Ιλιάδα

Part 28

Chapter 2898 wordsPublic domain

Και τότε ανήμερης γροθιάς τους βάζει ομπρός βραβεία. Μουλάρι δουλεφτάδικο μες στο μεϊντάνι φέρνει κι' εκεί το δένει, αμέρωτο, έξη χρονών π' απ' όλα 655 πιο ζόρικο να μερωθεί και για το νικημένο ποτήρι βάζει πλουμιστό. Κατόπι στάθηκε όρθιος κι' αφτά τα λόγια μίλησε στων Αχαιών τη μέση «Τ' Ατρέα οι γιοι κι' οι άλλοι εσείς χαλκοπλισμένοι Αργίτες, άντρες διο θέλουμε για αφτά — τους πιο παλικαράδες — γροθιές να παίξουν στέκοντας αγνάντια δίχως δείλια. 660 Σ' όπιον ο Φοίβος αντοχή χαρίσει κι' έβγει πρώτος κατά πως όλοι εδώ θα δουν, αφτός να το μουλάρι ας πάρει αφτό τ' αμέρωτο και στην καλύβα ας σύρει· κι' ας πάρει τ' ομορφόπλουμο ποτήρι ο νικημένος.»

Είπε, κι' εφτύς σηκώθηκε άντρας τρανός στηθάτος, ο γιος του Πανοπιά Επειγός, των γρόθων κατεχάρης. 665 Κι' άγγιξε εφτύς τ' ακούραστο μουλάρι και τους είπε «Πιος είναι... ας βγει... που το διπλό ποτήρι θα κερδίσει. Τι σας το λέω, άλλος κανείς δεν παίρνει το μουλάρι, δε με νικάει, τι στις γροθιές — το λέω — εγώ 'μαι ο πρώτος. Ε τι κι' αν είμαι ακάτεχος της μάχης; Σ' όλες τάχα 670 νάχει επιστήμη ο άθρωπος δε γίνεται τις τέχνες. Μον ένα λόγο θα σας πω που, ξέρτε το, θα γίνει. Θαν του το κάνω το κορμί λαγούμι, θαν του σπάσω τα κόκκαλα. Όλοι εδώ κοντά οι φίλοι του ας προσμένουν, ναν τον σηκώσουν έπειτα σαν του το φάω το μάτι.» 675

Έτσι είπε, κι' όλοι κέρωσαν σαν αποσβολωμένοι. Ένας μονάχα, ο Βρύπολος, θεόμιο παλικάρι, του αντισηκώθη τότε, ο γιος του Μηκιστιά τ' αφέντη, εκιού που πήγε μια βολά — σαν πέθανε ο Οιδίπους — στη Φήβα, κι' όλους νίκησε στους νεκρικούς αγώνες. 680 Αφτόν προτίμαε νικητή ο θαρρετός Διομήδης, και πήγε και τον φρόντιζε και τούλεγε έχε θάρρος. Ζουνάρι πρώτα τούζωσε στη μέση του τριγύρω, κι' έπειτα τούδεσε λουριά καλόκοφτα ταβρήσα.

Και προχωρούν, σα ζώστηκαν στου μεϊντανιού τη μέση, 685 κι' αντίκρυ σήκωσαν μαζί τους σιδερένιους γρόθους και ρήχτηκαν· χαλάζι λες κατέβαιναν οι χτύποι. Βροντούσαν τα σαγώνιά τους, βρύση παντού απ' τα μέλη έτρεχε ο ίδρος. Μα θωράει ο Επειγός τον άλλο που κοίταζε άνοιγμα να βρει, και παίρνοντας μια φόρα 690 του κοπανάει το μάγουλο, που άλλη γροθιά ν' αρπάξει δεν είχε ανάγκη, μόνε αφτού λες έγινε διο δίπλες. Τότες στα χέρια ο Επειγός τον σήκωσε, και κύκλω 695 τρέχουν οι φίλοι και γοργά τον βγάζουν απ' τη μέση ενώσερνε τα πόδια του κι' αίμας παχύ ξερνούσε με δίπλα κεφαλή γυρτή. Τότε έτσι αλαλιασμένο στη μέση των συντρόφων του τον απιθώνουν χάμου, και παν αφτοί και παίρνουνε το δίγουβο ποτήρι.

Τρίτα άλλα φέρνει του Πηλιά ο γιος βραβεία αμέσως 700 και προσκαλνάει σε πάλεμα τους Αχαιούς σκυλήσο. Τριπόδι φλογοδιάσκελο του νικητή τού βάζει μεγάλο, πούλεγε ο στρατός δώδεκα βόδια κάνει· μα ακόμα και του δέφτερου πάει και στη μέση βάζει γυναίκα πούξερε πολλές δουλιές, και μεταξύ τους πως κάνει ως βόδια τέσσερα τη λέγανε οι Αργίτες. 705 Και στάθηκε όρθιος κι' έκραξε μες στου στρατού τη μέση. «Ελάτε τώρα πάλεμα, κι' ας σηκωθούνε διο σας.»

Είπε, κι' εφτύς ο γίγαντας προβάλλει ιμπρός τους Αίας, κινάει και του Λαέρτη ο γιος, πολύτεχνος πανούργος. Και προχωρούν, σα ζώστηκαν, στου μεϊντανιού τη μέση, 710 κι' εφτύς αδράζουνται αγκαλιά με τις χοντρές χερούκλες, σαν πατερά αψηλού σπιτιού που μάστορας τα δένει σμιχτά έτσι που του δρόλαπα να μην τα σκιάζει η λύσσα. Τρίζανε οι ράχες, άπαφτα με πείσμα οι μεστωμένες χέρες τραβούσαν, έτρεχε ποτάμι κάτου ο ίδρος, 715 γρόμποι παντού πετάχτηκαν στους ώμους στα πλεβρά τους πυκνοί κι' αιματοβύσσινοι. Και σπρώχνανε τραβούσαν δίχως ανάσα, τι ήθελαν το διάσκελο τριπόδι. Μήτε όμως του Λαέρτη ο γιος κατάφερνε τον Αία να ξεριζώσει, μήτε αφτόν να ρίξει χάμου ο Αίας, 720 τι είχε τα κότσα αλύγιστα. Μα τέλος να βαριούνται σαν άρχισαν οι Δαναοί, τότες του λέει ο Αίας «Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε Δυσσέα, ή σήκωσέ με ή εσένα εγώ· και πια ο θεός τι θάβγει.»

Έτσι είπε και τον σήκωσε. Μα αφτός τις πονηριές του 725 δεν ξέχασε, μον του πατάει κλώτσο πιδέξο πίσω και σου τον φέρνει ανάσκελα, κι' αντάμα απάς στα στήθια του πέφτει. Σάστισε ο λαός κι' απόμεινε σαν τόδε. Δέφτερος πήρε ο θεϊκός Δυσσέας να σηκώσει, και μια σταλιά τον σάλεψε, μα πού να τον σηκώσει! 730 Μον το δικό του λύγισε το γόνα, κι έτσι πέφτουν χάμου κι' οι διο κοντά κοντά και κουρνιαχτό γιομίζουν.

Τότε ήθε πάλι ασηκωθούν και τρίτη να παλέψουν, μα τρέχει και τους σταματάει ατός του ο Αχιλέας «Σώνει, μην πολεμάτε πια και σπάζεστε του κάκου. 735 Πάρτε — είναι η νίκη ισόβαρη — ίσα κι' οι διο βραβεία και σύρτε, τι έχουν κι' άλλοι τους ν' αγωνιστούν κατόπι.»

Είπε, κι' αφτοί τον άκουσαν, κι' απ' τα κορμιά σκουπίζουν τη σκόνη κι' έπειτα ξανά τα ρούχα τους φορούνε.

Τότε άλλα πάλι βάζει εφτύς βραβεία γληγοράδας, 740 κροντήρα αργυροσκάλιστη, που χώραε ως έξη μέτρα και νίκαε μες σ' ανατολή και δύση η ομορφιά της πολύ, τι χρύσοχοι λαμπροί τη δούλεψαν Σιδόνες, και νάφτες τον πλατύ γιαλό περνώντας ως στη Λήμνο χάρισμα εκεί την έδωκαν του βασιλιά του Θόα 745 σαν άραξαν μες στου νησιού το σφαλιστό λιμάνι, και ξαγορά στον Πάτροκλο την έδωκε κατόπι για το Λυκά ο αφέντης γιος του Γιάσου, ο Καλοκράσης· τότες του βλάμη του κι' αφτή βραβείο ο Αχιλέας τη βάζει για τον πιο αλαφρύ με τα γοργά ποδάρια. Και βάζει για το δέφτερο βόδι παχύ μεγάλο, 750 και για τον τρίτο ενάμισυ μαλαματιού κομάτι. Και στάθηκε όρθιος κι' έκραζε στων Αχαιών τη μέση «Ελάτε τώρα τρέξιμο, κι' ομπρός όσοι βαστάτε.»

Είπε, κι' εφτύς σηκώθηκε ο γοργοπόδης Αίας, γιος τ' Οϊλιά, σηκώθηκε κι ο γνωστικός Δυσσέας, 755 κατόπι κι' ο Αντίλοχος, του γέρου ο γιος Νεστόρου, γιατί όλους πάλε αφτός τους νιους στο τρέξιμο νικούσε. Και στη σειρά σα στάθηκαν, την άκρη ο Αχιλέας ορίζει, κι' οχ τη μάννα αφτοί χοιμούνε. Κι' άψε σβύσε πέρασε ο Αίας, κι' έτρεχε αποκοντά ο Δυσσέας, λες κόλναε, όπως γυναικός κοντά 'ναι το καλάμι 760 στα στήθια της, σαν το τραβάει με προκομένα χέρια και διάμεσα του στημονιού τινάζει το μασούρι· έτσι έτρεχε κι' αφτός κοντά, και πίσω με τα πόδια πάταε τα χνάρια πρίν χυθεί ο κουρνιαχτός τριγύρω, και στο κεφάλι ανασασμό τού φύσαε, πιλαλώντας 765 πάντα βαρβάτα, ενώ ο στρατός του ζητωκράβγαζ' όλος θαρρύνοντάς τον πούκανε τα πάντα να κερδίσει. Μα το στερνό όταν έτρεχαν πια δρόμο, τότες κάνει παράκληση από μέσα του στης Αθηνάς τη χάρη «Θεά, άκουσέ με! Η χάρη σου τα πόδια ας μου φτερώσει!» 770

Έτσι είπε και του ξάκουσε τη δέηση η Παλλάδα. Τα μέλη τούκανε αλαφρά — τα γόνατα τα πόδια — και στο βραβεία ότι είτανε σε λίγο να χοιμήσουν, βλάφτει τον Αία η Αθηνά, και να! γλυστράει πατώντας σβουνιά χυμένα πούταν κει μουγκρόφωνων βοδιώνε, 775 πούσφαζε στου Πατρόκλου πριν ο άξιος Αχιλέας· και πέφτει, και του γιόμισαν σβουνιά το στόμα οι μύτες. Τότες αρπάει του γέρου ο γιος Λαέρτη την κροντήρα σαν ήρθε πρώτος· κι' έμεινε το βόδι για τον Αία.

Έφτυσε αφτός σα στάθηκε τον κόπρο, και το βόδι 780 κρατώντας απ' το κέρατο τους είπε αφτά τα λόγια «Μωρέ, πώς μούβλαψε η θεά τα πόδια! που σα μάννα αφτόν πια λες τόνε βοηθάει, τον παραστέκει πάντα.»

Έτσι είπε, κι' όλοι σπάσανε στα γέλια απ' την καρδιά τους.

Και το στερνό βραβείο ο γιος το πήρε του Νεστόρου, 785 και μες στη μέση του στρατού χαμογελώντας είπε «Πράμα, ορέ αδέρφια, θα σας πω γνωστό σας· πως ακόμα και τώρα τους παλαιϊκούς όλοι οι θεοί τιμούνε. Τι ένα διο χρόνια πιότερα έχει από μένα ο Αίας, μα αφτός εκεί είναι από γενιά κι' αθρώπους περασμένους, 790 κόκκαλο μια φορά γερό π' αδύνατο κανείς μας στα πόδια ναν του παραβγεί... εξόν ο Αχιλέας.»

Είπε, και του Πηλιά το γιο να μεγαλύνει ζήταε. Γύρισε τότες ο γοργός κι' απάντησε Αχιλέας «Αδρέφι, ο λόγος σου ο καλός δε θα σου πάει του κάκου, 795 παρά κι' ακόμα εγώ μισό φλουρί θα σου χαρίσω.»

Έτσι είπε του Πηλέα ο γιος, και πάει και του απιθώνει στα χέρια το φλουρί, κι' αφτός χαρούμενος το πήρε.

Κατόπι βάζει μια χοντρή ατογιομάτη σφαίρα, 826 που πριν την έρηχνε ο Αητιός, αφέντης αντριωμένος· μα σαν τον έσφαξε ο γοργός γιος του Πηλιά, την πήρε κι' εκεί την έφερε έπειτα με τ' άλλο πράμα αντάμα. Και στάθηκε όρθιος κι' έκραξε στων Αχαιών τη μέση 830 «Ελάτε όσοι τη σφαίρα αυτή να δοκιμάστε θέτε. Τι αν έχεις και βοσκές πολλές τριγύρω και χωράφια, παρ' την και σίδερο αρκετό θενάχεις να μοιράζεις ως πέντε χρόνια απανωτά, μηδ' έφκαιρα με χέρια πίσω βοσκός ή σπάρτης σου θα σύρει στη δουλιά του.» 835

Είπε, κι' εφτύς σηκώθηκε στη μέση ο Πολυποίτης, σηκώθηκε κι' ο Λιονταράς, στεριοδεμένος άντρας, κι' ο Επειγός, και τέταρτος του Τελαμώνα ο Αίας, και στάθηκαν σειρά. Κι' αρπάει ο Επειγός τη σφαίρα, και ρήχνει αφού τη χόρεψε· και γέλασε μαζί του 840 το πλήθος όλο. Δέφτερος ο Λιονταράς τη ρήχνει. Τρίτος την έρηξε ο τρανός του Τελαμώνα ο Αίας με στέριο χέρι, και περνάει κάθε αλλουνού σημάδι. Μα όταν στο χέρι ο μαχητής την πήρε Πολυποίτης, τότες όσο σφεντονάει βοσκός αλάργα τη μαγκούρα 845 που με στροφές στροφές περνάει το βοϊδινό κοπάδι, τόσο όλους πέρασε έφκολα. Και χούγιαξε το πλήθος. Τότες σηκώνουνται και παν οι παραγιοί και παίρνουν στα βαθουλά καράβια τους τ' αφεντικού τη σφαίρα.

Κατόπι σίδερο ψαρύ των σκοπεφτάδων βάζει, 850 δέκα απιθώνοντας μισά κι' ολόκληρα πελέκια. Και σταίνοντας τριχαντηριού μαβρόπλωρου κατάρτι πέρα στους άμμους, έδεσε με σπάγγο οχ το ποδάρι δειλή τρυγόνα, κι' είπε ομπρός! να πάρουν τις σαΐτες. 854

Τότες γοργά σηκώθηκε ο δοξασμένος Τέφκρος, 859 σηκώθηκε κι' ο σύντροφος του Δομενιά ο Μηριόνης. 860 Και παίρνουν σείνουν τους λαχνούς μες σε χαλκένιο κράνος, κι' ο Τέφκρος πρώτος έλαχε. Κι' αμέσως μια σαΐτα ρήχνει γερή, μα ξέχασε να τάξει και του Φοίβου πως ένα πλήθος πρώιμα αρνιά θα σφάξει στο βωμό του. Έτσι δεν τόβρε το πουλί, τι αφτή τη χαρή ο Φοίβος 865 δεν τούκανε, μόνε χτυπάει σιμά σιμά στο πόδι το σπάγγο οπούταν το πουλί δεμένο οχ το κατάρτι. Κι' αφτή πετάει μεσούρανα, κι' ο σπάγγος κατεβαίνει 868 στη γης. Και χούγιαξε ο στρατός. Τότες εκεί ο Μηριόνης τράβηξε πίσω στη στιγμή του δοξαριού την κόρδα — 870 μα τη σαΐτα του έτοιμη την είχε για να ρήξει — κι' εκεί ψηλά στα σύγνεφα σαν είδε την τρυγόνα 874 πούφερνε κύκλους, τη βαράει στη μέση ενώ πετούσε 875 με τις φτερούγες ανοιχτές. Και γλήγορα η ψυχή της 880 της ήβγε μέσα απ' το κορμί, Κι' έπεσε πέρα αλάργα. Κι' όλος τριγύρω εκεί ο στρατός θωρούσε σαστισμένος. Πήρε έπειτα τα δέκα του πελέκια ο γιος του Μέγη και πάει στα μισοπέλεκα ο ξακουσμένος Τέφκρος, που παίρνοντας τα ως το βαθύ τα κουβαλάει καράβι.

Κατόπι του Πηλέα ο γιος μακρόδρομο κοντάρι φέρνει, και φέρνει απύρωτο πουλουδιστό λεβέτι 885 που ως ένα βόδι θ' άξιζε, και τ' απιθώνει χάμου Τότ' είπε ακοντιστάδες διο να βγουν με τα κοντάρια. Όρθιος τινάζεται ο τρανός αφέντης Αγαμέμνος, όρθιος του Μένη ακόμα ο νιός, το Κρητικό ξεφτέρι,

Μα τότε πάει ο γλήγορος και τους μιλά Αχιλέας «Τ' Ατρέα γιε, το ξέρουμε πως είσαι απ' όλους πρώτος· 890 ξέρουμε, εσύ στη δύναμη νικάς και στο κοντάρι. Μα πάρε το λεβέτι εσύ και σύρε στα καράβια, και τ' όπλο ας το χαρίσουμε του καπετάν Μηριόνη, αν δε σε μέλει· ωστόσο εγώ θα σ' τα γνωρίζω χάρη.»

Έτσι είπε, κι' όχι ο βασιλιάς δεν τούπε ο Αγαμέμνος, 895 Μον του Μηριόνη τούδωκε το χάλκινο κοντάρι· και πήρε αφτός το πλουμιστό λεβέτι, και του κράχτη Ταρβύθη τόδωκε έπειτα ναν του τα πάει στα πλοία.

Ω

Και τα παιχνίδια πια σκολνούν, και γύρω στα καράβια σκορπούν τα πλήθη εδώ κι' εκεί, και νιάζουνται να φάνε κι' ύπνο γλυκόνε να χαρούν. Μα θρήναε ο Αχιλέας κι' είχε στο νου τ' αγαπητό συντρόφι, μηδ' ο ύπνος, του κόσμου ο καταπονετής, τον έπιανε, μον πάντα 5 πότε από δω πότε από κει παράδερνε γυρνώντας, και του Πατρόκλου ανάδεβε τη λεβεντιά τη νιότη, κι' όλα όσα τράβηξαν μαζί — τι κόπους πόσα πάθια — με τ' άγριο κύμα του γιαλού και με στεριάς πολέμους. Αφτά θυμούνταν κι' έχυνε πικρά και μάβρα δάκρια, ώρες στη ράχη πλαγιαστός ή στο πλεβρό γυρμένος 10 ώρες τ' απίστομα. Άλλοτες σηκώνουνταν περπάταε άσκοπα στ' ακρογιάλι ομπρός. Μα εφτύς το χαραμέρι μόλις θωρούσε χρύσωνε τη θάλασσα τους άμμους, κι' έζεβε τότες τ' άλογα στ' αμάξι, κι' από πίσω τον Έχτορα έδενε κι' εφτύς ναν τον τραβά αρχινούσε. 15 Και κύκλω αφού τον έσερνε στον τάφο του Πατρόκλου τρεις γύρους, τότε ησύχαζε μες στην καλύβα πάλι και προύμτα, το νεκρό στρωτό παράταε μες στις σκόνες. 18

Σαν έτσι πάντα σπάραζε τον Έχτορα από πάθος. 22 Μα τέλος πια η δωδέκατη σαν ήρθε χρυσαβγούλα, 31 τότ' είπε μέσα στους θεούς του Δία ο γιος ο Φοίβος «Χάρη δεν ξέρτε ή πόνεση, θεοί! Τι, δε σας είχε ποτές του κάψει ο Έχτορας βοϊδοτραγήσα μπούτια; Μα δε σας πήγε έτσι η καρδιά νεκρό καν ναν τον σώστε, 35 που ναν τον δει η γυναίκα του κι η μάννα κι' ο πατέρας και το παιδί του κι' ο λαός, που γλήγορα στρωμένο πας στη φωτιά του νεκρικά θαν τούρηχναν στολίδια. Μόνε τον έρμο του Πηλιά γιο θέτε να βοηθάτε, που δίκιο μες στα σπλάχνα του δεν ξέρει, μήτε ο νους του 40 λυγάει μια στάλα, μον λυσσάει σαν τ' άφαγο λιοντάρι, που το κεντρώνει η δύναμη κι' η άσκιαχτη καρδιά του και πάει αθρώπων ζωντανά να βρει και να χορτάσει· έτσι κάθε έχασε σπλαχνιά, πια σέβας δεν κατέχει. 44 Δικό του κι' άλλος πριν μαθές και πιο λαχταρισμένο 46 θάχασε — ή γιο του, ή αδερφό από μιας μάννας σπλάχνα — μα κλαίει, στενάζει, κι' έπειτα τελιώνει· γιατί οι Μοίρες τα πλάσανε μ' απομονή τα σωθικά τ' αθρώπου. Μα αφτός τον Έχτορα, αφού πριν του θέρισε τα νιάτα, 50 δετό απ' αμάξι τον τραβάει στου βλάμη του τον τάφο γύρω τριγύρω· μα άπρεπα το κάνει, δίχως σκέψη... Μην πια θυμώσουμε κι' εμείς, κιας είναι θεοπαίδι, τι να μ' αφτό το πάθος του σε Γη κουφή αμαρταίνει.»

Θύμωσε τότες κι' απαντάει η κρουσταλλόκορφη Ήρα 55 «Θάταν κι' αφτό απ' τα λόγια σου που συνηθάς, καλέ μου, αν δα Αχιλέα κι' Έχτορα τιμήστε έτσι ίσα κι' ίσα. Μά 'ταν θνητός ο Έχτορας, βυζί γυναίκας πήρε, μα ο Αχιλέας θέαινας παιδί, που εγώ που βλέπεις με χάδια την ανάθρεψα και στον Πηλιά γυναίκα 60 την έδωκα, άντρα απ' τους θεούς περίσσα αγαπημένο. Όλοι είστε στις χαρές, θεοί· κι' εσύ κρατώντας λύρα, κακό κορμί, πάντα άπιστε, ξεφάντωνες στη μέση.»

Τότες -γυρίζει κι' απαντάει του Κρόνου ο γιος ο Δίας «Ήρα, μη θες δα τους θεούς και τόσο ν' αποπαίρνεις 65 Όχι, ίσα δε θα τιμηθούν· μα απ' όσους καν κι' η Τροία έχει θνητούς, κάλια οι θεοί τον Έχτορα αγαπούσαν. Και πρώτα εγώ, τι ποθητά δε μου ξεχνούσε δώρα· αι λειτουργιές δεν έλειπαν ποτές απ' το βωμό μου, σταλιές και τσίκνα· αφτό πρεσβιό κι' εμάς μας έχει λάχει, 70 Μα :πιος θα πάει εδώ θεός τη Θέτη να μας κράξει, 74 κι' εγώ σωστό 'ναι θαν της πω να λάβει ο Αχιλέας 75 την ξαγορά απ' τον Πρίαμο και το νεκρό ν' αφίσει.»

Είπε, κι' η γλήγορη Ίριδα κινάει ναν το μηνήσει, κι' εκεί στη Σάμο ανάμεσα και πετροβράχα Νίμπρο πηδάει μες στο μαβύ γιαλό — και βούηξε το κύμα — κι' ορμάει στα βαθιά σα βαρύ μολύβι, που χωμένο 80 μες σε μια σκλήθρα κέρατο λιβαδοπλάνου τάβρου πηγαίνει ψάρια λαίμαργα στον πάτο να ρημάξει. Κι' ήβρε μες στη βαθιά σπηλιά τη Θέτη, και τριγύρω κάθουνταν του γιαλού οι θεές οι άλλες μαζωμένες· κι' έκλαιγε αφτή στη μέση τους του γιου της τ' αντριωμένου 85 τη μοίρα, πούτανε γραφτό αλάργα απ' την πατρίδα ναν της χαθεί στα λιγδερά της Τριάς τα φαρδοκάμπια.

Και στέκει η γλήγορη Ίριδα κοντά της και της κάνει «Σήκω έλα, Θέτη, σε ζητάει ο βαθυγνώστης Δίας.»

Κι' η αργυρόποδη θεά της απαντάει, η Θέτη «Και τι με θέλει, αφτός θεός μεγάλος; Τι δειλιάζω 90 θεούς να σμίγω, κι' αχ με τρων τόσα σκουλήκια εμένα. Μα ας πάω! Το λόγο του, ότι πει, δε θαν τον πει του κάκου.»

Έτσι είπε η σεβαστή θεά, και παίρνει μια της μπόλλια μάβρη, που πιο βαθύ σκουτί δεν είχε ο κόσμος άλλο. Και ξεκινάει να πάει, κι' ομπρός η Ίριδα οδηγούσε, 95 γοργή θεά ανεμόποδη· και δίπλα, να περάσουν. το λάλο παραμέριζε κι' αφροντυμένο κύμα. Και στην ξηρά άμα ανέβηκαν, πετούν ως στα ουράνια. Εκεί ήβραν το βροντόφωνο του Κρόνου γιο — και κύκλω κάθουνταν μαζεφτοί οι θεοί, μακαρισμένοι αιώνιοι — και δίπλα του έκατσε, τι εφτύς τραβήχτηκε η Παλλάδα. 100 Στο χέρι εκεί χρυσόμορφο καφκί τής βάζει η Ήρα με καλώς ήρθες· κι' ήπιε αφτή και της το δίνει πίσω.

Άρχισε τότε πρώτα ο γιος ναν τους μιλάει του Κρόνου «Ήρθες, θεά, στον Έλυμπο, κιας έχεις τόση λύπη π' αξέχαστος σου καίει καημός τα σπλάχνα... ναι το ξέρω... 105 μα κι' έτσι θα σ' το πω γιατί σούστειλα λόγο νάρθεις. Μέρες εννιά οι αθάνατοι θεοί λογομαχούνε για το νεκρό τον Έχτορα και το γοργό Αχιλέα, και θεν το λείψανο ο Ερμής να κλέψει· εγώ όμως όχι! τέτια να πάθει συφορά δε θέλω ο Αχιλέας. 110 τι την αγάπη δεν ξεχνάω που σούχω και το σέβας. Μα εφτύς στον κάμπο πήγαινε και πες το αφτό του γιου σου· πες του οι θεοί πως χόλιασαν, κι' εγώ πιο πρώτα απ' όλους του τόχω αφτό παράπονο, που στα καράβια ακόμα βαστάει τον Έχτορα άθαφτο και δεν τον δίνει πίσω, 115 μήπως εμένα σεβαστεί και στρέξει ναν τον πάρουν. Σύρε, κι' εγώ στον Πρίαμο μηνάω πως στα καράβια να πάει το λατρεμένο του παιδί να ξαγοράσει με δώρα που τα σωθικά να γιάνουν τ' Αχιλέα.»

Έτσι είπε, κι' άκουσε η θεά, η Θέτη η λεφκοπόδα, 120 κι' οχ του Ελύμπου τις κορφές κατέβηκε πετώντας, και στην καλύβα απέ έφτασε του γιου της. Και τον ήβρε πικρά που θρήναε, κι' οι πιστοί τριγύρω του συντρόφοι είχαν δουλιές κι' ετοίμαζαν να φάνε χέρι χέρι· κι' είχανε κριάρι μαλλιαρό σφαγμένο εκεί στην άκρη. 125 Και πήγε κάθησε κοντά κοντά η καλή του η μάννα, που τρυφερά τον χάιδεψε και τούπε αγαπημένα «Παιδί μου, πες μου, ως πότε πια με στεναγμούς και κλάμα θα τρως τα σπλάχνα σου, χωρίς μήτε ψωμί ν' αγγίζεις μήτε γυναίκα; Μα καλό και σ' αγκαλιά γυναίκας 130 να γύρεις, τι πολλή ζωή δεν έχεις πια, μον τώρα σου στέκει δίπλα ο θάνατος κι' η άπονη σου η μοίρα. Μα γλήγορα άκου με· έρχουμαι με μήνημα απ' το Δία, που λέει, χολιάσανε οι θεοί, κι' αφτός πιο πρώτα απ' όλους σου τόχει αφτό παράπονο, που στα καράβια ακόμα 135 βαστάς τον Έχτορα άθαφτο και δεν τον δίνεις πίσω. Μον άσε πια, και του νεκρού την ξαγορά έλα, δέξου.»

Και τότε ο φτερογλήγορος της απαντά Αχιλέας «Ας είναι... Ας φέρουν ξαγορά και το νεκρό τους δίνω, αν τέτιος είναι — αφού το λες — ο ορισμός του Δία.» 140

Σαν έτσι οι διο τους τότε εκεί στα πλοία, γιος και μάννα· λαλούσαν κι' έλεγαν πολλά λογάκια φτερωμένα.

Κι' ο Δίας λέει της Ίριδας να τρέξει προς το κάστρο «Καιρό μη χάνεις, Ίριδα γοργή, μον τα λημέρια τα θεϊκά τώρα άφισ' τα, και πήγαινε ως στην Τροία να πεις του γέρου βασιλιά πως στο καραβοστάσι 145 να πάει το λατρεμένο του παιδί να ξαγοράσει με δώρα που τα σωθικά να γιάνουν τ' Αχιλέα, μόνος, μηδ' άλλος τους κανείς μαζί του να μη σύρει. Μον κάναν κράχτη γέροντα ας πάρει να τραβήξει τις μούλες με τ' ωριότριχο τ' αμάξι, και στο κάστρο 150 πάλε έπειτα το λείψανο να φέρει απ' τ' Αχιλέα. Και πες, μη βάλει θάνατο στο νου του ή κάνα φόβο· τέτιο οδηγό του — τον Ερμή — θα στείλουμε μαζί του, που θαν τον πάει ως που ίσα κει να φτάσουν στ' Αχιλέα. Μα αφού τον πάει και στ' αρχηγού τον μπάσει την καλύβα, 155 έννια του, δεν τον σφάζει πια μηδ' άλλους δε θ' αφίσει· τυφλός δεν είναι ή άμιαλος μήτ' άσεβος, ν' αγγίξει άντρα που χάρη του ζητάει γονατιστός μπροστά του.»

Είπε, κι' η Ίριδα η θεά κινά, η γοργή μηνήτρα. Και στου Πριάμου φτάνοντας βρήκε φωνή και κλάμα. 160 Γύρω στο γέρο στην αβλή οι γιοι του καθισμένοι πικρά με δάκρια μούσκεβαν τα ρούχα τους, κι' ο γέρος στη μέση κάθουνταν, βαθιά χωμένος μες στην κάπα, κι' είχε κεφάλι και λαιμό σωρούς σβουνιά γιομάτο που με τα χέρια απάνου του πετούσε σαν κυλιούνταν. 165 Στον πύργο μέσα οι κόρες του κι' οι νύφες ξεφωνούσαν απ' των αντρών τους τον καημό, που τόσοι και λεβέντες στον Άδη πήγανε απ' οχτρών κοντάρια σκοτωμένοι.

Και στέκει η Ίριδα σιμά στο γέρο, και τον κράζει σιγά λαλώντας, κι' έπιασε το γέρο ως μέσα ο τρόμος 170 «Γιε του Δαρδάνου, έλα καρδιά, μη βάνει ο νους σου φόβο. Δεν ήρθα εγώ γιατί δεινά θωρώ που σου πλακώνουν, Μον ήρθα με καλούς σκοπούς. Του Κρόνου ο γιος με στέλνει, που κι' απ' αλάργα σε πονάει και σε φροντίζει πάντα. Πήγαινε — ο Δίας σου μηνάει — τον Έχτορα να πάρεις 175 με δώρα που τα σωθικά να γιάνουν τ' Αχιλέα, μόνος, μηδ' άλλλος σας κανείς μαζί σου να μη σύρει. Μον κάναν κράχτη γέροντα πάρε που να τραβήξει τις μούλες με τ' ωριότροχο τ' αμάξι, και στο κάστρο πάλε έπειτα το λείψανο να φέρει απ' τ' Αχιλέα. 180 Και λέει, μη βάλεις θάνατο στο νου σου ή άλλο φόβο· τέτιο οδηγό σου — τον Έρμη — θα στείλουμε μαζί σου, που θα σε πάει ως που ίσα κει να φτάστε στ' Αχιλέα. Μα αφού σε πάει και στ' αρχηγού σε μπάσει την καλύβα, έννια σου, δε σε σφάζει πια μηδ' άλλους δε θ' αφίσει· 185 τυφλός δεν είναι ή άμιαλος μηδ' άσεβος ν' αγγίξει άντρα που χάρη του ζητάει γονατιστός μπροστά του.»

Έτσι είπε η ανεμόποδη θεά και φέβγει πίσω. Κι' αφτός τους γιους του πρόσταξε να βγάλουν τα μουλάρια με στέριο κάρο, και κουτί απάνου ναν του δέσουν. 190 Απέ στη μοσκομύριστη κατέβηκε αποθήκη, πλατιά κεδρένια, που σωρούς πολύτιμα χωρούσε. Κι' έκραξε αφτού τη σεβαστή γιριά του και της είπε. «Γυναίκα, εδώ 'ρθε του Διός μηνήτρα οχ τα ουράνια, και μούπε πως στα γλήγορα των Αχαιών καράβια να πάω το λατρεφτό μας γιο να ξαγοράσω ο ίδιος 195 με δώρα που τα σωθικά να γιάνουν τ' Αχιλέα. Μα πες κι' εσύ το τι θαρρείς, σαν πώς σ'το λέει ο νους σου; Τι εμένα ακράτητη η καρδιά μού λαχταράει να σύρω πέρα στα πλοία ως στον πλατύ των Αχαιώνε κάμπο.»

Είπε, και λύθηκε η γιριά στα κλάματα και τούπε 200 «Ωχού, κι' η γνώση σου μαθές τι γένηκε, που ως τώρα στα ξένα και στην Τροία εδώ σε διαλαλούσαν όλοι; Πώς θες να σύρεις στων οχτρών ως στα καράβια μόνος, και ν' αγνατέψεις το θεριό που τόσους κι' αντριωμένους σούσφαξε γιους σου; Σίδερο μαθέ η καρδιά σου θάναι. 205 Τι α θε σε πιάσει και σε δει μπροστά του αφτός ο σκύλος, ο σαρκοφάγος κι' άπιστος, σπλαχνιά δε θα σου δείξει, δε θα ντραπεί τα χρόνια σου. Μον τώρα ας κλαίμε αλάργα, κλεισμένοι μέσα εδώ. Είδ' αφτός, ότι η σκληρή του η μοίρα στο γεννημό του τούκλωσε σαν τον γεννούσα η μάβρη, 210 σκύλους να θρέψει αλάργα μας, σ' άσπλαχνου πόρτα αθρώπου... π' ας είταν αχ μες στην καρδιά τα νύχια ναν του μπήξω, ναν του τη φάω! Τότ' ίσως πια θαρχόμαστε ίσα κ' ίσα.» 213

Τότε απαντά ο θεόμορφος γιος του Δαρδάνου κι' είπε 217 «Μη μ' αμποδίζεις που ποθώ να πάω, τι δε θ' αλλάξω, και μη μου γίνεσαι κι' εσύ κακό σημάδι σπίτι. Τι αν άλλος μου τ' αρμήνεβε — πες αν θνητός — στον κόσμο, 220 θες από σπλάχνα κρίνοντας θες όνειρα, τα πούμε ψευτιά 'ναι κι' ίσως σε κακό πως φόβος να τελιώσει. Μα τώρα αφού θεά άκουσα κι' ομπρός μου εγώ την είδα, θα σύρω... τόπα, θα γενεί. Αν γράφτηκε εκεί κάτου να σκοτωθώ, ώρα μου καλή! Εφτύς το λάζο ας πιάσει 225 κι' ας με τελιώσει ο Αχιλιάς, σαν πάρω το παιδί μου στην αγκαλιά μου κι' ο πικρός χορτάσω μοιρολόγι.»

Είπε, και πήρε κι' άνοιγε τις σκαλιστές σκεπάστρες των σεντουκιών, και δώδεκα βγάζει σκουτιά πανώρια, μονές φλοκάτες δώδεκα, πέφκια άλλα τόσα βγάζει, 230 τόσα πουκάμισα κρουστά και τόσα πανωφόρια, και διο τριπόδια π' άστραφταν και τέσσερα λεβέτια· 233 βγάζει ποτήρι αμίμητο, π' όταν ταξίδι βγήκε γνωστοί του του το χάρισαν στη Θράκη, βιος μεγάλο· 235 μα ουδέ κι' αφτό δεν τ' άφισε, τι διάπυρα η καρδιά του ένα ποθούσε, το νεκρό να ξαγοράσει γιο του.