Ιλιάδα

Part 30

Chapter 3029 wordsPublic domain

Κι' οι άλλοι αθάνατοι θεοί κι' οι άντρες, καρωμένοι από βαθύ ύπνο μαλακό, κοιμούντανε όλη νύχτα· μα του Ερμή τ' αργοφονιά δεν του κατέβαιν' ύπνος, τι όλο λογάριαζε το πώς να βγάλει οχ τα καράβια 680 το γέρο Πρίαμο, κλεφτά απ' των φρουρών το λόχο. Κι' απάνου απ' το κεφάλι του πάει στέκει και του κάνει «Γέρο, το βλέπω, οι συφορές δε σε τρομάζουν, που έτσι κοιμάσαι ακόμα από πολλούς οχτρούς τριγυρισμένος, τι ο Αχιλέας σ' άφισε. Και τώρα ναι τον πήρες 685 το γιο σου αδρά πλερώνοντας, μα εσένα ο Αγαμέμνος κι' οι Δαναοί αν σε νιώσουνε, σαν τρίδιπλα οι δικοί σου οι γιοι ίσως δώσουν, ζωντανό για να σε πάρουν πίσω.»

Είπε, κι' ο γέρος σκιάχτηκε κι' εφτύς ξυπνάει τον κράχτη. Τ' άλογα τότες ο Έρμης τους ζέβει και μουλάρια, 690 και μόνος του ίσα τα χτυπάει κατά τον κάμπο πέρα γοργά γοργά, χωρίς ψυχή να νιώσει πως περνούσαν. Μα όταν στον πόρο φτάσανε τ' ασώπαστου Σκαμάντρου, τ' ώριου ποτάμου πούκανε ο βροχοδότης Δίας, τότε ο Έρμης τους άφισε στον Έλυμπο να σύρει, και βγήκε η ρόδινη η αβγή τους κάμπους να φωτίσει. 695

Κι' εκείνοι οι διο με κλάματα και δάκρια προχωρούσαν κατά την Τρία με το νεκρό μες στο πανώριο κάρο. Και δεν τους είδε πριν κανείς, θες άντρας θες γυναίκα, παρά η Κασσάντρα η όμορφη σα χρυσωπή Αφροδίτη στην άκρη ανέβη και θωράει το γέρο της πατέρα 700 όρθιο με τον καλόφωνο μέσα στ' αμάξι κράχτη, και το νεκρό 'δε πούφερναν τα διο μουλάρια πίσω στο στρώμα απάνου πλαγιαστό. Και μπήγει εφτύς το κλάμα και κράζει με ξεφωνητά σ' όλη τη χώρα κάτου «Άντρες γυναίκες, τρέξτε εφτύς τον Έχτορα να δείτε... Πασίχαρι αχ τον βλέπατε σα γύριζε οχ τη μάχη 705 σ' άλλους καιρούς, τι του λαού χαρά 'ταν και καμάρι.»

Είπε, κι' αφτού δεν έμεινε ψυχή — γυναίκα ή άντρας — στη χώρα, τι όλους έπιασε αβάσταχτη σα λύπη, μον παν τους σμίγουν στο πορτί με το νεκρό στο κάρο. Πρώτες στο κάρο χύθηκαν μαδώντας τα μαλλιά τους 710 η μάννα κι' η γυναίκα του, και το νεκρό κεφάλι κρατούσαν· κι' έκλαιγε ο λαός τριγύρω πυκνωμένος. Εκεί όλη μέρα το νεκρό ως να βουτήξει ο ήλιος με δάκρια θάκλαιγαν πικρά μπροστά στο καστροπόρτι, μόνε απ' τ' αμάξι φώναξε σ' όλους τριγύρω ο γέρος 715 «Κάντε μου τόπο να διαβούν τ' αμάξια, και κατόπι χορταίνετε όλοι κλάψιμο όταν τον πάω στον πύργο.»

Είπε, κι' αφτοί παραμερούν κι' αφίνουν να περάσει.

Έτσι σαν πήγαν το νεκρό στον όμορφό του πύργο, τον πήραν και τον έβαλαν στο τορνεφτό κλινάρι, κι' άρχισε εκεί των γυναικών το μοιρολόϊ τριγύρω. 720

Κι' η Αντρομάχη η λυγερή το κλάμα αρχίζει πρώτη, 723 την κεφαλή του Έχτορα στα χέρια της κρατώντας «Άντρα μου, νιος μου χάθηκες και χήρα νια μ' αφίνεις 725 στον πύργο εδώ, κι' ο γιόκας μας μικρούλης έτσι ακόμα που εσύ κι' εγώ τον κάναμε, μηδέ θα δει πια νιότη, τι πριν — ναι, κάτι μου το λέει — η χώρα αφτή ως στο κάστρο θα ρημαχτεί, τι εσύ ο φρουρός να! πήγες, που φρουρούσες και κάστρο και μικρά παιδιά κι' αρχοντικές γυναίκες, 730 που τώρα με καράβια οχτρών ταχιά θα παν στα ξένα, και θενά πάω μαζί κι' εγώ... Τότες κι' εσύ, παιδί μου, μαζί μου ή θάρθεις στη σκλαβιά και θα σκλαβοδουλέβεις εκεί στα ξένα από σκληρό αφέντη αγγαρεμένος, ή — ω φρίκη! — θα σε πιάσει οχτρός, θα ρήξει σε οχ τον πύργο, 735 με πάθος που ίσως τούσφαξε ο Έχτορας το γιο του τον πατέρα ή αδερφό· τι απ' το χαλκό του πλήθος Αργίτες δάγκασαν της γης τ' αμέτρητα λιθάρια, τι σα θεριό ο πατέρας σου είταν στη μάχη πάντα. 739 Για αφτό όλος τον θρηνά ο λαός μες στ' αψηλό μας κάστρο... κι' έκανες θρήνους να ποθούν και κλάματα οι γονιοί σου, Έχτορα· εγώ όμως θαν τα πιω τα πιο πολλά φαρμάκια, τι ξεψυχώντας, άντρα μου, δε μ' άπλωσες τα χέρια, δε μούπες λόγο σου γλυκό, που πάντα ... νύχτα μέρα ... ναν τον θυμάμαι και βροχή τα δάκρια μου να τρέχουν.» 745

Έτσι θρηνούσε, κι' έπειτα βογγούσανε οι γυναίκες.

Τότε η Εκάβη δέφτερη τα μοιρολόγια στήνει «Έχτορα, εσύ των σπλάχνων μου το λατρεφτό βλαστάρι, είχες και πρώτα των θεών σα ζούσες την αγάπη, μα και στου χάρου σου έπειτα σε φρόντισαν την ώρα. 750 Τι τ' άλλα μου παιδιά ο γοργός σαν τάπιανε Αχιλέας, αντίκρυ — τον ψαρύ γιαλό περνώντας — τα πουλούσε, στη Νίμπρο ή Λήμνο ή στο νησί της πεφκωμένης Σάμος· μα εσένα σα σε σκότωσε με τ' άπονο κοντάρι, όλο τριγύρω σ' έσερνε στου βλάμη του τον τάφο 755 που τούσφαξες... μα τάχα τι, μην τον ανάστησε έτσι;.... μα κοίτεσαι όμως δροσερός κι' απείραχτος στον πύργο, σαν κάπιος που ο δοξαριστής λες ήρθε γιος του Δία και σπίτι του τον θέρισε με τις πυκνές σαΐτες.»

Έτσι θρηνούσε, κι' άναψε αχόρταστο 'να κλάμα. 760

Τρίτη η πεντάμορφη αρχινάει Λενιό τα μοιρολόγια «Έχτορα, ο πιο λαχταριστός κουνιάδος της καρδιάς μου, άντρας μου ναι ο θεόμορφος ο Πάρης που στην Τροία μ' έφερε εδώ ... που έτσι ο γιαλός να μ' είχε πνίξει πρώτα! Τι είκοσι χρόνια πέρασαν ως τώρα που μαζί του 765 πήρα από κει τα μάτια μου κι' αφήκα την πατρίδα, μα ακόμα λόγο ή προσβολή δεν άκουσα πικρό σου· μα κι' άλλος να με μάλωνε στον πύργο, θες κουνιάδος θες συνυφάδα μου ή κουνιά θες τάχα η πεθερά μου — μα ο πεθερός γλυκόλογος λες σαν πατέρας πάντα — 770 εσύ με μια σου συμβουλή τη γνώμη τους γυρνούσες. Για αφτό κι' εσένα κλαίω γω με σπλάχνα πληγωμένα, 773 θρηνάω μαζί κι' εμένανε· τι φίλο πια δεν έχω, λόγο καλό δε θ' αγρικώ, τι μ' αποστρέφουνται όλοι.» 775

Έτσι είπε, κι' έκλαιγε έπειτα το πυκνωμένο πλήθος.

Και τότε ο γέρο-Πρίαμος στους Τρώες λέει διο λόγια «Τώρα, παιδιά μου, σύρτε πια για ξύλα, δίχως φόβο από καρτέρι των οχτρών. Τι πριν ο Αχιλέας δε θα μας βλάψει — μούταξε σα μ' έστελνε απ' τα πλοία — 780 πριν η δωδέκατη η αβγή γλυκοχαράξει πρώτα.»

Είπε, κι' αφτοί στα κάρα τους τα βόδια και μουλάρια ζέβουν, και χέρι χέρι ομπρός μαζέβουνται στη χώρα. Μέρες εννιά σωρούς σωρούς τα ξύλα κουβαλούσαν· μα πια σα βγήκε η δέκατη θνητοφωτίστρα αβγούλα, 785 βγάζουν τον άτρομο Έχτορα με θρήνους, και στων ξύλων παν και τον θέτουν την κορφή, κι' απέ φωτιά τους βάζουν.

Και να! προβάλλει η χαραβγή απ' τα σκοτάδια πάλε, και τότες γύρω στη φωτιά συνάζουνται όλοι οι Τρώες. Κι' όλος σαν έφτασε ο λαός και στάθηκαν τριγύρω, 790 πρώτα με κόκκινο κρασί σβύνουν τα ξύλα, ως πέρα που πήγε η φλόγα, κ' ύστερα τ' αδέρφια κι' οι συντρόφοι μαζέβουν τ' άσπρα κόκκαλα μοιρολογώντας όλοι, κι' έτρεχαν δάκρια πύρινα στα μαγουλά τους κάτου. Έπειτα σε χρυσό σταμνί τα παίρνουν και τα βάζουν 795 που μ' άλικα το σκέπασαν σκουτιά απαλοφασμένα· τότες σε λάκκο βαθουλό τα χώνουν, κι' από πάνου χοντρά λιθάρια 'να σωρό σωριάζουν χέρι χέρι. Κι' αμέσως μνήμα τούσκαψαν, κι' είχαν στημένους γύρω παντού σκοπούς μην τύχει πριν κι' οι Δαναοί πλακώσουν. 800 Κι' αφού το μνήμα τέλειωσαν, παν πίσω· και κατόπι μαζέβουνται όλοι ταχτικά και κάθουνται να φάνε στον πύργο του διόσπαρτου του βασιλιά Πριάμου.

Έτσι τότε έγινε ο θαμός τ' αλογομάχου Εχτόρου.

Λίβερπουλ, 1 του Σταβρού 1901