοντάρια, κι' όσο κι' αν είταν δυνατός φανταχτερός μεγάλος, πίσω τον άμπωξαν· κι' αφτός ανοίγει και κωλώνει. 535
Έτσι έμειναν κοντά κοντά οι διο τους ξαπλωμένοι στις σκόνες μέσα, των Θρακών ο ένας καπετάνιος, ο άλλος των χαλκόπλιστων πρωτάρχος Επειγώνε· μα κι' άλλα πέφτανε πολλά τριγύρω παλικάρια.
Πού νάταν τότε εκεί κανείς να δει και να σαστίσει, κάπιος π' ακόμα αλάβωτος από σπαθί ή κοντάρι 540 να γύριζε καταμεσύς, κι' η Αθηνά απ' το χέρι κρατώντας τον, τις κονταριές μακριά του να σκουντούσε· τι Τρώων κι' Αχαιών πολλά κορμιά τη μέρα κείνη χάμου στα βούρκα θάβλεπε στρωμένα δίπλα δίπλα.
Ε
Πάλι καρδιά και δύναμη του φοβερού Διομήδη τούδωκε η κόρη του Διός, για να φανεί μες σ' όλους τους Αχαιούς κι' αθάνατο να κάνει τ' όνομά του. Απ' την ασπίδα τούκαιγε κι' απ' το χαλκένιο κράνος φωτιά άσβυστη, λες είτανε το θερινό τ' αστέρι, 5 π' απ' όλα αστράφτει πιο λαμπρό αφού λουστεί στο κύμα· τέτια απ' τους ώμους τούκαιγε κι' απ' το κεφάλι φλόγα! Και μες στη μέση, όθ' άπειροι χτυπιούνταν, τόνε στέλνει.
Ζούσε ένας πλούσιος άρχοντας στην Τριά, κάπιος Δάρης, Ηφαιστολειτουργός, κι' αφτός είχε διο γιούς — Νιδιόνε 10 τους λέγαν και Φηγιά — καλούς σε πάσα μάχης είδος. Βγήκανε τότε αφτοί μπροστά και τούπεσαν απάνου, αφτοί οχ τ' αμάξι, και πεζός ξεκίνησε ο Διομήδης. Κι' ορμώντας σα ζυγώσανε με τ' άρματα στα χέρια, τίναξε πρώτος ο Φηγιάς το τροχιστό κοντάρι· 15 όμως η μύτη απάνωθες περνάει απ' του Διομήδη τον ώμο τον αριστερό με δίχως ναν τον βλάψει. Δέφτερος ρήχνει τότε αφτός, μα απ' το δικό του χέρι τ' όπλο δεν πέταξε άδικα, μον του χτυπάει τα στήθια μεσόβυζα, κι' οχ τα φαριά τόνε γκρεμίζει χάμου. Τότε όξω πήδηξε ο Νιδιός και παραιτάει τ' αμάξι, 20 μήδ' ήβρε θάρρος να σταθεί και το κορμί να σώσει του σκοτωμένου του αδερφού. Τι θάτρωγε κι' αφτόνε το μάβρο φίδι, μοναχά ο Ήφαιστος τον σώζει, και τον γλυτώνει — απλώνοντας σκοτάδι ολόγυρά του — μήπως κι' ο γέρος με χωρίς παρηγοριά του μείνει. 24
Κι' οι Τρώες όταν είδανε τους γιους του γερο-Δάρη 27 που ο ένας μόλις σώθηκε, τον άλλο πούπεσε όμως δίπλα στ' αμάξι, απ' το κακό τους μάτωσε η καρδιά τους.
Ωστόσο η κόρη του Διός, η Αθηνά η Παλλάδα, παίρνει απ' το χέρι και λαλεί του λυσσασμένου τ' Άρη 30 «Άρη φονιά, ματόβρεχτε, Άρη καστροτινάχτη, δεν τους αφίνουμε τους διο να πολεμάνε τώρα, σ' όπιον του Κρόνου θέλει ο γιος τη νίκη να χαρίσει, κι' ας τραβηχτούμε πίσω εμείς, μη μας θυμώσει ο Δίας.»
Είπε, και βγάζει απ' τη σφαγή το γιγαντόκορμο Άρη. 35 Και κάθισε τον Άρη αφτή εκεί απάς στου Σκαμάντρου τη χλοερή ακροποταμιά τη μιμιτσοστρωμένη· κι' οι Δαναοί τσακίζουνε τους Τρώες, και σκοτώνει πάσα αρχηγός κάπιον οχτρό. Κι' ο Αγαμέμνος πρώτος όξω απ' τ' αμάξι γκρέμισε τον Όδη το μεγάλο, των Αλιζώνων στρατηγό. Γιατί καθώς γυρνούσε 40 πρώτος να φύγει, τούμπηξε στη ράχη το κοντάρι, των ώμων του καταμεσύς, και τόβγαλε ως στα στήθια. Και πέφτοντας βροντάει, αχούν και τ' άρματα από πάνου.
Κι' ο Δομενιάς ξεπάστρεψε το Φαίστο, γιο του Βώρου, π' απ' τη λιγδεροχώραφη είταν φτασμένος Τάρνο· αφτόν στον ώμο το δεξύ με το μακρύ του φράξο 45 τον βρήκε εκεί π' ανέβαινε στ' αμάξι του, και χάμου έπεσε ο μάβρος, κι' άχαρο τον σκέπασε σκοτάδι.
Κι' όσο το Φαίστο οι Κρητικοί γυμνώνανε, ο Μενέλας καρφώνει με το μυτερό κοντάρι το Σκαμάντρη, του Στρόφη γιο, που γύριζε τα δάση για κυνήγι, 50 παράξο κυνηγό, επειδής η Άρτεμη έτσι ατή της τον είχε μάθει να χτυπάει κάθε λογής αγρίμι π' απάνου θρέφει στα βουνά ο δεντρωμένος λόγγος. Μα τότες δεν τον βοήθησε η σαϊτέφτρα η κόρη και τα σημάδια οπούτανε ως τότες προικισμένος, πάρα ο πολεμοδόξαστος Μενέλας σαν τον είδε 55 κι' έφεβγε ομπρός του, τούστειλε στους ώμους το κοντάρι, ίσα στη μέση, κι' αντικρύ τού τόβγαλε ως στα στήθια. Κι' έπεσε μπρούμτα, κι' άχησε βαριά η αρματωσά του.
Του μαστρο-Κολλητή το γιο θανάτωσε ο Μηριόνης, το Φέρεκλο, που κάτεχε να φτιάνει με τα χέρια 60 κάθε λογής ψιλοδουλιά, τι η Αθηνά περίσσα τον αγαπούσε., που κι' αφτά μαστόρεψε τα πλοία του Πάρη τα πρωτόκακα, που σ' όλους τους Τρώες και στο δικό του φέρανε κεφάλι τόσες πίκρες· τι των θεώνε τα γραφτά δεν τάχε σκολιασμένα. Τότε ο Μηριόνης τρέχοντας κατόπι τον προφταίνει, 65 και μια του δίνει κονταριά δεξά στο κωλομέρι, π' αντίκρυ ο στόκος πρόβαλε, στο κόκκαλα από κάτου, κατά τη φούσκα. Κι' έπεσε στο γόνα ξεφωνώντας, και χάρος κατασκότεινος του σφάλησε τα μάτια.
Τον Πήδιο ο Μέγης σκότωσε, γιο τ' Αντηνόρου νόθο, νόθονε μα που η Θεανό τ' αντρός της για χατίρι, 70 μ' αγάπη τον μεγάλωσε, σαν ένα απ' τα παιδιά της· αφτόν στη μάχη ο ξακουστός γιος τότες του Φυλέα ζυγώνει και στου κεφαλιού κατά το σνίχι πίσω τόνε χτυπάει, που θέρισε ίσα ως στα δόντια αντίκρυ κάτου απ' τη γλώσσα του ο χαλκός. Και πέφτει μες στις σκόνες, και σφίγγει με τα δόντια του το μέταλλο το κρύο. 75
Το θεϊκόνε Υψήνορα τότες ο γιος του Βαίμου, γιο του γενναίου Δολοπιού, πούτανε του Σκαμάντρου βαλμένος λειτουργός και λες θεό ο λαός τον είχε, τότε ο λεβέντης Βρύπυλος τον πήρε κυνηγώντας, κι' εκεί μπροστά του πούφεβγε, πηδάει και του καθίζει 80 στον ώμο μια με το σπαθί κι' ως πέρα ξει το χέρι. Και ματωμένο τούπεσε στη γης το χέρι χάμου, κι' αφτόν τον πήρε ο θάνατος κι' η άπονή του η μοίρα.
Σαν έτσι οι άλλοι δούλεβαν μες στη φωτιά της μάχης· μα το Διομήδη ανάμεσα σε πιους να πολεμούσε 85 δεν τόξερες, στων Αχαιών τη μέση για των Τρώων. Τι μες στον κάμπο χύνουνταν σα ρέμα φουσκωμένο, που το χειμώνα αβάσταχτο σαρώνει κάθε αμπόδιο· φράχτης πολύβλαστης φυτιάς το δρόμο δεν του κόβει 90 κι' ούτε γιοφύρια αρμαθιαστά, σαν ξαφνοκατεβάσει τότες που πιάνει η πολυμπριά, κι' απ' το στηθάτο κύμα πολλά χαλιούνται χτήματα καλά νυκοκυραίων· έτσι ο Διομήδης σκόρπιζε τους πυκνωμένους λόχους, μηδέ κανείς του αντίστεκε κιας είταν τόσο πλήθος.
Μα σαν τον είδε ο ξακουστός γιος του Λυκά στον κάμπο 95 που σάρωνε έτσι ανέμποδος τα τάγματα μπροστά του, τεντώνει απάνου του γοργά το γυριστό δοξάρι, κι' εκεί στον ώμο το δεξύ, στου τσαπραζού τη χούφτα, καθώς ορμούσε τον βαράει. Κι' η κοφτερή σαΐτα μέσα πετάει κι' αντίπερα προβάλλει, και το αίμας 100 πασπάλιζε του τσαπραζού τη μεταλλένια χούφτα. Έσκουξε τότε ο Πάνταρος με μια φωνή μεγάλη «Τρώες, ομπρός, λιοντόκαρδοι, αλόγων 'μερωτάδες! Βρήκα τον πρώτο απ' τους οχτρούς! Πολύ δε θα βαστάξει θαρρώ στη γοργοσαϊτιά, αλήθια αν ο αφέντης του Δία ο γιος με σήκωσε, όταν ναρθώ κινούσα!» 105
Έτσι είπε και παινέφτηκε. Μα το Διομήδη η άγρια σαΐτα δεν τον δάμασε, μον ως μπροστά στ' αμάξι πίσω γυρνάει και στέκεται, και του συντρόφου κράζει «Έλα, αδερφέ μου Στένελε, πήδα οχ τ' αμάξι κάτου, για να μου βγάλεις την πικρή που μ' ήβρε εδώ σαΐτα.» 110
Είπε, και χάμου ο Στένελος ευτύς πηδά οχ τ' αμάξι, και πάει σιμά του στέκεται, και τη γοργή σαΐτα όξω απ' τον ώμο του σκουντάει κι' ίσα τη βγάζει πέρα. Και πήδαε μες απ' τα στριφτά το αίμας του τσαπράζα.
Τότε έκανε παράκληση ο δυνατός Διομήδης «Άκου με, αμάλαγη θεά, του Δία θυγατέρα! 115 Στην έρμα μάχη αν άλλοτες με την καλή σου γνώμη βοηθούσες τον πατέρα μου, δείξε μου τώρα, αφέντρα, κι' εμένα την αγάπη σου, και κάνε να τσακώσω αφτόν τον άντρα, κι' ας τον βρω στου κονταριού το δρόμο, που να μου ρήξει πρόκανε, και σκούζει με περφάνια πως πια δε θα πολυχαρώ τ' αγνό το φως του ήλιου.» 120
Είπε, και την παράκλησή του ξάκουσε η Παλλάδα. Τα μέλη τούκανε αλαφριά, πόδια και χέρια απάνου, και στέκοντας σιμά του λέει, δυο φτερωμένα λόγια «Άφοβα τώρα τους οχτρούς πολέμα τους, Διομήδη. Τι μες στα στήθια σούσταξα το πατρικό σου θάρρος, 125 ατρόμητο, σαν πούκλεινε μες στην καρδιά ο Τυδέας, και σκόρπισα την καταχνιά πούχες πριχού στα μάτια και τώρα αλάθεφτα θεό θα ξεχωρίζεις κι' άντρα. Λοιπόν αν έρθει εδώ κανείς θεός να δοκιμάσει, μη θες εσύ με τους θεούς να πολεμάς τους άλλους 130 έτσι ανοιχτά· μα αν του Διός η κόρη η Αφροδίτη έρθει στη μάχη, τρύπα την αφτή με το κοντάρι.»
Έτσι είπε, και τον άφισε η φοβερή Παλλάδα, κι' εκείνος πάει στους μπροστινούς και ξανασμίγει πάλι. Και πριν του γύρεβε η καρδιά να πολεμάει τους Τρώες, 135 μα τότες λύσσα τρίδιπλη τον πήρε, σα λιοντάρι που πέρα, αλάργα απ' το χωριό, πηδά αψηλή μια μάντρα να φάει αρνιά πυκνόμαλλα, κι' ο πιστικός τού ρήχνει και το ματώνει, μα νεκρό στον τόπο δεν τ' αφίνει· το πάθος του έτσι πλήθηνε, μα δε βοηθάει κατόπι παρά τρυπώνει εδώ κι' εκεί, κι' έρμα τ' αρνιά σκορπάνε· 140 αφτά τα βλέπεις κατά γης σωρούς σωρούς στρωμένα, και το λιοντάρι απ' το μαντρί πηδάει ξαγριεμένο· με τέτια οργή τους μπήχτηκε των Τρώων κι' ο Διομήδης.
Τότε έσφαξε τους αρχηγούς Απείρονα κι' Αστύνο· τον ένα στο βυζί τρυπάει, τον άλλο με τη σπάθα 145 μια του καθίζει στον αρμό, εκεί κοντά στον ώμο, π' απ' το λαιμό τού χώρισε τον ώμο κι' απ' την πλάτη. Κι' άφισε αυτούς και κυνηγάει τον Άβα, τον Πολύδο, τ' Ανοιχτομάτη τα παιδιά, του γερο-ονειροκρίτη. Τα ονείρατά τους ξέχασε ναν τους ξηγήσει ο γέρος 150 σαν ξεκινούσαν, κι' έπεσαν στα χέρια του Διομήδη.
Έπειτα χοίμηξε τους γιους του Φαίνοπα να πιάσει, το Θόνα και τον Ξάνθονε, λέφτερα αγόρια ακόμα· αφτόν τα έρμα γερατιά τότε έτρωγαν, και πια άλλον ο δόλιος γιο δεν έκανε ν' αφήκει κληρονόμο. 155 Γιατί ο Διομήδης έκοψε και των διονών τα νιάτα, κι' άφισε κλάψες και πικρά φαρμάκια του πατέρα, τι δεν τους είδε ζωντανούς στο σπίτι να γυρίσουν οχ τη σφαγή, μον μοίρασαν το βιος του οι συμπεθέροι.
Έπειτα τσάκωσε δυο γιους του βασιλιά Πριάμου, διο σ' ένα αμάξι, που Χρομιό τους λέγανε κι' Εχέμο. 160 Κι' όπως λιοντάρι χύνεται σε βόδια εκεί που βόσκουν, και σπάει το σβέρκο μοσκαριού στο λόγγο και γελάδας, έτσι σκιαγμένους γκρέμισε κι' εκιούς τους διο ο Διομήδης μέσα απ' τ' αμάξι, κι' έπειτα και τ' άρματά τους πήρε, κι' έδωκε ναν του παν τα ζα οι φίλοι στα καράβια. 165
Τότε ο Αινείας τον θωράει που λιάνιζε τους λόχους, και τρέχει μέσα απ' τη σφαγή και των σπαθιών τους χτύπους, τον παινεμένο Πάνταρο πούθε να βρει ζητώντας. Και βρήκε του Λυκά το γιο, αρχοντονιό αντριωμένο, και πάει μπροστά του στέκεται και του μιλεί διο λόγια 170 «Πάνταρε, πούναι η φήμη σου, πού οι φτερωτές σαΐτες και το δοξάρι, όπου κανείς εδώ άντρας δε σου βγαίνει μήτε παινιέται στη Λυκία πως σούναι ανότερός σου; Μόνε στο Δία σήκωσε τα χέρια, κι' έλα τώρα τον άντρα αφτόν σαΐτεψ' τον που βλέπεις να! εκεί κάτου 175 όλους νικάει, κι' αφάνισε σημαντικά τους Τρώες, γιατί πολλών παλικαριών τους έχει φάει το μάτι, εξόν αν είναι αφτός θεός, που τούλειψαν σφαχτά μας και θύμωσε έτσι. Των θεών βαριά η οργή πλακώνει.»
Τότε ο λεβέντης Πάνταρος γυρίζει και του κάνει «Αινεία, δημογέροντα των αλογάδων Τρώων, 180 σαν το Διομήδη αφτόν εγώ τον απεικάζω σ' όλα, απ' την ασπίδα κρίνοντας κι' απ' το χαλκένιο κράνος κι' απ' τ' άτια· μα καλά θεός κι' αν είναι δεν κατέχω. Μα αν είναι αφτός που εγώ θαρρώ, αν ο Διομήδης είναι, με δίχως χέρι αφτός θεού δεν κάνει τόσο θρήνος, 185 Μον κάπιος δίπλα τον βοηθάει θεός, κουκουλωμένος 186 με καταχνιά. Τι τούρηξα πολιώρα και τον βρήκα 188 δεξά στον ώμο, διάμεσα του τσαπραζού ως αντίκρυ· κι' έλεγα εγώ πως τούσκαψα το λάκκο, μα στον τόπο 190 δεν έμεινε... κάπιος μαθές θεός μας κατατρέχει. Έπειτα εδώ με πιά άλογα κι' αμάξι θες να σύρω; Έ στου Λυκα τ' αρχοντικό ως έντεκά 'ναι αμάξα γερά καινούργια διαλεχτά, μ' ολόγυρα απλωμένα σεντόνια, και στου καθενός το πλάι από 'να στέκει 195 ζεβγάρι, βίκο τρώγοντας κι' ασπρόγλυκο κριθάρι. Σαν ξεκινούσα νάρθω εδώ, πολλές φορές μου τόπε ο γερο-ακοντιστής Λυκάς μες στ' όμορφό μας σπίτι· μες στο ζεμένο μούλεγε αμάξι να καθήσω κι' έτσι στης μάχης την καρδιά να τρέχω με τους πρώτους. 200 Μα εγώ δεν άκουγα, και να! σα σκύλος μετανιώνω. Τα ζα λυπόμουν πούμαθαν να μου καλοχορταίνουν, μήπως τους λείψει εδώ ταγή μέσα σε τόσον ασκέρι. Έτσι τ' αφήκα, κι' ήρθα εδώ πεζός, κι' απ' το δοξάρι όλπιζα· μα από 'φτό καλό τα μάτια μου δεν είδαν. 205 Σε διο απ' τους πρώτους έρηξα ως τώρα, στο Διομήδη και το Μενέλα, και τους διο τους βρήκα, κι' αίμα μάβρο τους έβγαλα, μα πιο πολύ τους πύρωσα μονάχα. Για αφτό δεν πήρα σε καλό το γυριστό δοξάρι τη μέρα εκείνη απ' το καρφί, σαν ξεκινούσα ο έρμος 210 να φέρω εδώ στον Έχτορα βοήθια και στους Τρώες. Μα να γυρίσω μια φορά και να θωρήσω πάλι τη λατρεφτή πατρίδα μου, τ' αγαπητό μου τέρι, και στ' αψηλόσκεπο να μπω μεγάλο αρχοντικό μας, κι' ας μου το κόψει χέρι οχτρού αμέσως το κεφάλι, αν δεν το σπάσω εγώ σε διο και στη φωτιά αν δε ρήξω 215 τ' όπλο που βλέπεις, επειδής το κουβαλάω του κάκου!»
Τότε ο Αινείας απαντάει, ο στρατηγός των Τρώων «Μην κλαίγεσαι έτσι!... Η ατυχιά δε θα γυρίσει ωστόσο πριν βγούμε εμείς μπροστά σ' αφτόν τον άντρα με τ' αμάξι κι' άφοβοι εδώ μετρήσουμε μαζί του τα κοντάρια. 220 Μον έλα ανέβα δίπλα μου, να μάθεις σαν τι ζώα είναι του Τρώα τ' άλογα, που ξέρουν μες στον κάμπο απάνου κάτου σαν αητοί να κυνηγάν και φέβγουν, που και στο κάστρο θα μας παν γερούς, αν πάλι ο Δίας τη νίκη στον ασίκη γιο χαρίσει του Τυδέα. 225 Μον έλα πάρ' το καμοτσί στα χέρια και τα γέμια, κι' εγώ στ' αμάξι θ' ανεβώ και θα τον πολεμήσω· ή εσύ καρτέρα τον, κι' εγώ τα νιάζουμαι τα ζώα.»
Τότες πάλι είπε του Λυκά ο γιος ο παινεμένος «Αινεία, ατός σου βάσταξτ' τα τα γέμια κι' άλογά σου. 230 Τι κάλια με τον αμαξά που ξέρουν θα τραβήξουν αν ίσως πάλι φέβγουμε τον τολμηρό Διομήδη, μήπως σκιαχτούνε κι' έπειτα κολλήσουν, κι' απ' τη μάχη δε θέλουν να μας βγάλουνε, ποθώντας τη φωνή σου, και τότε εμάς του αντρόκαρδου Τυδέα ο γιος χοιμήξει 235 και πάρει τα γοργά άλογα κι' εμάς μας πετσοκόψει. Μον τράβα τα εσύ τα φαριά και τ' όμορφό σου αμάξι, κι' αφτόνε εγώ τον καρτεράω με τ' όπλο ... κι' ας ορίσει!»
Είπαν αφτά κι' ανέβηκαν στο σκαλισμένο αμάξι, κι' απάνου τράβηξαν, φωτιά γιομάτοι, στο Διομήδη· 240 Μον ο καμαρωμένος γιος του Καπανιά τους είδε και του Διομήδη λέει εφτύς δυο φτερωμένα λόγια «Διομήδη, του Τυδέα γιε, μυριάκριβό μου αδρέφι, άντρες διο βλέπω δυνατούς και τρέχουνε αφρισμένοι να σε βαρέσουν· σα βουνό έχουν αντριά κι' οι διο τους. 245 Ο ένας τους, σαΐτεφτής παράξος, καμαρώνει που του Λυκά 'ναι τάχα γιος· κι' ο άλλος, ο Αινείας, παινιέται πως τον έσπειρε ο ξακουστός Αχίσης, κι' έχει και μάνα λέει θεά, τη χρυσωπή Αφροδίτη. Μον έλα πια ας ποδίσουμε με τ' άτια, και μην τρέχεις ομπρός έτσι ασυλλόγιστα και τη ζωή μού χάσεις.» 250
Τότες τον τήραξε λοξά και τούκανε ο Διομήδης «Μην αναφέρνεις καν φεβγιό, τι μον τα λόγια χάνεις! Δε βρήκα απ' τους γονιούς μου εγώ στον πόλεμο να τρέμω, ή να ξεκόφτω ... βρίσκεται καρδιά εδώ μέσα ακόμα! 254 Μα αφτοί κι' οι διο απ' τα χέρια μας τα γλήγορα άλογά τους 257 πίσω δε θαν τα παν, αν δα κι' ο ένας μας ξεφύγει. Τώρα άλλο λόγο θα σου πω και τήρα μην ξεχάσεις. Αν η πολύβουλη Αθηνά τους διο τους μ' αξιώσει 260 να σφάξω, τότε εσύ εκειδά σταμάτα το δικό μας γοργό ζεβγάρι, δένοντας τα γκέμια απ' το στεφάνι, και στο δικό σου νιάσου εφτύς να πεταχτείς ζεβγάρι, και χτύπα το ως των Αχαιών απ' των οχτρών το μέρος. Γιατί απ' το σόϊ που χάρισε του Κρόνου ο γιος στον Τρώα 265 για του παιδιού του πλερωμή, του Γανυμήδη, τι είταν τα πιο περίφημα άλογα σ' ανατολή και δύση, λεν έκλεψε απ' το σόϊ αφτό ο βασιλιάς Αχίσης, στ' άτια φοράδες βάζοντας κρυφά απ' το Λαομέδο. Έξη πουλάρια τούκαναν στους στάβλους του οι φοράδες· 270 τέσσερα ο ίδιος στο παχνί κρατάει κι' ακριβοθρέφει, και τ' άλλα διο τα χάρισε του γιου του τ' αντριωμένου. Αφτά αν τα πάρουμε, λαμπρό θα γίνει τ' όνομά μας!»
Αφτά κουβέντιαζαν οι διό. Κι' οι άλλοι σε λιγάκι κοντοζυγώνουν, τα γοργά χτυπώντας άλογά τους. 275 Κι' έπιασε πρώτος του Λυκά ο γιος ναν του μιλήσει «Σκληρόκαρδε πολεμιστή, γιε του λαμπρού Τυδέα, λοιπόν δε σ' έφαγε η γοργή ρηξά, η πικρή σαΐτα· μα ας δούμε πάλι αν θα σε βρω με το κοντάρι τώρα!»
Είπε, και σιώντας τίναξε το σουγλερό κοντάρι 280 και στην ασπίδα τον βαράει· κι' εκείνη ως πέρα πέρα πετάει, η μύτη η χάλκινη, και μπαίνει στα τσαπράζα. Κι' έσκουξε τότε ο Πάνταρος με μια φωνή μεγάλη «Σούσκισα ως μέσα την κοιλιά! Πολύ δε θα βαστάξεις λέω όρθιος πια, και μούδωκες μεγάλη εμένα δόξα!» 285
Μα δίχως φόβο απάντησε ο δυνατός Διομήδης «Δε βρήκες, μον αστόχησες. Μα εσείς θαρρώ ποτές σας δε θα τελιώστε, μοναχά σαν πέσει ο ένας χάμου κι' η γης ρουφήξει αχόρταγη το αίμας του το μάβρο.»
Είπε και ρήχνει. Κι' έστειλε του Δία η κόρη τ' όπλο 290 στη μύτη, εκεί στο μάτι του σιμά, κι' αντίκρυ ο στόκος βγήκε στο σνίχι κόβοντας τα δυο σβερκοποντίκια. Και πέφτει, κι' η αρματωσά βροντάει απάνωθές του, 294 πλούμια χαλκένια ολόλαμπρη, και φέβγουν δίπλα τ' άτια· 295 κι' άγλυκος χάρος την ψυχή του πήρε και τη νιότη.
Τότ' ο Αινείας πήδησε με το κοντάρι χάμου και την ασπίδα (το νεκρό σκιάχτηκε μην του πάρουν οι Δαναοί) και στήθηκε σιμά του σα λιοντάρι θάρρος γιομάτος, και μπροστά τη στρογγυλή του ασπίδα και το κοντάρι πρόβαλε — μ' απόφαση να σφάξει 300 όπιον κι' ενάντια αν τούβγαινε — τρομαχτικά αλυχτώντας. Κι' αφτός, κοτρώνα του Τυδιά αρπάζει ο γιος στα χέρια, μεγάλο βάρος, π' άντρες διο σαν τους θνητούς τούς τώρα δε θαν τη σήκωναν — μα αφτός την αλαφροπετούσε και μόνος — και του σφίγγει μια στο γοφό, εκεί που μέσα 305 γυρνάει στο γόφο το μερί και που το λένε γούβα· κι' η πέτρα τούσπασε η τραχιά τη γούβα, και στο γόνα 307 308 πέφτει, και μένει ακουμπιστός με τ' αντριωμένο χέρι στη γης, και νύχτα σκοτεινή του χύνεται στα μάτια. 310
Και τότε εκεί θα χάνουνταν ο βασιλιάς Αινείας, Μον να! τον είδε η μάννα του, η χρυσωπή Αφροδίτη, που στις βοσκιές τον έκανε με τον αφέντη Αχίση, και με τ' αφράτο χέρι της αγκάλιασε το γιόκα, κι' άπλωσε ομπρός του απ' το λαμπρό μια δίπλα φόρεμά της 315 ναν τον φυλάξει απ' τις ρηξές, μην τύχει οχτρός κανένας και της τον σφάξει μπήγοντας στα στήθια το κοντάρι.
Αφτή μακριά απ' τις κονταριές το γιο της κουβαλούσε, και τις ορμήνιες δεν ξεχνάει ο γιος του Καπανέα, αφτές που του παράγγειλε ο φοβερός Διομήδης, 320 Μον τα μονόνυχά του ζα τα σταματάει αλάργα, όξω απ' τη μάχη, δένοντας τα γκέμια απ' το στεφάνι, κι' ορμάει και το καλότριχο ζεβγάρι του Αινεία πέρα τραβάει απ' των οχτρών στων Αχαιών το μέρος. Και τόδωκε του Δήπυλου, του γκαρδιακού του βλάμη — 325 π' απ' όλους πιο καλύτερα τον είχε τους συντρόφους, κι' είχαν μια γνώμη πάντα οι διο — στα πλοία ναν τ' αφήκει· κι' ο ίδιος πάλι ανέβηκε στ' αμάξι του, κι' αδράζει τα γκέμια, κι' ίσα αβάσταχτος προς το Διομήδη τρέχει.
Κι' αφτός στην Κύπρη χοίμηξε με τ' άσπλαχνο κοντάρι, 330 γιατί την ήξερε άτολμη κι' όχι θεά από κείνες που στρατηγέβουν στων αντρών τους φονικούς πολέμους, μήτε ρημάχτρα Σκοτωσού μήτε Αθηνά μ' ασπίδα. Και μέσα σαν την έφτασε στ' ασκέρι κυνηγώντας, τότες τη σημαδέβει ο γιος του ξακουστού Τυδέα, 335 κι' ορμάει και ξέσκουρα χτυπά με το χαλκό το χέρι τ' αφράτο· κι' έφκολα ο χαλκός τής τρύπησε το δέρμα — περνώντας το θεοτικό σκουτί που οι Χάρες μόνες τής τόφτιασαν — στη ρίζα εκεί πιο απάνου από τη χούφτα. Κι' έτρεχε πια το αίμα της τ' αθάνατο, ο νιχώρας, τέτιος που τρέχει απ' τους θεούς τους μυριοβλογημένους, 340 γιατί δεν πίνουν φλογωπό κρασί, δεν τρώνε στάρι, κι' είναι για κείνο αναίματοι κι' αθάνατους τους λένε. Κι' έρηξε αφτή με τις φωνές το γιο της οχ τα χέρια. Αφτόν εκεί τον γλύτωσε στην αγκαλιά του ο Φοίβος μες σ' ένα μάβρο σύγνεφο, μην τύχει οχτρός κανένας 345 και τον σκοτώσει μπήγοντας στα στήθια το κοντάρι· και της θεάς βροντόφωνα της έκραξε ο Διομήδης «Παραίτα, κόρη του Διός, τις μάχες και τους φόνους· τάχα δε σώνει που δειλές γυναίκες ξελογιάζεις; Μα αν θες πολέμους και καλά, θαρρώ μα την ψυχή μου 350 θα τρέμεις έτσι κι' αν αλλού πως πολεμάνε ακούσεις.»
Είπε, και σα λωλή η θεά τραβήχτη, τι πονούσε. Κι' η ανεμόποδη Ίριδα την πιάνει, κι' απ' τ' ασκέρι τη βγάζει, ψυχολίγωτη με τους πολλούς τους πόνους· κι' έβλεπες το ροδόθωρο κορμί να μελανιάζει. Κατόπι βρήκε στα ζερβά της μάχης καθισμένο 355 τον Άρη, μ' άρματα και ζα σε σύγνεφο κρυμένα· και πέφτοντας γονατιστή, πολλά με περικάλια τα χρυσοστέφανα άλογα ζητούσε τ' αδερφού της «Αχ αδερφέ μου, νιάσου με, και δώσ' μου τ' άλογά σου για ν' ανεβώ στον Έλυμπο, στα θεϊκά λημέρια. 360 Πολύ με τυραγνά η πληγή που μούδωκε ο Διομήδης, θνητός που και το Δία πια θα πολεμούσε τώρα.»
Είπε, κι' ο Άρης τ' όμορφο της έδωκε ζεβγάρι. Έτσι στ' αμάξι ανέβηκε με την καρδιά κλαμένη, και δίπλα η ανεμόποδη θεά τα πλούσια γέμια 365 παίρνει στα χέρια, και χτυπάει τα δυο φαριά να τρέξουν. Κι' αφτά πετούσαν πρόθυμα. Έτσι σε λίγο φτάνουν στο χιονοσκέπαστο Έλυμπο, στα θεϊκά λημέρια. Εκεί η θεά τα σταματάει, τα λει και τα ξεζέβει, και την αθάνατη ταγή τούς έβαλε να φάνε. Κι' αφτή στης Διώνης έπεσε τα πόδια, η Αφροδίτη, 370 στης μάννας της· στην αγκαλιά την πήρε τότε η Διώνη, την πήρε και τη χάιδεψε και τρυφερά της είπε «Πιός, φως μου, σ' έκανε σ' αφτά τα χάλια απ' τους ουράνιους, αψήφιστα, σα νάκανες κάνα άπρεπο στο φόρο;»
Τότες η γελιαγάπητη της απαντά Αφροδίτη 375 «Με λάβωσε ο λιοντόκαρδος Διομήδης του Τυδέα, γιατί έβγαζα όξω απ' τη σφαγή το γιο μου, τον Αινεία, την πιο πολύτιμη ψυχή που λαχταρώ στον κόσμο. Γιατί δεν είναι η μάχη πια τώρα Αχαιών και Τρώων, μα αν αγαπάς οι Δαναοί και με θεούς χτυπιούνται.» 380