Ιλιάδα

Part 5

Chapter 589 wordsPublic domain

Έτσι ο καθένας έλεγε των Αχαιών και Τρώων. 85 Κι' εκείνη μ' άντρα μιάζοντας, μ' ακοντιστή ψημένο, το Λαοδόκο, χώθηκε μες στο σωρό των Τρώων, παντού τον άξιο Πάνταρο πούθε να βρει ζητώντας. Και βρήκε του Λυκά το γιο, λεβεντονιό πανώριο, πούστεκε, κι' είχε τους γερούς των ασπιστάδων λόχους 90 τριγύρω, π' απ' τα ρέματα τους έφερε του Αίσπου. Και πάει σιμά και του λαλεί διο φτερωμένα λόγια «Τάχατες θες το λόγο μου, γιε του Λυκά, ν' ακούσεις: Γοργή σαΐτα σου βαστάει να ρήξεις του Μενέλα; Θα σ' τόχουν χάρη οι Τρώιδες, θα σε παινέσουν όλοι, 95 κι' απ' όλους χάρη πιο πολύ θα σ' το γνωρίζει ο Πάρης, και πρώτος μ' αξετίμωτα θα σε πλουτίσει δώρα αν δει τον πολεμόχαρο Μενέλα ξαπλωμένο πας στην πολύπικρη φωτιά, της σαϊτιάς σου θύμα. Μον έλα, ομπρός! σαΐτεψ' τον το βασιλιά Μενέλα, 100 και κάνε τάμα του θεού, τ' αχτιδοστάλτη Απόλλου, πλήθος αρνιά πρωτόλουβα να σφάξεις στο βωμό του, πίσω σαν πας στον τόπο σου, τη βλογημένη Ζέλια.»

Μ' αφτά τα λόγια τ' άμιαλου του πείθει το μιαλό του. Ίσα γυμνώνει στη στιγμή τ' ωριόξυστο δοξάρι, 105 τ' αγριοτραγήσο, π' άλλοτες τον τράγο μοναχός του κάτου απ' τα στήθια βάρεσε, εκεί που τον καρτέραε κι' απ' το ποδόχι στον γκρεμό τον είδε να προβάλει· κι' έπεσε χάμου ανάσκελα ο τράγος οχ το βράχο. Κατάκορφα 'χε κέρατα μακριά δεκάξη χούφτες, που ο κερατοπελεκητής του τάδεσε με τέχνη 110 τα γιάλισε όλα, και χρυσό τους έβαλε κοράκι. Λοιπόν το τέντωσε καλά ακουμπισμένο χάμου, και κατά γης τα' απίθωσε. Κι' ενώ μπροστά του ασπίδες κρατούσανε οι συντρόφοι του, μήπως τυχόν πλακώσουν πριν οι γενναίοι Δαναοί πριν δούνε χτυπημένο 115 τον ξακουστό τ' Ατρέα γιο, τον καστανό Μενέλα, έβγαλε αφτός το σκέπασμα της θήκης, και σαΐτα πήρε καινούργια φτερωτή, πηγή των μάβρων πόνων· και τη σαΐτα απάνου εφτύς στερέωσε στην κόρδα, κι' έκανε τάμα του θεού, τ' αχτιδοστάλτη Απόλλου, πλήθος αρνιά πρωτόλουβα να σφάξει στο βωμό του, 120 πίσω σαν πάει στον τόπο του, στη βλογημένη Ζέλια. Κι' έπιασε κόρδα και λαβές αντάμα και τραβούσε· την κόρδα αγγίζει στο βυζί, τ' αγκύλι στο δοξάρι. Και τέλος πια σαν τέντωσε το λυγιστό δοξάρι, σφύριξε τ' όπλο... η κόρδα αψά βογγάει... πηδά η σαΐτα... 125 γοργόσταλτη, μες στο σωρό να πέσει λαχταρώντας.

Μονάχα δε σε ξέχασαν, Μενέλα, μήτε εσένα οι τρισμακάριστοι θεοί, κι' η Αθηνά πιο πρώτη, που μπήκε ομπρός και σούδιωξε την άχαρη σαΐτα. Απ' όλο τ' άλλο του κορμί την έδιωξε, σα μάννα 130 που διώχνει μυΐγα απ' το μωρό σαν της γλυκοκοιμάται· μα το ζουνάρι ναν του βρει την έστειλε, ίσα ίσα εκεί που σμίγανε τα διο χρυσά θηλυκωτήρια με πίσω διπλοτσάπραζο. Στο τεριαστό ζουνάρι πέφτει η πικρή και το τρυπάει σαΐτα πέρα πέρα, 135 και μες στα μαστροδούλεφτα του χώνεται τσαπράζα, και στη φασκιά που του κορμιού την είχε φυλαχτήρι και φράχτη κάθε κονταριού, και πιο πολύ τον είχε προφυλαγμένο, μα κι' αφτή την πέρασε ίσα πέρα. Χάραξε εκεί έτσι ξώσαρκα του στρατηγού το κρέας, κι' έτρεχε εφτύς απ' την πληγή μαβρόθολο το αίμα. 140

Σαν όταν φίλντισι καμιά γυναικά αλικοβάφει, Λακώνισσα καν Κάρισσα, ατιού μαγουλοφόρι, και φυλαγμένο βρίσκεται μες στο κελάρι κάτου· πολλοί στα ζά ναν τόχανε στολίδι λαχταρούνε, μα αφτό προσμένει βασιλιά μια μέρα να στολίσει, να δίνει του φαριού ομορφιά, τιμή και του αλογάρη· 145 έτσι σου ματοβάφηκαν, Μενέλα, τα θρεμένα μεριά, και κάτου τα κανιά κι' οι όμορφοι αστράγαλοι.

Τρόμαξε τότε ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος, αίμα σαν είδε μελανό οχ την πληγή να τρέχει· τρόμαξε ακόμα κι' ο γερός παλικαράς Μενέλας. 150 Όμως σαν είδε τ' άντερο απ' όξω και τ' αγκίδια, μέσα η καρδιά συνέφερε στα στήθια πίσω πάλι.

Τότες βαριά στενάζοντας τους είπε ο Αγαμέμνος, ο δοξασμένος βασιλιάς, κρατώντας απ' το χέρι τον αδερφό του, ενώ μαζί βογγούσανε οι συντρόφοι «Αχ αδερφέ μου, ορκίστηκα λοιπόν το θάνατό σου 155 που μόνο σ' έστησα μπροστά για μας να πολεμήσεις, και να οι οχτροί σε λάβωσαν και πάτησαν τους όρκους. Μα άχρηστοι οι όρκοι έτσι δεν παν και των αρνιών το αίμα, κι' οι άδολες δεξές σταλιές που παίρναμε όλοι θάρρος. Γιατί κι' αν δεν παιδέψει εφτύς ο Δίας, μα παιδέβει 160 ύστερα αργά, και με βαριές ζημιές ξεπαγαδιάζουν, με τις δικές τους κεφαλές, τα γυναικόπαιδά τους. Τι μου το λέει αλάθεφτα εμένα αφτό η ψυχή μου· θα φέξει η μέρα μια φορά που θα χαθεί κι' η Τροία κι' ο βασιλιάς ο Πρίαμος κι' ο ξακουστός λαός του, 165 κι' αφτούς του Κρόνου ατός του ο γιος, θυμό γιομάτος μ' όλους, τη σκοτεινή απ' τα σύγνεφα θαν τους τραντάει φουρτούνα, αφτού του δόλου παιδεφτής. Ναί, αφτά θα βγουν αλήθια· μονάχα η λύπη σου, αδερφέ, τα σπλάχνα θα μου σφάζει αν πάς εσύ και της ζωής αν σου κοπεί το νήμα, 170 τι ντροπιασμένος κι' άτιμος θα σύρω πίσω στ' Άργος, τι την πατρίδα οι Δαναοί θα θυμηθούν σε λίγο και την Αργίτισσα Λενιό των Τρώων θ' αφίσουν και του Πριάμου παίνεμα. Κι' εσένα εδώ θαμένο με δίχως όφελος, η γης θα τρώει τα κόκκαλά σου. 175 Κι' έτσι κανείς περήφανος οχτρός θα πει μια μέρα, ποδοπατώντας του λαμπρού Μενέλα το μνημούρι 'Έτσι ναί! πάντα τους θυμούς ας βγάζει ο Αγαμέμνος, όπως και τώρα στράτεμα έφερε εδώ του κάκου, μα πίσω στ' Άργος γύρισε, στην ποθητή πατρίδα, 180 μ' άδια καράβια, αφίνοντος τον ξακουστό Μενέλα. ' Έτσι ίσως πει ... το χάσμα του τότε ας μ' ανοίξει ο Άδης!»

Μα τότες τούδωκε καρδιά ο καστανός Μενέλας «Θάρρος! και μη φοβίζεις πια των Αχαιών τ' ασκέρι Δε μπήκε μες στο ψυχικό η κοφτερή σαΐτα· 185 μ' έσωσε ομπρός το πλουμιστό ζουνάρι, κι' από κάτου με γλύτωσε η ζωστή η φασκιά που φτιάσανε οι χαλκιάδες.» Τότες του λέει ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος «Άμποτες νάναι αληθινό, Μενέλα αγαπημένε. Και τη λαβωματιά ο γιατρός θα πιάσει, και βοτάνια 190 θα βάλει απάνου τους πικρούς να σταματήσει πόνους.» Έτσι είπε, και το θεϊκό διαλαλητή του κράζει «Ταρθύβη, τρέχα το Μαχά εφτύς εδώ να φέρεις, τ' άξιο βλαστάρι τ' Ασκληπιού, τ' ασύγκριτου χερούργου, για να κοιτάξει την πληγή του βασιλιά Μενέλα 195 που κάπιος τον σαΐτεψε, τεχνίτης στο δοξάρι, Τρώας ή σύμμαχος, τιμή για αφτόν, για μας λαχτάρα.». Είπε, κι' ο κράχτης άκουσε του βασιλιά το λόγο, και τράβηξε να πάει γοργός, μες στου στρατού την πύκνα γυρέβοντας τον αρχηγό Μαχά. Και να! τον είδε 200 πούστεκε, κι' είχε τους γερούς των ασπιστάδων λόχους τριγύρω, π' οχ τα Τρίκκαλα τους έφερε μαζί του. Και πάει σιμά και του λαλεί διο φτερωμένα λόγια «Μη στέκεις, θρέμμα τ' Ασκληπιού! Σε κράζει ο Αγαμέμνος, για να κοιτάξεις την πληγή του βασιλιά Μενέλα 205 που κάπιος τον σαΐτεψε, τεχνίτης στο δοξάρι, Τρώας ή σύμμαχος, τιμή για αφτόν, για μας λαχτάρα.» Έτσι είπε, και του τάραξε τα σπλάχνα μες στα στήθια. Κι' αμέσως κίνησαν οι διο να παν μέσα απ' το πλήθος, του μάκρους τον απλόχωρο ακολουθώντας κάμπο. Κι' εκεί σαν ήρθαν πούφαγε τη σαϊτιά ο Μενέλας, 210 κι' όλοι είτανε τριγύρω του οι πρώτοι μαζεμένοι, τότε ο ισόθεος γιατρός προβάλλει ανάμεσό τους. Κι' εφτύς τραβούσε απ' το λαμπρό ζουνάρι τη σαΐτα· και τράβα τράβα πίσω, σπάν τα κοφτερά τ' αγκίδια. Και τούλυσε το πλουμιστό ζουνάρι, κι' από κάτου 215 λει τη ζωσμένη του φασκιά που φτιάσανε οι χαλκιάδες. Τότες σαν είδε την πληγή που τ' άνοιξε η σαΐτα, ρουφάει το αίμας, κι' ύστερα κάτι καλά βοτάνια της βάζει απάνου πούξερε, και μια φορά που τάχε από φιλία ο Χείρωνας δοσμένα του γονιού του. Μα εκεί τον ξακουστό αρχηγό π' αφτοί γιατρολογούσαν, 220 να κι' έφτασαν τα τάγματα των ασπιστάδων Τρώων· κι' αφτοί ξαναρματώθηκαν να μπούνε στο κοντάρι. Τότες δεν είδες να δειλιά το βασιλιά Αγαμέμνο, μήτε να χάσκει δένοντας τα χέρια, μον να τρέχει στον πόλεμο που τα καλά δοξάζει παλικάρια. 225 Τ' αμάξι το χαλκόλαμπρο με τα φαριά του αφίνει· λαχανιασμένα ο παραγιός πίσω βαστούσε τ' άτια, του Φτόλεμου ο πιδέξος γιος, ο δυνατός Βρυμέδος, που σαν τον καλορμήνεψε κοντά ναν του τα φέρει άμα αποστάσει βγάζοντας τόσο λαό στη μάχη, 230 πήγε πεζός και διάβαινε των Αχαιών τους λόχους. Όσους Αργίτες πρόθυμα να ροβολάν θωρούσε, ναν τους παινέσει στέκουνταν και ναν τους δώσει θάρρος «Θάρρος, παιδιά, κι' απόφαση! και μη σας πιάνει δείλια! Δε θα μας δώσει ψέφτικη βοήθεια ο γιος του Κρόνου, 235 τι αφτοί που πρώτοι βλάψανε, τους όρκους αθετώντας, αφτών τα τροφαντά κορμιά οι σκύλοι θα χορτάσουν, και στ' Άργος με τα πλοία εμείς τα γυναικόπαιδά τους θα πάμε, σαν τους πάρουμε τη μυριοπλούσια χώρα.» Όσους πάλε έβλεπε χωρίς ψυχή ν' αναμελάνε, 240 αφτούς τους έβριζε άσκημα με θυμωμένα λόγια «Ντροπής, κιοτήδες Αχαιοί, δοξάρια που σας πρέπουν! Πού βόσκετε έτσι με το νου χαμένο, σα ζαρκάδια που σα διαβούν πηλαλητά μεγάλο κάμπο, στέκουν αποσταμένα, κι' η καρδιά τους παραλεί στα στήθια; 245 Έτσι κι' εσείς νεκρώσατε και χέρι δεν κουνάτε! Για καρτερείτε τους οχτρούς εδώ κοντά ως να φτάσουν που τα γοργά μας έχουμε καράβια τραβηγμένα, στης αφρισμένης θάλασσας την άκρη, για να δείτε τάχα θ' απλώσει απάνου σας ο Δίας το δεξύ του;» Έτσι προστάζοντας παντού τα τάγματα περνούσε, 250 κι' έφτασε ομπρός στους Κρητικούς σα διάβαινε το πλήθος. Αφτοί φορούσαν τ' άρματα στου Δομενιά τριγύρω· αφτός σαν άγριο ατρόμητος καπρί μ' ομπρός τους πρώτους, πίσω ο Μηριόνης τους στερνούς του γκάρδιωνε ανομάτους. Και σαν τους είδε, χάρηκε ο πρωτοκαπετάνιος, 255 κι αμέσως είπε φιλικά του Δομενιά δυο λόγια «Εσένα απ' όλους, Δομενιά, τους Αχαιούς πιο πρώτα στον πόλεμο εγώ σε τιμώ και στις δουλιές τις άλλες, και στο τραπέζι όταν κρασί αρχοντικό φλογάτο οι προεστοί νερώνουμε μες στο βαθύ κροντήρι. 260 Ναι μεν, κι' οι άλλοι πρόκριτοι θα πιουν το ταχτικό τους, μα εσένα πάντα ξέχειλο σου στέκει το ποτήρι, σαν το δικό μου, για να πιεις άμα ορεχτεί η καρδιά σου. Μα ομπρός! ροβόλα ατρόμητος, σαν που παινιέσαι ως τώρα!»

Τότες του λέει κι' ο Δομενιάς, των Κρητικώνε ο πρώτος 265 «Πιστό, αρχηγέ μου, σύντροφο, θα μέ βρεις πάντα εμένα κατά πώς σ' τόταξα αρχικώς και σούδωκα το χέρι. Τους άλλους πήγαινε άκουρους Αργίτες να σηκώσεις, κι' ας μπούμε εφτύς στον πόλεμο, τι πάτησαν τους όρκους οι Τρώες... όμως θάνατος τους καρτεράει και κλάψες, 270 που πρώτοι αφτοί μας βλάψανε, τους όρκους αθετώντας.»

Είπε, κι' εκείνος πέρασε με τη χαρά στα στήθια. Και προχωρώντας φτάνει ομπρός στους Αίιδες, κι' εκείνοι οπλίζουνταν, και σύγνεφο πεζών τους ακλουθούσε. Κι' όπως σα βλέπει σύγνεφο βοσκός ψηλά οχ τη ράχη 275 π' ογρό με φύσημα νοτιά στο πέλαγο αρμενίζει, και λες σαν πίσσα μελανό του φαίνεται απ' αλάργα καθώς πλακώνει οχ το γιαλό σιφουνογκαστρωμένο, κι' ανήσυχος μες στη σπηλιά τα θρέμματά του μπάζει· έτσι των θεογέννητων αντρών πυκνοί κι' οι λόχοι 280 κινούσαν με τους Αίιδες στον πόλεμο να πάνε, θολοί, από πλήθος άρματα κι' ασπίδες δασωμένοι. Και σαν τους είδε, χάρηκε ο πρωταφέντης τ' Άργους, και στέκεται και τους λαλεί δυο φτερωμένα λόγια «Αίιδες των χαλκόφραχτων αρχόντοι Δαναώνε, 285 σ' εσάς τους διο προστάγματα δεν παν, και μήτε λέξη δε θα σας πω· τι μόνοι σας με προθυμιά, το ξέρω, στήθος με στήθος το λαό να πολεμάει κεντάτε. Ε και να μούταν, Δία μου κι' εσύ Αθηνά κι' Απόλλο, σαν τη δική τους την καρδιά μες σ' ολωνών τα στήθια! Γλήγορα τότες θάβλεπαν να γονατίσει η Τροία 290 και σκλαβωμένη απ' τα βαριά να ρημαχτεί σπαθιά μας.»

Είπε, κι' αφίνει αφτούς εκεί και προχωράει στους άλλους. Αφτού το Νέστορα απαντάει, το ρήτορα της Πύλος με τη γλυκόφωνη λαλιά, την ώρα που τους λόχους έσαζε, και να πολεμάν τους έλεγε σαν άντρες, με λοχαγούς τον Αίμονα, το Βίαντα, το Χρόμη, 295 τον αντριωμένο Αλάστορα, τον αψηλό Πελάγο. Τους αλογάδες είχε ομπρός με τ' άλογα κι' αμάξα, και να φυλάν πισώστησε πολλή και διαλεγμένη πεζούρα, και τους αχαμνούς τους έρηξε στη μέση, που θεν δε θένε στανικώς να πολεμάν κι' εκείνοι. 300 Των αλογάδων στην αρχή τους ξήγαε να κρατάνε τ' άλογα, μες στην ταραχή μην τύχει και τους φύγουν. «Κι' ας μη ζητάει κανένας σας, απ' αξιοσύνη τάχα κι' αντριά, να πολεμάει μπροστά μονάχος απ' τους άλλους, μήτε ας κωλώνει· δύναμη θα χάνετε μονάχα. 305 Κι' όπιος μακριά απ' τ' αμάξι του κάνα άλλο αμάξι σμίξει, αφτός ας ρήχνει, τι πολύ καλύτερα συφέρνει. Κούρσεβαν έτσι κι' οι παλιοί τα κάστρα και τις χώρες, τέτια έχοντας απόφαση στα στήθια, τέτια γνώμη.»

Έτσι στον πόλεμο έβγαζε τα παλικάρια ο γέρος, 310 τι κάτεχε πως πολεμάν απ' τα παλιά τα χρόνια. Κι' άμα τον είδε, χάρηκε ο πρωταφέντης τ' Άργους, και κράζοντάς τον του λαλεί διο φτερωμένα λόγια «Αχ, γέροντα, όπως μέσα ο νους σούναι μεστός στα στήθια. έτσι το χέρι ας σ' άκουγε, τα κότσα ας σου βαστούσαν! Μόνε τα έρμα γερατιά σε τρων... που να θε πιάσουν 315 κάνα άλλονε, και με τους νιους να σ' έβλεπαν εσένα!»

Τότες του λέει κι' ο Νέστορας, ο βασιλιάς της Πύλος «Τ' Ατρέα γιε, έτσι νάμουνα θαν τόθελα κι' ατός μου σα στον καιρό όταν σκότωσα το θεϊκό Ρεφτάλη. Μα έλα που πάντα να! οι θεοί δε μας τα δίνουν όλα· 320 νιός τότε αν είμουν, με γερνούν τα χρόνια τώρα πάλι. Μα κι' έτσι εγώ με τα φαριά θα πάω, και θα βοηθήσω μ' αρμήνιες, όπως τόχουμε δικαίωμα οι γερόντοι. Ειδέ κοντάρια οι νιότεροι θα παίξουν, που δεν έχουν τα χρόνια μου και που γερά νογάν τα κόκκαλά τους.» 325

Είπε, κι' εκείνος πέρασε με τη χαρά στα στήθια, κι' ήβρε το γιο του Πετεού, που στέκουνταν με γύρω λόχους των Αθηνιών πυκνούς, τεχνίτες του πολέμου. Σιμά του εκεί ο πολύξερος Δυσσέας καρτερούσε, και δίπλα των Κεφαλληνιών το δυνατό φουσάτο. 330 Τι δεν τους άκουγε ο λαός ακόμα το γιουρούσι, μόνε των Τρώων κι' Αχαιών τα φοβερά τ΄ ασκέρια ότι άρχιζαν να ξεκινούν, κι' εκείνοι καρτερούσαν κάνα άλλο τάγμα Αχαιϊκό να δουν να προχωρήσει, να δώσει τράκο των οχτρών κι' ο πόλεμος ν' ανάψει. 335 Κι' άμα τους είδε ο βασιλιάς, ναν τους μαλώνει αρχίζει, και κράζοντος τους τούς λαλεί διο φτερωμένα λόγια «Ω θεοπαίδι Μενεστιά, του Πετεού βλαστάρι, κι' εσύ ω απάτης μάστορη, παμπόνηρο κεφάλι, τι κρύβεστε κι' από μακριά τους άλλους καρτεράτε; 340 Έπρεπε εσείς να στέκεστε μες στη σειρά των πρώτων και με τους πρώτους τη φωτιά της μάχης ν' αντικρύστε. Γιατί και πρώτοι τρέχετε στο μήνημά μου πάντα σαν τόχει και τοιμάζουμε των προεστών τραπέζι, όπου να τρώτε βρίσκετε σφαχτά καλοψημένα, 345 και πλόσκες με γλυκό κρασί να πίνετε όταν θέτε. Τώρα θα βλέπατε ήσυχοι κι' αν τάγματά μας δέκα πριν από σας με τα βαριά κοντάρια αν πολεμούσαν.»

Τότες τον αγριοκοίταξε κι' απάντησε ο Δυσσέας «Τι λόγο σού ξεστόμισαν, τ' Ατρέα γιε, τα χείλια; 350 Πώς τάχα λες αναμελάω τη μάχη; Σα μετρούνε τις σπάθες τους οι Δαναοί με των οχτρών τις σπάθες, θα δεις, αν θες κι' αποθυμάς, τον ξακουστό Δυσσέα τους πρώτους να καταπιαστεί των αλογάδων Τρώων στήθος με στήθος... Μον εσύ πετάς χαμένα λόγια!» 355

Τότες με χείλια γελαστά του κάνει ο Αγαμέμνος σαν είδε πως πειράχτηκε, και ξείπε εφτύς το λόγο «Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε Δυσσέα, μήτε σε παρακατεχώ μήτε ορισμούς σου δίνω. Ξέρω πως κρύβει φιλικιά μέσα η ψυχή σου γνώμη, 360 γιατί ότι θέλω θες κι' εσύ. Μον πήγαινε! Ειδέ ετούτα, κάνα κακό αν ειπώθηκε, τα σάζουμε κατόπι, κι' έτσι όλα ο Δίας σαν καπνό ας τ' ανεμοσκορπήσει.»

Είπε, κι' αφίνει αφτούς εκεί και προχωράει στους άλλους. Εκεί ήβρε το λιοντόψυχο Διομήδη, του Τυδέα 365 τον άξιο γιο, που στέκουνταν μες στο ζεμένο αμάξι, κι' είχε κοντά το Στένελο, το γιο του Καπανέα. Κι' άμα τον είδε ο βασιλιάς, ναν τον μαλώνει αρχίζει, και κράζοντάς τον του μιλεί δυο φτερωμένα λόγια «Ω κρίμας, γιε του ξακουστού παλικαρά Τυδέα! 370 Τι τρέμεις κι' αχαμνοτηράς τα διάβατα της μάχης; Έτσι ο Τυδέας σύστημα δεν τόχε να ζαρώνει, Μον πρόθυμα να πολεμάει για τους δικούς του πάντα, καθώς το λέγανε όλοι τους που στη δουλιά τον είδαν. Τι δεν τον είδα εγώ ποτές, μήτε έσμιξα μαζί του, μα λεν πως στην παλικαριά δεν τούβγαινε κανένας. 375 Τι δίχως ήρθε πόλεμο, σα φίλος, στη Μυκήνα στρατολογώντας μια φορά, αφτός κι' ο Πολυνείκης, που τότες βγήκαν το καστρί της Θήβας τα πατήσουν. Απ' τους δικούς μας ήρθανε βοήθια να γυρέψουν, κι' αφτοί να δώσουν ήθελαν και τάζουν τη βοήθια, 380 μα ο γιος του Κρόνου μ' αχαμνά τους άλλαξε σημάδια. Έτσι το δρόμο πήρανε και φέβγουν· και γυρνώντας στον αψηλόβουρλο Ασωπό με τα παχιά λιβάδια, πάλι ο στρατός τον έστειλε στη Θήβα τον Τυδέα. Κι' αφτός παγαίνει, και πολλούς Θηβαίους πετυχαίνει 385 πούτρωγαν μες στου βασιλιά Ετεοκλή τον πύργο. Κι' εκεί είταν ξένος ο γοργός Τυδέας, κι' οι Θηβαίοι πολλοί κι' αφτός μονάχος του, μα πάλι δε φοβούνταν, παρά τους αντροκάλεσε στα χέρια, κι' έναν ένα όλους τους νίκησε έφκολα, τι τόσο τον βοηθούσε 350 του Δία η κόρη, η Αθηνά. Κι' εκείνοι απ' το κακό τους παν και του σταίνουν δυνατή στο δρόμο του μπροσκάδα, σα γύριζε, πενήντα νιους με δυο καπεταναίους, το Μαίο, το γιο του Αίμονα, πούταν θεός μονάχος, τον Πολυφόντη δέφτερο, βλαστάρι τ' Αφτοφόνου. 395 Όμως το λάκκο κι' αφτωνών τους έσκαψε ο Τυδέας· τους σκότωσε όλους, κι' άφηκε μον ένα να γυρίσει, το Μαίο μονάχα, στρέγοντας σε θεϊκά σημάδια. Νά σου ο Τυδιάς το τι είτανε, μα γέννησε το γιο του χειρότερό του στο σπαθί, καλύτερο στους λόγους!» 400

Είπε, μα λέξη ο δυνατός δεν έβγαλε Διομήδης, τι σα στρατιώτης τ' αρχηγού σεβάστηκε το λόγο. Όμως του Καπανέα ο γιος γυρίζει και του κάνει «Ψεφτιές μη λες, τ' Ατρέα γιε, και ξέρεις την αλήθια. Ναί, εμείς απ' τους πατέρες μας πολύ πιο παλικάρια 405 λέμε πως είμαστε. Τι εμείς ακόμα και της Θήβας την πολιτεία πήραμε την εφταπορτωμένη, με πιο λιγότερο στρατό πιο στεριωμένο κάστρο, 407 μα άσκημα εκείνοι τέλιωσαν με τις πολλές περφάνιες. 409

Έτσι ίσους μας μην μου ζητάς να βγάλεις τους γονιούς μας» 410 Τότες με μια λοξή ματιά του λάλησε ο Διομήδης «Αδρέφι, κλείσ' το στόμα σου, τ' ακούς; Τον Αγαμέμνο εγώ δεν τον κατηγοράω, πούναι αρχηγός μας όλων, αν τους γενναίους Αχαιούς να πολεμάν τους βιάζει. Τι πρώτα αφτός θα δοξαστεί αν νικηθούνε οι Τρώες 415 κι' οι Δαναοί αν σκλαβώσουνε τη βλογημένη Τροία, για αφτόν και θάναι η συφορά μεγάλη αν νικηθούμε. Μον έλα τώρα ας πιάσουμε κι' εμείς την άγρια μάχη!»

Είπε, και χάμου πήδηξε με τ' άρματα οχ τ' αμάξι, και βρόντησε ο χαλκός φριχτά στ' αρματωμένα στήθια 420 καθώς κινούσε· θάπιανε κι' ένα άφοβο τρομάρα!

Κι' όπως στην πολυτάραχη ακρογιαλιά το κύμα δίχως πλακώνει ανακοπή, βοριάς σαν το ξυπνήσει, και πρωταρχύς στο πέλαγο φουσκώνει, μα κατόπι σπάει στην ξηρά μουγκρίζοντας, κι' ολύγυρα στους κάβους 425 θεριέβει καθώς έρχεται κορφοστρογγυλωμένο, κι' όξω απ' τα σπλάχνα του ξερνάει της θάλασσας την άχνη· έτσι και τότε απανωτοί των Αχαιών οι λόχοι μ' απόφαση να παν ομπρός στον πόλεμο κινούσαν. Και πρόσταζαν οι στρατηγοί, καθένας τους δικούς του, κι' άφωνοι οι άλλοι βάδιζαν — δε θάλεγες πως τόσος 430 λαός ροβόλαε έχοντας και μια φωνή στα στήθια — με πειθαρχία κι' ήσυχα. Κι' απ' τα κορμιά ολωνώνε αστράφτανε οι αρματωσές που πάγαιναν φορώντας.

Κι' οι Τρώες, όπως στέκουνται σε νοικοκύρη μάντρα, για ν' αρμεχτούν το γάλα τους, χιλιάδες προβατίνες, π' ακούν το κλάμα των αρνιών κι' ατέλιωτα βελάζουν, 435 τέτιος στον κάμπο ακούγουνταν κι' ο λαλητός των Τρώων. Τι ίδια δεν είχαν τη λαλιά, μήτ' όλοι μια τη γλώσσα, Μον πλήθος γλώσσες σα στρατός από πολλές πατρίδες. Κι' ο Άρης οδηγούσε αφτούς, η Αθηνά τους άλλους, κι' ο Φόβος και το Σκιάξιμο κι' η λυσσασμένη Αμάχη, 440 η αδερφή και βλάμισσα του θνητοσφάχτη τ' Άρη, που πρώτα μικροσταίνεται, μα σε κομάτι αγγίζει τον ουρανό με την κορφή, τη γης με τα ποδάρια, πούρηξε μίσος άσβυστο και τότε ανάμεσό τους και τρέχοντας μες στο στρατό τους πλήθαινε τα πάθια. 445

Και σα ζυγώσανε οι στρατοί με τ' άρματα στα χέρια, κουντρούν τομάρια και σπαθιά, κουντρούνε παλικάρια χαλκοπλισμένα, και κοντά κοντά οι αφαλωμένες είτανε ασπίδες, κι' άναψε μια ταραχή μεγάλη. Και κλάμα ακούς και παίνεμα αντάμα αντρών που σφάζουν 450 και σφάζουνται, κι' η γης παντού στο αίμα κολυμπούσε. Πώς διο ποτάμια, οχ τα βουνά που κατεβούν χειμώνα, ρήχνουν μαζί στη διχαλιά τα βρόχινα νερά τους, από πλατιά διο στόματα μες σε βαθιά σκισμάδα, κι' ακούει αλάργα ο πιστικός τον κρότο απάς στις ράχες· 455 έτσι κι' αφτοί, σαν έσμιγαν, φωνάζανε χτυπιούνταν.

Πρώτος οχτρό ο Αντίλοχος χαλκόπλιστο σκοτώνει, το Χέπωλο, ένα απ' τα καλά των Τρώων παλικάρια· αφτόνε πρώτος βάρεσε στου φουντερού του κράνους τη λάμα ομπρός, και τούμπηξε στο κούτελο του τ' όπλο, 460 κι' ως μέσα η μύτη χώθηκε το κόκκαλο περνώντας, και του σκοτείνιασε το φως· σαν πύργος τότες χάμου γκρεμίστη ο νιος μες στην καρδιά της λυσσασμένης μάχης. Και τότε ο Ελεφήνορας τον έπιασε απ' τα πόδια, και τον τραβούσε — ο αρχηγός των άφοβων Αβάντων — 465 όξω απ' τους χτύπους, τι ήθελε, δίχως καιρό να χάσει, ναν τον γυμνώσει· μα πολύ δε βάσταξε ο σκοπός του . . . Τι το νεκρό ο Αντήνορας τον είδε που τραβούσε, και στα πλεβρά — που φάνηκαν, σαν έσκυψε, από δίπλα απ' την ασπίδα — τον βαρεί με το μακρύ κοντάρι, και τόνε στρώνει κατά γης. Τότε έτσι αφτός πεθαίνει. 470 Μα άρχισε απάνου του σφαγή σκυλήσα πεισματάρα των Τρώων και των Αχαιών, και χοίμιξαν σα λύκοι ένας να φάει τον άλλονε, κι' άντρας κοπάνιζε άντρα.

Τότες καρφώνει τ' Αθεμιού το γιο ο μεγάλος Αίας, το Σιμοήσο, λέφτερο χαριτωμένο αγόρι, που η μάννα του τον γέννησε στην άκρη του Σιμόη, καθώς την Ίδα μια φορά κατέβαινε, όπου πήγε 475 με τους γονιούς της να νιαστεί τα γιδοπρόβατά της (για τούτο κι' είχε τ' όνομα), μα να γεροκομήσει τη μάννα δεν τ' αξιώθηκε, μον τούκοψε τη νιότη με το κοντάρι τ' άσπλαχνο ο γιος του Τελαμώνα. Τι πρώτος καθώς έρχουνταν, τα στήθια, στο δεξύ του 480 κοντά βυζί, του τρύπησε, κι' αντίκρυ το κοντάρι βγήκε ως στον ώμο, κι' έπεσε στη γης ο νιός, σα λέφκα που σε πλατύ είναι και χλωρό λιβάδι φυτρωμένη, γλιστρή, με κλώνους στην κορφή ψηλά ψηλά απλωμένους, κι' αμαξοφτιάστης σύριζα με το μπαλτά την κόφτει, 485 τι θέλει σ' όμορφου αμαξιού κουτί να βάλει γύρο, κι' αφτή στην ακρορεματιά ξεραίνεται στρωμένη· όμιο με λέφκα ξάπλωσε το Σημοήσο ο Αίας, θρέμμα του Δία. Τότε ο γιος του βασιλιά Πριάμου, ο Άντιφος, μες στο σωρό του ρήχνει το κοντάρι, 490 μα δεν τον βρήκε, μον βαράει το Λέφκο, του Δυσσέα ένα συντρόφι, στ' αχαμνά, καθώς τραβούσε εκείθες του Σιμοήσου το κορμί. Έτσι απάς στο κουφάρι έπεσε εκείνος, κι' ο νεκρός του γλίστρησε απ' τα χέρια. Τότε ο Δυσσέας, βλέποντας το φίλο σκοτωμένο, ανάφτει, και τους μπροστινούς λαμπρά χαλκοπλισμένος 495 περνάει, και τρέχει στέκεται σιμά σιμά, και ρήχνει τηρώντας γύρω. Κώλωσαν οι Τρώες μόλις είδαν κάπιον που ρήχνει. Μα άδικα δεν πήγε το κοντάρι, παρά χτυπάει το Δημοκό, γιο του Πριάμου νόθο, που τούχε έρθει οχ την Άβυδο, πέρα οχ τ' αλογοθρόφι. 500 Αφτόν εκεί στο μάγουλο ακόντισε ο Δυσσέας, που για το φίλο του άναψε· κι' ως στα μηλίγγι τ' άλλο βγήκε ο χαλκός, και χύθηκε στα διο του μάτια η νύχτα. Και πέφτοντας βροντάει, αχούν και τ' άρματα από πάνου.

Πόδισε τότε ο Έχτορας κι' οι στρατηγοί των Τρώων, 505 κι' οι Δαναοί ζητωκραβγούν και τους νεκρούς τραβάνε, και πάνε ακόμα πιο μπροστά. Μα σαν τους είδε ο Φοίβος από ψηλά οχ την Πέργαμο, χολόσκασε και σκούζει «Τρώες, ομπρός! Μη δείχνετε στους Αχαιούς τις πλάτες! Δεν έχουν σίδερο κορμιά, δεν τάχουνε από πέτρα, 510 που να βαστάνε όταν χαλκό τους ρήχνουν σαρκοσφάχτη. Λείπει απ' τον πόλεμο κι' ο γιος της χρυσομάλλως Θέτης και τον πνιγόκαρδο θυμό χορταίνει στα καράβια.»

Έτσι ο πολύσκιαχτος θεός τους φώναξε απ' το κάστρο. Και γκάρδιωνε τους Αχαιούς η Τριτογεννημένη, 515 η μυριοδόξαστη θεά, του Δία η θυγατέρα, κι' είταν στη μέση όθε έβλεπε οκνά και πολεμούσαν.