Part 3
Ένιωσε εκείνος τη φωνή πως η θεά λαλούσε, και τρέχει, πέρα ρήχνοντας την κάπα· κι' ο Βρυβάδης την πήρε, ο κράχτης ο Θιακός, που πάγαινε μαζί του· κι' ατός του τρέχοντας κοντά στον Αγαμέμνο, παίρνει 185 εφτύς το γονικό ραβδί απ' τ' αρχηγού τα χέρια, τ' άλιωτο πάντα, και περνάει τα πλοία πέρα δώθες.
Κι' όπιο σημαντικό αρχηγό ή πρόκριτο απαντούσε, σίμωνε και με φιλικά τόνε σταμάταε λόγια «Ντροπής σου, αδρέφι, να δειλιάς σαν πρόστυχος! Μον κάθου 190 κι' εσύ ήσυχος, περιόριζε και τ' άλλα παλικάρια. Τι δεν καλοκατέχουμε ακόμα σαν τι πράμα έχει στο νου τ' Ατρέα ο γιος· μας δοκιμάζει τώρα, μα θα παιδέψει γλήγορα των Αχαιών τα' ασκέρι. Ότο είπε μέσα στη βουλή δεν τ' αγρικήσαμε όλοι. Μήπως θυμώσει ο βασιλιάς τηράξτε και μας βλάψει, 195 κι' είναι ο θυμός του φοβερός, και τούδωκε εξουσία ο Δίας, και τον αγαπάει αφτόνε ο γιος του Κρόνου.»
Μα όπιο θωρούσε απ' το λαό να σκούζει, του τραβούσε μια δυο ραβδιές, και τούλεγε με θυμωμένα λόγια «Βρε μη κουνιέσαι κι' άκουγε τους άλλους τι θα πούνε, 200 πούναι απ' τα σένα ανότεροι! Εσύ δειλός κι' ανάξιος, μες στη βουλή αλογάριαστος, αψήφιστος στη μάχη. Δε θα ορίσουμε όλοι δα εδώ, μικροί μεγάλοι. Κακό 'ναι η πολυκεφαλιά· μια κεφαλή μονάχα, ένας ας είναι βασιλιάς, σ' αφτόν που ο γιος του Κρόνου αρχής ραβδί του χάρισε και νόμους για να κρίνει.» 205
Έτσι λοιπόν τους πρόσταζε και πίσω τους βαρούσε, και πάλι αφτοί στη συντυχιά προστρέχανε απ' τα πλοία κι' απ' τις καλύβες με βουή, παρόμια σαν το κύμα του πολυτάραχου γιαλού, που σ' ακρογιάλι απάνου μεγάλο κοματιάζεται κι' η θάλασσα μουγκρίζει. 210
Κι' οι άλλοι κάθουντ' ήσυχοι στις θέσεις τους και μένουν, μονάχα ακόμα ο φαφλατάς Θερσίτης θορυβούσε, πούξερε πάντα ένα σωρό παλάβρες ν' αραδιάζει, και με τους πρώτους τάβαζε, τρελά με δίχως τάξη, ότι θα κάνει νόμιζε τους άλλους να γελάσουν. 215 Άλλο πιο μισερό κορμί δεν ήρθε πέρα απ' τ' Άργος. Είταν αλλίθωρος, κουτσός απ' τόνα πόδι, μ' ώμους γυρτούς που μέσα πέφτανε στα στήθια, με χουνήσο κεφάλι, μόλις λιγοστές πασπαλισμένο τρίχες. Αφτόνε πιο τον μάχουνταν απ' όλους ο Δυσσέας 220 κι' ο Αχιλιάς· γιατί μ' αφτούς φιλονεικούσε πάντα. Και τότες πάλι με φωνή μεγάλη βλαστημούσε τον Αγαμέμνο· κι' άκουγαν τα λόγια μ' αναγούλα οι Δαναοί, και θύμωναν στα βάθια της καρδιάς τους. Μα αφτός με βροντερές φωνές δεν έπαβε να σκούζει «Τ' Ατρέα γιε, τι φταίξαμε και πάλι; τι σου λείπει; 225 Γιομάτο το καλύβι σου μαθές χαλκό, γυναίκες έχεις πολλές και διαλεχτές, που πρώτα πρώτα εσένα σ' τις δίνουμε άμα μπούμε εμείς σε κάνα πλούσιο κάστρο. Ή το χρυσάφι ακόμα θες που τύχει να μας φέρει και κάνας Τρώας προεστός για ξαγορά του γιου του, 230 που εγώ δεμένονε ή κανείς εδώ τον έφερε άλλος, ή καμιά κόρη πούφερε ναν την κρατήσει χώρια και μόνος ναν τη χαίρεται και ναν την αγκαλιάζει; Είσαι αρχηγός μας κι' άπρεπο να μας ποτίζεις πίκρες. Ά κολοκύθες, σίχαμα του κόσμου, Αργιτοπούλες, 235 όχι πια Αργίτες, πάρτε βρε τα πλοία να τραβάμε, κι' ας μένει αφτός το βιος του εδώ κι' ας το ζεσταίνει μόνος, κι' έτσι θα μάθει κι' αν εμείς φελάμε ή δε φελάμε. Πού τώρα ακόμα πρόσβαλε τον Αχιλιά, έναν άντρα πιο δυνατό του και πολύ· τι το πρεσβιό του πήγε και τ' άρπαξε με το στανιό. Μα αλήθια αφτός δεν έχει 240 λίγη, Αγαμέμνο, μέσα του χολή, μον παραβλέπει· αλλιώς, αφτή σου η αρπαγή θενάταν κι' η στερνή σου.»
Όμως εκεί τον αρχηγό που τον κακολογούσε, να κι' ο Δυσσέας στη στιγμή προφταίνει και του ρήχνει μια άγρια ματιά, και με θυμό τού σταματάει τη γλώσσα 245 «Θερσίτη παλαβόστομε, που ξέρεις να φωνάζεις, στάσου, και μόνος μη ζητάς μ' εμάς να λογοφέρνεις! Γιατί από σένα λέω εγώ κορμί πιο σιχαμένο εδώ κανένα με τους γιους δεν άραξε τ' Ατρέα, και δε σου πάει τους αρχηγούς νάχεις εσύ στο στόμα, 250 κι' όλο για κείνους μ' άτσαλα να ρητορέβεις λόγια, και στα πανιά να στέκεσαι μη βρεις καιρό να φύγεις. Πώς θάβγει ακόμα αφτή η δουλιά κανείς δεν καλοξέρει, αν για καλό μας ή κακό θ' αφίναμε την Τροία. 253 Μον ένα λόγο θα σου πω που θα τον δεις να γίνει. 257 Έτσι αν σε τύχω άλλη φορά σαν τώρα να σαλιάζεις, δε θέλω το κεφάλι μου στους ώμους πια να στέκει, ή πίσω ζωντανό να βρω στο σπίτι το παιδί μου, 260 αν δε σε πιάσω κι' όλα σου τα ρούχα αν δεν σ'τα βγάλω — την κάπα, το πουκάμισο, κι' όσα φοράς στη φύση — και μ' άσκημο απ' τη συντυχιά στυλιάρι αν δε σε διώξω, που έτσι κλαμένος και γυμνός να τρέχεις στα καράβια.»
Έτσι είπε, και με το ραβδί την πλάτη και τους ώμους 265 του κοπανάει γερά, κι' αφτός τη ράχη ανασηκώνει και δάκρυ χύνει φλογερό. Και πρήξιμο στην πλάτη αίμα γιομάτο ανέβηκε απ' του ραβδιού το χτύπο. Και ζαρωμένος κάθησε, και νιώθοντας τον πόνο τούρηξε μίσους μια ματιά και σφούγγισε το δάκρυ. Κι' οι άλλοι χασκογέλασαν κι' ας είταν πικραμένοι, 270 κι' έτσι ο καθένας έλεγε στο γείτονα γυρνώντας «Πόσα καλά κι' ωφέλιμα κάνει ο Δυσσέας πάντα, πρώτος να δίνει συβουλές σοφές και να μας βγάζει στη μάχη! Μα το πιο καλό αφτό 'ναι τώρα απ' όλα, που τον αφτάδη αφτό λογά του βούβανε τη γλώσσα. 275 Δε θα κοτήσει γλήγορα και πάλι ο ξεπαρμένος των βασιλιάδων μας βρισές να σκούζει και βλαστήμιες.»
Έτσι είπαν. Κι' ο καταχτητής σηκώθηκε Δυοσέας, το χρυσοκέντηνο ραβδί κρατώντας· και σιμά του του Δία η κόρη η Αθηνά, μ' όψη σα νάταν κράχτης, 280 φώναζε του λαού σωπή να κάνουν, για ν' ακούσουν όλοι το λόγο οι Δαναοί, κι' οι μπροστινοί κι' οι πίσω, και τη βουλή του βασιλιά να δουν, να καταλάβουν. Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι' είπε «Τ' Ατρέα γιέ, έβαλαν βουλή να σε κακοντροπιάσουν τώρα πια, αφέντη, οι Δαναοί στα μάτια των ανθρώπων, 285 κι' όσα σου τάξανε ξεχνούν ακόμα σαν κινούσαν στην Τροία απ' τ' Άργους νάρθουνε τ' αλογοθρόφα μέρη, να μη γυρίσουν πίσω εξόν σαν πάρουνε το κάστρο· τι σαν ανήλικα παιδιά ή σα γυναίκες χήρες κλαίγουνται ο ένας τ' αλλουνού και πίσω θεν να πάνε. 290 Δε λέω, μπορεί κι' ο άνθρωπος να βαρεθεί στο τέλος τους κόπους, και στο σπίτι του να θέλει να γυρίσει. Κι' ένα φεγγάρι εδώ αν αργείς το τέρι σου να σμίξεις, στενάζεις μες στ' ανάφρυδο καράβι σα σε σπρώχνει αλάργα η βαρυχειμωνιά και τ' αγριεμένο κύμα· μα εμείς, μας βρήκε ο έννατος που κυκλοφέρνει χρόνος 295 ασάλεφτους εδώ. Για αφτό δεν είναι κατηγόρια που τα παιδιά ανυπομονούν να φύγουν. Μα και πάλι ντροπής καιρό να λείπουμε και να γυρίσουμε άδιοι. Θάρρος, παιδιά! έλα ας μείνουμε μια στάλα ως που να δούμε, τάχα μαντέβει ψέματα ο Κάρχας ή κι' αλήθια. 300 Τι το θυμόσαστε καλά ακόμα αφτό — μαρτύροι είστε όλοι εσείς που η συνοδιά δεν άρπαξε του χάρου — σα χτες προχτές, τη σύναξη σαν είχαν τα καράβια μες στην Αβλίδα για να βγουν τους Τρώες να βαρέσουν, εμείς στους άγιους τους βωμούς, στο κεφαλάρι γύρω, 305 σφάζοντας βόδια απ' τους θεούς ζητούσαμε βοήθια στον ήσκιο ωραίας πλατανιάς, όθε έτρεχε καθάριο το ρέμα — τότες φάνηκε μεγάλο 'να σημάδι. Δράκος με ράχη κόκκινη σαν αίμα, φρίκη τέρας, π' ατός του ο Δίας τόβγαλε στο φως, πηδά από κάτου απ' το βωμό, κι' ολόισα στην πλατανιά ανεβαίνει 310 Κι' εκεϊ είταν νιόσκαστα πουλιά, έτσι μικρούλια ακόμα, στην άκρη άκρη, στου δεντρού την πύκνα ζαρωμένα, οχτώ, κι' η μάννα τους εννιά που τάχε κλωσσισμένα. Και τ' άκουγες π' απάνου εκεί με κλάμα σπαρταρούσαν μέσα στο στόμα του φιδιού. Κι' η μάννα γύρω γύρω 315 πετούσε, τα πουλάκια της θρηνώντας· μα το φίδι γυρνάει, και μες στους θρήνους της την πιάνει απ' τη φτερούγα. Και σαν την αποτέλιωσε κι' αφτή και τα πουλιά της, το θάμα θέλησε ο θεός, που τόδειξε, για πάντα γνωστό να μείνει, και άλλαξε το δράκο σε λιθάρι. Κι' εμείς στεκόμαστε άφωνοι να δούμε τέτιο θάμα. 320 Μα μόλις είδε των θεών τα φοβερά σημάδια ο Κάρχας στους βωμούς, κι' εφτύς μαντολογώντας είπε Και τι σας πιάστηκε η λαλιά, Αργίτες παινεμένοι; Σημαντικά ο βαθύβουλος του Κρόνου γιος σημάδια για μας αφτά φανέρωσε, κι' η φήμη τους αιώνια θα ζήσει, μα σημάδια αργά αργοκατορθωμένα. 325 Καθώς και μάννα και πουλιά τάφαγε τώρα ο δράκος, οχτώ, κι' η μάννα τους εννιά που τάχε κλωσσισμένα, το ίδιο εννιά κι' εμείς αφτού θα πολεμάμε χρόνια· στα δέκα απάνου, το καστρί στα χέρια μας θα πέσει.' Έτσι είπε, και τα λόγια του τώρα αληθέβουν όλα. 330 Ελάτε, παλικάρια μου, λοιπόν, και μείνετε όλοι εδώ, ως που ναν την πάρουμε τη μυριοπλούσια χώρα».
Είπε, και ζητωκράβγασαν οι Δαναοί, και γύρω χιλιόστομα αντιλάλησε απ' τη φωνή η αρμάδα, κι' όλοι τα λόγια παίνεσαν του θεϊκού Δυσσέα. 335
Τότες τους λέει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης «Ω Θέ μου! αλήθια σαν παιδιά στη συντυχιά μιλάτε αθώα, που δεν πιάσανε ποτές σπαθί στο χέρι. Κι' οι συφωνίες μας λοιπόν τι θα γενούν κι' οι όρκοι 339 κι' οι άδολες δεξές σταλιές που παίρναμε όλοι θάρρος; 341 Φωτιά να κάψει τις βουλές και σκέψες των ανθρώπων! 340 γιατί άκαρπα μαλώνουμε με λόγια, και μια λύση να βρούμε δε μπορέσαμε τόσον καιρό εδωπέρα. Μα εσύ, Αγαμέμνο, αλύγιστη μ' απόφαση, σαν πρώτα, οδήγα πάντα το λαό στους φονικούς πολέμους, 345 κι' εκείνους άσ' τους να χαθούν, έναν και διο, που χώρια απ' το στρατό βουλήθηκαν στο νου τους — από τέτιους δεν έχει προκοπή — να παν στον τόπο τους πριν δούμε ψέμα για αλήθια θα φανεί το τάξιμο του Δία. Τι ναι μας είπε, εγώ θαρρώ, απ' τα ουράνια ο Δίας 350 τη μέρα που τα γλήγορα καράβια ξεκινούσαν, σφαγή και χάρο φέρνοντας στους Τρώες, και δεξιά μας άστραφτε εκείνος και καλά μας έδειχνε σημάδια. Ας μη βιαζόμαστε λοιπόν να πάμε πίσω στ' Άργος, πριχού χορτάσουμε κι' εμείς των Τρώων τις γυναίκες 355 και της Λενιός ξοφλήσουμε τις πίκρες και ξαγρύπνιες. Μα όπιος να φύγει βάρθηκε καλά και σώνει, ας έβγει να βάλει χέρι στο γοργό καλόδετο καράβι, για να κατέβει αρχύτερα των αλλωνών στον Άδη. Μα, αφέντη, κρίνε ορθά κι' εσύ, μα αγρίκα και τους άλλους, 360 κι' ο λόγος τώρα που θα πω δεν είναι ναν τον ρήξεις. Κατά γενιές τους Αχαιούς και κατά έθνη σάξ' τους, γενιά βοήθια σε γενιά κι' έθνος να φέρνει σ' έθνος. Αν έτσι κάνεις κι' ο στρατός δεν παρακούσει, τότες θα δεις πιος αρχηγός κιοτής και πιος είναι αντριωμένος, 365 και πιο απ' τα σώματα· γιατί θα πολεμάνε χώρια· θα πεις κι' αν θεϊκιά από οργή το κάστρο αν δεν κουρσέβεις ή κι' από δείλια των αντρών κι' αγνωροσύνη μάχης.»
Τότες γυρνάει στο Νέστορα και λέει ο Αγαμέμνος «Κανείς αλήθια, γέρο μου, στους λόγους δε σου βγαίνει. 370 Ε και αν σούχα, Δία μου κι' εσύ Αθηνά κι' Απόλλο, ως δέκα συβουλάτορες μονάχα ναν του μιάζουν! Γλήγορα τότες θάβλεπαν γονατιστή την Τροία και σκλαβωμένη απ' τα βαριά να ρημαχτεί σπαθιά μας. Μα να! ο φουρτουνοκράτης γιος μ' οργίστηκε του Κρόνου. 375 που σε μαλώματα άκαρπα με ρήχνει και διχόνιες· που για μια νια πιαστήκαμε εγώ κι' ο Αχιλέας με λόγια δυνατά, κι' εγώ πρωτάρχισα την έχτρα. Μα αν πάλε οι διο μονιάσουμε κάναν καιρό, μια μέρα δε θενά αργήσει η συφορά τους Τρώες να πλακώσει. 380 Τώρα να φάτε σύρτε εφτύς κι' ας μπούμε στο κοντάρι. Καλά ακονίστε τα σπαθιά και σάξτε τις ασπίδες, δώστε κριθάρι κι' άχερο στα γλήγορα φαριά σας, και συγυρίστε ολόγυρα για πόλεμο τ' αμάξα, για να βαστάμε ολημερύς στις κονταριές, στους χτύπους. 385 Γιατί δεν έχει ανάπαψη μιας ώρας, ώστε η νύχτα να πάρει, και των δυο στρατών τη λύσσα να χωρίσει. Θα δρώσουν γύρω τα λουριά της κουφωτής ασπίδας στα στήθια, απάνου στα σπαθιά τα χέρια θ' αποστάσουν, τα ζα θα δρώσουν σέρνοντας τα τορνεμένα αμάξα. 390 Κι' όπιον να κοντοστέκει εγώ τον δω μακρυά απ' τη μάχη, αφτού στα ταξιδιάρικα καράβια, ας μην τ' ολπίζει πως θα γλυτώσει, μον σκυλιά θαν τον παστρέψουν κι' όρνια.»
Είπε, και ζητωκράβγασε τ' ασκέρι, όπως βουήζει το κύμα απάνου σ' αψηλή ακροβραχιά, σαν έρθει 395 και το θυμώσει ο σίφουνας, σε κάβο που προβάλλει και τον χτυπάν τα κύματα με κάθε αγέρα πάντα, απ' όθε αν τύχει και φυσάει, θέλεις βοριά θες νότο. Σηκώνουνται έπειτα, σκορπάν, και τρέχουν στις καλύβες φωτιά ν' ανάψουν και ψωμί να ψυχοφάν μια στάλα. Κι' έσφαζαν άλλοι σ' άλλονε θεό, περικαλώντας 400 απ' τ' Άρη πίσω ζωντανοί το μακελιό να σώσουν· μα αφτός στον παντοδύναμο του Κρόνου γιο 'ναν τάβρο παχύ πενταχρονιάτικο, ο Αγαμέμνος, σφάζει, και στο τραπέζι προσκαλνάει τους πρώτους βασιλιάδες, πρώτα το γερο-Νέστορα, το Δομενιά μαζί του, 405 στερνά τους Αίιδες τους διο, το φοβερό Διομήδη, και το Δυσσέα πούφτανε στη γνώση λες το Δία· μα μόνος του ήρθε ο θαρρετός πολεμιστής Μενέλας, γιατί ήξερε πολλή δουλιά πως είχε ο αδερφός του. Και τριγυρνάνε το σφαχτό βαστώντας τα κριθάρια, 410 ενώ άρχιζε τ' Ατρέα ο γιος παράκληση να κάνει «Ω Δία μαβροσύγνεφε μεγάλε δοξασμένε, που στα ουράνια κάθεσαι, αχ βόηθα να μην πέσει ο ήλιος, και να μη χυθεί της νύχτας το σκοτάδι, πριχού το πλούσιο αρχοντικό γκρεμίσω του Πριάμου 415 και κάψω μ' άσπλαχνη φωτιά τις πόρτες, και πριν κάνω κομάτια απάνου στο κορμί του γιου του τα τσαπράζα, κουρελιασμένα απ' το χαλκό· και γύρω του στρωμένοι πολλοί συντρόφοι πίστομα στο αίμα ας κολυμπάνε.»
Έτσι είπε, μα δεν τούστρεγε ο γιος του Κρόνου ακόμα, Μον τα σφαχτάρια δέχτηκε και πλήθαινε τις πίκρες. 420
Έτσι σαν είπαν προσεφκή κριθάρι πασπαλώντας, πρώτα σηκώνουν του βοδιού την κεφαλή, το σφάζουν, το γδέρνουν, κόβουν τα νεφρά, και τα διπλοτυλίγουν με σκέπη, και τα συγιρνάν μ' από παντού κομμάτια Τότες σε σκίζες άφυλλες τα καίνε. Και στη σούγλα 425 περνάν τα σπλάχνα, κι' έπειτα στην ανθρακιά τα ψήνουν. Και τα μεριά σαν κάηκαν και φάγανε τα σπλάχνα, λιανίζουν τ' άλλα κρέατα και τα περνάν στις σούγλες, τα ψήνουν όμορφα όμορφα, κι' απ' τη φωτιά τα βγάζουν. Και τη δουλιά σαν τέλιωσαν και τοίμασαν τραπέζι, 430 τρων, και δε λείπει τίποτα που να ποθεί η καρδιά τους.
Τέλος σα χόρτασαν καλά γερό με φαγοπότι, πρώτος τους λέει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης «Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμέμνο, ας μην αργούμε πιο πολύ εδώ με τις κουβέντες 435 και τη δουλιά αναβάλλουμε που μας ανοίγει ο Δίας, Μον στο καραβοστάσι ομπρός! οι κράχτες ας λαλήσουν κι' οχ τα καλύβια ας βγάλουνε τα' ασκέρι αρματωμένο, κι' εμείς στον κάμπο οι αρχηγοί με δίχως χασομέρια ας σύρουμε έτσι αχώριστοι, ν' αρχίζουμε κοντάρι.» 440
Έτσι είπε, και τ' αγρίκησε το λόγο ο Αγαμέμνος, και τους διαλαλητάδες του προστάζει εφτύς να κράξουν στον πόλεμο τους Αχαιούς με τις θρεμένες χήτες· κι' αφτοί λαλούσαν, κι' έτρεχε το πλήθος χέρι χέρι. Κι' οι θεογέννητοι αρχηγοί γοργά, κι' ο γιος τ' Ατρέα, 445 τους λόχους τους παράταζαν, κι' η Αθήνα μαζί τους με την αγέραστη άλιωτη τη μυριοπλούσια ασπίδα, που ως εκατό της κρέμουνταν μαλαματένια κρόσα καλοπλεμένα, ως εκατό βοδιώνε το καθένα, μ' αφτή στα χέρια αστραφτερή τ' ασκέρι δρασκελούσε 450 και γκάρδιωνε τους Αχαιούς στον πόλεμο να πάνε μες στην ψυχή αναστύλωσε του καθενός το θάρρος, που έτσι χωρίς αποκοπή να πολεμάν και σφάζουν· κι' άξαφνα πιο γλυκιά ολωνών τους ήρθε τότε η μάχη παρά να παν στην ποθητή πατρίδα με τα πλοία.
Κι' όπως φουντώνει αχόρταγη φωτιά μεγάλο δάσος 455 στα κορφοβούνια, και θωρείς τη λάμψη μίλια αλάργα, όμια άστραφτε ως στον ουρανό περνώντας τον αιθέρα κι' η λάμψη απ' το θεόσταλτο χαλκό σα ροβολούσαν.
Πώς και πετάμενων πουλιών αμέτρητα κοπάδια, κύκνοι λεφκοί μακρόλαιμοι για γερανοί για χήνες, 460 γύρω απ' του Κάϋστρου τα νερά, μες στ' Ασινό λιβάδι, καμαρωμένα εδώ κι' εκεί πετούν φτεροκοπώντας, και το λιβάδι απ' τις φωνές βουήζει σαν καθίζουν· έτσι έθνη χύνουνταν πολλά κι' αφτών οχ τις καλύβες στον κάμπο το Σκαμαντρινό, κι' η γης βροντοβολούσε 465 κάτου απ' τα πόδια, σκιαχτερή κι' αφτών και των αλόγων Και στέκουν στο Σκαμαντρινό ανθόστρωτο λιβάδι, χιλιάδες, σαν της άνοιξης τα λούλουδα και φύλλα.
Και σα μεγάλα σύγνεφα μυιγώνε σωρεφτώνε που πλημμυρούν την άνοιξη σε προβατήσα στάνη, 470 τότες που γύρω ξεχειλάει το γάλα στις καρδάρες, τόσοι στον κάμπο στέκουνταν κι' οι Δαναοί στους Τρώες αγνάντια, και δεν έβλεπαν την ώρα ναν τους σκίσουν.
Κι' όπως γιδάδες έφκολα πλατιά γιδιών κοπάδια τα ξεχωρίζουν στη βοσκή σαν ανακατωθούνε, 475 έτσι κι' αφτούς παράταζαν κι' οι καπετάνιοι απ' τό 'να κι' απ' τ' άλλο μέρος, για να παν στη μάχη· και στο κέντρο ο Αγαμέμνος, μιάζοντας του Ποσειδού στα στήθια, στην όψη και στην κεφαλή με τον κεραβνοκράτη του Κρόνου γιο, στη λεβεντιά με το γοργό τον Άρη. Σαν τάβρο που όλα ξεπερνάει τα βόδια στο κοπάδι 480 κι' απ' όλες ξεχωρίζεται στη στάνη τις γελάδες, τέτιονε ο Δίας έκανε κι' αφτόν τη μέρα εκείνη, ξεχωριστό κατάλαμπρο στων αρχηγών τη μέση.
Και τώρα, Μούσες, πέστε μου, των ουρανών νυφούλες — θέαινες είστε, κι' είστε εκεί και ξέρετε τα πάντα, 485 μα φήμες μόνο ακούμε εμείς χωρίς να βλέπουμε έργα — πιοί στρατηγοί των Αχαιών και πιοι είταν βασιλιάδες. Ειδέ τα πλήθη εγώ να πω και ναν τα νοματίσω, κι' αν είχα δέκα στόματα και γλώσσες δε μπορούσα, κι' αν άσπαστη είχα τη λαλιά και σίδερο τα στήθια. 490 Όμως θα πω τους αρχηγούς και χώρια κάθε αρμάδα. * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
Γ
Σαν έσαξε κάθε αρχηγός τους λόχους τους δικούς του, οι Τρώες με φωνή κι' αχό σαν όρνια ροβολούσαν, όπως στον ουρανό αψηλά οι γερανοί φωνάζουν, π' αφού σωθούνε από βαριά βροχή κι' ανεμοζάλη, κοπάδι στ' Ωκιανού πετάν με λαλητά το ρέμα 5 φέρνοντας φόνους κι' όλεθρο μακριά στους Σπιθαμένιους· πόλεμο εκεί αρχινούν κακό μόλις χαράξει η μέρα. Ήσυχοι οι άλλοι βάδιζαν παλικαριά γιομάτοι, οι Δαναοί, μ' απόφαση στη μάχη να βοηθιούνται.
Κι' όπως ο νότος καταχνιά στα ραχοβούνια απλώνει, 10 καταραμένη απ' τους βοσκούς, καλή για νυχτοκλέφτη, κι' όσονε δρόμο πάει πετριά τόσο θωράει το μάτι· έτσι ενώ βάδιζαν πυκνή σηκώνουνταν η σκόνη κάτου απ' τα πόδια, και γοργά διαβαίνανε τον κάμπο.
Και σα ζυγώσανε οι στρατοί με τ' άρματα στα χέρια, 15 των Τρώων είταν κεφαλή ο παινεμένος Πάρης, φορώντας παρδαλόπροβια στους ώμους και δοξάρι και σπάθα· και κοντάρια διο χαλκοπλισμένα σιώντας προκάλναε τάχα ομπρός να βγουν τα πρώτα παληκάρια των Αχαιών κι' αντίκρυ του να μετρηθούν στη μάχη. 20
Και τότε ο πολεμόχαρος Μενέλας σαν τον είδε που τρανταχτά δρασκέλιζε ολόμπροστα απ' τους άλλους, χάρηκε σάμπως λέοντας που βρίσκει ένα μεγάλο κόματο, ή διπλοκέρατο ζαρκάδι ή αγριογίδι, πεινώντας· τι μ' απόφαση το χάφτει κι' αν ακόμα 25 τον διώχνουν τα γοργά σκυλιά κι' οι νιοι οι παλικαράδες· έτσι ο Μενέλας χάρηκε σαν είδε το λεβέντη Αλέξαντρο — τι είπε στο νου «θα γδικιωθώ τον κλέφτη!» — και χάμου αμέσως πήδηξε με τ' άρματα οχ τ' αμάξι.
Μα μόλις ο θεόμορφος Αλέξαντρος τον είδε 30 μες στους προμάχους άξαφνα, τον πιάνει λες αντράλα, και πίσω ως στους συντρόφους του κολώνει μη την πάθει. Πώς ο διαβάτης του βουνού τη λαγκαδιά σα βλέπει δαγκάρα οχιά, ξανάστροφα τραβιέται τρομασμένος, και πίσω φέβγει και χλωμιά τα μάγουλά του βάφει· 35 έτσι κι' αφτός φοβήθηκε τον καστανό Μενέλα και πίσω χώθηκε ξανά μες στο σωρό των Τρώων.
Και σαν τον είδε ο Έχτορας, του λέει πικρά δυο λόγια «Βρε σκύλο-Πάρη, ομορφονιέ, γυναικολυσσασμένε, ξελογιαστή, που νάχε πας δίχως παντριά και κλήρο! 40 Κάλια κι' αφτό, και θάμαστε πολύ πιο κερδισμένοι, παρά που σ' αναθεματάει και σ' αγριοβλέπει ο κόσμος. Πώς θα γελάνε οι Δαναοί, πούλεγαν δα πως είσαι κάποιος γενναίος αρχηγός σαν είδαν τη θωριά σου την όμορφη ... μα πού καρδιά και παλικαροσύνη! 45 Μωρέ χαράς στον ήρωα που μούπαιρνε καράβια και το γιαλό ταξίδεβε με φίλους της καρδιάς του, κι' έσμιγε μ' αλλοχωριανούς, κι' από μακριά οχ τα ξένα γυναίκα εδώ μας έφερνε αγγελοκαμωμένη, συγγένισσα παλικαριών, για συφορά μεγάλη του τόπου κι' όλου του λαού και του γερογονιού του, 50 για αιώνια των οχτρών χαρά, πίκρα μου πάντα εμένα! Λοιπόν δε θα σταθείς μπροστά στο βασιλιά Μενέλα; Θάβλεπες τίνου αντρός βαστάς τη λυγερή γυναίκα... Δε θα φελούσε η λύρα σου και της θεάς τα δώρα, τα κάλλη αφτά και τα σγουρά, σα σ' έστρωνε στο χώμα. 55 Έχε όμως χάρη π' άκακα τάχουν τα σπλάχνα οι Τρώες· αλλιώς, θα σε ξεπάστρεβαν με τα λιθάρια ως τώρα, για να ξοφλήσουν τους καημούς που τόσους σου χρωστάνε.»
Και τότε ο θεοκάμωτος απολογιέται Πάρης «Έχτορα, αφού με μάλωσες όχι άδικα, μον δίκια... Πάντα η καρδιά σου 'ναι σκληρή σαν το μπαλτά όταν σκίζει 60 λέφκας κορμό, και την ορμή πληθαίνει του τεχνίτη που καραβόξυλο όμορφα την πελεκάει να φτιάσει· έτσι καρδιά άσπλαχνη κι' εσύ έχεις στα στήθια μέσα. Μη μου χτυπάς τα ζηλεφτά της Αφροδίτης δώρα· δεν είναι δα ακατάδεχτα τα τιμημένα δώρα 65 που μας χαρίζουνε οι θεοί... ειδέ κανείς μονάχος δεν τ' αποχτάει. Μα αν τώρα θες να πολεμήσω, ας είναι, πες τους, των άλλων Αχαιών και Τρώων, να καθήσουν και βάλτε εμένα με το γιο τ' Ατρέα εκεί στη μέση για τη Λενιό κι' όλο το βιος να χτυπηθούμε οι δυο μας. 70 Κι' όποιος νικήσει και φανεί πιο άξιος, τη γυναίκα κι' όλο ας το πάρει λέω το βιος κι' ας πάει στο σπιτικό του τότες ν' αμώστε οι άλλοι σας όρκους πιστούς αγάπης, και χαίρεστε την Τροία εσείς, κι' εκείνοι πίσω ας πάνε στ' Άργος που θρέφει ομορφονιές και ζηλεφτά πουλάρια.» 75
Είπε, κι' εκείνος χάρηκε σαν άκουσε το λόγο, και μες στους Τρώες τρέχοντας τους λόχους σταματούσε, τ' όπλο απ' τη μέση σφίγγοντας. Και στάθηκαν οι λόχοι. Μα άρχισαν κείθε οι Δαναοί ναν τόνε σημαδέβουν, και σαϊτιές του ρήχνανε και τον πετροβολούσαν. 80 Τότε έκραξε με μια φωνή μεγάλη ο Αγαμέμνος «Σταθείτε, παλικάρια μου! Αργίτες, μη βαράτε! Σα να ζητάει ο Έχτορας να μας μιλήσει κάτι.»
Έτσι είπε, κι' απ' τον πόλεμο κρατιούνται αφτοί, κι' αμέσως σωπαίνουν. Τότε ο Έχτορας και των διονών τους είπε 85 «Τρώες, ακουστέ με, κι' εσείς, Αργίτες παινεμένοι, τι λέει ο Πάρης π' αφορμή μάς στάθηκε διαμάχης. Προβάλλει οι Τρώες οι λοιποί κι' όλοι οι Αργίτες τώρα τα μυριοπλούμιστα άρματα ναν τ' απιθώσουν χάμου, κι' ατός του με το μαχητή Μενέλα μες στη μέση 90 για τη Λενιό κι' όλο το βιος να χτυπηθούν μονάχοι· κι' όπιος νικήσει και φανεί πιο άξιος, τη γυναίκα κι' όλο ας το πάρει λέει το βιος κι' ας πάει στο σπιτικό του· κι' οι άλλοι εμείς ν' αμώσουμε όρκους πιστούς αγάπης.»
Έτσι είπε, κι' όλοι σώπασαν οι άλλοι δίχως λέξη. 95 Μα πρόβαλε ο πολεμιστής Μενέλας και τους είπε «Κι' εμένα τώρα ακούστε με! τι πιο πολύ η δική μου καρδιά πικραίνεται. Θαρρώ πως να χωρίστε τώρα οι διο σας πια, γιατί πολλά περάσατε μαρτύρια για τη δική μου διαφορά και τ' άδικο του Πάρη. 100 Κι' όπιου μας είναι εδώ απ' τους διο γραφτό του να πεθάνει, ας πέσει! μόνε οι άλλοι σας αμέσως να χωρίστε. Πρόβατο φέρτε ολόασπρο και προβατίνα μάβρη, του Ήλιου και της Γης, κι' εμείς ένα άλλο για το Δία. Φέρτε όμως και τον Πρίαμο, ατός του για ν' αμώσει 105 τον όρκο, τι είναι αψήφιστοι, με δίχως πίστη, οι γιοί του, μήπως τους όρκους του Διός αλόγιαστα πατήσουν. Πάντα αλαφρόμιαλοι είναι οι νιοί, μα μ' όσους τύχει ο γέρος, ο γέρος βλέπει πίσω του, βλέπει κι' ομπρός του ο γέρος, πώς πιο καλύτερα η δουλιά να βγει και για τους διο τους.» 110
Είπε, κι' εκείνοι χάρηκαν, οι Δαναοί κι' οι Τρώες, με την ολπίδα απ' τους σκληρούς πολέμους να γλυτώσουν. Σταίνουν αράδες τ' άλογα, και βγαίνουνε απ' τ' αμάξια, έπειτα βγάζουν τ' άρματα κι' εκεί τ' αφίνουν χάμου, σιμά κι' οι διο, και λίγη γης τους χώριζε στη μέση. 115 Κι' ο Έχτορας τότε έστειλε διο κράχτες μες στη χώρα να φέρουν γλήγορα τ' αρνιά, το γέροντα να κράξουν. Κι' ο Αγαμέμνος πρόσταξε τον κράχτη του Ταρθύβη να πάει στα πλοία τα γοργά και το σφαχτό να φέρει· κι' ο κράχτης πρόθυμα άκουσε του βασιλιά το λόγο. 120