Part 26
Κι' όλοι οι θεοί θωρούσαν κι' άρχισε τότες πρώτα ο γιος ναν τους μιλάει του Κρόνου «Ω κρίμα, αγαπητό θνητό θωράω και λατρεμένο π' ομπρός στο κάστρο κυνηγούν, και μου θρηνεί η ψυχή μου τον Έχτορα, που στις κορφές της δασωμένης Ίδας 170 μπούτια 'να πλήθος μούκαιγε βοδιώνε, κι' άλλα πάλι μέσα στης Τριάς τ' ακρόκαστρο· μα τώρα ο Αχιλέας τον έχει δες! κυνήγι ομπρός στη χώρα του Πριάμου. Μον έλα λογαριάστε τα, θεοί, κι' ας δούμε τώρα, τι λέτε, :κάλια να σωθεί, ή θέτε ο Αχιλέας 175 ναν τον σκοτώσει, τέτιονε θεοφοβούμενο άντρα;»
Τότες τ' απάντησε η θεά, η Αθηνά η Παλλάδα «Πατέρα μαβροσύγνεφε, τι λες, αστραποβγάλτη; Άντρα θνητόνε, από καιρούς σημαδεφτό της Μοίρας, θες πάλι απ' τον κακόκραχτο να λεφτερώσεις χάρο; 180 Κάν' το· όμως μερικοί θεοί, σ' το λέω, θα πικραθούμε.»
Τότες της λέει του Κρόνου ο γιος, ο βροντορήχτης Δίας «Έννια σου, τριτογέννητη παιδί μου, δε μιλούσα με την καρδιά μου. Όχι, εγώ να πικραθείς δε θέλω. Σύρε — σ' αφίνω — όπου ποθείς, κι όπως ορίζεις κάνε.» 185
Είπε, και στέλνει τη θεά στον κάμπο χέρι χέρι, όπως κι' εκείνη ώρα πολλή να τρέξει λαχταρούσε· κι' απ' του Ελύμπου χύθηκε τα κορφοβούνια κάτου.
Και του Πηλέα ο γιος στιγμή τον Έχτορα απ' ομπρός του δεν παραιτούσε, κι' έτρεχε με πείσμα κυνηγώντας. Πώς σκύλος σ' όρος κυνηγάει μες σε λακκιές και πλάγια ζαρκάδι π' όξω τάβγαλε οχ τη φωλιά της μάννας, 190 και μες σε θάμνο αν πάει κρυφτεί και χάσει το, όμως τρέχει κι' όλο μυρίζει ψάχνοντας ως ναν του βρει τ' αχνάρια· έτσι κι' ο Έχτορας στιγμή δεν μπόραε να ξεφύγει. Τι κάθε π' όρμαε στο πορτί αγνάντια να ξεκόψει κι' ως κάτου απ' τους ορθόστεκους να καταφύγει πύργους, 195 μπας κι' οι δικοί του απάνωθες με σαϊτιές βοηθήσουν, γλήγορα ο άλλος πρόφταινε μπροστά και τον γυρνούσε κατά τον κάμπο, κι' έτρεχε μεριά του κάστρου ο ίδιος. Πώς σ' όνειρο να κυνηγάς δε δύνεσαι όπιον φέβγει — κι' εσύ να πιάσεις δε μπορείς κι' ούτε να φύγει εκείνος — 200 το ίδιο δεν κατόρθωναν κι' οι διο τους πιλαλώντας μήτε να πιάσει ο ένας τους μήτε να φύγει ο άλλος. 201 Κι' έγνεφε με την κεφαλή στ' ασκέρι ο Αχιλέας 205 κι' αμπόδαε σαϊτιές πικρές να ρήξουν, μήπως άλλος προτύτερά του δοξαστεί τον Έχτορα βαρώντας.
Μα όταν και τέταρτη φορά περάσανε απ' τις βρύσες, πια τότε ο Δίας τέντωσε τη χρυσοζυγαριά του, και βάζοντάς της μοίρες διο σκοταδερού θανάτου — 210 τη μια για του Πηλιά το γιο, του Έχτορα την άλλη — ζιάζει απ' τη μέση πιάνοντας, κι αμέσως του Εχτόρου 212 γέρνει το μάβρο ριζικό. Τότες στον Αχιλέα 214 τρέχει η αμάλαγη θεά, του Δία η θυγατέρα, και πάει κοντά του στέκεται και του μιλάει διο λόγια 215 «Τώρα πια ολπίζω, ξακουστέ λεβέντη μου Αχιλέα, με δόξα πίσω ολόλαμπρη θα πάμε στα καράβια σφάζοντας πριν τον Έχτορα, τ' αμπούχτιστο κοντάρι. Τι τώρα δε γλυτώνει πια, και κόσμο α θε χαλάσει 220 ο Φοίβος, και στου Δία ομπρός αν κυλιστεί τα πόδια. Μα στάσου εδώ κι' ανάσανε, κι' αφτόν εγώ παγαίνω και σου τον πείθω ατρόμητα να σ' αντικρύσει τώρα.»
Είπε, κι' αφτός την άκουσε και χάρηκε η καρδιά του. και στέκει απάς στο στομωτό ακουμπισμένος φράξο. 225
Και ξεκινώντας η θεά τον Έχτορα προφταίνει, μ' όμια μορφή και μ' άσπαστη λαλιά σαν του Δηφόβου, και πάει κοντά του στέκεται και του μιλάει διο λόγια «Πολύ σε τυραγνά, αδερφέ, το βλέπω, ο Αχιλέας που έτσι τριγύρω στο καστρί σε κυνηγάει με πείσμα. 230 Μόνε ας σταθούμε τώρα οι διο... και σαν κοπιάσει, βλέπει.»
Τότες της λέει ο Έχτορας, ο παινεμένος άντρας «Δήφοβε, εσύ είσουνα και πριν το πιο μου αγαπημένο αδέρφι απ' όλους πούκανε με την Εκάβη ο γέρος· τώρα από πριν και πιο πολύ θα σ' έχω της καρδιάς μου, 235 αφού στιγμή δε δείλιασες, σαν μ' είδες οχ το κάστρο, να βγεις βοηθός μου, κι' όλοι τους μένουν κλεισμένοι οι άλλοι.»
Τότες του λέει η Αθηνά, του Δία η θυγατέρα «Ναι, αδέρφι, μούκαναν πολλά κι' η μάννα κι' ο πατέρας, πολλά οι συντρόφοι, κι' έπεφταν στα πόδια μου ένας ένας, 240 να μείνω αφτού· τόσο όλοι τους τον τρέμουν· μα η καρδιά μου στα στήθια μέσα πήγαινε να σπάσει από λαχτάρα. Μον ίσα τώρα απάνου του τραβάμε — τα κοντάρια μη λυπηθείς — κι' ας δούμε δα, :θα σφάξει εδώ τους διο μας και ματωμένα λάφυρα θα πάει στα τρεχαντήρια, 245 ή και θα πέσει πρώτα αφτός απ' το βαρύ σου τ' όπλο.»
Έτσι είπε, και με πονηριά τραβάει ομπρός η πρώτη.
Κι' όταν οι διο ζυγώσανε με τ' άρματα στο χέρι, πρώτα άρχισε ο πλουμόκρανος γιος του Πριάμου κι' είπε «Γιε του Πηλιά, πια μη θαρρείς σαν πριν πως θα με σκιάξεις 250 πούτρεξα κύκλω τρεις φορές, κι' όταν με τ' όπλο ορμούσες να σε προσμείνω δείλιασα· μα να σταθώ η καρδιά μου τώρα μου λέει, να μετρηθώ μαζί σου, ή σφάξω ή σφάξεις. Μον έλα πρώτα τους θεούς ας κράξουμε μαρτύρους, τι αφτοί μαρτύροι οι πιο πιστοί και φύλακες των όρκων. 255 Βάρβαρα εγώ όχι — ορκίζουμαι — δε θα σε βλάψω, αν θέλει νίκη να δώκει μου ο θεός και τη ζωή σού πάρω· Μον σα σε γδύσω απ' τ' άρματα, θα δώκω στους δικούς σου πίσω, Αχιλιά, το λείψανο. Έτσι κι' εσύ να κάνεις.»
Τότες λοξά τον κοίταξε και τούπε ο Αχιλέας 260 «Έχτορα, μή, φονιά άπιστε, μη λες μαρτύρους κι' όρκους. Αν όρκους έκαναν ποτές αθρώποι και λιοντάρια [αν είδες λύκους πουθενά κι' αρνιά συντροφιασμένους], 263 πες τότες πως εγώ κι' εσύ θα φιλιωθούμε. Όχι! Όρκους 265 δεν έχει οι διο μας, πριν νεκρός ο ένας πέσει χάμου κι' αίμας μπουχτίσει ο λάρυγγας του λιμασμένου τ' Άρη. Βάλε όλα σου τα δυνατά, την επιστήμη βάλ' την· χριά πάσα να φανείς γερό κοντάρι κι' αντριωμένο. Δεν έχει φέβγω πια να πεις, τι η Αθηνά η Παλλάδα 270 θα σε ξεκάνει τώρα εδώ με τ' άσπλαχνό μου χέρι, κι' ως στο στερνό μια κοπανιά τα πάθια των συντρόφων θα σ' τα ξοφλήσω πούσφαζες βαρώντας τους με λύσσα.»
Είπε, και σιώντας τίναξε το χαλκωμένο φράξο· μα τόδε ομπρός ο Έχτορας κι' απόφυγε το χτύπο, τι έσκυψε πριν, και τρέχα αφτό του σφύριξε από πάνου 275 και πέρα μπήχτηκε στη γης. Τότες του Δία η κόρη τ' αρπάει, χωστά απ' τον Έχτορα, και του το δίνει πάλι.
Τότ' είπε του Πριάμου ο γιος στο φοβερό Αχιλέα «Βρήκες λαμπρά! Κι' εγώ 'λεγα, παχιά καθώς μιλούσες, πως δα, καλέ μου, σούγνεψε το θάνατό μου ο Δίας. 280 Μα εσύ του νου σου ψέματα και φαντασιές λαλούσες, για να δειλιάσω σαν παιδί, να με σαστίσει ο φόβος. Δε φέβγω εγώ όχι, τ' όπλο σου στη ράχη δε μου μπήγεις, Μον ίσα εδώ θα σου ρηχτώ, και τρύπα μου τα στήθια αν σ' τόταξε ο θεός. Μα δες να μου γλυτώσεις πρώτα 285 απ' το χαλκό μου, που αχ! στο κριάς να σου χωνέψει μέσα! Ας πας εσύ, και τότες πια σου δείχνω εγώ αν νικούνε οι Τρώες μου· τι η πιο βαριά κατάρα εσύ τους είσαι.»
Είπε, και σιώντας τίναξε το χάλκινο κοντάρι και μες στη μέση αλάθεφτα του βρήκε την ασπίδα, 290 μα τ' όπλο πήδηξε μακριά. Τον πήρε τότε η λύπη που έτσι απ' τη χέρα του άδικα πετάχτη το γοργό όπλο. Και στέκει με βαριά καρδιά, τι άλλο δεν είχε φράξο, και κράζει όσο μπορούσε αψά το Δήφοβο, ζητώντας άλλο όπλο· μα πού Δήφοβος τέτια στιγμή κοντά του! 295 Τότε ένιωσε ο πλουμόκρανος γιος του Πριάμου κι' είπε «Ωχού, το βλέπω πια οι θεοί με κράζουνε στον Άδη! Τι είπα μαθές πως είχα εγώ το Δήφοβο κοντά μου· μα είταν παγίδα της θεάς, κι' είναι στο κάστρο εκείνος. Τώρα αφού ο χάρος πλάκωσε και πια δεν έχω ολπίδα, 300 έτσι ας μην πέσω σα ραγιάς δίχως τιμή, μα ας δείξω 304 καν άξια πριν παλικαριά που να βουήξει ο κόσμος!» 305
Έτσι είπε, κι' όξω το σπαθί τραβάει τ' ακονισμένο που στα πλεβρό του κρέμουνταν, στέρια μεγάλη σπάθα, κι' αφού μαζέφτηκε, χοιμάει σαν κυνηγάρικο όρνιο, που μάβρα γνέφια σκίζοντας κατάκαμπα πλακώνει ν' αρπάξει ανήσυχο λαγό ή τρυφερό 'να αρνάκι· 310 έτσι όρμησε ανεμίζοντας το κοφτερό λεπίδι. Χοιμάει και του Πηλέα ο γιος, κι' άγριο θυμό η ψυχή του γιόμισε, και στα στήθια ομπρός κρατούσε την ασπίδα, πλούμια γερή, κι' ανέμιζε ψηλά η ουρά στο κράνος π' αχτιδοβόλαε, κι' έπαιζαν χρυσά τα κρόσσα γύρω 315 που πλήθος κύκλω στην ουρά τάχε ο θεός κολλήσει. Πώς άστρο βγαίνει στης νυχτός την πίσσα μες στ' αστέρια, ο Σείρης, τ' άστρο που ψηλά πιο στέκει ωραίο απ' όλα, τέτια κι' η λάμψη απ' τ' όπλο του, που στο δεξύ το χέρι τ' ανέμιζε έχοντας κακούς σκοπούς, και με το μάτι 320 θωρούσε τ' όμορφο κορμί που θ' ανοιχτεί πιο πρώτα. Μα αφτό η χαλκένια αρματωσά τού τόκρυβε όλο τ' άλλο, πανώρια, π' απ' τον Πάτροκλο την πήρε σφάζοντάς τον, μά 'δειχνε εκεί που τα κλειδιά χωρίζουν σνίχι κι' ώμους, στη γούβα, εκεί που η κονταριά πιο γλήγορα σκοτώνει· 325 εκεί τον κάρφωσε καθώς του ρήχνουνταν, κι' ως πέρα βγήκε ο χαλκός διαβαίνοντας τον τροφαντό λαιμό του δίχως η άκρη η σουγλερή να αγγίξει το λαρύγγι . 328
Χάμου εκεί πέρα ο Έχτορας σωριάστηκε στις σκόνες, 330 κι' έσκουξε του Πηλέα ο γιος περήφανα από πάνου «Έχτορα, εσύ ίσως έλεγες, σα μούσφαζες το βλάμη, δεν έχει φόβο, θα σωθείς, τι έτυχα εγώ μακριά σου... Άμιαλε! πίσω ξοφλητής στα βαθουλά καράβια καρτέραε ένας πιο γερός, εγώ που εδώ με βλέπεις, εγώ που σ' έσφαξα. Σκυλιά τις σάπιες σου τις σάρκες 335 θα φάνε κι' όρνια, μα Αχαιοί τον Πάτροκλο θα θάψουν.»
Τότες του λέει ο Έχτορας με την ψυχή στο στόμα «Ξορκίζω σε, έτσι να χαρείς το φως σου τους γονιούς σου. μη θες στον κάμπο το κορμί να μου ντροπιάσουν σκύλοι. Δέξου χαλκό και μάλαμα που πλήθος θα σου φέρει 340 να μ' αγοράσει η μάννα μου κι' ο δύστυχος πατέρας, και σπίτι πίσω δώσ' τους το το λείψανο, που μέσα να μου το κάψουν στο καστρί οι Τρώισσες κι' οι Τρώες.»
Τότες λοξά τον κοίταξε και τούπε ο Αχιλέας «Σκάσε, σκυλί, και σε γονιούς και φως μη με ξορκίζεις! 345 τι το κακό που μούκανες, αχας μπορούσα ο ίδιος έτσι να σ' τις σπαράξω ωμές και να σ' τις φάω τις σάρκες. Έτσι όχι! απ' τα σκυλιά άθρωπος την κάρα δε σ' τη σώζει, μηδέ κι' αν δέκα θησαβρούς κι' αν είκοσι μου φέρει κι' εδώ μετρήσει, και πολλά κατόπι κι' άλλα αν τάξει· 350 μήτε κι' ακόμα ο Πρίαμος με μάλαμα αν σε ζιάσει, ναι κι' έτσι νεκροστόλιστο δε θα σε κλάψει η μάννα στο στρώμα απάνου εσένανε, των σπλάχνων της το θρέμμα, Μον όρνια κάθε σου μπουκιά και μούργοι θα μοιράσουν.»
Τότες του λέει ο Έχτορας, και τούβγαινε η ψυχή του 355 «Τι σου προσπέφτω που καλά σε ξέρω; Ποιός θα πείσει τέτιο θεριό; Τι σίδερο σούναι η καρδιά στα στήθια. Θυμήσου με όμως, τι στοιχιό μια μέρα θα σου γίνω, την ώρα που του Δία ο γιος κι' ο Πάρης θα σε σφάζουν εκεί στο Ζερβοπόρτι ομπρός, κιας είσαι παλικάρι.» 360
Είπε, και σύγνεφο άνηλιο τον σκέπασε θανάτου, και πέταξε οχ τα στήθια του να πάει η ψυχή στον Άδη, κι' έκλαιε το μάβρο της γραφτό π' αφήκε αντριά και νιότη.
Μα και νεκρό έτσι ο Αχιλιάς του φώναξε και τούπε «Ψόφα εσύ τώρα, κι' έπειτα ας μούρθει εμένα ο χάρος, 365 σα θέλει ο Δίας κι' οι λοιποί θεοί να μου τον στείλουν.»
Είπε και σέρνει απ' το κορμί το χαλκωτό κοντάρι κι' εκεί κοντά παράμερα τ' αφίνει· και κατόπι απ' την πανώρια αρματωσά ναν τον γυμνώνει αρχίζει αίμας γιομάτη. Κι' έτρεξε γύρω ο στρατός να δούνε σαν τι είταν τάχα ο Έχτορας, η όψη η λεβεντιά του 370 τα στήθια· τι έτσι αλάβωτοι πού πριν να παν κοντά του!
Κι' έτσι ο καθένας έλεγε, στο γείτονα γυρνώντας «Μπα! Πόσο τώρα ξέγνιαστα τον Έχτορα μαλάζεις, όχι όπως όταν με φωτιά μας έκαιγε τα πλοία.»
Έλεγε αφτά, και ζύγωνε κοντά και τον τρυπούσε. 375
Και τότες του Πηλέα ο γιος, τα όπλα σαν του πήρε, στάθηκε εκεί μες στου στρατού τη μέση και τους είπε «Τώρα όλοι ελάτε — ομπρός, παιδιά — τη νίκη τραγουδώντας 391 σηκώστε αφτόν κι' ας σύρουμε στα βαθουλά καράβια. Μεγάλη η δόξα! Σφάξαμε λαμπρό 'να παλικάρι, τον Έχτορα, που σα θεό τον λάτρεβαν στο κάστρο!»
Είπε και βάρβαρη δουλιά τού μπήκε ναν του κάνει. 395 Τα νέβρα πίσω των ποδιών τρυπώντας του απ' τη φτέρνα ως τον αστράγαλο, περνάει λουριά βοϊδοκομένα, και δένοντάς τον στο κουτί αφίνει το κεφάλι χάμου να σέρνεται· έπειτα σηκώνει και στ' αμάξι βάζει την πλούμια αρματωσά, κι' εφτύς σα μπήκε ο ίδιος χτυπάει να τρέξουν, κι' έφεβγαν με προθυμιά τα ζώα. 400 Κι' ανέβαινε — ενώ σέρνουνταν — ο κουρνιαχτός, μαδούσε η μάβρη κόμη, βούλιαζε στα βούρκα το κεφάλι, κεφάλι πριν τόσο όμορφο, μα τόθελε έτσι ο Δίας ναν το ρημάξουν τότε οχτροί στην ίδια του πατρίδα.
Σαν έτσι αφτόν τον έσερναν. Κι' η μάννα του τραβούσε 405 τ' άσπρα μαλλιά της, πέταξε την πλούσια σκούφια αλάργα, και σαν τρελή ξεφώνισε σαν είδε το παιδί της. Σπάει και στα κλάματα ο πικρός ο γέρος, κι' όλοι γύρω θρηνούσαν, κι' όλο το καστρί βαρύ είταν μοιρολόγι. Έτσι έμοιαζε λες το κακό, σα νάλιωναν οι φλόγες 410 την Τρια τη λεβεντόπυργη απ' την κορφή ως τον κάμπο. Κι' οι φίλοι μόλις δύνουνταν το γέρο να βαστάξουν, π' αντίστεκε όλο κι' ήθελε όξω να βγει οχ το κάστρο. Κι' ενώ κυλιούνταν στα σβουνιά, τους ξόρκιζε όλους γύρω, με τ' όνομά τους κράζοντας τους φίλους έναν έναν 415 «Ανοίχτε, αδέρφια... αφίστε με σας λέω, κιας με λυπάστε, να βγω όξω εφτύς και μόνος μου να τρέξω ως στα καράβια να πέσω ομπρός στα πόδια του, σ' αφτό το σαρκοφάγο... α το φονιά... ίσως σεβαστεί τα χρόνια μου, ίσως νιώσει σπλαχνιά για τ' άσπρα μου μαλλιά. Κι' αφτός πατέρα γέρο 420 έχει μαθές, που λες για αφτό τον έσπερνε, να γίνει χάρος των Τρώων· μα έκαψε πιο πρώτα εμένα απ' όλους, που τόσα μούσφαξε παιδιά μες στα χρυσά τους νιάτα. Μα όλους δε μου τους κλαίει αφτούς τόσο βαθιά η καρδιά μου, όσο έναν π' ως στον τάφο μου θα σύρει με ο καημός του, 425 τον Έχτορα. Ω, στα χέρια μου ας μούχε καν πεθάνει, που οι διο καν να χορταίναμε το μοιρολόϊ το κλάμα, εγώ κι' η μάβρη η μάννα του που τον πικρογεννούσε.»
Έτσι θρηνούσε, κι' έκλαιγαν μαζί του κι' όλοι οι Τρώες.
Τότε η Εκάβη αρχίνησε των γυναικών το κλάμα 430 «Ωχ γιε μου, εγώ η κακότυχη, τι πια να ζω στον κόσμο τώρα που εσύ μου πέθανες, της χώρας το καμάρι, της χώρας η παρηγοριά, π' όλοι, γυναίκες κι' άντρες, νύχτα και μέρα σα θεό σε λάτρεβαν στο κάστρο. Τι εσύ είσουν μόνη δόξα μας, εσύ είσουν μόνη ολπίδα, 435 σα ζούσες· τώρα αχ θάνατος, τώρα σε πήρε χάρος.»
Έτσι έκλαιγε η γερόντισσα. Όμως ακόμα ως τότες δεν είχε ακούσει τίποτα του Έχτορα η γυναίκα, γιατί να πάει δε βρέθηκε σωστός μαντατοφόρος να πει πως όξω απ' το καστρί τής έμενε ο καλός της, Μον έφαινε άλικο σκουτί στου πύργου της τα βάθια 440 διπλό, και μέσα πλουμιστά τ' ανθοκεντούσε ξόμπλια. Εκεί στις άξιες φώναξε τις σκλάβες μες στον πύργο στη στια να βάλουν τρίποδο λεβέτι απ' τα μεγάλα, για νάχει έτσι έτοιμο ζεστό λουτρό όταν κουρασμένος πίσω γυρίσει ο Έχτορας στον πύργο του οχ τη μάχη ... Αχ έρμα, πού να φανταστείς π' αλάργα από λουτρά σου 445 τον έσφαξε η θεά Αθηνά μ' ένα κοντάρι οχτρού του! Μα άξαφνα ακούει ξεφωνητά οχ το τειχί και κλάψες, και της λυγούν τα γόνατα, πέφτει η βελόνα χάμου. Κι' αμέσως φώναξε ξανά στις λυγερές της σκλάβες «Γλήγορα, ελάτε διο μαζί, να δω γιατί η αντάρα. 450 Κλάμα άκουσα της πεθεράς, κι' εμένα μες στα στήθια τρέμει ως στο στόμα μου η καρδιά και με παγώνει ο φόβος. Κάπια θενάπεσε στους γιους του βασιλιά φουρτούνα... Μα, Δία, εμένα σώσε με από πικρά μαντάτα!» 454
Έτσι είπε, κι' όξω χύθηκε σαν παλαβή οχ το σπίτι 460 με σπλάχνα που της σπάραζαν, κι' οι σκλάβες ακλουθούσαν. Κι' ως στο πυργί σαν έφτασε κι' ως στων αντρών τον κύκλο, ρήχνει τα μάτια ... στέκεται... και βλέπει ομπρός στη χώρα που κατά γης τον έσερναν και που γοργά τα ζώα τόνε τραβούσαν ξέγνιαστα προς το καραβοστάσι. 465 Νύχτα τα μάτια σκοτεινή της σκέπασε, και πίσω σωριάστηκε, μες στο λαιμό τής πιάστηκε η ανάσα, κι' έρηξε αλάργα τη λαμπρή δεσιά οχ την κεφαλή της — στεφάνι και χρυσόχτενο κι' ωριοπλεμένο δίχτυ — κεφαλοδέτη πούλαβε απ' τη χρυσή Αφροδίτη, 470 τη μέρα νύφη ο Έχτορας π' από του Αητιού τον πύργο την πήρε αφού της χάρισε μύρια στολίδια πλούσια. Κι' έτρεξαν γύρω ένα σωρό κουνιές και συνυφάδες, και την κρατούσαν που κοντά ναν τη σκοτώσει ο πόνος.
Κι' όταν ξανά συνέφερε και πήρε λίγη ανάσα, 475 στενάζει οχ την καρδιά βαθιά και μοιρολόγι αρχίζει «Έχτορα, εγώ η κακότυχη! Με μια κι' οι διο μας μοίρα εσύ στην Τρία γεννήθηκες, στον πύργο του Πριάμου, κι' εγώ στη Φήβα, στα ριζά της δασωμένης Πλάκος, στ' Αητιού το πλούσιο αρχοντικό, που δόλιος δόλια εμένα 480 μικρή μ' ανάσταινε ... Αχ γιατί ποτές του να με κάνει; Στ' Άδη εσύ τώρα τη φωλιά κάτου απ' της γης τους κρύφτες μισέβεις, και σε θλιβερή μ' αφίνεις λύπη εμένα, έρμα νια χήρα· και μικρός ο γιος μας έτσι ακόμα που εγώ κι' εσύ γεννήσαμε... που πια καλό από σένα, 485 Έχτορα, δε θα δει αφού πας, μήτε κι' εσύ από κείνον .. . γόι το παιδάκι μου! που πριν στα γόνατά σου απάνου 500 μεδούλι μονάχα έτρωγε και τρυφερό θρεφτάρι, κι' η νύστα σα μου τόπιανε και ξέχναε τα παιχνίδια, τότες σε στρώμα μαλακό στην αγκαλιά την βάγιας κλιούσε τα μάτια με καρδιά κάθε αγαθό γιομάτη· έρμο όμως τώρα ολάρφανο πολλές θα πιει ίσως πίκρες, 505 ο Μοναφέντης που τον λεν όλοι, γυναίκες κι' άντρες, τι μόνος του διαφέντεβες το κάστρο εσύ, καλέ μου . . . εσύ π' αλάργα από γονιούς μπροστά σ' οχτρών καράβια σκουλήκια τώρα θα σε φαν, αφού χορτάσεις σκύλους γυμνός· και θα σου καίτουνται τα ρούχα μες στον πύργο, 510 ψιλά πανώρια, πούφτιασαν των γυναικώνε χέρια . . . Μα αφτά όλα θαν τα κάψω εγώ, αχ δίχως όφελός σου, που σάβανο σε νεκρική φωτιά δε θα σου γίνουν.» 513
Έτσι έκλαιγε, κι' όλες μαζί θρηνούσαν οι γυναίκες. 515
Ψ
Σαν έτσι αφτοί βογγούσανε στο κάστρο. Μα οι Αργίτες σαν ήρθαν στον Ελλήσποντο κι' ως στα γοργά καράβια, γύρω όλοι οι άλλοι σκόρπισαν, στο πλοίο του ο καθένας, μα του Πηλέα ο άξιος γιός τα θαρρετά συντρόφια δεν άφινε να διαλυθούν, παρά τους είπε πρώτα 5 «Συντρόφοι ακούστε αγαπητοί, γοργοί μου Μυρμιδόνες, τ' άτια μη λύστε απ' τα λουριά, μον έτσι λίγο ακόμα μ' αμάξια ας πάμε κι' άλογα να κλάψουμε μια στάλα τον Πάτροκλο μας· τι πρεσβιό αφτό 'ναι των νεκρώνε. Μα αφού κατόπι κλάματα χορτάσουμε και δάκρια, 10 τότες εδώ ξεζέβουμε κι' όλοι ενωμένοι τρώμε.»
Είπε, και σπουν στα κλάματα όλοι οι συντρόφοι αντάμα, και πρώτος του Πηλέα ο γιος. Έτσι θρηνώντας κάνουν τρεις γύρους κύκλω στο νεκρό με τ' αλόγα κι' αμάξια ενώ τον πόθο του κλαμού τους συνταβλούσε η Θέτη. Πότιζαν άμμους, πότιζαν αρματωσές τα δάκρια, 15 τι τέτιονε όλοι στέναζαν της μάχης κατεχάρη.
Και πρώτος του Πηλέα ο γιος τα μοιρολόγια αρχίζει με χέρια απάς στου βλάμη του τα νεκρωμένα στήθια «Θεός μαζί σου, Πάτροκλε, κι' ως στ' Άδη τα λιμέρια! Όσα πριν σούταξα, όλα εγώ θα σ' τ' αληθέψω τώρα· 20 ωμό να φαν τον Έχτορα στους σκύλους θαν τον δώσω, και δώδεκα αρχοντόπουλα των Τρώων στη φωτιά σου θα σφάξω ομπρός, τι μ' έκανε έτσι θεριό ο σφαγμός σου.»
Είπε, και βάρβαρη δουλιά σοφίστηκε να κάνει, 24 και μες στα βούρκα στρώνει, ομπρός στην ψάθα του Πατρόκλου, τον Έχτορα έτσι ανάσκελα. Απέ οι λοιποί τους βγάζουν τα χάλκινα όπλα, κι' έλυσαν τα πολεμόχαρα άτια, κι' ομπρός στο πλοίο κάθησαν του θεϊκού Αχιλέα, σωροί· κι' αφτός τους έκανε νεκρόδειπνο τραπέζι. Βόδια πολλά 'στρώσαν στη γης με τους λαιμούς κομένους, 30 πρόβατα ασπρόμαλλα πολλά κι' ακροπατούσες γίδες· κι' ένα σωρό καψάλιζαν καλόθρεφτα γουρούνια π' αστράφτανε του πάχους τους στρωμένα μες στις φλόγες. Κι' έτρεχε γύρω στο νεκρό παντού το αίμας βρύση.
Και τότες πήραν το γοργό του γέρου γιο Πηλέα 35 στου βασιλιά οι ατρόμητοι οπλαρχηγοί, και μόλις τον έπεισαν, τι τούκλαιγε μέσα η καρδιά το βλάμη. Κι' όταν σε λίγο φτάσανε στου βασιλιά Αγαμέμνου, εφτύς τους κράχτες πρόσταξαν να στήσουνε λεβέτι μεγάλο απάνου απ' της φωτιάς τις φλόγες, μήπως πείσουν 40 τον Αχιλιά τα αίματα, να πλύνει και τη λέρα. Μα αφτός δε σάλεβε, παρά τους πήρε ακόμα κι' όρκο «Ναι μα το Δία, ανότατο θεό και πρώτο απ' όλους, σας λέω την κεφαλή μου πριν λουτρό δε θα μ' αγγίξει, πριν πρώτα ο Πάτροκλος καεί και μνήμα τον σκεπάσει, 45 πριν το νεκρό του η κόμη μου στολίσει· τι η καρδιά μου τέτια άλλη πίκρα δε θα δει ως που να πάω στον τάφο. Μα τώρα ας κάτσουμε άχαρα λίγο ψωμί να φάμε, κι' άμα χαράξει πρόσταξε, τ' Ατρέα γιε, τους άντρες να κόψουν ξύλα, κι' έπειτα τα χρειαστά να δώσουν 50 όλα όσα πρέπει πίσημος νεκρός μαζί του νάχει σαν πάει μες στ' Άδη τ' άφωτα κι' αραχνιασμένα βάθια, που έτσι απ' ομπρός μας το νεκρό η φλόγα χέρι χέρι να κάψει, κι' ύστερα ο λαός να σύρει στη δουλιά του.»
Έτσι είπε, και τον άκουσαν κι' όχι κανείς δεν είπε. Και χέρι χέρι ετοίμασαν δείπνο ο καθείς και πήραν 55 να φάνε, δίχως τίποτα π' ορέγουνταν να λείπει. Κι' αφού τους χόρτασε η καρδιά καλά το φαγοπότι, σκορπούν, και στην καλύβα του πάει ο καθείς να γύρει.
Κι' ο Αχιλέας στου γιαλού την πολυτάραχη άκρη βαριά στενάζοντας έκατσε με κύκλω τους συντρόφους, 60 σε μια άπλα πούσκαζε κοντά το κύμα στα χαλίκια. Κι' ο ύπνος σαν τον νάρκωσε γλυκά περεχυμένος, λύπης και πόνου λυτρωτής — τι είχε αποκάνει ορμώντας πίσω απ' τον Έχτορα, μπροστά στης Τριάς τ' ολόρθο κάστρο — να! ομπρός του φάνηκε η ψυχή του θεϊκού Πατρόκλου, 65 όμια του σ' όλα — ανάστημα, φωνή, πεντάμορφη όψη — και μ' ίδια στο κορμί σκουτιά σαν που και πριν φορούσε.
Κι' απάνου απ' το κεφάλι του πάει στέκει και του κάνει «Πάει πια, Αχιλιά, εγώ πέθανα, και τώρα εσύ κοιμάσαι και με ξεχνάς· σ' άλλους καιρούς με φρόντιζες, σα ζούσα. 70 Θάψε με, αδρέφι, τη μπασιά πια να διαβαίνω τ' Άδη. Μακριά με διώχνουνε οι ψυχές των πεθαμένων ήσκιων, το ρέμα αντίκρυ να διαβώ δε θεν και δε μ' αφίνουν, Μον έτσι εδώ κι' εκεί γυρνώ μες στ' Άδη τη θολάδα. Και σε ξορκίζω, αχ δώσ' μου εδώ το χέρι σου· τι πάλι 75 πια δε γυρνώ απ' τα τρίσβαθα, μιας και με φαν οι φλόγες. Πια δε θα κάτσουμε όπως πριν χώρια απ' τους άλλους φίλους να λογαριάσουμε όλα οι διο, μον με κατάπιε εμένα δράκαινα η μοίρα πούλαχα σα με γεννούσε η μάννα. Όμως κι' εσένα θεϊκέ, σου γράφτηκε, Αχιλέα, 80 κάτου απ' της Τριάς να σκοτωθείς τ' ορθοχτισμένο κάστρο. Άλλο όμως λόγο θα σου πω, και κάν' τον, σε ξορκίζω· να μη μου βάλουν χωριστά τα κόκκαλα, Αχιλέα, απ' τα δικά σου, μον καθώς ζήσαμε αντάμα οι διο μας, 84 έτσι ένα και τα κόκκαλα κιβούρι ας μας σκεπάσει.» 91
Τότες τ' απάντησε ο γοργός γιος του Πηλιά και τούπε «Τι ήρθες, αδρέφι μου, κι' εδώ τους πόθους της καρδιάς σου μου παραγγέλνεις; Έννια σου, όπως ζητάς κι' ορίζεις, 95 τα πάντα θα βολέψω εγώ και σ' όλα θα σ' ακούσω. Μόνε κοντά μου ζύγωσε... Αχ έλα αγκαλιασμένοι μια στάλα να χορτάσουμε φαρμακερό καν κλάμα.»
Σαν έτσι τούπε, κι' άπλωσε τα χέρια δίχως όμως να πιάσει. Κι' η ψυχή καπνός φέβγει και μέσα μπαίνει 100 στης γης με τσιριχτά. Κι' αφτός ολόξαφνος πετιέται, χτυπάει το γόνα και λαλεί παραπονιάρη λόγο «Ωχού, έχει κάπια το λοιπόν και στ' Άδη τα λημέρια ψυχή κι' εικόνα, μα ζωή μηδ' ύπαρξη δεν έχει. Τι του Πατρόκλου μου η ψυχή όλη τη νύχτα η δόλια 105 εδώ κοντά μου στέκουνταν, και στέναζε βογγούσε και κάθε μούλεγε ορισμό· έτσι είταν όμως, φάσμα.»
Είπε, και σ' όλων την καρδιά ξυπνάει του θρήνου πόθο, κι' όλοι θρηνούσαν — ως που πια το χαραμέρι πήρε — γύρω στο έρμο λείψανο.
Ωστόσο ο Αγαμένος μουλάρια κι' άντρες πρόσταξε απ' τις πλαγιές ολούθες ξύλα να παν να φέρουνε· κι' ορίζει κεφαλή τους βλάμη τ' αφέντη Δομενιά, τον αρχηγό Μηριόνη.
Κι' αφτοί κινούν στα χέρια τους κρατώντας τα τσικούρια και τα πλεχτά σκοινιά μ' ομπρός τα ζα που περπατούσαν· 115 κι' ίσα λοξά ζερβά δεξά παν κάτου απάνου ολούθες. Κι' όταν στης Ίδας έφτασαν τα δροσισμένα πλάγια, πήραν με τροχιστό χαλκό κι' οξές αψηλοκλάρες έκοβαν όλοι βιαστικοί, που με μεγάλους κρότους πέφτανε χάμου. Τότε αφτοί κομάτια τις λιανίζουν, 120 τις δένουν στα μουλάρια τους, κι' αφτά γοργά πατώντας πήραν του κάμπου το στρατί μέσα απ' τα πυκνολόγγια. Ακόμα κι' όλοι κούτσουρα οι άντρες κουβαλούσαν — τι τέτια διάτα διάταξε ο καπετάν Μηριόνης — και μονοσκοίνι φτάνοντας στο περιγιάλι, χάμου 125 τα ρήχνανε όπου 'να λαμπρό μνημούρι ο Αχιλέας μελέταε για τον Πάτροκλο να στήσει και δικό του.