Part 27
Κι' όλα αφού σώρεψαν παντού τα ξύλα, αφτού καθίζουν και μένουν όλοι αχώριστοι. Κι' ο Αχιλιάς τότ' όλους τους πολεμόψητους εκεί προστάζει Μυρμιδόνες ν' αρματωθούν και τ' άλογα να ζέψουνε στ' αμάξια. 130 Πρόθυμοι αφτοί σηκώνουνται και ζώνουν τ' άρματά τους, κι' όλοι στ' αμάξια — κι' οδηγοί και μαχητάδες — μπαίνουν. Μπροστά τ' αμάξια, σύγνεφο πίσω οι πεζοί ακολουθούσαν πυκνό· κι' οι φίλοι σήκωναν το λείψανο στη μέση, κόμες γιομάτο πούκοβαν κι' απάνου τού πετούσαν· 135 και πίσω του Πηλέα ο γιος του κράταε το κεφάλι καταθλιμένος, τι έστελνε πιστό στον Άδη αδέρφι.
Κι' όταν σε λίγο φτάσανε στο μέρος που τους είπε, βάλανε χάμου το νεκρό και σώριασαν τα ξύλα 139 ως πόδια ολόγυρα εκατό, και με καρδιά κλαμένη 164 απάνου απάνου απίθωσαν το λείψανο στη στοίβα. 165 Γδέρνουνε τότες στο σωρό μπροστά και συγυρίζουν πλήθος αρνιά πυκνόμαλα και τραχηλάτα βόδια, κι' απ' όλα πήρε ο γλήγορος γιος του Πηλέα πάχος και σκέπασε όλο το νεκρό από κεφάλι ως πόδια, κι' έπειτα γύρω σώριασε τα σκοτωμένα ζώα. Και παίρνει κι' ακουμπάει σταμνιά με μέλι και με λάδι 170 στο νεκροκράβατο. Έπειτα βαρβάτα τέσσερα άτια ρήχνει στενάζοντας βαριά μες στο σωρό των ξύλων. Εννιά 'χε ο βασιλιάς λαμπρούς του τραπεζιού του σκύλους· διο κι' από δάφτους έσφαξε. Και καταλάει κατόπι με το μαχαίρι ως δώδεκα αρχοντονιούς των Τρώων, 175 και νιους και σκύλους μ' ανοιχτά λαρύγγια μες στα ξύλα τους ρήχνει... α! βάρβαρη δουλιά σοφίστηκε να κάνει!
Φλόγα τότε έβαλε άσπλαχνη στα ξύλα να φουντώσουν, κι' αχ ξεφωνώντας έκραξε το λατρεμένο βλάμη «Τώρα άμε κάτου, αδέρφι μου, και πια θεός μαζί σου! τι κάθε τάμα πούταξα σου τόχω κανωμένα. 180 Να, δώδεκα αρχοντόπουλα μαζί σου των οχτρώνε τα τρων οι φλόγες όλα τους. Όμως τον Έχτορα όχι! δε θαν τον δώκω της φωτιάς, μον σκύλοι θαν τον φάνε.» 183
Ωστόσο του νεκρού η φωτιά να λαμπαδιάσει αργούσε· 192 τότε άλλο σκέφτηκε ο γοργός γιος του Πηλιά να κάνει. Στα ξύλα στέκοντας μπροστά, στους διο περικαλιέται ανέμους — Ζέφυρο, Βοριά — κι' ώρια σφαχτά τους τάζει· 195 κι' όλο μ' από χρυσό σταλιές τους ξόρκιζε ποτήρι ναρθούν, που η φλόγα τους νεκρούς να πιάσει χέρι χέρι και να φουντώσουν σύντομα τα στοιβασμένα ξύλα.
Και ναν το πει η γοργή Ίριδα πηγαίνει στους ανέμους, σαν άκουσε τις προσεφκές. Αφτοί μες στου Ζεφύρου 200 χαροκοπούσαν κι' έτρωγαν τότ' όλοι μαζεμένοι· κι' ίσια να! η άφταστη Ίριδα προβάλνει εφτύς τρεχάτη μπροστά στην πέτρινη μπασιά. Κι' άξαφνα σαν την είδαν, πετιούνται, όλοι όρθιοι, κι' ο καθείς την έκραζε κοντά του. Μα αφτή δεν ήθελε — όχεσκε — να κάτσει, μον τους είπε «Δεν κάθουμαι, τι στ' Ωκιανού έχω να πάω το ρέμα, 205 στων Αιθιόπων τα χωριά — που των θεώνε σφάζουν άπειρα βόδια — εκεί κι' εγώ να φάω σφαχτό μαζί τους. Μα εσάς, Βοριά και Ζέφυρε, σας κράζει ο Αχιλέας να τρέξτε γοργοσίφουνοι — σφαχτά σας τάζει αν τρέξτε — και να φτερώστε τη φωτιά, όπου βαλμένος στέκει 210 ο Πάτροκλος που οι Δαναοί κλαιν όλοι το χαμό του.»
Είπε και φέβγει. Τότε οι διο σηκώθηκαν ανέμοι μ' αχούς και κρότους, κι' έσπρωχναν τα σύγνεφα μπροστά τους. Κι' ήρθαν σε λίγο στο γιαλό — και πύργωσε το κύμα κάτου απ' το λάλο φύσημα — και φτάνοντας στην Τροία 215 πέφτουνε στη φωτιά, κι' αφτή μουγκρίζει και θεριέβει. Έτσι όλη νύχτα οι διο μαζί στριγγόφωνα φυσώντας τις φλόγες θρέφανε· όληνε και δίπλα ο Αχιλέας κράταε ποτήρι δίγουβο, κι' από χρυσή κροντήρα έπαιρνε κι' έχυνε κρασί και μούσκεβε το χώμα, 220 κι' όλο μελέταε την ψυχή του δύστυχου Πατρόκλου.
Κι' όταν τ' αστέρι σκάει ψηλά που φως μηνάει του κόσμου, 226 τότε η φωτιά μαράθηκε, ξεθύμαναν οι φλόγες, 228 και φέβγουν πάλι σπίτι οι διο ανέμοι να γυρίσουν κατά της Θράκης το γιαλό π' αχούσε πυργωμένος. 230
Κι' ο Αχιλέας το λαό βαστάει αφτού και στήνει 257 μεγάλο αγώνα, κι' έβγαζε βραβεία οχ τα καράβια. Νιες βγάζει ροδοστάλαχτες και κουτελάτα βόδια, γερά μουλάρια κι' άλογα κι' απύρωτα τριπόδια, 260 βγάζει ψαρύ σιδερικό κι' από χαλκό λεβέτια.
Πρώτο βραβείο ζηλεφτό των αλογάδων βάνει, γυναίκα πούξερε λαπρές δουλιές, κι' ένα τριπόδι αφτιάδικο που εικοσιδιό χωρούσε εντός του μέτρα. Αφτά του πρώτου· κι' έβαλε του δέφτερου φοράδα 265 έξη χρονώνε, αδάμαστη, πουλάρι γκαστρωμένη. Του τρίτου πάλι τούβαλε απύρωτο λεβέτι που χώραε μέτρα ως τέσσερα, στιλπνόμορφο έτσι ακόμα. Κι' έβαλε διο του τέταρτου φλουράκια. Και του πέμπτου λαγύνα πλουμοσκάλιστη, ανέγγιχτη καινούργια. 270
Και στάθηκε όρθιος στου στρατού τη μέση και τους είπε «Τ' Ατρέα γιοι κι' οι άλλοι εσείς φτεροποδάτοι Αργίτες, να αλόγων στέκουν έτοιμα βραβεία, αφτά μπροστά σας. Τώρα άλλου αν είχαμε νεκρού αγώνα, εγώ το πρώτο θα κέρδιζα και στο γοργό θα πάγαινα καράβι, 275 τι ξέρτε πόσο τ' άτια μου στο τρέξιμο νικούνε. Αθάνατά 'ναι· ο Ποσειδός του γέρου μου πατέρα τα χάρισε, κι' εμένα αφτός μού τάδωκε κατόπι. Εγώ όμως δε θα παραβγώ με τ' άπιαστα άλογά μου, τι τέτιο χάσανε αμαξά στον κόσμο ξακουσμένο, 280 κατάκαλο, που πάντα αφτός τις χαίτες τους περέχαε λάδι ξανθό, αφού τάπλαινε μες στο καθάριο ρέμα. Αφτόνε τ' άτια μου ποθούν, και με σκυμένο χάμου στέκουν κεφάλι και τη γης αγγίζει η πλούσια χαίτη. Όμως ζωστείτε οι άλλοι σας να τρέξτε εδώ, όπιος έχει 285 φαριά γερά και του βαστάει το σφηνωμένο αμάξι.»
Είπε, κι' εφτύς να παραβγούν σηκώνουνται αλογάδες. Αρχύτερα ολωνών πολύ ο Έβμηλος σηκώθη, τ' Αδμήτου ο γιος, που πρώτεβε σ' αλογοσύνης τέχνη. Κατόπι του Τυδέα ο γιος σηκώθηκε, ο Διομήδης, 290 κι' άτια διο ζέβει Τρωϊκά, που τάχε απ' τον Αινεία άλλοτε αρπάξει, μα έσωσε το νοικοκύρη ο Φοίβος. Τρίτος τ' Ατριά σηκώθη ο γιος, ο καστανός Μενέλας, του Δία θρέμμα, κι' έζεψε διο γλήγορα άλογά του, τον Πόδαργο, δικό του ζω, και τ' αδερφού την Αίθα, 295 που ο Χέπωλος την έδωκε του βασιλιά Αγαμέμνου ροσφέτι, τι ήθελε στην Τρία μαζί του να μη σύρει, παρά στον τόπο του έτσι αφτού να μείνει, και το βιος του να χαίρεται που τούδωκε χουφτιές τα πλούτη ο Δίας, μες στη Σικιώνα που πλατιά στολίζουν χοροστάσα· αφτή έζεβε ενώ ακράτητη να τρέξει λαχταρούσε. 300
Τέταρτος ο Αντίλοχος να παραβγεί σηκώθη, του Νέστορα ο λεβέντης γιος, του στεριοστήθα γέρου, και διο καλότριχα άλογα μ' ακούραστα ποδάρια στ' αμάξι ζέβει, θρέμματα της αμμουδάτης Πύλος. Εκεί να ο γέρος με σκοπό τα μάτια ναν τ' ανοίξει 305 ζυγώνει, κι' έτσι σε σοφό σοφά μιλούσε λόγια «Ναι εσένα, γιε μου Αντίλοχε, και νιο έτσι πούσαι, ο Δίας σ' αγάπησε κι' ο Ποσειδός, και σούμαθαν καθ' είδος αλογοσύνες· έτσι εσύ δε θες και τόση ορμήνια. Ξέρεις τις άκρες τεχνικά να στρίβεις· μα έλα τ' άτια π' οκνά σού τρέχουνε, κι' αφτού θαρρώ ίσως πέσεις όξω. 310 Τώρα έλα, γιε μου, μην αργείς, μον σκέψου κάθε τρόπο 313 σκέψου καλά, μήπως τυχόν σου φύγουν τα βραβεία. Με νου ο ξυλάς καλύτερος, κι' όχι με χέρια τόσο· 315 με νου την τράτα στου γιαλού τ' αφρογαλάζο κύμα την κυβερνά ο αρμενιστής σα σφίξει ανεμοκαίρι· με νου αμαξάς τον αμαξά νικάει σαν παραβγαίνουν. Γιατί όπιος τάχατε έχοντας καλά άλογα κι' αμάξια θαρρέβει, και συχνά άσκοπα ζερβά δεξά αλαργέβει, 320 σαστίζουν τότες τ' άλογα και βασταγμό δεν έχουν· μα πες τραβάς πιο οκνά άλογα, μα τη δουλιά κατέχεις, πάντα στην άκρη ίσα τηράς, ως που να φτάσει η ώρα να δώκεις δρόμο και κοντά να στρίψεις δίχως λάθος. 324 Ξάστερη η άκρη, θα σ' την πω και δε γελιέσαι, μα άκου. 326 Όξω απ' το χώρα ως μιαν οργιά στέκει ξερό 'να ξύλο, πέφκο ή οξά π' από βροχή σαπίλα δε γνωρίζουν· ζερβόδεξα το συγκρατούν διο πέτρες ασπρισμένες στο σταυροδρόμι, κι' ομαλό πάει γύρω αμαξοστράτι· 330 καν σύνορο τις έστησαν καν μνήμα οι πριν αθρώποι. Αφτό άκρη τώρα τ' όρισε του δρόμου ο Αχιλέας. Έριζα ξύγωσ' το έτσι αφτό σαν το διαβαίνεις γύρω· και το κορμί πλαγιάζοντας λίγο ζερβά — να έτσι — 335 μες στο καλόδετο κουτί, μπήξ' τη φωνή, κι' αμέσως τ' άλογο βάρα το δεξύ κι' αμόλα του το γκέμι, μα το ζερβύ έτσι σύριζα το σύνορο ας περάσει, τόσο που η άκρη να θαρρείς τ' αξόνι πως αγγίζει της ρόδας· όμως πρόσεξε στην πέτρα μην τσουγκρίσεις, 340 τι τότε αλίμονο, έχε γιά κι' αλόγατα κι' αμάξι. Οι άλλοι αφτό θαν το χαρούν, μα εσύ με πίκρα πάντα θαν το θυμάσαι. Έτσι ανοιχτά τα μάτια και φυλάξου! Μα μιας το σύνορο άβλαβα και το περάσεις δίπλα, πάει πια, πού να σου βγουν ομπρός! Ας κυνηγάν, δεν πιάνουν.» 345
Έτσι είπε ο γέρος, και ξανά στη θέση του καθίζει 349 αφού της κάθε το κλειδί τού ξήγησε επιστήμης. 350
Πέμτος γοργά άλογα έζεψε να παραβγεί ο Μηριόνης.
Και τότες ρήχνουν τους λαχνούς, στ' αμάξια ανεβασμένοι, και σιει τους του Πηλέα ο γιος. Και πρώτος τ' Αντιλόχου βγήκε ο λαχνός· ο Έβμηλος πήρε σειρά κατόπι· τρίτος κοντά τ' Ατρέα ο γιος, ο μαχητής Μενέλας· 355 κι' έλαχε τέταρτος σειρά του Μέγη ο γιος Μηριόνης· κι' έπεσε ο κλήρος ο στερνός στον πρώτο πρώτο απ' όλους αλογοτρέχτη, στο γερό παλικαρά Διομήδη.
Τότες σα μπήκαν στη γραμή, ορίζει τα σημάδια ο Αχιλέας πέρα κει στου κάμπου την ισάδα, και λέει του γέρο-Φοίνικα να πάει και ναν τους γίνει 360 σκοπός, και το σωστό να πει τηρώντας πώς θα τρέξουν.
Κι' αφτοί όλοι αντάμα στ' άλογα το καμοτσί σηκώνουν και τα βαρούν, και σκούζοντας τους φώναζαν να τρέχουν με θάρρος, κι' όλα αβάσταχτα πετούσαν μες στον κάμπο πέρα απ' τα πλοία σαν αητοί, ενώ ως στα ύψη η σκόνη 355 κάτου απ' τα πόδια ανέβαινε σα σύγνεφο ή χαμψίνι, και με το χνώτο τ' αγεριού ανέμιζαν οι χαίτες. Κι' οι άμαξες μια αγγίζανε τη γης τη θνητοθρόφα, μια σηκωτές αρμένιζαν. Κι' αμαξάδες μέσα έστεκαν όρθιοι, κι' η καρδιά τους χτύπαε να νικήσουν. 370
Μα το στερνό σαν έτρεχαν το δρόμο τα γοργά άτια 373 πίσω ίσα στον ψαρύ γιαλό, τότε έλαμψε η αξία του καθενός, τι τόμπηξαν στα τέσσερα, κι' αμέσως 375 όλους ομπρός ξεπέρασε ο άξιος γιος τ' Αδμήτου, με το Διομήδη πούτρεχε τα Τρώικα βαρβάτα κατόπι του, όχι όμως μακριά, μον έτσι πες μια στάλα, τι όλο λες είταν ν' ανέβουν το μπροστινό τ' αμάξι, και ζέσταινε η ανάσα τους τη ράχη του Εβμήλου 380 και τους πλατιούς τους ώμους του, τι τρέχανε με πείσμα σα νάχαν τα κεφάλια τους απάνω του στημένα. Κι' ή θα προσπέρναε μάλιστα ή ζήτημα θε γίνει, αν δεν του φτόναε ο σκοπεφτής του Δία γιος τη νίκη π' άξαφνα τ' ώριο καμοτσί του τίναξε οχ τα χέρια. Δάκρια τού γιόμισαν θερμά τα μάτια του απ' το πείσμα, 385 π' όλο θωρούσε πιο γοργά να πιλαλούν τ' άλλα άτια, μα αβάρετα έτσι τρέχοντας καλντούσαν τα δικά του.
Τον πήρε όμως της Αθηνάς το μάτι τον Απόλλο πως το Διομήδη αδίκησε, και τρέχει και του δίνει το καμοτσί, και δύναμη ξαναφυσάει μες στ' άτια. 390 Έπειτα ξέχειλη θυμό τον Έβμηλο προφταίνει και του τσακίζει το ζυγό· κι' όξω τα ζα απ' τη στράτα τα άτια του φέβγουν, και μαζί γλυστράει και πέφτει τ' ατιμόνι. Γκρεμίστηκε κι' αφτός σιμά στη ρόδα του οχ τ' αμάξι χάμου, και μύτες στόματα κατάγδαρε κι' αγκώνα. 395 Δίπλα ο Διομήδης μέριασε, και βάρα βάρα τ' άτια 398 απ' τους λοιπούς πολύ μπροστά ξεπέταξε, τι θάρρος έβαλε στ' άλογα η θεά και τούδωκε τη νίκη. 400 Δέφτερος πίσω του έτρεχε ο καστανός Μενέλας.
Τότε έκραξε ο Αντίλοχος στο γονικό ζεβγάρι «Ομπρός κι' εσείς στα τέσσερα με δρασκελιές μεγάλες! Μ' εκείνα ναι δεν απαιτώ να παραβγείτε τ' άτια που τρέχει του Τυδέα ο γιος, τι γληγοράδα τώρα 405 τους χάρισε η θεά Αθήνα και τούδωκε τη νίκη. Μα του Μενέλα τ' άλογα προφτάξτε χέρι χέρι και μην οκνάτε, μην τυχόν και μια φοράδα, η Αίθα, σας μουρνταρέψει. Ομπρός, παιδιά, τι μείνατε έτσι πίσω; Μα άκου, ένα λόγο θα σας πω που θα σας τύχει κιόλας. 410 Δεν έχει χάδια πια για σας στο γονικό μας στάβλο, Μον θα σας κόψει αλύπητα ο λάζος τα λαρύγγια αν πιο αχαμνά απ' τον όκνο σας κερδίσουμε βραβείο. Μα δρόμο καταπόδι τους! Κι' εγώ έννια σας, δουλιά μου — 415 έχω το νου μου — στο στενό να προσπεράσω πρώτος.»
Είπε, κι' αφτά λες τάσκιαξε τ' αφεντικού η φοβέρα και κόβουν δρόμο. Μα πολύ δεν πέρασε, και να το θωράει της στράτας το στενό του γέρου ο γιος Νεστόρου. Της γης εκεί είταν σπάσιμο, πούχε κατέβει ρέμα 420 με τις βροχές και τόσπασε γουβιάζοντας το δρόμο. Εκεί ο Μενέλας έτρεχε και ζήταε ν' αποφύγει το λάκκο ομπρός του. Μα έξαφνα αφίνει τη γραμμή του κι' ορμάει λοξά ο Αντίλοχος χτυπώντας τ' άλογό του.
Τότες τ' Ατριά φοβήθηκε ο γιος και του φωνάζει 425 «Βρε αδέρφι, απρόσεχτα τραβάς, μον κράτα τ' άλογά σου! Στενός ο δρόμος... με περνάς, πιο στ' ανοιχτά σα βγούμε... Κράτα, μην πάθουμε κι' οι διο, σου λέω, αν με χτυπήσεις.»
Είπε, μα εκείνος έτρεχε και πιο με βιάση ακόμα και βάραε με το καμοτσί σα να μην άκουε τάχα. 430 Όση είναι δίσκου πέτρινου η πιο γνωστή αλαργάδα που ρήχνουν νιοι σα θέλουνε να δουν τη δύναμή τους, σαν τόσο πρόστρεξαν μπροστά· και τ' άλλα — του Μενέλα — κάλτισαν πίσω, τι έκοψε τη φόρα τους ο ίδιος, μήπως τα ζα δρομίζοντα μες στο στενό τρακάρουν 435 κι' έρθουν τ' αμάξια ανάποδα, και γκρεμιστούν κι' οι διο τους στις σκόνες μέσα, ενώ ζητούν πιος πρώτος να περάσει.
Τότες του κράζει ο καστανός με τις βρισές Μενέλας «Δεν έχει, Αντίλοχε, κορμί σαν πούσαι εσύ χαμένο! Κουρέβου! Κρίμας γνωστικό π' ως τώρα σε θαρρούσαν. 440 Μα κι' έτσι δίχως όρκο εσύ δεν παίρνεις το βραβείο.»
Είπε, κι' αμέσως έσκουξε στα ζα του και τους είπε «Καρδιά! Μην τριποδάτε οκνά κιας σας πικραίνει η λύπη, τι πρώτα αφτών τα γόνατα και πόδια θ' αποστάσουν πριν από σας, τι και των διο πια πέρασαν τα νιάτα.» 445
Είπε, κι' αφτά λες τάσκιαξε η προσταγή τ' αφέντη και πήραν δρόμο, κι' έφτασαν τα μπροστινά σε λίγο.
Και στο μεϊντάνι οι Δαναοί τριγύρω καθισμένοι ζητούσαν τα γοργά άλογα να δουν σα θα προβάλουν· κι' αφτά στον κάμπο δρόμιζαν κουρνιαχτοσκεπασμένα.
Πρώτος τους τάδε ο Δομενιάς, των Κρητικών αφέντης, 450 τι παρακεί σε ξέφαντο καρτέραε καθισμένος. Φωνή από πέρα εκεί άκουσε — και τόνιωσε πιανού 'ταν — κι' είδε σε λίγο τ' άλογο μπροστά που πιλαλούσε, πανώριο, κόκκινο παντού εξόν πούχε άσπρη βούλα λες σα φεγγάρι στρογγυλή στο κούτελο γραμένη. 455
Τότες εφτύς σηκώνεται και στους Αργίτες κράζει «Πέστε μου, αδρέφια, οπλαρχηγοί των Αχαιών κι' αρχόντοι, μονάχα εγώ, ή και λόγου σας θωράτε πέρα τ' άτια; Αλλά σα να μου φαίνουνται μπροστά πως πιλαλούνε, σαν άλλος δείχνει ο αμάξας· και τ' άλλα εκεί στον κάμπο 460 πάπαθαν πρέπει, πούτανε μπροστά σαν ξεκινούσαν. Ή λέω τα γκέμια τούπεσαν, ή στρίβοντας την άκρη 465 δεν τούβγε πέρα π' αχαμνά κρατούσε το ζεβγάρι. Χάμου θενάρθε εκεί θαρρώ και θάσπασε τ' αμάξι, κι' έτσι το δρόμο τ' άλογα θα πήραν αγριεμένα. Μα σηκωθείτε ομπρός κι' εσείς να δείτε· τι πιος είναι δεν ξεχωρίζω εγώ καλά. Σα να θαρρώ όμως, πρώτος 470 ζυγώνει του Τυδέα ο γιος, ο θαρρετός Διομήδης.» 472
Τότες τον έβρισε άσκημα του Οϊλέα ο Αίας «Τι πάντα πρώτος, Δομενιά, πετιέσαι; Εκείνα ακόμα στον κάμπο πέρα, τρέχουνε, τ' αψηλοπίλαλα άτια. 475 Δεν είσαι νιος και τόσο δα, που τα δικά σου τάχα πιο αλάργα να ξανοίγουνε απ' ολωνών τα μάτια. Μα πάντα πρώτος να μιλάς σ' αρέσει... μα ντροπής σου... 478 Ζά' ναι, σου λέω, και τώρα ομπρός τα ίδια, του Εβμήλου, 480 σαν πάντα, κι' όρθιος στέκει αφτός τα γκέμια του κρατώντας.»
Θύμωσε τότε ο αρχηγός των Κρητικών και τούπε «Αία, κορμί φιλόνεικο, κακόγλωσσε, άμε πάρε παράδειγμα απ' τους άλλους νιους, τι ο νους δε σούχει σέβας. Θες; Έλα βάλε στοίχημα... τριπόδι εδώ ή λεβέτι... 485 κι' ας γίνει ο βασιλιάς κριτής σαν πιό 'ναι το ζεβγάρι που τρέχει πρώτο, και θα δεις σα σκάσεις το λεβέτι.»
Είπε, κι' εφτύς πετάχτηκε ο Αίας σκυλιασμένος, και ν' απαντήσει πήγαινε με θυμωμένα λόγια. Κι' ίσως το τσάκωμα πιο ομπρός θα προχωρούσε ακόμα, 490 μα τότε του Πηλέα ο γιος σηκώθηκε κι' έτσι είπε «Μην πια θυμούς, αφίστε τες τις προσβολές κι' οι διο σας, Αία και Δομενιά! Ντροπής π' ακούν τα παλικάρια. Κι' αν άλλος τέτια αν κάνει, εσείς ναν τον βαστάτε πρέπει. Μα τώρα κάτσετε ήσυχοι. Κι' έλα εδωδά καθήστε 495 μαζί μας, γιατί τ' αλόγα τη νίκη λαχταρώντας όπου κι' αν είναι θα φανούν, κι' όλοι θα δείτε τότες τ' άτια μαθές των αρχηγών, πιά 'ναι μπροστά, πιά πίσω.»
Έτσι είπε. Και κατόπιν εφτύς στα τέσσερα ο Διομήδης ζυγώνει, κι' όλο τ' άλογα καμότσιζε στους ώμους. 500 Κι' ήρθε στη μέση στάθηκε, ενώ ποτάμι ο ίδρος 507 έτρεχε κάτου οχ των φαριών τους ώμους και τα στήθια. Έπειτα χάμου εφτύς πηδάει οχ το πανώριο αμάξι γοργάλαφρος, και στο ζυγό το καμοτσί του γέρνει. 510 Μηδέ έχασε ώρα ο Στένελος, μον τα βραβεία αμέσως αρπάει, και σ' άξιους παραγιούς νια και τριπόδι δίνει μέσα ναν του τα παν, και λει τ' αλόγατα απ' τ' αμάξι.
Κι' ήρθε με τα' άτια δέφτερος του γέρου ο γιος Νεστόρου, με ζαβολιά, όχι αξία τους, περνώντας το Μενέλα. 515 Μα κι' έτσι εκείνος τούτρεχε σιμά σιμά του πάντα. Όσο σε ρόδα τ' άλογο είναι κοντά που σέρνει αμάξι αρχόντου ζωηρές με δρασκελιές στον κάμπο, κι' οι ακρινές ουρότριχες λες τα στεφάνια αγγίζουν, 519 να πίσω απ' τον Αντίλοχο σαν πόσο ο γιος τ' Ατρέα 522 πιλάλαε· όμως στην άρχη κι' ως μια δισκιά 'ταν πίσω. Μάλιστα δρόμο αν είχανε να τρέξουν λίγο ακόμα, 526 σου τον προσπέρναε δίχως καν φιλονεικία να γίνει.
Μα ο παινεμένος σύντροφος του Δομενιά, ο Μηριόνης, πιο πίσω, ως πες μια κονταριά, πιλάλαε απ' το Μενέλα, τι πιο αργοκίνητα αλόγα αφτός τραβούσε απ' όλους, 530 όντας κι' ατός του ακάτεχος σ' αμαξοσύνης τέχνες.
Κι' ο γιος τ' Αδμήτου ερχότανε στερνός ξεμεινεμένος, και θώραες πέρα τ' άλογα που τούσερναν τ' αμάξι. Και σαν τον είδε ο ξακουστός λυπήθηκε Αχιλέας, και πάει στη μέση στέκεται και λέει αφτά τα λόγια 535 «Πιο πίσω ο πιο καλύτερος μάς έρχεται· μα ελάτε βραβείο εδώ ας του δώσουμε σαν που του πρέπει, αδέρφια, το δέφτερο· όμως του Τυδιά το πρώτο ο γιος ας πάρει.»
Έτσι είπε, κι' όπως όριζε ναι τ' απαντήσανε όλοι. Και τη φοράδα τότε εφτύς θαν τούδινε όπως είπαν, 540 μα να! άξαφνα σηκώνεται, του γέρου ο γιος Νεστόρου και με το δίκιο του απαντάει και λέει αφτά τα λόγια «Θα γίνουμε από διο χωριά, γιε του Πηλέα, αν κάνεις τώρα ό,τι λες — και πρόσεχε σου λέω, θα μ' αδικήσεις — τάχα γιατί είχαν ατυχιά τ' αμάξια κι' άλογά του 545 κι' αφτός είναι άξιος και καλός. Μα Τι, ας περικαλιούνταν και στους θεούς· τότε στερνός δε θάφτανε έτσι απ' όλους. Μα αν τον λυπάται σου η καρδιά και σούναι αγαπημένος, έχεις χρυσάφι εσύ πολύ, χαλκό 'χεις στην καλύβα, έχεις φαριά και πρόβατα και χεροδέξες σκλάβες· 550 πάρε απ' αφτά και δώσ' του, αν θες, και πιο μεγάλο δώρο τώρα εδώ ομπρός μας, κι' όλοι μας θενά σου πούμε γιάσου· μα τη φοράδα εγώ όχι! αυτή δεν την αφίνω· ειδέ έλα, ας δοκιμάσει όπιος τολμάει και βλέπει πώς την παίρνουν.»
Είπε, και του χαμογελάει αντίκρυ ο Αχιλέας 555 καλόκαρδα, τι βλάμη του τον είχε αγαπημένο, κι' ήμερος έτσι τ' απαντάει διο φτερωμένα λόγια «Αντίλοχε, αν στον Έβμηλο ένα άλλο εγώ να δώσω θες χάρισμα, καλά, κι' αφτό μετά χαράς σου ας γίνει. Τσαπράζα απ' τον Αστεροπιό που πήρα θαν του δώκω 560 χαλκένια, πούναι στολιστά μ' από καλάι αράδα λαμπρή τριγύρω· βιος πολύ θα λάβει αν τα πουλήσει.»
Είπε, και κράζει του πιστού συντρόφου του Αφτομέδου ναν του τα φέρει· κι' άμα αφτός του τάφερε από μέσα, τάδωκε εφτύς στον Έβμηλο που με χαρά τα πήρε. 565
Τότε απ' το πάθος βράζοντας σηκώθηκε ο Μενέλας και τον Αντίλοχο έλεγες πως ζήταε να σπαράξει. Κι' ο κράχτης τούβαλε ραβδί στο χέρι, κι' είπε σ' όλους σωπή να κάνουν. Κι' άρχισε έτσι ο θεόμιος άντρας «Τι είταν εκείνα, Αντίλοχε; Κι' εγώ 'λεγα έχεις γνώση. 570 Μου ντρόπιασες τη λεβεντιά, μ' αδίκησες τα ζώα βάζοντας τα δικά σου ομπρός που παν πολύ πιο πίσω. Μα ελάτε τώρα, οπλαρχηγοί των Αχαιών κι' αρχόντοι, πέστε το δίκιο εδώ μπροστά στο πλήθος... Κι' όχι χάρες· δε θέλω εγώ να πει κανείς απ' τα παιδιά κατόπι 575 'Μέ ζόρι απ' τον Αντίλοχο, με ψέματα ο Μενέλας τ' άλογο πήρε κι' έφυγε. Σαν πιο αχαμνά 'χε ζώα, μά 'χε μαθές πιο δύναμη και πιο πολλή εξουσία.' Μα αφίστε, θα δικάσω εγώ, και δε θα πει κανείς σας πιστέβω εδώ παράπονο, τι ίσα θα πω το δίκιο. 580 Αντίλοχε, έλα πρόβαλε, θεόσπαρτε αρχηγέ μου, «κι' όρθιος μπροστά στ' αμάξι σου το καμοτσί κρατώντας, βάλε το χέρι στ' άλογα, και σαν που πρέπει ορκίσου μ' απάτη αν δε μ' αμπόδισες επίτηδες τ' αμάξι.» 585
Τότ' απαντά ο Αντίλοχος, ο γνωστικός λεβέντης «Συμπάθα, τι είμαι εγώ πιο νιός, αφέντη μου Μενέλα, μα εσύ είσαι γεροντότερος και πιό 'σαι ανότερός μου. Ξέρεις πώς σφάλλουν πάντα οι νιοι και πώς παραστρατούνε, τι ο νους τους αφαρπάζεται, ρηχιά τους είναι η σκέψη. 590 Για αφτό μη με συνεριστείς. Να τη φοράδα, ο ίδιος στη δίνω, κι' άλλο τίποτα καλύτερο αν ορίζεις απ' την καλύβα μου, κι' αφτό μετά χαράς σου πάρ' το. Κάλια ότι θες, θεόσπαρτε, μα την καλή σου γνώμη δε χάνω εγώ, ούτε την ψυχή με ψεφτορκιές κολάζω.» 595
Είπε, και παίρνει τ' άλογο και πάει και του το δίνει στα χέρια του. Τότε εκείνου γλυκάθηκε η καρδιά του, σα στάχια που τα περεχάει πρωΐ πρωΐ η δροσούλα τότες που ψαίνεται ο καρπός σ' ολόχνουδα χωράφια· έτσι γλυκάθη σου η καρδιά, Μενέλα, μες στα στήθια, 600 κι' ήμερος τότες τούκρινες διο φτερωμένα λόγια «Αντίλοχε, όχι! Ας σου γενεί κάλια η δική σου χάρη κιάς χόλιασα. Τι ως τώρα εσύ στρεβλός κι' αναποδιάρης δεν είσουν· έτσι μια φορά σε συνεπήρε η νιότη. Μα άλλοτες τώρα μη ζας μ' ανότερους να παίζεις, 605 γιατί άλλος μα το ναι κανείς το νου δε μου γυρνούσε· όμως εσύ πολλά 'παθες, πολλά 'χεις τραβηγμένα για μένα, κι' έχει ο αδερφός κι' ο αγαθός σου γέρος, κι' αφού μου πρόσπεσες ξεχνάω τα πάντα, ναι σου δίνω και τ' άλογο κιας είναι αφτό δικό μου, για να μάθουν 610 κι' αφτοί πως άγρια αγέρωχα δεν έχω εγώ τα σπλάχνα.»
Είπε, και στο Νοήμο εκεί, συντρόφι τ' Αντιλόχου, δίνει να πάρει τ' άλογο, κι' ο ίδιος το λεβέτι πήρε τ' ολόλαμπρο. Έπειτα τα διο χρυσοκομάτια πήρε ο Μηριόνης, τέταρτος σαν έφτασε με τ' άτια. 615 Πέμτο βραβείο απόμνησκε, διπλόστηστη λαγύνα· αφτή του γέρο-Νέστορα την πήγε ο Αχιλέας και του την έδωκε μπροστά σ' όλους εκεί και τούπε «Να ετούτη, γέρο μου, κι' εσύ. Στο θησαυρό σου ας μείνει να σου θυμίζει τη θαφή του δόλιου καν Πατρόκλου, τι εκείνον δεν το βλέπεις πια. Και χάρισμα σ' τη δίνω 620 έτσι, γιατί δεν είσαι εσύ για πάλεμα και γρόθους. Μήτε σε τρέξιμο ποδιών δε θάβγεις ή κοντάρι, τι, γέρο, πια σε σκέβρωσαν τα χρόνια... ανάθεμά τα!»
Είπε, και του την έδωκε στα χέρια του, κι' ο γέρος την πήρε με χαρά, κι' απέ τ' απάντησε διο λόγια 625 «Ναι, γιε μου, αφτά όλα γνωστικά τα μίλησες και δίκια· τι πια, παιδί μου, δε μ' ακούν τα πόδια, ουδέ χοιμούνε τόσο γοργά τα χέρια μου ζερβόδεξα απ' τους ώμους. Νιός έτσι ακόμα ας είμουνα, έτσι γερά ας βαστούσα, σαν τότες που τ' Αμαρυγκιά θαφή είχαν στο Βουπράσι, 630 του βασιλιά τους, κι' έστησαν αγώνες τότε οι γιοι του. Εκεί κανείς τότ' ίσος μου δε βγήκε, θες Πυλιώτης, θες Επειγός λιοντόψυχος θες Αιτωλός βουνήσος. Στους γρόθους πρώτα νίκησα τον άξιο Κλυτομήδη· στο πάλεμα ένα απ' την Πλεβρό λεβέντη, τον Αγκάγιο, 635 που να μου βγει σηκώθηκε. Τρέξιμο αν πεις κατόπι, τον Ίφικλο έκανα απ' ασπρού πούχε άφταστα τα πόδια. Και πάλε εγώ στο ρήξιμο του φράξου βγήκα πρώτος. 638 Να τι είμουν τότες. Τώρα οι νιοι ναν τις κοιτάξουν πρέπει 643 τέτιες δουλιές, κι' εγώ καιρός τα γερατιά να βόσκω. Μ' είπαν μαθές στην ώρα μου παλικαρά κι' εμένα. 645 Μα σύρε και το βλάμη σου με τους αγώνες τίμα, κι' αφτό με την καρδιά μου εγώ το δέχουμαι, και τόχω καμάρι μου που δεν ξεχνάς ποτές το τι μ' αξίζει. 648 Για όλα αφτά έτσι ότι ποθείς ας σ' το χαρίζει ο Δίας.» 650
Είπε, και του Πηλέα ο γιος μες στο πυκνό τ' ασκέρι γυρίζει, όταν ο γέρος πια απόειπε τα παλιά του.