Part 24
Τότες τ' απάντησε ο σοφός γιος του Λαέρτη κι' είπε 154 «Μη δα έτσι εσύ ο τόσο καλός, θεόμορφε Αχιλέα, 155 μη θες τους λόχους νηστικοί να σηκωθούν κι' αμέσως να πολεμήσουν τους οχτρούς, τι η μάχη λίγες ώρες δε θα βαστάξει, αν γίνει αρχή και συμπλακούν οι άντρες και χύσει και στους διο ο θεός μέσα στα στήθια πάθος. Μα άσε να φαν — να πιούν και μια — μες στο καραβοστάσι 160 τα παλικάρια μας· τι αφτό δίνει ζωή και θάρρος. Γιατί όλη μέρα πιος μπορεί ως να βουτήξει ο ήλιος στήθια με στήθια αφάγωτος να πολεμάει στον κάμπο; Τι ακόμα κι' αν απόφαση το κάνεις, μα βαραίνουν τα μέλη σου όμως άνιωθα και σε λιγώνει η πείνα, 165 σε κόβει η δίψα, σου λυγάει σα ροβολάς το γόνα. Μον έλα σκόλνα τα παιδιά, και πες τους να τσιμπήσουν 171 κάτι να φαν, κι' ο βασιλιάς τα δώρα ο Αγαμέμνος στη συντυχιά ας τα φέρει εδώ, για ναν τα δουν εδώ όλοι και μέσα σου θαραπαεί λίγο η ψυχή κι' εσένα. Κι' όρκο ας σ' αμώσει στέκοντας στων Αχαιών τη μέση 175 τη νια πως δεν την άγγιξε, στο στρώμα της δε μπήκε, π' άντρες γυναίκες, αρχηγέ, συνήθια τόχουν όλοι. 177 Τραπέζι τότε αρχοντικό να φιλιωθείτε ας δώκει, 179 τραπέζι πλούσιο, που σωστό ότι είναι να μη λείψει. 180 Και τ' άδικο πια ξέγραψ' το, τα περασμένα ξέχνα! 178 Τ' Ατρέα γιε, έπειτα κι' εσύ στοχαστικός πια μ' όλους 181 κοίτα να γίνεις, τι αρχηγό δεν είναι κατηγόρια, πριν σαν προσβάλει ο βασιλιάς, ναν του φιλιώνει πάλι.»
Τότες του λέει τ' Ατρέα ο γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους «Γιε του Λαέρτη, με χαρά σ' αγρίκησα το λόγο, 185 γιατί όλα τα ξεφύλλισες και ξήγησες με τάξη. Αφτά ναι εγώ θαν τα ορκιστώ, μου το ποθεί η καρδιά μου, μήτ' όρκο παίρνω ψέφτικο προς τους θεούς. Μα ας μείνει ο Αχιλιάς ως τότε εδώ κιας βιάζεται για μάχη, μείνετε κι' όλοι αχώριστοι οι άλλοι ως που να φτάσουν 190 τα δώρα εδώ όξω και πιστά να σφάξουμε ορκιστήρια. Τώρα, Δυσσέα, ορίζω αφτό και σ' τ' αναθέτω εσένα· διάλεξε νιους μες στο στρατό, αρχόντων γιους, και φέρε τα δώρα οχ το καράβι μου, όλα όσα τ' Αχιλέα εχτές ρητά του τάζαμε, και φέρτε τις γυναίκες. 195 Κι' ο κράχτης μου μες στον πλατύ τον κάμπο ας ετοιμάσει καπρί, που εφτύς να σφάξουμε στο Δία και στον Ήλιο.»
Τότες τ' απάντησε ο γοργός γιος του Πηλιά και τούπε «Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμέμνο, αφτά κατόπι μάλιστα σωστό ναν τα φροντίστε, 200 σα γίνει τέλος σκόλασμα της μάχης κι' όταν μέσα εδώ στα στήθια τα δασά δε βράζει τόσο πάθος. Μα τώρα εκείνοι κοίτουνται σφαγμένοι απ' το κοντάρι του Έχτορα, σαν τούδωκε τη νίκη ο γιος του Κρόνου, κι' εσείς φαγιά μου κραίνετε. Όχι όχι! εγώ προστάζω 205 τώρα να πιάσουνε σπαθί τα παλικάρια ... αμέσως ... απότιστοι και νηστικοί, και σα βουτήξει ο ήλιος ας φαν όσο ποθούν, αφού ξεχρεωθεί η ζημιά μας. Μα κάτου πριν δε γίνεται να μου κατέβει εμένα στο στόμα εδώ φαγί ή πιοτό, αφού 'χασα το βλάμη, 210 που στην καλύβα από χαλκό μού κοίτεται σφαγμένος τηρώντας κατά τη μπασιά, και γύρω του οι συντρόφοι θρηνούν. Για αφτό δεν έχω νου για φαγοπότια τώρα, παρά για φόνους αίματα και στεναγμούς και φρίκη.» Τότες τ' απάντησε ο σοφός πολύτεχνος Δυσσέας 215
«Ω του Πηλέα αφέντη γιε, σπαθί μας πρώτο απ' όλους, με τ' όπλο εσύ είσαι ανότερος, πολύ καλύτερός μου, όμως νομίζω πως κι' εγώ σε ξεπερνάω πολύ ίσως στη γνώμη, τι είδα κόσμο πριν και πιο πολλά κατέχω. Έτσι έχε λίγο απομονή το τι θα πω ν' ακούσεις. 220 Πάντα οι αθρώποι γλήγορα τον πόλεμο μπουχτίζουν, που το δρεπάνι του σωρό στρώνει το χόρτο χάμου, μα ο θέρος τίποτα, όταν πια τη ζυγαριά του ο Δίας τη γύρει πούναι μοιραστής στημένος των πολέμων. Μα το νεκρό δε γίνεται με την κοιλιά οι Αργίτες 225 να κλάψουνε, τι απανωτά πλήθη πολλά όλη μέρα πέφτουν ... πώς τότε απ' τα δεινά κανείς θα πάρει ανάσα; Μα πρέπει αυτός να θάβεται που πέσει, και των φίλων ας κάνει απομονή η καρδιά, μια μέρα σαν τον κλάψουν, κι' όσοι άλλοι απ' την κατάρατη σωθούνε μάχη, πρέπει 230 να δουν να φάνε και να πιουν, για να βαστούν πιο ακόμα σε πόλεμο με τους οχτρούς πεισματωμένο πάντα, ζωσμένοι την αρματωσά. Τώρα άλλο πια κανείς μας ας μην προσμένει πρόσταγμα και κοντοστέκει πίσω, τι τ' άλλο αφτό του θαν του βγει λαχτάρα στο κεφάλι, 235 στα πλοία πίσω αν κάθεται, μον όλοι ομπρός! σα φάμε, ας τρέξουμε ίσια τους οχτρούς ν' αρχίσουμε πελέκι.»
Είπε, και πήρε τους διο γιους μαζί του του Νεστόρου, και πήρε το Μελάνιππο το Θόα το Μηριόνη το Μέγη, θρέμμα του Φυλιά, τον άξιο Λυκομήδη, 240 και την καλύβα πήγανε του βασιλιά Αγαμέμνου. Έτσι άψε σβύσε τέλιωσε όλη η δουλιά, τι αμέσως φέρανε κιόλας τα εφτά τριπόδια πούχε τάξει, τα δώδεδα άτια, κι' είκοσι λεβέτια γανωμένα, κι' εφτά γυναίκες βγάλανε — λαμπρές, ψιλοδουλέφτρες — 245 κι' όγδοη η κρινομάγουλη περπάταε Βρισοπούλα. Κι' αφού ο Δυσσέας έζιασε χρυσό κομμάτια δέκα κινάει, και πάγαιναν μαζί τα δώρα οι άλλοι αρχόντοι.
Κι' άμα στη μέση τάβαλαν της συντυχιάς, σηκώθη τ' Ατρέα ο γιός· και πάει κοντά ο κράχτης του ο Ταρθύβης, 250 κράχτης με θεϊκιά φωνή, βαστώντας το γουρούνι. Τότε έσυρε τ' Ατρέα ο γιος την κάμα πούχε πάντα κοντά στης σπάθας το μακρύ φηκάρι κρεμασμένη, κι' έκανε αρχή απ' του γουρουνιού τις τρίχες· και το Δία περικαλώντας σήκωσε τα χέρια, κι' όλοι οι άλλοι 255 στάθηκαν ήσυχοι εκειπά και σιωπηλά αγροικούσαν.
Κι' είπε τηρώντας τα πλατιά ουράνια ο γιος τ' Ατρέα «Άκου με, Δία, πρώτα εσύ, των αθανάτων όλων τρανότατε πρωταρχηγέ, κι' άκου με, Γη κι' εσύ Ήλιε, κι' οι Γδίκισσες που τιμωρούν τους ψέφτορκους στον Άδη· 260 παίρνω όρκο, εγώ δεν άγγιξα ποτές τη Βρισοπούλα μήτε ζητώντας αγκαλιά μήτε δουλιά καμμιά άλλη, Μον τιμημένα κάθουνταν μες στην καλύβα πάντα. Ψέφτορκα αν είπα, έτσι οι θεοί κακά άπειρα ας μου στείλουν, τόσα όσα στέλνουν σ' όπιονε τους φταίξει ψεφτορκώντας.» 265
Είπε, κι' εφτύς χαλκόκοψε του χοίρου το λαρύγγι. Έπειτα ο κράχτης τον πετάει στριφοκλωθίζοντάς τον στ' αφρένιο κύμα του γιαλού, για ναν τον φαν τα ψάρια.
Τότες σηκώθηκε ο γοργός γιος του Πηλέα κι' είπε «Δία πατέρα, ω τι βαριά στον κόσμο μας τυφλώνεις! 270 Ειδέ ποτές τα σπλάχνα μου δε θ' άναβε στα στήθια τόσο βαθιά τ' Ατρέα ο γιος, ούτε τη νια άθελά μου δε θάπαιρνε απ' τα χέρια μου, μα νά, ο μεγάλος Δίας, να πέσουν ίσως ήθελε πολλά μας παλικάρια. Τώρα να φάτε σύρτε πια για ν' αρχινούμε μάχη.» 275
Έτσι είπε, και τη συντυχιά σκολάζει χέρι χέρι, κι' όλοι σκορπούνε κι' ο καθείς στο πλοίο του παγαίνει. Έπιασαν τότε οι παραγιοί τα δώρα να φροντίσουν, και φέβγουν πέρα ναν τα παν στου ξακουστού Αχιλέα. Κι' αφού όλα τ' άλλα απίθωσαν μες στις καλύβες, βάζουν 280 τις νιες να κάτσουν· έπειτα τα σερπετά κοπέλια βαρούν τ' αλόγατα να παν με το κοπάδι τ' άλλο.
Τότες η Βρισοπούλα, νια χρυσή σαν Αφροδίτη, σαν είδε από σκληρό χαλκό τον Πάτροκλο σφαγμένο, τούπεσε απάνου, κι' έμπηξε τα κλάματα, ξεσκώντας, την όμορφη όψη τ' απαλά λαιμά της τ' άσπρα στήθια. 285 Κι' έτσι μοιρολογούσε η νια πούχε νεράιδας κάλλη «Πάτροκλε, εσύ που η μάβρη μου σε λάτρεβε η καρδούλα, Αχ ζωντανό εγώ σ' άφισα σαν έφεβγα, και τώρα στο γυρισμό μου, αφέντη μου, σε βρίσκω σκοτωμένο. Αν τόχει η μοίρα μου δεινά να με σπαράζουν πάντα. 290 Τον άντρα η μάννα μου η γλυκιά που μούδωκε κι' ο κύρης τον είδα απ' άσπλαχνο χαλκό σφαγμένο ομπρός στο κάστρο, και τρία αδέρφια μου που μια μας γέννησε μητέρα, κι' αφτοί οι καημένοι χάθηκαν, κι' οι τρεις την ίδια μέρα Όμως εσύ δε μ' άφινες — σα μούσφαξε τον άντρα 295 ο Αχιλέας κι' έκαψε το γονικό μας πύργο — να κλαίω, μον πάντα μούταζες πως τέρι του κατόπι θα γίνω εγώ, και θα με πας στη Φτιά με τα καράβια να κάνεις τις χαρές μου εκεί. Για αφτό σε κλαίω με πόνο, σε λαχταράω που πέθανες, γλυκόλογέ μου πάντα.» 300
Έτσι θρηνούσε, κι' έκλαιγαν κατόπι κι' οι γυναίκες, εκείνον τάχα μα καημούς η καθεμιά δικούς της.
Κι' οι προεστοί των Αχαιών μαζέφτηκαν κατόπι στον Αχιλέα ολόγυρα και τον περικαλούσαν να φάει και κάτι, μα όχι αφτός τους έλεγε βογγώντας «Να ζήστε, αδρέφια, αν μ' αγαπά κανείς σας, μη μου λέτε 305 ψωμί ή κρασί προτύτερα στο στόμα μου να βάλω, γιατί έχω μες στα στήθια μου τα σπλάχνα ματωμένα. Κι' ως να νυχτώσει αν καρτερώ, σας λέω μη με φοβάστε.»
Έτσι είπε, κι' έστειλε να παν τους άλλους βασιλιάδες, μα μείνανε τ' Ατριά οι διο γιοι κι' ο θεϊκός Δυσσέας 310 κι' ο Δομενιάς κι' ο Νέστορας κι' ο Φοίνικας ο γέρος ναν τον παρηγορήσουνε, που δίχως πια να πάψει βόγγαε· μα τίποτα για αφτόν παρηγοριά δεν είχε, ως νάμπει στης σφαγής ξανά το ματωμένο στόμα.
Και σα θυμήθη, στέναξε μέσα απ' τα βαθιά κι' είπε «Ναί, δύστυχε, άλλοτες κι' εσύ, αγαπητό μου αδρέφι, 315 μούστρωσες δείπνο αναστικό εδώ μες στην καλύβα γοργά γοργά και γλήγορα, σα βιάζουνταν ν' ανοίξουν οι Δαναοί με τον οχτρό πολυδακρούσα μάχη. Μα τώρα εσύ μου κοίτεσαι νεκρός και δε σαλέβεις, κι' εμένα νηστικιά η καρδιά — κιας έχω τόσα ομπρός μου — 320 ποθώντας σε. Γιατί κακό χειρότερο να πάθω άλλο δεν έχει, κι' αν μου πουν το γέρο μου πως πήγε — που τώρα δάκρια πύρινα χύνει ίσως στην πατρίδα που τέτιο γιο στερήθηκε, κι' αφτός στα ξένα αλάργα για μια Λενιό ξετσίπωτη με μάχες τυραγνιέται — 325 ή αφτόν που εκεί μου αντρώνεται, τ' αγόρι μου, στη Σκύρο «[ακόμα αν ο Νιοφτόλεμος μού ζει ο καμαρωμένος]. Τι πριν μου τ' όλπιζε η καρδιά πως τάχα εγώ μονάχα εδώ θα βρω τον τάφο μου αλάργα απ' την πατρίδα στης Τρίας τα μέρη, όμως εσύ πώς θα γυρίσεις πίσω, 330 για να μου βγάλεις το παιδί, σα σβύσω εγώ, οχ τη Σκύρο, και ναν του δείξεις όλα μου ένα ένα, θησαβρούς μου και σκλάβους μου και σκεπαστό αψηλοφτάστη πύργο. Τι τώρα πια θαρρώ ο Πηλιάς μια και καλή απ' τον κόσμο πως πέθανε, ή κι' αν καψοζεί λιγάκι, πως στενάζει, 335 σπασμένος απ' τα γερατιά και καρτερώντας πάντα μάβρα μαντάτα, όταν του πουν το πως με πήρε ο χάρος.»
Είπε θρηνώντας, κι' έκλαιγαν κι' οι προεστοί κατόπι θυμάμενοι όσα αφήκανε στον πύργο του ο καθένας.
Και σαν τους είδε πούσβυναν στο μοιρολόϊ ο Δίας 340 τους πόνεσε και λέει εφτύς της Αθήνας διο λόγια «Παιδί μου, πάει τον αφίσες στην τύχη τέτιονε άντρα· ή δε σ' τ' αγγίζει πια σταλιά τα σπλάχνα ο Αχιλέας; Μα δες τον! τώρα εκεί μπροστά στ' ορθόπλωρο καράβι κάθεται και μοιρολογάει το βλάμη, κι' όλοι οι άλλοι 345 πήγαν να φαν, μα νηστικός αφτός και διψασμένος. «Μα σύρε στάξ' του αθάνατο νερό στα στήθια μέσα εκεί που κλαίει, για να μπορεί στην πείνα να βαστάξει.»
Έτσι είπε και την έστειλε, σαν που κι' αφτή ποθούσε. Κι' όμια με λάκρα οργιόφτερη τρανόφωνη, οχ τα ύψη 350 κάτου πετάει μέσα απ' το φως την ώρα που οι Αργίτες παντού στον κάμπο τ' άρματα φορούσαν του πολέμου. Κι' έσταξε αθάνατο νερό μες στ' Αχιλιά τα στήθια, που πείνα πια κακόριστη να μην τον τρεμοβλάψει, απέ στ' ακίνητου γονιού ξανά το στέριο πύργο 355 φέβγει,
Και χύθηκε ο στρατός τότ' όξω απ' τα καράβια. Πώς οχ τον ουρανό πυκνά πέφτουν τα χιόνια κάτου, ψυχρά, από Θρακοδρόλαπα βοριοσταλμένου φύλλο, τότε έτσι λαμπρογιάλιστα πλήθος μεγάλο κράνα όξω απ' τα πλοία πρόβαιναν, και πρόβαιναν ασπίδες, 360 σωρός κοντάρια φράξινα, και δίχουφτα τσαπράζα. Η λάμψη πάει μεσούρανα, γελούνε γύρω οι κάμποι απ' τη φεγγιά· και των αντρών αντιβροντάει το βήμα.
Τότες στη μέση οπλίστηκε ο άξιος Αχιλέας. 364 Έβαλε πρώτα τα γερά τουσλούκια στα καλάμια 369 πανώρια, πούταν μ' αργυρά θηλύκια αρμοδεμένα. 370 Κατόπι πήρε φόρεσε στα στήθια τα τσαπράζα, κι' έπειτα γύρω κρέμασε στους ώμους του τη σπάθα, χαλκένια ασημοκάρφωτη, και πήρε την ασπίδα, στέρια, που αλάργα η λάμψη της σα φεγγαριού φωτούσε. Πώς φαίνεται οχ το πέλαγο σε λαμνοκόπους λάμψη 375 φωτιάς που καίει, και καίει ομπρός σε προβατήσα στρούγγα σ' όρος ψηλά, ενώ άνεμος τους νάφτες στανιοσπρώχνει στα στήθια απάνου στου γιαλού αλάργα απ' τους δικούς τους· έτσι έφτανε ως στον ουρανό κι' η λάμψη οχ την ασπίδα τη λαμπροσκάλιστη. Έπειτα το κράνος βαριασκώνει 380 και το φοράει στην κεφαλή. Σαν άστρο αχτιδοβόλαε το κράνος τ' αλογόφουντο, και σάλεβαν τριγύρω οι φούντες πούβαλε ο θεός πυκνόχρυσες στην άκρη. Και πήρε δοκιμάστηκε μες στ' άρματα, αν του πάνε κι' αν κούναε μέσα λέφτερα τα μέλη, και θαρρούσες 385 είταν φτερά και σήκωναν τον αρχηγό στα ύψη. Στερνά οχ τη θήκη του άδραξε το γονικό κοντάρι, βαρύ μεγάλο δυνατό — άλλος αφτό να παίξει δε μπόραε, μόνος κάτεχε ναν τ' ανεμίζει εκείνος, ζαγόριο φράξο πούκοψε ψηλά απ' το κορφοβούνι 390 για τον Πηλέα ο Χείρονας αρματωλών ρημάχτρι.
Τ' άλογα τότε ο Άλκιμος κι' ο Αφτομέδος πιάνουν και ζέβουν, κι' όμορφα λουριά τους βάζουν, και στα δόντια τα χαλινάρια, κι' άπλωσαν τα γκέμια τους ως πίσω στο καλοκάρφωτο κουτί. Κατόπι ο Αφτομέδος 395 πήρε στα χέρια καμοτσί λαμπρό και τεριασμένο, και μες στ' αμάξι πήδησε. Και πίσω ο Αχιλέας ανέβηκε — άμα οπλίστηκε — στ' αμάξι, και σκορπούσε αχτίδες λες απ' το χαλκό σαν ήλιος φωτοδότης.
Και φώναξε με σκιαχτερή φωνή στα γονικά άτια «Ψαρέ και Ξάνθο, ξακουστά παιδιά της Φτεροπόδας, 400 κοιτάξε αλλιώς τον αμαξά να ξαναφέρτε πίσω στα πλοία εδώ, όταν πόλεμο χορτάσουμε και μάχη, όχι όπως έμεινε νεκρός ο Πάτροκλος στον κάμπο.»
Τότε είπε κάτου απ' το ζυγό το παρδαλό πουλάρι, ο Ξανθός — κι' έσκυψε πικρά την κεφαλή, κι' η χαίτη 405 ξεχύθηκε όλη απ' το ζυγό κοντά στα πόδια χάμου — τι τούδωκε φωνή η θεά η μαρμαρόλαιμη Ήρα «Ναί, θα σε σώσουμε — θα δεις, θεόμορφε Αχιλέα — και τώρα ακόμα, μα η αβγή πλακώνει πια η στερνή σου. Δε φταίμε· η μοίρα και τρανός θεός θα σ' αφανίσει. 410 Τι μήτε απ' όκνο κι' άργητα δική μας του Πατρόκλου του πήραν τότες τ' άρματα απ' το κορμί του οι Τρώες. Τρανός θεός τον έφαγε στων μπροστινών τη μέση, του Δία ο γιος και της Λητός, και δόξασε τους Τρώες. Τρέχουμε και με φύλλο εμείς ζεφύρου, αν είναι ανάγκη, 415 π' αγέρα απ' όλους πιο αλαφρύ τον λένε· όμως εσένα σ' τόγραψε η μοίρα από θεό να σκοτωθείς κι' όχι άντρα.»
Είπε, κι' αμέσως τη φωνή του πήρανε οι Κατάρες.
Τότ' είπε του Πηλέα ο γιος βαριά αγαναχτισμένος «Ξάνθο, θανάτους μη μηνάς, καιρός δεν είναι τώρα. 420 Ναί, ξέρω αφτό κι' εγώ καλά, γραφτό 'ναι εδώ να πέσω μακριά απ' τους έρμους μου γονιούς. Μα κι' έτσι εγώ δε φέβγω, πρέπει τους Τρώες πρώτα εδώ πελέκι να χορτάσω.»
Είπε, και λάλαε τ' άλογα μπροστά μπροστά αλυχτώντας.
Υ
Έτσι στα κοίλα πλοία ομπρός τριγύρω σου οι Αργίτες, γιε του Πηλιά, αρματώθηκαν, αχόρταγε πολέμων· και πάλε οι Τρώες αντικρύ στο καμποβούνι απάνου.
Κι' ο Δίας λέει της Θέμιστας σε συντυχιά να κράξει κάθε θεό στου ορθόβραχου κορφοβουνιού την άκρη. 5 Κι' αφτή τρεχάτη από παντού προστάζει χέρι χέρι κάθε θεόνε ως στου Διός τον πύργο να κοπιάσει. Κανένα, εξόν ο Ωκιανός, δεν έλειψε ούτε ρέμα, ξωθιά καμιά όσες χαίρουνται χορταριασμένους βάλτους και βρύσες και πηγές νερών κι' όσες πανώρια δάσα. Κι' όλοι σαν ήρθαν στου Διός τον πύργο, παν καθίζουν 10 στα μαρμαρόκοφτα θρονιά που του πατέρα Δία του τάχε κάνει ο Ήφαιστος με τη σοφή του τέχνη.
Έτσι οι θεοί είταν στου Διός τον πύργο συναγμένοι. Κι' όχι δεν είπε της θεάς μήτε της γης ο σείστης, Μον πάει στον πύργο οχ του γιαλού τα βαθιά, και καθίζει 15 καταμεσύς τους κι' αρωτάει τον ορισμό του Δία «Τι πάλι, Αργυροκέραβνε, σε συντυχιά μάς κράζεις; Κάτι για Τρώες κι' Αχαιούς σα ν' αναδέβει ο νους σου, τι τώρα αυτών ο πόλεμος είναι άσβυστα αναμένος.»
Τότε απαντάει ο συγνεφιάς του Κρόνου γιος, ο Δίας «Σείστη της γης, μου μάντεψες με τι βουλή και γνώμη 20 σας έκραξα· ναί, συλλογή που σφάζουνται τους έχω. Μα εγώ στα κορφοβούνια εδώ θα μείνω, κι' οχ τη ράχη θα χαίρουμαι το θέαμα· μα εσείς οι άλλοι κάτου, το προτιμάω, πηγαίνετε στον κάμπο, και βοηθάτε όπιους σας συμπαθά η καρδιά, θες Αχαιούς θες Τρώες. 25 Μόνους αν του Πηλιά το γιο να πολεμάν αφίστε τους Τρώες, πάει αδύνατο και μια στιγμή να μείνουν. Αφτοί και πριν θωρώντας τον τρεμούλιαζαν, μα τώρα που για το βλάμη κι' η ψυχή του μάνιασε, φοβάμαι μήπως — γραμένο είτ' άγραφο — τη χώρα τούς πατήσει.» 30
Είπε, και σήκωσε φριχτή πολέμου ανεμοζάλη. Κι' εφτύς όλοι οι θεοί κινούν στον πόλεμο να πάνε μ' αντίθετους στο νου σκοπούς. Τι στο καραβοστάσι η Ήρα η αρχιθέαινα, κι' η Αθηνά η Παλλάδα, κι' ο σειστής πήγε Ποσειδός, κι' Ερμής ο αγωγιάτης που νους γερός το νιόθωρο κεφάλι του στολίζει· 35 μαζί κι' ο Ήφαιστος φωτιά γιομάτος κούτσα κούτσα ροβόλαε... κούτσα, μα γοργά του δρόμιζαν τα πόδια. Μα ο Άρης πήγε ο πλουμιστός στους Τρώες, και μαζί του το ρέμα ο Ξάνθος κι' η Λητό κι' η ρόδινη Αφροδίτη κι' η σαϊτέφτρα Άρτεμη κι' ο σγουρομάλλης Φοίβος. 40
Τώρα όσο στέκανε οι θεοί απ' τους αθρώπους χώρια, τόχαν μεγάλη οι Δαναοί χαρά που ο Αχιλέας βγήκε στον κάμπο, και καιρό σπαθί δεν είχε αγγίξει· όμως τρέμουλα σύγκορμη τους Τρώες παραλούσε κι' απελπισιά, που το γοργό θωρούσαν Αχιλέα 45 καθώς μες στ' άρματα άστραφτε σα θνητοφάγος Άρης. Μα όταν μιας σμίξανε οι θεοί τ' αθρώπινα κοπάδια, ξεσπά η Αμάχη ανήμερη, χουγιάζει κι' η Παλλάδα, πότε όρθια απ' όξω απ' το τειχί και το σκαφτό χαντάκι, πότε μακρόσκουζε κοντά στ' αφρόδαρτα ακρογιάλια· 50 κι' έσκουζε ο Άρης αντικρύ σα σίφουνας στους Τρώες άγρια οχ του κάστρου την κορφή, και πότε πιλαλούσε κοντά στο ρέμα πίσω ομπρός στ' Ωριοκολλώνι απάνου.
Έτσι οι παντοτινοί θεοί τους διο στρατούς τρακαίρνουν πυρώνοντας τους, και βαρύ στη μέση ανάβει πάθος. 55 Και βρόντησε άγρια των θεών κι' αθρώπων ο πατέρας οχ τα ούράνια· κάτωθες κι' ο Ποσειδός τραντάζει της γης τον όγκο, των βουνών τις αψηλές κορφάδες. Κι' όλες οι ράχες σάλεβαν της πηγοδότρας Ίδας, σαλέβανε όλοι οι πόδες της, το κάστρο, τα καράβια. 60 Τρόμαξε κάτου ο Πλούτονας, ο νεκραφέντης τ' Άδη, κι' εφτύς πηδάει απ' το θρονί και σκούζει, φοβισμένος τη γη μη σπάσει ο Ποσειδός, της γης απάνου ο σείστης, και σε θνητούς κι' αθάνατους φανεί η φριχτή φωλιά του, μούχλα και πίσσα, που οι θεοί μ' ανατριχιά τη βλέπουν. 65
Κι' ο κάμπος ξέχειλος στρατό χαλκολαμποκοπούσε 156 απ' άντρες κι' άλογα, κι' η γης κροκρότιζε απ' τα πόδια. Εκεί χοιμάει μες στων οχτρών τη μέση ο Αχιλέας 381 μ' αψές φωνές και με καρδιά αρματωμένη θάρρος. Και πρώτος τρώει το Βιφιτιό, λεβέντη γιο του Οτρύντα, τρανά αρχηγό, που μια ξωθιά τον γέννησε στο πλούσιο χωριό της Ύδας, στα ριζά του χιονισμένου Τμώλου· 385 αφτόν, εκεί ίσα πούτρεχε, στης κεφαλής τη μέση τον κρούει με τ' όπλο, π' άνοιξε σε διο κομάτια η κάρα. Κι' έσκασε χάμου, κι' ο λαμπρός παινέφτηκε Αχιλέας «Ψόφα του Οτρύντα γιε, κορμί πιο φαντασμένο απ' όλους! Εδώ θα ρέψεις, κι' η γενιά ας σου βαστά απ' τη λίμνη 390 τη Γύγια, οπούχει γονικό μετόχι σας στην άκρη, κοντά στου Χύλλου τα νερά, στα κύματα του Χέρμου.»
Έτσι είπε, και βασίλεψαν του Βιφιτιού τα μάτια, κι' αφτού στη μπροστινή γραμμή της μάχης με τις ρόδες τον λιάνιζαν των Αχαιών τα πλουμισμένα αμάξα. 395 Δέφτερο του Πηλέα ο γιος καρφώνει στο μηλίγγι μέσα απ' το κράνο τ' όμορφο τον άρχο Λιοντοδήμο, γιο τ' Αντηνόρου και γερό της μάχης παλικάρι· και δεν αμπόδισε ο χαλκός, γιατί μ' ορμή περνώντας η μύτη τ' όπλου ξέσκισε το κόκκαλα, και λιώμα μέσα όλος τούγινε ο μιαλός και κόπηκε η αντριά του. 400
Τον Ιπποδάμα παρακεί, σαν πήδησε οχ τ' αμάξι κι' έφεβγε ομπρός του, τούμπηξε στους ώμους το κοντάρι. Κι' αφτός φυσούσε μούγκριζε, σαν τάβρος που μουγκρίζει σαν τον τραβούνε οι νιοι μπροστά στον Ελικώνιο αφέντη ναν του τον σφάξουν, κι' ο θεός θωρώντας καμαρώνει· 405 έτσι ενώ μούγκραε, η αντρικιά φτερούγιασε ψυχή του.
Κατόπι τον Πολύδωρο με το κοντάρι τρέχει να πιάσει, του Πριάμου γιο. Πού ο γέρος του πατέρας στη μάχη δεν τον άφινε να βγει, τι στερνοπαίδι τον είχε ακριβογέννητο και πιο τον αγαπούσε· 410 μα τότε αφτός απ' αμιαλιά — ζητώντας γοργοσύνη να δείξει, τι στο τρέξιμο κάθε άλλο νιο νικούσε — πιλάλαε με τους μπροστινούς ως που τον ήβρε ο χάρος. Γιατί στη μέση τον βαράει με τ' όπλο ο Αχιλέας — δίπλα ενώ πέρναε φτερωτός — στου ζουναριού τα μέρη, εκεί που σμίγανε τα διο χρυσόμορφα θηλύκια 415 με πίσω διπλοτσάτιραζο· κι' αντίκρυ τ' όπλου η μύτη πρόβαλε, εκεί στον αφαλό. Και ξεφωνώντας πέφτει στο γόνα ο νιός, ενώ πυκνή τον σκέπαζε θολούρα, κι' έγυρε αρπώντας τ' άντερα σιμά του με τα χέρια.
Κι' ο Έχτορας τον αδερφό σαν είδε που κρατώντας στα χέρια τ' άντερα έγερνε να πέσει, εφτύς σα ζάλη 420 τα μάτια του συγνέφιασε, και πια απ' τη μάχη αλάργα δεν τον βαστάς ν' αργογυρνάει, μον το βαρύ κοντάρι σιώντας στον Αχιλέα ομπρός, χοιμάει θαρρείς σα φλόγα. Κι' αφτός τον βλέπει, εφτύς πηδάει και κράζει με περφάνια, «Να το θεριό που την ψυχή μού μάσησε ως στη ρίζα, 425 που μούσφαξε τ' αδέρφι μου! Κρυφτούς πια εδώ δεν έχει, παρά θα δούμε τώρα εφτύς πιος θενά φάει τον άλλο.»
Είπε, τον κοίταξε λοξά και του φωνάζει πάλι «Έλα σιμά να μπεις γοργά στου χάρου τα πλεμάτια!»
Μα δίχως φόβο απάντησε ο Έχτορας και τούπε 430 «Γιε του Πηλέα, εγώ παιδί δεν είμαι, και με λόγια δε με τρομάζεις, τι κι' εγώ το ίδιο αν θες κατέχω να σου μιλήσω προσβολές και να σου πω βλαστήμιες. Το ξέρω, εσύ είσαι δυνατός, κι' ίσως εγώ όχι τόσο· μά 'ναι στα χέρια των θεών, χειρότερος ή όχι, 435 μπορεί ίσως να σε σφάξω εγώ και να σε στείλω πρώτος στον Άδη, τι σα μυτερό μπροστά κι' εμένα τ' όπλο.»
Είπε, και σιώντας τόρηξε· μα του Διός η κόρη με μια πνοή τ' αλάργεψε μακριά απ' τον Αχιλέα, φυσώντας το αλαφρά αλαφρά· κι' αφτό γυρίζει πίσω 440 και πέφτει χάμου, αφτού μπροστά στου Έχτορα τα πόδια. Χύνεται ο άλλος σα θεριό, με λύσσα κι' αλυχτώντας φριχτά· μα του τον άρπαξε ο Φοίβος, έτσι αμέσως σα δα θεός, και με πυκνό τον σκέπασε σκοτάδι. Τρεις τότες χύθηκε βολές ζητώντας ναν τον σφάξει, 445 και τρεις με τ' όπλο τη βαθιά κοπάνισε θολούρα· μα όταν και τέταρτη όρμησε λες σα στοιχιό οχ τον Άδη, τότε έμπηξε φριχτή φωνή και τούπε αφτά τα λόγια «Πάλε απ' το χάρο σώθηκες, σκυλί! Μιά τρίχα ακόμα και σ' έτρωγα. Σε γλύτωσε πάλε, σκυλί, ο Απόλλος, 450 π' όλο και θαν του κλαίγεσαι σαν έρχεσαι στη μάχη. Έννια σου! σα σε βρω ξανά, σου πίνω εγώ το αίμας, αν έχω δα κι' εγώ θεούς βοηθητικούς μου κάπου. Μα τώρα πάω τ' ασκέρι σου να σφάξω, όπιον πετύχω.»
Έτσι είπε, και μεσόσβερκα το Δρύοπα ακοντίζει 455 και τον σωριάζει εκεί μπροστά στα πόδια του. Κατόπι αφίνει αφτόν, κι' άντρα γερό λεβέντη, το Δημούχο, πεδούκλωσε, μια κονταριά στο γόνα σφίγγοντάς του, και με τη σπάθα του έπειτα τον τέλιωσε για πάντα. Ύστερα τρέχει και διο γιους του Βιά, το Λαογόνο 460 και Δάρδανο, οχ τ' αμάξι τους γκρεμίζει, τι τη σπάθα στον ένα μπήγει από κοντά, στον άλλον το κοντάρι.
Τον Τρώα, τ' Αλαστόρου γιο — αφτός του πέφτει ομπρός του στα πόδια, μην τον λυπηθεί και τη ζωή τ' αφίσει, 464 ο έρμος! :Μα δεν τόξερε πως άδικα λαλούσε, 466 τι δα απαλόκαρδη ψυχή και μαλακιά δεν είχε, παρά θεριού. Και τούπιασε ο Τρώας με τα χέρια τα γόνατα του, θέλοντας να πει, ναν τον ξορκίσει, μα αφτός στο σκώτι τούμπηξε τη λάμα, και το σκώτι του ξεκολνάει, και μελανά τα αίματα αναβρύζουν 470 και όλο τον κόρφο πλημμυρούν, κι' ενώ 'βγαινε η ψυχή του, τα διο τα μάτια ολόμαβρο του σκέπασε σκοτάδι.
Τότες στο Μόλη πάει κοντά και τον τρυπάει στ' αφτί του, κι' ως στ' άλλο του ίσα πέρασε ο τροχισμένος στόκος. Κατόπι τ' Αγηνόρου γιο, τον Έχεκλο, σπαθίζει στην κεφαλή κατάμεσα, π' όλη απ' το αίμα μέσα 475 ζεστάθη η σπάθα του η φαρδιά, κι' έτσι στον Άδη κάτου τον πήγε ο μάβρος θάνατος κι' η άπονη του η μοίρα.
Και το Δεφκάλη ακόμα, εκεί που στον αγκώνα σμίγουν τα διο ποντίκια, του τρυπάει με τ' όπλο το βραχιόνι. Έτσι με χέρι αφτός βαρύ τον πρόσμενε, θωρώντας 480 το χάρο ομπρός του· μια σπαθιά τού κατεβάζει εκείνος στο σνίχι, και πετάει μακριά κάρα μαζί και κράνο. Οχ τα σφοντύλια πήδηξε τότε όξω το μεδούλι, κι' εκείνος χάμου στρώθηκε μακρύς πλατύς στις σκόνες.