Part 4
Τότες η Ίριδα πετάει την είδηση να δώκει στην αρχοντόκορμη Λενιό, με μια της αντραδέρφη, τη Λαοδίκη, μιάζοντας, του Ελικά το τέρι, την πιο όμορφη του βασιλιά Πριάμου τις κοπέλες. Κι' έφτασε, και στον αργαλιό την ήβρε που μεγάλο 125 σκουτί τότε έφαινε διπλό, αλικοπλουμισμένο με ξόμπλια που ζουγράφιζαν των διο στρατών τα πάθια, που τόσα με τον πόλεμο για λόγου της τραβούσαν. Κι' η γληγορόποδη Ίριδα σιμώνει και την κράζει «Για σήκω, νύφη μου καλή, κι' έλα να δεις κομάτι 130 δουλιές, που δε σ' τις βάνει ο νους, των Αχαιών και Τρώων· που πρώτα αφτοί σφαζόντουσαν δίχως σπλαχνιά στον κάμπο κι' άγριο διψούσαν πόλεμο, μα τώρα χωρίς μάχες ήσυχοι στέκουν, στις λαμπρές ακουμπισμένοι ασπίδες, κι' έχουν σιμά τους μες στη γης μπηγμένα τα κοντάρια. 135 Και τώρα ο πολεμόχαρος Μενέλας με τον Πάρη για σένα παν να χτυπηθούν με τα μακριά κοντάρια, κι' όπιος νικήσει, τέρι του αφτός θα σε κερδίσει.»
Είπε, κι' αποθυμιά γλυκιά μες στην ψυχή της χύνει τον πρώτο για τον άντρα της, τη Σπάρτη, τους γονιούς της. 140 Και ρήχνει απάνου βιαστικά την κάτασπρή της μπόλια, κι' απ' το γιατάκι ξεκινάει στα δάκρια βουτημένη, όχι μονάχη, πάγαιναν μαζί διο παρακόρες, η Αίθρα η κόρη του Πιθιά, κι' η καστανιά Κλυμένη. Κι' απέ σε λίγο σώσανε κοντά στο Ζερβοπόρτι. 145
Κι' εκεί είταν — με τον Πρίαμο, τον Πάνθο, το Θυμοίτη. το Λάμπο, τ' Άρη ξακουστό βλαστάρι, τον Κλυτίο, τον Ικετά — ο Αντήνορας κι' ο Ουκαλέγος, άντρες με νου κι' οι διο και πρόκριτοι, στον πύργο καθισμένοι. Σα γέροι, πια δεν πήγαιναν στις μάχες, μα ρητόροι 150 σπουδαίοι, σα διο λες τσίντζικες που κάθουνται σε δέντρο και μες στο δάσος με φωνή λαλούν κατιφεδένια· τέτιοι στον πύργο κάθουνταν κι' οι προεστοί των Τρώων. Αφτοί σαν είδαν τη Λενιό π' ανέβαινε τον πύργο, μίλησε ο ένας τ' αλλουνού αγάλια αγάλια κι' είπε 155 «Όχι! για πλάσμα σαν κι' αφτή δεν είναι κατηγόρια τόσον καιρό που σφάζονται οι Δαναοί κι' οι Τρώες! Αλήθια αθάνατη θεά λες είναι σαν τη βλέπεις. Μα κι' έτσι ας πάει, και μ' όλα της τα κάλλη, πίσω στ' Άργος με τα καράβια τα γοργά, πάρα στερνά να μείνει και να μας φέρνει συφορές κι' εμάς και των παιδιών μας.» 160
Έτσι είπανε, κι' ο Πρίαμος φωνάζει την Ελένη «Πέρασε εδώθες, κόρη μου, και κάθησε κοντά μου να δεις τον πρώτονε άντρα σου, τους φίλους, τους δικούς σου — τίποτα εσύ δε μούφταιξες, πάρα οι θεοί μου φταίνε που μούστειλαν τον πόλεμο και τα πολλά του δάκρια — 165 κι' εκείνο το θεόρατο για πες μου εκεί τον άντρα, πιος νάναι αφτός ο Δαναός, σφανταχτερός μεγάλος. Σ' ανάστημα, κι' άλλοι είναι εκεί και πιο αψηλοί· μα τέτιο λεβέντη ακόμα εγώ ποτές δεν είδα, μήτε τόσο αρχοντικό ναι, βασιλιάς μα την αλήθια μιάζει.» 170
Τότες τ' απάντησε η Λενιό, η λατρεφτή γυναίκα «Σε κλαίει, καλέ μου πεθερέ, σε συμπονά η ψυχή μου . . . Αχ άμποτε έτσι θάνατο κακό να προτιμούσα, τότες που ξέκοψα κι' εδώ μαζί ήρθα με το γιο σου, κι' άφισα σπίτι και δικούς κι' απάρθενή μου κόρη και τόσες μου συντρόφισσες, λαχταριστές νυφούλες! 175 Όμως δε γένηκε ... για αφτό και λιώνω μες στα δάκρια. Όσο για αφτό που με ρωτάς, εγώ να σ' το ξηγήσω. Αφτός εκεί είναι ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος, δίκιος αντάμα βασιλιάς κι' ακοντιστής παράξιος· κουνιάδο εγώ η κακόσουρτη έναν καιρό τον είχα.» 180
Είπε, κι' ο γέρος τον τηράει με θιαμασμό και κράζει «Ω καλομοίρη ζηλεφτέ πλουτόθρεφτε Αγαμέμνο, πόσους αλήθια Δαναούς ορίζει η δύναμή σου! Και στην αμπελωτή Φρυγιά μούτυχε εγώ να σύρω, και Φρύγες είδα αμέτρητους με παρδαλά πουλάρια, 185 του ξακουσμένου Μύγδονα και του Οτριά τ' ασκέρια που τότες είχαν σύνοδο στου Σαγγαριού τους όχτους· τι πήγα εκεί βοηθός κι' εγώ κι' ενώθηκα μαζί τους το χρόνο που οι αντρόκαρδες πλακώσανε Αμαζόνες· μα τόσοι σαν τους Δαναούς δεν είταν μήτε εκείνοι.» 190
Και το Δυσσέα βλέποντας ξαναρωτάει ο γέρος «Τήρα κι' εκείνον, κόρη μου, και πες μου αφτός πιος είναι. Δεν έχει την κορμοστασά του βασιλιά Αγαμέμνου, μα φαίνεται σαν πιο φαρδύς στις πλάτες και στα στήθια. Τάχει βαλμένα κατά γης τα πλουμιστά άρματά του, 195 και πηγαινόρχεται κοντά στους λόχους σα μπροστάρης. Έτσι ναι μιάζει, ακούρεφτο σαν κριάρι που διαβαίνει κοπάδι λες αρίφνητο απ' άσπρες προβατίνες.»
Τότες τ' απάντησε η Λενιό, του Δία η θυγατέρα «Αφτόν τον λεν πολύξερο Δυσσέα του Λαέρτη. 200 Στο Θιάκι, ένα πετρόνησο, γεννήθηκε, και ξέρει θες πονηριές κάθε λογής θες δύσκολες σοφίες.»
Γυρνάει τότε ο Αντήνορας και της Λενιός της κάνει «Ναι, κόρη μου, πολύ σωστά το λόγο αφτό τον είπες. Γιατί ήρθε μια φορά κι' εδώ ο θεϊκός Δυσσέας, 205 σταλμένος με το βασιλιά Μενέλα απ' αφορμή σου. Κι' έγινα εγώ προστάτης τους, τους φίλεψα στο σπίτι, κι' είδα τη γνώμη και των διο και τις βαθιές τους σκέψες. Τότες σαν πήγαν κι' έσμιξαν τη συντυχιά των Τρώων, όρθιοι, τους ώμους πιο αψηλά τους κράταε ο Μενέλας· 210 κάθουνταν, και πιο αρχοντικός φαινότανε ο Δυσσέας. Κι' όταν απέ έφτασε η στιγμή στο πλήθος να λαλήσουν, τότε ο Μενέλας γλήγορα και λίγα μίλαε λόγια, μα λίγα και καλά, επειδής πολύλογος δεν είταν και φωνακλάς μωρόγλωσσος ... ή σαν πιο νιος στα χρόνια. 215 Μα ολόρθος σαν τινάζουνταν ο γνωστικός Δυσσέας, έστεκε, χάμου βλέποντας, με μάτια στυλωμένα στη γης, και το ραβδί μπροστά για πίσω δεν κουνούσε, παρά το βάσταε ασάλεφτο σαν άπραχτος κανένας· λες είταν άθρωπος ζαβός, ξεκουτιασμένος έτσι. 220 Μα τη μεγάλη όμως φωνή σαν έχυνε απ' τα στήθια κι' οι λόγοι τούβγαιναν πυκνοί σα χιόνια το χειμώνα, θνητό δεν είχε πουθενά να φτάνει το Δυσσέα. Τότ' όχι! δεν τον βλέπαμε με τόση καταφρόνια.»
Τρίτο τον Αία βλέποντας ρωτάει ο γέρος πάλι 225 «Κι' αφτός πιος είναι ο Δαναός, ο αψηλός κι' ασίκης, που στο κεφάλι ξεπερνάει τους άλλους και στους ώμους;»
Τότες τ' απάντησε η Λενιό με το συρτό φουστάνι «Ο γίγας Αίας είναι αφτός, των Αχαιώνε πύργος. Και κοίτα εκεί το Δομενιά που στέκει απ' τ' άλλο μέρος 230 όμιος μ' αθάνατο θεό στων λόχων του τη μέση με γύρω του των Κρητικών τα πρώτα παλικάρια. Συχνά τον φιλοξένεβε ο καστανός Μενέλας σπίτι μας, πέρα οχ το νησί σαν έρχουνταν της Κρήτης. Και τώρα αχ! όλους βλέπω εγώ τους άλλους καπετάνιους όσους γνωρίζω και να πω κατέχω τ' όνομά τους· 235 μα διο δε βρίσκω μοναχά, τον αλογοτεχνίτη τον Κάστορα και το γερό στους γρόθους Πολυδέφκη, τους διο μου σύσπλαχνους που μια μας γέννησε μητέρα. Καν απ' τη λουλουδόστρωτη δε βγήκαν Λακωνία, καν φτάσανε ως εδώ κι' αφτοί με τα θαλάσσια πλοία, 240 μα τώρα στων αντρών δε θεν τη μάχη να προβάλουν σα ντροπιασμένοι απ' τις πολλές πομπές μου κι' ατιμίες.»
Έτσι είπε, μα τους διο αδερφούς το χώμα τους κρατούσε στη Σπάρτη εκεί μες στης γλυκιάς πατρίδας τους τον κόρφο. Και μέσα τότες στο καστρί οι διο διαλαλητάδες 245 κατέβαιναν με των θεών τα σεβαστά ορκιστήρια, με διο σφαχτά και πρόσγλυκο κρασί, της γης το θρέμμα, μες σ' ένα ασκί γιδίτικο. Και τα χρυσά ποτήρια μ' ένα κροντήρι π' άστραφτε κρατώντας ο Νιδαίος, πήγε στο γέροντα σιμά και τον παρακινούσε «Σήκω, του Λαουμέδου γιε, οι στρατηγοί σε κράζουν 250 των αντριωμένωνε Αχαιών, των αλογάδων Τρώων, να πάς στον κάμπο με σκοπό όρκους πιστούς να πάρτε. Τι τώρα ο πολεμόχαρος Μενέλας με τον Πάρη για τη Λενιό θα χτυπηθούν με τα μακριά κοντάρια, κι' ο νικητής λεν τη Λενιό κι' ας πάρει και το πράμα, 255 κι' όρκους εμείς ας κάνουμε αγάπης και φιλίας· έτσι την Τρια εμείς θάχουμε, κι' εκείνοι θα γυρίσουν στ' Άργος που θρέφει ομορφονιές και ζηλεφτά πουλάρια.»
Είπε, κι' ο γέρος σκιάχτηκε και κράζει στους συντρόφους να ζέψουν τ' άλογα· κι' αφτοί τα ζέβουν χέρι χέρι. 260 Απάνου τότε ανέβηκε και τα βοϊδήσα γέμια τέντωσε πίσω, κι' έπειτα στο πλουμισμένο αμάξι ανέβηκε ο Αντήνορας του βασιλιά από δίπλα· και μέσα απ' τη Ζερβόπορτα τραβάν κατά τον κάμπο.
Κι' όταν σε λίγο φτάσανε σιμά στα διο τ' ασκέρια, τότες ξεπέζεψαν στη γης που θρέφει κάθε πλάσμα, 265 και μες στη μέση πρόβαιναν των Αχαιών και Τρώων. Τότ' όρθιος τ' Άργους μονομιάς σηκώθηκε ο αφέντης, όρθιος και του Λαέρτη ο γιος. Κι' οι φημισμένοι κράχτες τα βάλανε όλα των θεών τα ορκιστήρια αντάμα, και το κρασί ανακάτωσαν μες στο λαμπρό κροντήρι, κι' έχυσαν να χεροπλυθούν νερό των βασιλιάδων. 270 Και σέρνοντας τ' Ατρέα ο γιος την κάμα πούχε πάντα κοντά στης σπάθας το μακρύ φηκάρι κρεμασμένη, τρίχες αρχίζει απ' των αρνιών να κόβει τα κεφάλια. Κι' οι κράχτες σαν τις μοίρασαν στους πρώτους καπετάνιους των Τρώων και των Αχαιών, στη μέση ο Αγαμέμνος αψά παράκληση άρχισε με σηκωμένα χέρια 275 «Δία πατέρα π' αψηλά ορίζεις απ' την Ίδα, μεγάλε μυριοδόξαστε! κι' εσύ Ήλιε που τα πάντα βλέπεις κι' ακούς! και Ποταμοί και Γης! κι' εσείς στον Άδη που σαν πεθάνει ο ψέφτορκος θνητός τον τιμωράτε, μαρτύροι νάστε και πιστούς φυλάτε εσείς τους όρκους! 280 Αν λάχει ο Πάρης σήμερα και σφάξει το Μενέλα, αφτός ας έχει τη Λενιό μ' όλο το βιός, και πίσω να πάμε εμείς στα σπίτια μας με τα θαλάσσια πλοία. Μα πες τον Πάρη ο καστανός πώς έσφαξε Μενέλας, οι Τρώες πίσω τη Λενιό μ' όλο το βιος να δώσουν 285 πλερώνοντάς μας πρόστιμο καθώς τεριάζει κιόλας, που να σταθεί παράδειγμα και των στερνών ανθρώπων. Μα αν δε θελήσει ο Πρίαμος κι' οι γιοί του να πλερώσουν το πρόστιμο, σα σκοτωθεί ο Πάρης, τότε ακόμα εγώ και για την πλερωμή θα μείνω εδώ, και πάντα 290 θα πολεμάω ως που να βρω την άκρη του πολέμου.»
Είπε, και κόβει των αρνιών με τ' άσπλαχνο λεπίδι τους λάρυγγες, και κατά γης σπαρταριστά τ' αφίνει ενώ ψοφούσαν· τι ο χαλκός τους πήρε τη ζωή τους. Κι' απ' το κροντήρι βγάζοντας κρασί με τα ποτήρια, 295 στάζουν και στους παντοτινούς θεούς περικαλιούνται. Κι' αφτούς τους λόγους έλεγε κάθ' Αχαιός και Τρώας «Δία κι' αθάνατοι θεοί, μεγάλοι δοξασμένοι! όπιοι τους όρκους βλάψουνε και πρωτοκακουργήσουν, έτσι όπως τρέχει το κρασί αφτό, και τα μιαλά τους 300 χάμου να τρέξουνε στη γης, κι' αφτών και των παιδιών τους, και το γυναικολόγι τους ας το χορτάσουν άλλοι.»
Και τότε ο γερο-Πρίαμος τους μίλησε δυο λόγια «Τρώες, ακούστε με, κι' εσείς Αργίτες παινεμένοι! Εγώ στ' ανεμοφύσητο καστρί γυρίζω πίσω, 305 τι δε βαστάν τα μάτια μου να δούνε το παιδί μου όταν με τον παληκαρά Μενέλα θα χτυπιέται. Μα αφτό, θαρρώ, του Κρόνου ο γιος το ξέρει, κι' οι αιώνιοι άλλοι θεοί, σε πιόνε τους γραφτό 'ναι να πεθάνει.»
Είπε ο ισόθεος θνητός, και στ' όμορφο του αμάξι 310 έβαλε μέσα τα σφαχτά, κι' ανέβηκε κι' ατός του, έπειτα πίσω τέντωσε τα γιαλισμένα γκέμια. Σιμά του κι' ο Αντήνορας ανέβηκε στ' αμάξι.
Αφτοί έτσι γύριζαν λοιπόν στο κάστρο ξαναπίσω· Κι' ο Έχτορας κι' ο θεϊκός Δυσσέας πρώτα πρώτα μετρούσαν την απόσταση. Και τους λαχνούς κατόπι 315 παίρνουν και μες σε χάλκινη περικεφαλιά τους σείνουν, πιος θα πρωτόρηχνε απ' τους διο το κοφτερό κοντάρι. Εκεί οι στρατοί τότ' άρχισαν παράκληση να κάνουν, προς τους αθάνατους θεούς σηκώνοντας τα χέρια. Κι' αφτούς τους λόγους έλεγε κάθε Αχαιός και Τρώας «Δία πατέρα π' αψηλά ορίζεις απ' την Ίδα, 320 μεγάλε μυριοδόξαστε! όπιος αφτά τα πάθια ανάμεσό μας τάβαλε, ναι κάνε αφτός να πέσει και στ' Άδη τα εφτάβαθα ως μέσα να κατέβει, κι' εμείς ας κάνουμε ξανά όρκους πιστούς αγάπης.»
Έτσι είπανε. Και τους λαχνούς ο Έχτορας κουνούσε τηρώντας πίσω· κι' αλαφρός του Πάρη πήδησ' όξω. 325 Κάθουνται τότες στη σειρά οι άλλοι, εκεί καθένας πούχε αφισμένα τ' άρματα, τα πίλαλά του ζώα. Κι' εκείνος βάζει στο κορμί την πλούσια αρματωσά του, της ομορφόμαλλης Λενιός ο ζηλεμένος άντρας. Έβαλε πρώτα τα γερά τουσλούκια στα καλάμια, 330 πανώρια, πούταν μ' αργυρά θηλύκια αρμοδεμένα. Κατόπι γύρω φόρεσε τα δίχουφτα στο στήθος τσαπράζα τ' αδερφού Λυκά, και τούρθαν στο κορμί του. Έπειτα γύρωθε κρεμάει στους ώμους του τη σπάθα, μ' ασημοκάρφια κεντητή και λεπιδοχαλκένια, κρεμάει και τη θεόρατη στεριόφτιαστή του ασπίδα. 335 Κι' έβαλε στο λεβέντικο κεφάλι τη φαντούσσα περκεφαλιά, που έτσι αγριωπή η αλογόφουντά της πας στην κορφή κυμάτιζε, και πήρε τ' αντριωμένο κοντάρι που του πάγαινε στη χούφτα του. Παρόμια, φορούσε κι' ο παλικαράς Μενέλας τ' άρματά του.
Σαν αρματώθηκαν λοιπόν, στο μέρος του ο καθένας, 340 μέσα στη μέση πρόβαιναν των Αχαιών και Τρώων, ρήχνοντας φοβερές ματιές, που πήγαν να παγώσουν οι Δαναοί οι χαλκόπλιστοι κι' οι αλογάδες Τρώες. Και τ' άρματα ανεμίζοντας, να φαγωθούν λυσσώντας, σταθήκανε, κοντά κοντά, στο μετρημένον τόπο. 345
Πρώτος ο Πάρης έρηξε το γλήγορο κοντάρι, και βρήκε την ολόιση ασπίδα του Μενέλα· μά δεν την τρύπησε ο χαλκός, μον στην ασπίδα μέσα στράβωσε η μύτη. Δέφτερος κινάει ο γιος τ' Ατρέα με το κοντάρι, κι' έκανε παράκληση στο Δία 350 «Αφέντη Δία, αχ βόηθα με τον άντρα να ξοφλήσω π' άρχισε πρώτος τ' άδικο, το θεϊκόνε Πάρη, και σκότωσ' τον τον άπιστο με το δικό μου χέρι, έτσι να μην κοτάει κανείς κι' απ' τους στερνούς αθρώπους να βλάφτει το φιλόξενο που δείχνει καλοσύνη!»
Είπε, και σιώντας τίναξε το γλήγορο κοντάρι 355 και χτύπησε τη στρογγυλή ασπίδα τ' Αλεξάντρου. Και το κοντάρι του περνάει τη φωτοβόλα ασπίδα, και μες στα μαστροδούλεφτα τού χώνεται τσαπράζα, και το σκουτί ίσα εκεί κοντά του σκίζει στο λαγγόνι· μά 'γυρε αφτός και σώθηκε απ' τον πικρό το χάρο. 360 Τότε ο Μενέλας βγάζοντας τη σπάθα, τη σηκώνει και μια του ζάφτει εκεί σπαθιά στου κράνου του το γρόμπο· μα τ' αργυρόκαρφο σπαθί τσακίστη απά στο γρόμπο σε τριά σε τέσσερα, κι' εφτύς του ξέπεσε απ' τα χέρια. Τότες τηράει τον ουρανό και ρήχνει μια βλαστήμια «Δία, από σένα λέω θεό δεν έχει πιο γρουσούζη! 365 Είπα δα πως την απιστιά θα γδικιωθώ του Πάρη· μα δές! στα χέρια μούσπασε η σπάθα, κι' απ' τη χούφτα τίναξα τ' όπλο έτσι άδικα χωρίς νάν τον καρφώσω!»
Είπε, και μ' ένα πήδημα τον άδραξε απ' τη φούντα, κι' έστριψε και στων Αχαιών το μέρος τον τραβούσε. 370 Και τ' ολοκέντητο λουρί τον έπνιγε από κάτου απ' τα καλόθρεφτα λαιμά, που τεντωτό κρατούσε τη χάλκινη περκεφαλιά δεμένη στο πηγούνι.
Και τότες θαν τον έπαιρνε και θ' αποχτούσε δόξα αφάνταση, μον στη στιγμή τον είδε η Αφροδίτη και το βοϊδόλουρο τού σπάει· κι' η περικεφαλαία 375 έτσι άδια πάγαινε μαζί με τ' αντριωμένο χέρι. Τότες αφτή την τίναξε στριφογυρίζοντάς την προς τους δικούς του, όπου οι πιστοί την πήρανε συντρόφοι· κι' ατός του πίσω πήδησε με το χαλκένιο φράξο, ναν τον σκοτώσει αφρίζοντας. Μονάχα η Αφροδίτη 380 τον άρπαξε έφκολα έφκολα, σα θέαινα, απ' τη μέση, τον σκέπασε μ' ένα πυκνό σκοτάδι, και τον πήγε και μες το μοσκομύριστο τον κάθισε γιατάκι. Έπειτα πήγε τη Λενιό να κράξει. Και τη βρήκε στον πύργο απάνου με πολλές τριγύρω παρακόρες, και με το χέρι την τραβάει οχ τ' αραχνιό φουστάνι, 385 όμια με μια παλαιϊκιά γηριά μαλλοτεχνίτρα, που τα πολύτιμα μαλλιά τής δούλεβε σαν είταν στον τόπο της, και πιο πολύ την αγαπούσε απ' όλες· όμια μ' αφτή, της μίλησε η ρόδινη Αφροδίτη «Έλα, κι' ο Πάρης σε ζητάει στον πύργο να γυρίσεις. 390 Αχ στολισμένο α θε τον δεις απ' ομορφιά πώς λάμπει μες το γιατάκι, απάνου εκεί στο τορνεφτό κρεβάτι! Λες από μάχη δε γυρνάει, λες σε χορό πως βγαίνει, ή το χορό πως τέλιωσε και τώρα πάει να κάτσει.»
Έτσι είπε, και της τάραξε τα σπλάχνα μες στα στήθια. 395 Σαν ένιωσε όμως της θεάς τ' αχτιδοβόλα μάτια. τα χαριτόμορφα λαιμά, τα στήθια που μαγέβουν, σκιάχτηκε τότες κι' άνοιξε τα χείλια ναν της κρίνει «Καλότυχη, τι θες μ' αφτά το νου να μου πλανέσεις; Μη θες πιο πέρα να με πας σε κάμια πλούσια χώρα, 400 στη Μαιονιά είτε στη Φρυγιά με τα πολλά τ' αμπέλια, αν έχεις κάνα νιο κι' εκεί ακριβαγαπημένο; Πώς τάχα τώρα νίκησε τον Πάρη ο γιος τ' Ατρέα και θέλει πίσω σπίτι του την έρμα να με πάρει, τώρα γι' αφτό μού κόπιασες με τα πλανέματά σου; 405 Σύρε σιμά του κάθησε και τους θεούς παραίτα, κι' ας μη σε παν τα πόδια σου στον Έλυμπο πια πίσω, Μον πάντα τυραγνιού μ' αφτόν και βλέπε τον στα μάτια ως που ή γυναίκα ή σκλάβα του στο τέλος να σε κάνει. Εγώ όμως δεν πηγαίνω εκεί μαζί του να πλαγιάσω. 410 Ντροπή είναι, και τι θάλεγαν οι Τρώισσες για μένα να θε τ' ακούσουν;... Φτάνει πια όσα με τρων σκουλήκια.»
Τότες του Δία θύμωσε η κόρη και της είπε «Μη μ' ερεθίζεις, άμοιρη, κι' απ' το θυμό σ' αφήκω, «και τόσο σ' οχτρεφτώ όσο πριν σ' αγάπησα περίσσα, 415 και πλέξω τρομερούς σκοπούς ανάμεσα στους διο τους, τους Τρώες και τους Αχαιούς, κι άσκημα εσύ τελειώσεις.»
Είπε, και τρόμαξε η Λενιό η διογεννημένη, κι' έφυγε αγάλια — σκεπαστή με την κατάσπρη μπόλια — κρυφά απ' τους Τρώες· κι' η θεά πήρε το δρόμο πρώτη. 420 Κι' άμα στου Πάρη φτάσανε τ' αρχοντικό παλάτι, τρέξανε αμέσως στη δουλιά οι άξιες παρακόρες, κι' εκείνη απάνω ανέβηκε, η λατρεφτή γυναίκα. Και πήρε τότε ένα σκαμνί η χρυσωπή Αφροδίτη και πήγε και τ' απίθωσε καταντικρύ του Πάρη. 425 Εκεί τότε έκατσε η Λενιό, του Δία η θυγατέρα, με μάτια προς τη γης σκυφτά, και τάψαλε τ' αντρός της «Ξανάρθες απ' τον πόλεμο... που έτσι να σ' είχε σφάξει ατον πόλεμο ο παλικαράς π' άντρα μου εγώ τον είχα! Εσύ παινιόσουν δα άλλοτες τον καστανό Μενέλα 430 πως τον νικάς στη δύναμη, στα χέρια, στο κοντάρι· μα σύρε κι' αντροκάλεσ' τον στήθος με στήθος τώρα να ξαναβγείτε ... Όμως εγώ σ' το λέω για το καλό σου, να πάψεις, κι' ασυλλόγιστα πολέμους μη γυρέβεις και μάχες με το βασιλιά Μενέλα να μου σταίνεις, 435 μήπως σε στρώσει γλήγορα με το κοντάρι χάμου.»
Κι' ο Πάρης τότε απάντησε και της Λενιός της είπε «Γυναίκα, μη με κατεχάς με τα πικρά σου λόγια. Τι τώρα με την Αθήνα με νίκησε ο Μενέλας, μα άλλοτε αφτόν κι' εγώ. Θεοί κι' εμάς μας παραστέκουν. 440 Μον πάμε τώρα το φιλί στο στρώμα να χαρούμε· τι τέτια φλόγα στην καρδιά δεν ένιωσα ποτές μου, μήτ' όταν πρώτα σ' άρπαξα απ' την πανώρια Σπάρτη και με τα πελαγόδρομα ταξίδεβα καράβια και στην Κρανιά εκεί σ' έσφιξα στην αγκαλιά, όσο τώρα 445 σε λαχταράω κι' αποθυμιά γλυκιά με κυριέβει.»
Έτσι είπε, και ξεκίνησε μπροστά κατά το στρώμα, και πίσωθε η ροδόθωρη Λενιό τον ακλουθούσε.
Αφτοί λοιπόν πλαγιάσανε στο τορνεφτό κρεβάτι, κι' ο γιος τ' Ατριά λες σα θεριό γυρνούσε μες στο πλήθος, ίσως ξανοίξει πουθενά το θεϊκόνε Πάρη. 450 Μα δε μπορούσε απ' τους βοηθούς κανείς μήτ' απ' τους Τρώες να δείξει τον Αλέξαντρο στον καστανό Μενέλα. Κι' όχι τον είδαν, και να πεις τον κρύβανε απ' αγάπη, τι σαν το μάβρο θάνατο τόνε μισούσαν όλοι.
Τότες τους είπε ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος 455 «Ακούστε, Τρώες και βοηθοί, κι' ακούστε με, Δαρδάνοι! Η νίκη φάνηκε θαρρώ του βασιλιά Μενέλα, και τώρα βγάλτε δώστε μας το βιος με την Ελένη, κι' έτσι όσο πρέπει πρόστιμο πλερώστε ακόμα, τέτιο που να σταθεί παράδειγμα και των στερνών ανθρώπων.» 460
Έτσι τους είπε, κι' οι λοιποί ζητωκραβγάνε Αργίτες.
Δ
Και στο χρυσόστρωτο οι θεοί τον πύργο με το Δία κάθουνταν κι' είχανε βουλή, και τους κερνούσε γύρω νεχτάρι η Ήβα· κι' οι θεοί με τα χρυσά ποτήρια ένας τον άλλο φίλεβε, κατά την Τρια τηρώντας. Άξαφνα ο Δίας βάλθηκε την Ήρα να κεντήσει 5 μ' ένα διο λόγια αγγιχτικά, κι' ορθά κοφτά μιλούσε «Έχει προστάτρες διο θεές ο βασιλιάς Μενέλας, την Ήρα την Αργίτισσα, την Αθηνά τη Σώστρα. Μα αφτές μακριά του κάθουνται και μόνο κάνουν χάζι τον κάμπο, μα η ροδόγελη όμως θεά Αφροδίτη 10 στον Πάρη πάντα 'ναι κοντά, τον βγάζει οχ τους κιντύνους, και τώρα μέσα απ' του φιδιού τον γλύτωσε το στόμα. Δεν έχει ωστόσο, νίκησε ο καστανός Μενέλας. Κι' εμείς ας δούμε αφτή η δουλιά πώς πρέπει να τελειώσει· θ' ανάψουμε άγριο πόλεμο και μάχες ξαναπίσω, 15 για λέτε πια να βάλουμε αγάπη ανάμεσό τους; Μα αν πάλι σας καλόρχεται και δε σας πολυνιάζει, ας μείνει η χώρα απείραγη του βασιλιά Πριάμου, και πίσω στ' Άργος η Λενιό ας πάει με το Μενέλα.»
Είπε, κι' αφτές κατσούφιασαν, η Αθηνά κι' η Ήρα. 20 Οι διο τους κάθουνταν, η μια κοντά κοντά στην άλλη, και για τους Τρώες συφορές στο νου τους μελετούσαν. Κι' η Αθηνά δεν έβγαλε μια λέξη, μον σωπούσε, κι' άγρια ας την έπιανε ο θυμός σκασμένη με το Δία· μα απ' το θυμό ξεχείλισε η Ήρα και του κάνει Τι είναι που κάθεσαι και λες, γιε φοβερέ του Κρόνου; 25 Πώς θες τους κόπους άδικα στη μέση να μ' αφήκεις, όσο ίδρωσα ίδρο κι' έσπασα τα ζα στρατολογώντας, τι του Πριάμου είχα στο νου το σόι να ξεκληρίσω. Κάν' το! όμως μερικοί θεοί, σ'το λέω, θα πικραθούμε.»
Τότες ο Δίας απαντάει βαριά αγαναχτισμένος 30 «Καλότυχη, μα τι λοιπόν! τόσα κακά σου κάνουν ο Πρίαμος κι' όλοι του οι γιοί, που πολεμάς αιώνια να τους ρημάξεις σύριζα τη μυριοπλούσια χώρα; Ας δύνουσουν μονάχα εσύ να μπεις στο κάστρο μέσα κι' ωμό να φας τον Πρίαμο, να φας και τα παιδιά του 35 μ' όλους τους Τρώες, τότες πια θα χόρταινε ο θυμός σου. Κάνε όπως θες! μα κοίταζε μη βγάλει αφτή η διχόνια ανάμεσό μας έπειτα καμιά μεγάλη αμάχη. Μα άκου, ένα λόγο θα σου πω και να μου τον θυμάσαι. Σαν κάνω απόφαση κι' εγώ και θέλω να χαλάσω 40 κάστρο κανένα όπου ίσως ζουν αθρώποι αγαπητοί σου, να μη μου φέρνεις στο θυμό αμπόδια, μον ν' αφήκεις. Σούδωκα θέλοντας κι' εγώ, και μ' άθελα όμως σπλάχνα. Γιατί όσες χώρες βρίσκουνται στον ήλιονε από κάτου και στον αστρόφωτο ουρανό θνητοκατοικημένες, 45 απ' όλες πιο πολύτιμη αφτή είταν της καρδιάς μου, η Τρία η μεγάλη, ο Πρίαμος, κι' ο ξακουστός λαός του. Τι προσφορές δεν έλειπαν ποτές απ' το βωμό μου, σταλιές και τσίκνα· αφτό κι' εμάς μας έλαχε πρεσβιό μας.»
Τότες τ' απάντησε η κυρά, η μαρμαρόλαιμη Ήρα 50 «Τώρα τρεις χώρες έχω εγώ πολύ πιο λατρεμένες, τ' Άργος, και την πλατύδρομη Μυκήνα, και τη Σπάρτη, και ρήμαξε τες αν ποτές τις οχτρεφτεί η καρδιά σου· κι' αφτές δε σ' τις αρνιέμαι εγώ και δεν τις διαφεντέβω. Τι κι' αν αρνιέμαι κι' αν ζητώ αμπόδια να σου βάλω, 55 τι κατορθώνω πούσαι εσύ πολύ πιο δυνατός μου; Όμως δεν πρέπει να χαθεί μήτε ο δικός μου ο κόπος, τι είμαι θεά μαθές κι' εγώ, ίδια μαζί σου φύτρα, και πιο ολωνώνε σεβαστή γεννήθηκα απ' τον Κρόνο, κι' ως πρώτη γέννα κι' επειδής με λεν δικό σου τέρι, 60 εσένα π' όλων των θεών είσαι οριστής κι' αφέντης. Μα παραχώρησες σ' αφτά θα κάνουμε κι' οι διο μας, εμένα εσύ και πάλι εγώ εσένα θα σου κάνω, κι' οι άλλοι αθάνατοι θεοί θα παν κατά πώς πάμε. Μον τώρα πες της, μην αργείς, της Αθηνάς να τρέξει στους πολυτάραχους στρατούς των Αχαιών και Τρώων, 65 κι' έτσι να κάνει π' άπιστα ν' αρχίσουν πρώτοι οι Τρώες και να χτυπάν τους Αχαιούς που κέρδισαν τη νίκη.»
Έτσι είπε, και την άκουσε ο κεραβνοτινάχτης, και λέει εφτύς της Αθηνάς δυο φτερωμένα λόγια «Πήγαινε κάτου στο στρατό δίχως στιγμή να χάσεις, 70 κι' έτσι να κάνεις π' άπιστα ν' αρχίσουν πρώτοι οι Τρώες και να χτυπάν τους Αχαιούς που κέρδισαν τη νίκη.»
Έτσι είπε, και ξαπόστειλε την Αθηνά στα πλήθη, όπως κι' εκείνη ώρα πολλή να τρέξει λαχταρούσε, κι' απ' του Ελύμπου χύθηκε, τα κορφοβούνια κάτου. Πώς τ' άστρο φαίνεται που ο γιος του Κρόνου σφεντονίζει, 75 κι' είναι σημάδι ή σε λαό πολύστρατο ή σε νάφτες, λαμπρό, και σπίθες άπειρες στο δρόμο του σκορπάνε· σαν τέτιο αστέρι χύθηκε κι' αφτή ίσια προς τον κάμπο, κι' έπεσε ανάμεσα στους διό. Και κοίταζαν με τρόμο οι φτερουγόποδοι Αχαιοί κι' οι αλογάδες Τρώες. 80 Κι' έτσι ο καθένας έλεγε, στο γείτονα γυρνώντας «Για πάλι πόλεμος κακός θ' ανάψει κι' άγρια μάχη, για βάζει ανάμεσα στους διο αγάπη ο γιος του Κρόνου, πούναι στον κόσμο μοιραστής στημένος του πολέμου.»