Part 25
Έπειτα ορμάει τον άρχοντα να πιάσει γιο του Πείρου, το Ρίγμο, π' οχ την καρπερή ότι είχε φτάσει Θράκη, 485 και μια του δίνει π' ο χαλκός μες στην κοιλιά του μπήκε, κι' ήρθε απ' τ' αμάξι ανάποδα. Μα και του παραγιού του Αρήθου, ενώ τα διο φαριά προσπάθαε να γυρίσει, του κάθισε μια κονταριά στη ράχη, κι' οχ τ' αμάξι έπεσε χάμου κι' έφυγαν τα ζα του σαστισμένα.
Πώς παίρνει σβάρνα λαγκαδιές βαθιές φωτιά μεγάλη 490 σ' όρος ξερό και καίγουνται τα πεφκοπλήθια δάση, και φλόγα ο άνεμος παντού σκορπάει στριφοκλωθώντας· έτσι ξοπίσω απ' τους οχτρούς σα λάμια λες με τ' όπλο χοιμούσε σκότωνε, κι' η γης κατέβαζε αίμα μάβρο.
Πώς ζέβεις βόδια ασερνικά μεγάλα κουτελάτα 495 και τρίβεις σταροκρίθαρο σε μαρμαρένια αλώνια, κι' εφτύς λιανό όλο γίνεται απ' των βοδιών τα πόδια· έτσι και τ' άπιαστα άλογα του ξακουστού Αχιλέα νεκρούς πατούσαν κι' άρματα, κι' όλο τ' αξόνι κάτου κι' οι αμαξόγυροι είτανε πασπαλισμένοι μ' αίμας 500 απ' τις σταλιές που των τροχών πετούσαν τα στεφάνια και τ' αλογόνυχα. Κι' αφτός δε χόρταινε να σφάζει, κι' έβαφε μ' αίμας μελανό τ' αζύγωτά του χέρια.
Φ
Και πια σαν ήρθαν στου γοργού το πέρασμα ποτάμου πούχε του Δία κάνει ο γιος, στου κυματάρη Ξάνθου, τους κόβει εκεί, και τους μισούς στον κάμπο κυνηγούσε κατά τη χώρα, οπούτρεχαν κατάφοβοι οι Αργίτες τη μέρα πριν, σα μάνιαζε τ' αφέντη ο γιος Πριάμου· 5 εκεί τρεχάτοι χύθηκαν, κι' ομπρός ναν τους μπερδέψει άπλωσε η Ήρα 'να πηχτό σκοτάδι. Οι άλλοι πάλι σπρωχνόντουσαν προς το βαθύ αφράργυρο ποτάμι. Και πέφτουν μέσα βάρηχα, σαλαγοσπάει το ρέμα, οι οχτοί γύρω αντιβογγούν· και με φωνές οι Τρώες 10 κουβάρια μέσα εδώ κι' εκεί στους χόχλους κολυμπούσαν. Πώς από λάμψη πυρκαγιάς σηκώνουνται οι ακρίδες κι' ορμούν κατά τον ποταμό, κι' η φλόγα μιας ξεσπάσει καίει πάντα ακούραστη, κι' αφτές πηδούν το κύμα κύμα· έτσι κι' απ' του Πηλιά το γιο κυνηγητοί, του Ξάνθου 15 το λάλο ρέμα γιόμισαν ανάκατα άντρες κι' άτια.
Κι' εκείνος τ' όπλο αφίνει αφτού στον όχτο πλαγιασμένο μες στις μυρχιές, και σα στοιχιό με το σπαθί μονάχα πηδάει στο ρέμα — κι' έβαλε κακούς σκοπούς στο νου του — λιανίζοντας δεξά ζερβά, και βογγητά και θρήνοι 20 όλο άπαφτα ακουγόντουσαν που πάντα τους χτυπούσε με το σπαθί, και το νερό κοκκίνιζε απ' το αίμας. Πώς ψάρια, όταν τρανόκορμο τα κυνηγάει δερφίνι, σκορπούν και μες στου λιμανιού τρυπώνουν τους κρυψώνες κατάτρομα, τι χάφτει εφτύς όπιο τυχόν συλλάβει· το ίδιο κάτου απ' τους γκρεμούς στη ρεματιά κι' οι Τρώες 25 ζαρώνανε όλοι. Κι' όταν πια του μπούχτισαν τα χέρια βαρώντας, τότες διάλεξε νιους δώδεκα απ' το ρέμα για να πλερώσουν μ' αίμα τους το φόνο του Πατρόκλου. Κι όξω τους βγάζει, σα μικρά ζαρκάδια σαστισμένους, πίσω τα χέρια δένοντας με τα καλοκομένα 30 λουριά που γύρω τα στριφτά τους έζωναν τσαπράζα· κι' έτσι οι συντρόφοι του δετούς τους πήγαν στα καράβια.
Πάλε χοιμάει στον ποταμό αχόρταγος να σφάξει, κι' ομπρός να! το Λυκά θωράει, του γέρου γιο Πριάμου, ενώ οχ το ρέμα ξέκοφτε, τον ίδιο πούχε πιάσει 35 κι' άλλη βολά πριν άξαφνα στο γονικό του χτήμα, που νιόκλαρα βελανιδιάς με το μπαλτά μια νύχτα πήγε να κόψει κι' άμαξας ροδόγυρους να φτιάσει, μα εκεί αναπάντεχο κακό του βγήκε, ο Αχιλέας. Τότες στης Λήμνος το νησί τον πήρε και τον πήγε 40 ναν τον πουλήσει, κι' έδωκε τα γρόσα ο Καλοκράσης. Εκεί ένας βλάμης του, ο Αητιός, ξαναγοράζοντάς τον με χρήματα πολλά, αντικρύ τον πήγε στην Αρίσβα. Κι' όταν πεζός πήγε έπειτα στο γονικό του πύργο, μέρες ξεφάντωνε έντεκα με φίλους π' απ' τη Λήμνο 45 γλύτωσε πίσω· μα ξανά τη μέρα την κατόπι μοίρα κακή τον έρηξε στα χέρια τ' Αχιλέα, π' άναβλα τούτανε γραφτό στον Άδη ναν τον στείλει. Τι σαν τον είδε πούφεβγε οχ το νερό με πόδι 49 κατάκοπο απ' την κούραση, σηκώνει το κοντάρι 52 67 ναν τον καρφώσει, μα ο Λυκάς πριν σκύβει και σκυμένος 68 τρέχει κι' εφτύς τα γόνατα του πιάνει, κι' ίσα τ' όπλο περνά απ' τη ράχη απάνωθες και μπήγεται τρεχάτο στο χώμα, σάρκα ανθρωπίνη ζητώντας να δαγκάσει. 70
Τα περικάλια τότε ο γιος αρχίζει του Πριάμου 73 «Σπλαχνιά, Αχιλέα μου, αν θεούς λατρέβεις, σε ξορκίζω· χάρη μου πρέπει, ισόθεε, που σαν προστάτη σ' έχω. 75 Τι εγώ απ' το χέρι σου ψωμί πρωτόφαγα στα ξένα, σα μ' έπιασες μες στ' όμορφο μετόχι και στη Λήμνο με πήγες και με πούλησες αλάργα απ' τους γονιούς μου, μακριά από φίλους, κι' εκατό βιος σούφερα βοδιώνε. Τρίδιπλα τώρα πλέρωσα και σώθηκα, κι' αφτή είναι 80 η μέρα μου η δωδέκατη που γύρισα στην Τροία πολλά παθόντας· όμως νά, στα χέρια σου με ρήχνει μοίρα άστοργη ξανά ... Αχ θα πει με καταράστη ο Δίας που τώρα πάλι μ' έπιασες. Λιγόχρονο η Λαθόα η μάννα μου αχ με γέννησε, του γέροντα Άλτη η κόρη, 85 τ' Άλτη π' ορίζει τους γερούς Λελέγους κι' έχει πύργο μες στην ολόρθια Πήδασο στο ρέμα εκεί του Σάτνη. Τ' Άλτη είχε κόρη ο Πρίαμος — μα 'χε ένα πλήθος κι' άλλες — και διο μας έκανε, μα εσύ θα σφάξεις και τους διο μας. Στων πρώτων σκότωσες πεζών τη μέση το λεβέντη 90 Πολύδωρο, τρυπώντας τον με το βαρύ κοντάρι· χάρος κι' εμένα τώρα εδώ με βρίσκει, τι το ξέρω δε σου γλυτώνω αφού ο θεός στα χέρια σου με στέλνει. Μα άκου ... ένα λόγο θα σου πω μονάχα ... μη με σφάζεις, ίδια δεν έχω μάννα εγώ κι' ο Έχτορας, που ο έρμος 95 πήγε έτσι και σου σκότωσε τ' αδέρφι της καρδιάς σου.»
Έτσι ο λαμπρόπλιστος Λυκάς τού κλαίγουνταν ζητώντας ναν τον μαλάξει· μα άκουσε αμάλαχτο 'να λόγο «Άμιαλε, χάρες μη μιλάς και ξαγορές μην κραίνεις! Γιατί πριν πέσει ο Πάτροκλος, προτίμαε ναι η καρδιά μου 100 να μη σας σφάζω, κι' έπιασα πολλούς και σας πουλούσα· μα τώρα πάει πια, από χαμό δε σώζεται όπιον στείλει στα χέρια αφτά του Κρόνου ο γιος εδώ μπροστά στο κάστρο, και κάθε οχτρό, μα μάλιστα γιο του Πριάμου αν πιάσω. 105 Μα, βλάμη, πέθανε κι' εσύ, γιατί έτσι κλαις; Να, πήγε κι' ο Πάτροκλος που πιο πολύ σα ν' άξιζε από σένα. Τήρα με δα πόσο κι' εγώ σφανταχτερός μεγάλος, πατέρας μ' έσπειρε άρχοντας, θεά 'χω αν θες και μάννα· ωστόσο τύχη ανήμερη με καρτεράει και χάρος. 110 Θα φέξει αβγούλα, ή δειλινή θα τύχει ή μεσημέρι, όταν κι' εμένα τη ζωή στη μάχη θα μου πάρουν ή με κοντάρι ή ρήχνοντας σαΐτα από δοξάρι.»
Είπε, κι' απόμεινε ο Λυκάς σα λείψανο, και τ' όπλο χάμου αμολάει απλώνοντας τα χέρια και καθίζει. 115 Κι' εκείνος σέρνει το κοφτό σπαθί, και μια του μπήγει κατά την κλείδα στο λαιμό κοντά, που μέσα η σπάθα τού χώθηκε όλη. Πίστομα πέφτει ο Λυκάς και μένει χάμου στρωτός, και γύρω η γης κοκκίνιζε απ' το αίμας. Τότε απ' το πόδι τον αρπάει και στα νερά τον ρήχνει 120 να πάει το ρέμα, κι' έπειτα καμαρωμένος είπε «Τα ψάρια σύρε αφτού να βρεις, π' απ' την πληγή σου γύρω θα γλύφουν αίμα αξέγνιαστα. Στην ψάθα να σε κλάψει δε θα σε βάλει η μάννα σου, μον το χοχλάτο ρέμα θα σε τραβήξει ως κάτου εκεί στης θάλασσας τον κόρφο. 125 Θα ρέβετε έτσι ως που μπροστά στο κάστρο σας να φτάστε, 128 φεβγάλα εσείς και πάντα εγώ λιανίζοντας ξοπίσω. Μηδέ έχει τ' αργυρόγοργο ποτάμι να σας σώσει, 130 ο Ξάνθος, που συχνά πολλούς του σφάζετε βουβάλους και ζωντανά τού ρήχνετε πολλά άτια μες στο κύμα· μα κι' έτσι θα σας τρώει οχιά, ως να πλερώστε τέλος του βλάμη εδώ το θάνατο, των Αχαιών τα πάθια, που στα γοργά — σαν έλειπα — τους σφάζατε καράβια.» 135
Έτσι είπε, κι' άναψε θυμό στα σπλάχνα του ποτάμου. Κι' εκεί που ο κονταρόδοξος γιος του Πηλιά στη μέση 233 πήδησε κάτου οχ τον γκρεμό, τότ' ίσα το ποτάμι χοιμάει κυματοφούσκωτο ξυπνώντας κάθε ρέμα, 235 κι' έβραζε σκούνταε τους νεκρούς, που πλήθος στα νερά του πλέχανε μέσα, από το γιο σφαγμένοι του Πηλέα. Όξω όλους τους ξερνούσε αφτούς με μουγκρητά σαν τάβρος, 237 κι' όρθιο το κύμα φοβερό στον Αχιλιά τριγύρω 240 έβραζε, κι' έπεφτε έσπρωχνε κατάσπιδα ουδέ μπόραε να βασταχτεί στα πόδια του. Μα τέλος πια αγκαλιάζει χοντρόκορμη αψηλή φτελιά, που ξεκολνά απ' τις ρίζες και συνεπαίρνει πέφτοντας τον όχτο, κι' αμποδίζει τ' αφροκυμάτιστα νερά με τους πυκνούς της κλώνους. 245 Τότε οχ το κύμα ξεπηδάει, και φτερωτό με πόδι παίρνει τον κάμπο αβάσταχτος, λες είχε γληγοράδα 247 σαν του νυχτόφτερου τ' αητού, του κυνηγάρη αγιούπα, 252 πούναι πουλί το πιο γοργό, το πιο λεβέντικο όρνιο· έτσι στο κάμπο δρόμιζε — κι' αχούσε απάς στα στήθια φρίκη ο χαλκός του — κι' έφεβγε δεξά ζερβά γυρνώντας, 255 μα πάντα ο πόταμος μ' αχούς τού πλάκωνε ξοπίσω. Κι' αν ίσως κάποτε έκανε ν' αντισταθεί ζητώντας 265 μια και καλή να φωτιστεί, τάχα μπροστά τον έχουν όλοι οι θεοί που κατοικούν τα φωτισμένα ουράνια, πάντα άγρια του πελάγωνε νεροσυρμή τους ώμους. Κι' αφτός καρδοστενόχωρος πηδούσε, μα το ρέμα 270 πλάκωνε φρένιο κι' έσκαβε το χώμα που πατούσε.
Κλάφτηκε τότες τα πλατιά κοιτάζοντας ουράνια «Δία πατέρα, μα θεό δεν έχει να με σώσει οχ το ποτάμι τώρα εδώ; Στερνά ότι πάθω ας πάθω. Μα δε μου φταίει άλλος κανείς θεός απ' τα ουράνια, 275 παρά μου φταίει η μάννα μου που με γελούσε η έρμα, και μούπε, κάτου απ' το τειχί των ασπιστάδων Τρώων πως τάχα από φοιβόσταλτες θα σκοτωθώ σαΐτες. Ας μ' είχε αχσφάξει ο Έχτορας, το πρώτο εδώ κοντάρι! Τότες κι' άντρας έπεφτε, καν θάχε κι' άντρας σφάξει. 280 Τώρα γραφτό μου απ' άτιμο χαμό να πάω στον τάφο ζωσμένος σε νεροσυρμή, σαν γουρουνιών κοπέλι που σε χαντάκι πνίγεται περνώντας το χειμώνα.»
Είπε, κι' εφτύς ο Ποσειδός κι' η Αθηνά κοντά του πήγαν και στέκουν, με μορφή σαν άντρες, κι' έτσι θάρρος 285 του δίνουν, μες στα χέρια τους τα χέρια του κρατώντας. Κι' άρχισε πρώτα ο Ποσειδός ναν του μιλάει και τούπε «Μη φέβγεις, του Πηλέα γιε, και μην παρατρομάζεις, τι τέτιοι εμείς θεοί ήρθαμε βοηθοί σου εδώ στον κάμπο με στέρξιμο του Δία, εγώ κι' η Αθηνά η Παλλάδα. 290 Έτσι δεν είναι η μοίρα σου ποτάμι να σε πνίξει, Μον τώρα θα λουφάξει αφτός, κι' εσύ θα σύρεις πίσω. Τώρα να πιά 'ναι η συβουλή που θα σου πούμε, κι' άκου. Μην πάβεις πριν τ' ανήμερο πελέκι, πριν στρυμώξεις τους Τρώες, κάθε μάννας γιο, μες στ' αψηλό τειχί τους, 295 αν δα ξεφύγει και κανείς· κατόπι, σα σκοτώσεις με το χαλκό τον Έχτορα, γύρνα στα πλοία πάλι. Νίκη, Αχιλέα, θέλουμε και δόξα να κερδίσεις.»
Είπαν και παν με τους θεούς. Κι' αφτός ορμάει στον κάμπο, γιατί την τόλμη τ' άναψαν τα θεϊκά τους λόγια. Κι είταν ο κάμπος ξέχειλος νερά παντού χυμένα, 300 παντού νεκροί κι' αρματωσές πανώριες κολυμπούσαν· κι' αφτός τα πήδαε έτσι αψηλά ενώ γραμμή ίσα αντίκρυ κατά το κύμα ρήχνουνταν, μηδέ τον σταματούσε ο αφρισμένος πόταμος, γιατί του Δία η κόρη τούχε βαλμένα δύναμη μες στο κορμί μεγάλη. Μηδ' άφινε κι' ο Σκάμαντρος τη λύσσα, μον πιο ακόμα 305 θυμός τον πήρε, και μ' αψύ ορθοστημένο κύμα ορμούσε κι' όλο ανάσκελα τον άμπωχνε να πέσει. 307 327
Τον είδε τότες κι' έσκουξε η Ήρα, τρομασμένη 328 μήπως τον πνίξει το τρανό βαθύχοχλο ποτάμι, και κράζει εφτύς στον Ήφαιστο, το λατρεμένο γιο της 330 «Παιδί μου κουτσοπόδη μου, ομπρός! γιατί στη μάχη εσένα λέμε ισόπαλο πως είσαι του Σκαμάντρου. Μα βόηθα, κι' έλα γλήγορα χύνε φωτιές και φλόγες.»
Είπε, κι' ο Ήφαιστος φωτιά θεόσταλη ακοντίζει, 342 κι' ανάβει ο κάμπος, τα φυτά απ' άκρη ως άκρη πιάνουν. Καίγουνταν κύπερα φτελιές και βούρλα και τριφύλλια, 350 και καίγουνταν μυρχιές κι' ιτιές· κι' όλος ο κάμπος γύρω 351 345 ξεράθηκε, και σταματάει τ' αφροντυμένο κύμα. Κι' όπως λεβέτι από πολλής φωτιάς πυράδα βράζει 362 μέσα με χόχλους, τι στεγνά καιν από κάτου ξύλα, 364 σαν έτσι απ' τη φωτιά άναψαν οι ρεματόχτοι γύρω, 365 κι' έβραζε τ' όμορφο νερό απ' του θεού τις φλόγες. 365 367
Τότες στην Ήρα τη θεά με περικάλια κι' όρκους φώναξε κι' είπε ο Σκάμαντρος διο φτερωμένα λόγια «Ήρα, τι τώρα βάρθηκε τα κύματά μου ο γιος σου να βασανίσει; Όμως εγώ δε φταίω, θεά μου, τόσο, 370 όσο όλοι οι άλλοι φταιν θεοί πούναι βοηθοί των Τρώων. Μα τώρα να! λουφάζω εγώ, αν είναι αφτό ορισμός σου, κι' ας σταματήσει πια κι' αφτός. Εγώ σου κάνω κι' όρκο να μη σαλέψω από χαμό να σώσω πια τους Τρώες, μηδέ κι' η Τροία αν χάνεται, και με φωτιά πελώρια 375 αν καίγεται όλη και την καιν τα παλικάρια τ' Άργους.»
Αφτό σαν τ' άκουσε η θεά, η μαρμαρόλαιμη Ήρα, γυρνάει και λέει στον Ήφαιστο, το λατρεμένο γιο της «Ήφαιστε, στάσου, ξακουστό παιδί μου, τι δεν πρέπει θνητώνε χάρη αθάνατο θεό να βασανίζεις.» 380
Είπε, και σβύνει ο Ήφαιστος τις θεϊκές του φλόγες, και κάτου τρέχουν τα νερά ξανάστροφα στο ρέμα.
Κι' έστεκε ο γέρο-Πρίαμος στον πύργο, κι' από κει είδε 526 το γίγα του Πηλέα γιό· και σαν τραγιά όλοι οι Τρώες δίχως αντίσταση έτρεχαν φύγει όπου φύγει ομπρός του. Και ξεφωνίζει, κάτου ορμάει, και τρέχει να σηκώσει την κοσμοξάκουστη φρουρά μπροστά στο τειχοπόρτι 530 «Βαστάτε το πορτί ανοιχτό ως που ο πανικωμένος λαός να φτάσει ως στο καστρί, τι τήρα! ο Αχιλέας να! εκεί τους κυνηγά . . . Ω φωτιά που θα μας κάψει τώρα! Μα μέσα σα χωθεί ο λαός και μπούνε ν' ανασάνουν, τα στέρια φύλλα κλείστε τα ξανά, γιατί φοβάμαι 535 μήπως — δεν τόχει τίποτα — πηδήσει μέσα ο σκύλος.»
Είπε, κι' ανοίγουν οι φρουροί κι' αμπώχνουν τους μαντάλους. Κι' άσπροι απ' τη σκόνη οι Τρώιδες, κατάστεγνοι της δίψας, 540 ίσα για τ' αψηλό τειχί και για την Τριά οχ τον κάμπο φέβγανε, ενώ με τ' όπλο εκιός λες σα θεριό ακλουθούσε, και λύσσας φλόγα ανήμερης τούχε η ψυχή να σφάξει.
Τότες πια τ' Άργους τα παιδιά το κάστρο θα πατούσαν αν το λεβέντη Αγήνορα δεν πύρωνε ο Απόλλος, 545 γιο τ' Αντηνόρου, αδείλιαστο πανώριο παλικάρι. Στα στήθια θάρρος τούβαλε, και πάει κοντά του στέκει — για ναν τον σώσει από βαριά κακοτυχιά θανάτου — και στην οξιά ακουμπάει χωστός μες σε πυκνό σκοτάδι. Κι' εκιός τον καστρομαχητή γιο του Πηλιά σαν είδε, 550 στέκει, κι' ο νους του ανάδεβε πολλά ενώ καρτερούσε «Ωχού μου, αν πάρω δρόμο ομπρός στο φοβερό Αχιλέα πέρα όπου σκόρπιοι φέβγουνε κι' οι άλλοι, τότες κι' έτσι με πιάνει σα δειλό κιοτή και το λαιμό μού κόβει. 555 Μα αφτούς στο έλεός του εδώ αν τους αφίσω μόνους, κι' αλάργα απ' το καστρότειχο το βάλω εγώ στα πόδια μέσα απ' τον κάμπο, ως που να βγω απάνου εκεί ως στης Ίδας τις πυκνοδέντρωτες πλαγιές και στα λογγά τρυπώσω, τότες το βράδυ λούζουμαι στα κρύα νερά, και πίσω 560 γυρνάω στη χώρα δροσερός, τον ίδρο ξεπλυμένος ... Μα τι τα θέλει κι' όλα αφτά τ' ανασκαλέβει ο νους μου; Μήπως στον κάμπο οχ το καστρί με δει πως αλαργέβω, και με τσακώσει με γοργό ποδάρι κυνηγώντας· τι τότες πια από θάνατο και χάρο δε γλυτώνω, 565 τι δύναμη ίση σαν κι' αφτόν θνητός κανείς δεν έχει. Μα αν πες εδώ στη χώρα ομπρός με τ' όπλο τον προσμείνω; Τι έχει μαθές και σάρκα αφτός που την τρυπάει κοντάρι, θνητό τον λένε, μια ψυχή έχει κι' αφτός στα στήθια.» 569
Είπε, και στέκει μαζεφτός ναν τον προσμείνει, κι' είχε 571 μέσα η καρδιά του απόφαση γερά να πολεμήσει. Πώς να ξεσκίσει κυνηγό μέσα από πυκνολόγγι όξω πετιέται η πάρδαλη, που και σκυλιά αν γαβγίζουν, σαν τι θα πει φοβόκαρδος και δείλια δεν γνωρίζει· 575 έτσι ο Αγήνορας, ο γιος του σεβαστού Αντηνόρου, 579 πριν δοκιμάσει πόλεμο δεν ήθελε να φύγει, 580 Μον τη γερή κι' ισόκυκλη κράτησε ομπρός του ασπίδα και βροντοφώνησε έτοιμος να ρήξει το κοντάρι «Το ξέρω, ο νους σου τόλπιζε, θεόμορφε Αχιλέα, να μας πατήσεις σήμερα τ' αγέρωχο μας κάστρο τρέλα! τι ακόμα εδώ αρκετό κοντάρι πριν θα παίξει. 585 Τι άντρες πολλούς και δυνατούς εδώ 'χει, που την Τροία, φρουροί στα τέρια μας μπροστά κι' αδύναμα παιδιά μας, θαν τη γλυτώσουν· Μον εσύ θα βρεις εδώ τον τάφο, πούσαι έτσι ανήμερο θεριό και φαντασμένο κι' άγριο.»
Είπε, κι' η χέρα του η βαριά τινάζει το κοντάρι, 590 που δίχως λάθος το κανί τού βρήκε εκεί στο γόνα. Και γύρω το νιομέταλλο αντήχησε τουσλούκι φριχτά· όμως τ' όπλο αντιπηδάει πίσω ξανά με δίχως βλάβη καμιά, τι αμπόδιζαν τα δώρα του Ηφαίστου.
Δέφτερος τότες ναν τον φάει χοιμίζει ο Αχιλλέας, 595 μα ο Φοίβος δεν τον άφισε τη νίκη ν' απολάψει, τι τον Αγήνορα άρπαξε, και σκεπαστό μ' αντάρα όξω να πάει τον έστειλε χαρούμενο απ' τη μάχη. Κατόπι του Πηλιά το γιο αλάργεβε οχ το πλήθος μ' απάτη· τι όλος μιάζοντας ο προφυλάχτης Φοίβος 600 σαν το λεβέντη Αγήνορα, κινάει κι' ομπρός του τρέχει γοργά, κι' εκείνος χύθηκε ξοπίσω κυνηγώντας.
Κι' εκεί που τον κυνήγαε αφτός στο σταροβγάλτη κάμπο, λίγο ενώ ομπρός του ξέτρεχε — και τον γελούσε ο Φοίβος με τέχνη, που έτσι να θαρρεί πως θα τον πιάσει πάντα — 605 τότες φεβγάλα οι Τρώιδες φτάνουν σωρός στο κάστρο χαίροντας πια, και γιόμισε το κάστρο τρυπωμένους.
Χ
Μέσα έτσι οι Τρώες στο καστρί σα λάφια δειλιασμένοι να ξεδιψάσουν έπιναν και στέγνωναν τον ίδρο γυρμένοι απάς στα τεχνικά μπροστήθια· κι' οι Αργίτες ζύγωναν τότες με γυρτά στις πλάτες τους τ' ασπίδια. Μα απ' όξω αφτού τον Έχτορα η περιπαίχτρα η Μοίρα 5 να μείνει στο πορτί μπροστά τον πεδουκλώνει τότες.
Τότ' είπε στου Πηλιά το γιο ο φυλαχτής Απόλλος «Γιατί, Αχιλέα, εσύ θνητός μού τρέχεις καταπόδι εμένα τ' άλιωτου θεού; Μα τι λοιπόν, ακόμα θεός πως είμαι δε θωράς που κυνηγάς με πείσμα; 10 Σκοπό μαθές δε θάχεις πια να δεκατίζεις Τρώες — αφτοί παν τρύπωσαν — για αφτό στ' απόμακρα αλαργέβεις. Μα εμένα δε μπορείς, γραφτό δε σούναι να με σφάξεις.»
Τότ' είπε του Μηλέα ο γιος βαριά αγαναχτισμένος «Μ' έβλαψες, Φοίβο, εσύ θεέ πιο διαστρεμένε απ' όλους, 15 που τώρα εδώ με γύρισες· ειδέ πριν μπούνε μέσα, πολλοί στο κάστρο ομπρός τη γης θάχαν δαγκάσει ακόμα. Έφκολα αφτούς τους έσωσες, και μούκλεψες εμένα δόξα τρανή, τι παιδεμό κατόπι δε φοβάσαι. Εγώ όμως ναι σε παίδεβα αν μούστεκε στο χέρι» 20
Έτσι είπε, και προς το καστρί περήφανα γυρίζει πιλάλα, λες σαν άλογο μ' αμάξι αγωνοδρόμο που χλωροκάμπια ανάλαφρο με δρασκελιές διαβαίνει· έτσι έπαιζε κι' αφτός γοργά τα γόνατα και πόδια.
Πρώτος ο γέρο-Πρίαμος τον είδε που στον κάμπο 25 δρόμιζε κάτου, αστράφτοντας σαν άστρο που προβάλλει τον τρυγητή, κι' από πολλά τριγυρισμένο αστέρια χύνει το φως του αλάθεφτα μες στης νυχτός την πίσσα. Σκύλο το κράζουν Κυνηγού και πιο λαμπρά 'ναι απ' όλα, όμως στον ουρανό κακό σημάδι 'ναι στημένο, 30 τι θέρμες φέρνει στ' άμοιρο τ' αθρωπολόϊ σα βγαίνει· έτσι, σαν έτρεχε, ο χαλκός του ξάστραφτε απ' τα στήθια. Και σπάει στα δάκρια ο γέροντας, κ' υψώνοντας τα χέρια χτυπούσε το κεφάλι του, και με φωνή και κλάμα το γιο του ξόρκιζε κ' ομπρός στο Ζερβοπόρτι ολόρθος 35 δίψαε ως στο τέλος του Πηλιά το γιο να πολεμήσει.
Κι' έκραξε ο γέρος, κι' άπλωνε σπαραχτικά τα χέρια «Έχτορα, μη μου καρτεράς, παιδί μου, αφτό το σκύλο μονάχος έτσι αβοήθητος, μη χάσεις τη ζωή σου, παιδί μου, απ' το κοντάρι του, γιατί είναι ανότερός σου... 40 τ' άγριο θεριό! που έτσι οι θεοί τόση όση εγώ ναν τούχαν αγάπη! Σκύλοι γλήγορα θαν τον ξεσκούσαν κι' όρνια νεκρό, κι' εδώ το βάρος μου θα μούβγαινε απ' τα στήθια, που γιους με στέρησε πολλούς, γιους στα χρυσά τους νιάτα που σκότωνε είτε σε νησιά απόκεντρα τους πούλαε ... 45 Τι τώρα τον Πολύδωρο και το Λυκά, διο γιους μου, δε βλέπω εδώ που κλείστηκαν μέσα στο κάστρο οι Τρώες, τ' αγόρια που η αρχόντισσα μου γέννησε η Λαθόα. Μα αν ζουν στον κάμπο, εγώ στερνά με μάλαμα κι' ασήμι τους ξαγοράζω, τι έχουνε στον πύργο οι θησαβροί μου· 50 μα αν τώρα πια σκοτώθηκαν, στα βάθια αν είναι τ' Άδη, 52 για μας αχ που τους κάναμε, για μας θα μείνει η πίκρα, μα ο άλλος κόσμος — τί θαρρείς; — μια αβγή θαν τους θρηνήσει και θα ξεχάσει, εξόν κι' εσύ παιδί μου, αν μας ρημάξεις. 55 Μόνε έμπα, γιε μου, στο καστρί, εσύ που της πατρίδας είσαι ο σωτήρας, τι ύστερα — τί βγαίνει; — θα δοξάσεις το σκύλο αυτό, μα, γιε μου, εσύ τη λεβεντιά θα χάσεις. Σπλαχνίσου με, όσο ακόμα ζω, τον άμοιρο κι' εμένα, αχ ο πικρός! που στη μπασιά των γερατιών μου ο Δίας 60 θα με ξοντώσει ανήμερα, πολλά αφού δω μαρτύρια, σφαγμένους γιους και στη σκλαβιά τις κόρες παγεμένες, στερνά κι' εμένα που σκυλιά του δρόμου θα με κάνουν 66 κοψίδια ομπρός στα ξώθυρα, όταν κοντάρι ή σπάθα μου ρήξει κατά γης νεκρό το γέρικο κουφάρι.»
Είπε, και τράβαε τα ψαρά μαλλιά του οχ το κεφάλι 77 και τα μαδούσε· μα εκεινού δεν τούπειθε τη γνώμη.
Και δίπλα πάλι η μάννα του θρηνούσε κι' ανοιγμένο κρατούσε μ' ένα χέρι της τον κόρφο, και με τ' άλλο 80 σηκώνει απάνου το βυζί και κράζει με λαχτάρα «Γιε μου Έχτορα, σεβάσου αφτά, λυπήσου με κι' εμένα, κι' η δόλια αν σούδωκα ποτές πονομαλάχτη κόρφο, θυμήσου το έλα, αγόρι μου, και τον οχτρό σου μέσα έμπα και χτύπα απ' το καστρί, μην τ' αντιστέκεις μόνος, 85 τι αν σε σκοτώσει, ω γόϊ κι' αλί! στο στρώμα στολισμένο δε θα σε κλάψω, αστέρι μου, εγώ η πικρή σου μάννα, μήτε η γυναίκα σου η χρυσή, μόνε ταχιά μακριά μας στα πλοία πέρα των οχτρών θα σε σπαράξουν σκύλοι.»
Έτσι πολλά του φώναζαν του λατρεμένου γιου τους 90 και τόνε ξόρκιζαν κι οι διο με πόνο και λαχτάρα· μα γνώμη αφτός δεν άλλαζε, μον το γοργό Αχιλέα καρτέραε πάντα πούφτανε θεόρατος, σα γίγας. 92 Και την ασπίδα γέρνοντας σε προβγαλμένο πύργο 97 είπε με βογγητά βαθύ μες στην τρανή καρδιά του Ωχού μου! αν σύρω και χωθώ μέσα στο κάστρο τώρα, άτιμος είμαι θα μου πει ο Πολυδάμας πρώτος, 100 πούθελε πίσω το στρατό να φέρω μες στο κάστρο την έρμα εκείνη τη νυχτιά σα βγήκε ο Αχιλέας. Μα εγώ όχι τούπα... α! θάβγαινα πολύ πιο κερδισμένος... Μα τώρα τόσο μου στρατό σαν πήρα στο λαιμό μου με τις περφάνιες μου, δειλιώ τους Τρώες ν' αντικρύσω, 105 μήπως γυρίσει και μου πει κανείς χειρότερός μου 'Λαμπρή η αντριά του Έχτορα που ρήμαξε τον τόπο!' Έτσι θα πουν. Και κάλια μου εδώ ή τον Αχιλέα να σφάξω κι' έτσι νικητής στο κάστρο να γυρίσω, ή διαφεντέβοντάς το εγώ να πέσω και σαν άντρας.» 110
Αφτά στα νου 'χε κι' έστεκε, και φτάνει ο Αχιλέας, 131 φτάνει κοντά σα φονικός θεριακωμένος Άρης σιώντας στη χούφτα τη δεξιά το φράξο το βουνήσο, φριχτό, και γύρω του ο χαλκός σα φλόγα αντιφεγγούσε καν φουντωμένης πυρκαγιάς καν ήλιου π' ανεβαίνει. 135 Τον βλέπει ο Έχτορας, δειλιάει κι' αφτού πια πού να μείνει! ... πίσω του αφίνει το καστρί και δρόμο αλαφιασμένος. Τότες χοιμάει με γλήγορο ποδάρι ο Αχιλέας, λες σα γεράκι στη λογγιά το πιο λεβέντικο όρνιο που χύνεται και κυνηγάει δειλόκαρδη τρυγόνα, 140 και φέβγει εκείνη εδώ κι' εκεί, μα από κοντά στριγγλώντας τ' όρνιο πλακώνει ακούραστο και θέλει ναν την πιάσει· να πώς με πείσμα δρόμιζε, κι' ο Έχτορας μπροστά του πιλάλαε κάτου απ' το καστρί γοργό κουνώντας γόνα.
Έτσι προς τη θεόρατη οξά και βίγλα πάντα 145 δρόμιζαν κάτου απ' το τειχί τη δημοσά ακλουθώντας, ως που ως στις μάννες του νερού τις γάργαρες καθάριες ζυγώσανε, όπου οι διο πηγές πηδούνε του Σκαμάντρου. Η μια αναβρύζει χλιό νερό κι' αχνούς ολόγυρά της σκορπάει σα ναν τη ζέσταινε καμιά φωτιά αναμένη· 150 η άλλη σα χαλάζι λες ψυχρή το καλοκαίρι ή και σα χιόνι ή κρούσταλλο χαρίζει τα νερά της. Και γούρνες πάντα απ' τα νερά βαθιές πετροφτιασμένες γιομίζουνε, όπου σύχναζαν οι κόρες κι' οι γυναίκες των Τρώων τ' απαλόφαντα σκουτιά να καλοπλύνουν, 155 πριν, στης ειρήνης τους καιρούς, πριν φτάσουν οι Αργίτες. Εκεί από δίπλα πέρασαν τρεχάτοι, κυνηγώντας, φεβγάλα ο άλλος — κι' έφεβγε μπροστά 'να παλικάρι, μα πιο παλικαράς πολύ τον κυνηγούσε πίσω — με βια, τι δα δεν είχανε σφαχτάρι ή βοϊδασπίδι στο μάτι, που βραβεία οι νιοί στο τρέξιμο κερδίζουν, 160 μον έτρεχαν για την ψυχή του ξακουσμένου Εχτόρου. Πώς τριποδούν στα τέσσερα γυρνώντας τα σημάδια ιππόδρομο άτια και λαμπρό βραβείο 'ναι βαλμένο, ή νια ή λεβέτι τρίποδο, σα θάφτουν βασιλέα· έτσι κι' αφτοί τρεις έτρεξαν κύκλω στο κάστρο γύρους 165 με πόδια φτεροσάλεφτα.