Ιλιάδα

Part 23

Chapter 23101 wordsPublic domain

Τότες λοξά τον κοίταξε ο Έχτορας και τούπε 284 «Αλλού να πας τους λόγους σου να βγάζεις, Πολυδάμα, 285 που θες ξανά μες στο καστρί σα γίδια να χωθούμε! Τί, ακόμα δε χορτάσατε σε πύργους τρυπωμένοι; Ο κόσμος πριν τη φήμιζε τη χώρα του Πριάμου χρυσό γιομάτη και χαλκό, μα τώρα οι θησαβροί μας παν πια, απ' τα σπίτια χάθηκαν, κι' άλλο πολύ μας πράμα 290 το πάμε πέρα στη Φρυγιά κι' άλλες τριγύρω χώρες και το πουλούμε, απ' τη στιγμή που μας οργίστη ο Δίας. Μα τώρα που μου δίνει ο γιος του Κρόνου να κερδίσω νίκη λαμπρή και τους οχτρούς ως στο γιαλό να σπρώξω, μη μου ζητάς, μώρ' άμιαλε, τέτιες κιοτιές να βγάζεις... 295 Τρώας δε θα σ' ακούσει εδώ κανείς, τι δε θ' αφίσω. Όμως το έχει του αν κανείς βαρέθηκε, ας το φέρει 300 εδώ, και το μοιράζω εγώ στο φτωχολόϊ των Τρώων· πάρα οι Αργίτες, πιο καλά να το χαρούν δικοί μας. Μον έλα κάντε εγώ ότι πω κι' όχι ας μην πει κανείς σας. 297 Καθήστε φάτε μια γωνιά στον κάμπο με τους λόχους, και βάλτε βάρδιες να φυλάν κι' όλοι τα μάτια δέκα, κι' άβριο άμα φέξει η χαραβγή όλοι οπλισμένοι τότες 303 μάχη θ' ανοίξουμε γερή στα βαθουλά καράβια. Τι! Κι' απ' τα πλοία αν ο γοργός σηκώθηκε Αχιλέας 305 ταχιά, αν ορίζει, πολεμάει, τι καν εγώ οχ τη μάχη δε φέβγω, δε θαν τον σκιαχτώ, μον στήθος ναι με στήθος θάν του μπηχτώ, ή κερδίσει αφτός ή νίκη εγώ κερδίσω. Χάρες δεν έχει ο πόλεμος... και σκοτωστή σκοτώνει.»

Είπε, και κόσμο χάλασαν γύρω απ' τα ζήτω οι Τρώες. 310 Ζαβοί! τι η Αθηνά το νου τούς πήρε απ' το κεφάλι, και πήγαν με τον Έχτορα και τους τρελούς σκοπούς του, μα με του Πάνθου ούτε ένας τους το γιο π' ορθά μιλούσε. Τότε έφαγαν μες στο στρατό.

Κι' οι Δαναοί όλη νύχτα με δάκρια και με στεναγμούς τον Πάτροκλο θρηνούσαν. 315 Και πρώτος του Πηλέα ο γιος το μοιρολόϊ αρχίζει, κι' έβαλε απάς στου βλάμη του τα νεκρωμένα στήθια τις αντροσφάχτρες χέρες του, και στέναζε βογγούσε, σαν το λιοντάρι που μικρά του πήρε ο κυνηγάρης κλεφτά απ' το δάσος το πυκνό, κι' αφτό σα φτάσει παίρνει 320 τρεχάτο γύρα τα λογγά βογγώντας, κι' όλο ψάχνει πώς νάβρει αχνάρια τ' αρπαχτή, τι άγρια το πιάνει λύσσα· έτσι βαριά στενάζοντας μοιρολογούσε κι' είπε «Αχ ξεστομούσα αφέλεφτο τη μέρα εκείνη λόγο, σαν γκάρδιωνα τον αρχηγό Μενοίτη στο πυργί μας 325 κι' είπα πως νικητή της Τριάς και φορτωμένο πλούτη πίσω θαν του τον πάω εγώ τον ξακουσμένο γιο του· μα αχ! ίσα πάντα τους σκοπούς δε μας τους βγάζει ο Δίας, τι είναι γραφτό να βάψουμε ένα κι' οι διο μας χώμα στα ξένα αλάργα, τι κι' εγώ δε θα γυρίσω πίσω 330 να με δεχτεί στον πύργο μας ο γέρος μου πατέρας κι' η δόλια μάννα, μον εδώ θα με σκεπάσει η πλάκα. Μα εγώ όμως τώρα, Πάτροκλε, στερνά σου αφού θα σβύσω, πριν δε σε θάβω, πριν εδώ σου φέρω του Εχτόρου την κεφαλή και τ' άρματα, τ' ατρόμητου φονιά σου, 335 και δώδεκα λεβεντονιούς πριν στη φωτιά σου δίπλα σου σφάξω Τρώες· τι βαθιά με δάγκασε ο χαμός σου. Μα ως τότε εδώ χωρίς θαμό θα κοίτεσαι στα πλοία, και νύχτα μέρα γύρω σου γυναίκες των οχτρώνε θα κλαίνε δάκρια χύνοντας, αφτές π' αντάμα οι διο μας 340 με το σπαθί σκλαβώσαμε και την παλικαριά μας, των Τρώων σαν κουρσέβαμε αρχοντοπλούσιες χώρες.»

Αφτά σαν είπε, πρόσταξε τους παραγιούς να στήσουν λεβέτι απάνου απ' τη φωτιά μεγάλο, για να πλύνουν γλήγορα εκεί οχ το λείψανο το αίμας το πηγμένο. 345 Κι' οι νιοι λεβέτι τρίποδο παν στη φωτιά και σταίνουν, μέσα του χύνουνε νερό, καιν από κάτου σκίζες· και την κοιλιά του λεβετιού χαϊδέβοντας οι φλόγες ζέσταιναν μέσα το νερό, και πια σαν πήρε βράση πλαίνουν και τρίβουν το νεκρό με λάδι, και στο στρώμα 350 τον παν και τον σκεπάζουνε από κεφάλι ως πόδια 352 μ' ώριο σεντόνι αραχνερό κι' αφρόθωρη αντρομίδα.

Έτσι όλη νύχτα ολόγυρα στον ξακουστό Αχιλέα νεκρόκλαιγαν με στεναγμούς τον Πάτροκλο οι συντρόφοι. 355

Κι' η Θέτη τότες έφτανε στον πύργο του Ηφαίστου, 369 άλιωτο αστρένιο, απ' των θεών πιο πίσημο των άλλων, 370 χαλκένιο, που τον έφτιασε ατός του ο Κουτσοπόδης. Και βρήκε τον που με σπουδή στα φυσερά του κύκλω γύρναε δρωμένος, τι έφτιανε ως είκοσι λεβέτια 373 τρίποδα, κι' έβαλε χρυσή στο κάθε πόδι ρόδα, 375 π' αφτόθελα ως μες στων θεών τη συντυχιά να τρέχουν και πάλε μέσα να γυρνούν... πούταν το νου να χάνεις! Κι' είταν κοντά στο τέλος της όλη η δουλιά, να τόσο π' ακόμα ακόλλητα έμεναν τα σκαλισμένα αφτιά τους· αφτά να φτιάσει πάσκιζε και τα καρφιά βαρούσε. Μα εκεί που τα μαστόρεβε με τη σοφή του τέχνη, 380 να την, προβάλλει η θέϊσσα η Θέτη ομπρός στον πύργο, κι' άμα την είδε, πρόστρεξε η λαμπροσκούφω η Χάρη πανώρια, πούχε ο ξακουστός πρωτοτεχνίτης τέρι, και πάει την πιάνει απ' το δεξύ και της λαλεί διο λόγια «Τί, Θέτη ακριβοθώρητη, σε φέρνει στο πυργί μας, 385 θεά μου σεβαστή; Τι δα συχνά δε μας θυμάσαι. Μον έλα μέσα, κόπιασε να σε φιλέψω κάτι.»

Έτσι είπε η σεβαστή θεά και την πηγαίνει μέσα. Εκεί ασημόκαρφο θρονί της έδωκε να κάτσει, πλούμιο ώριο, πούχε και σκαμνί για τα ποδάρια κάτου. 390 Έπειτα πήγε κι' έκραξε τον Ήφαιστο και τούπε «Ήφαιστε, η Θέτη εδώ η θεά μάς ήρθε και σε θέλει.»

Τότε ο τεχνίτης απαντάει θεός απ' τ' αργαστήρι «Τι λες, καλέ; Θεά 'ναι αφτή που σέβουμαι λατρέβω, που μ' έσωσε όταν έπαθα — με το να πέσω αλάργα — 395 από λωλιά της μάννας μου, που η σκύλα να με κρύψει ζητούσε, τι είμουνα χωλός. Θα σβούσα τότε ο έρμος, η Θέτη αν δε με δέχουνταν στα βαθιά κι' η Βρυνόμη, κόρες κι' οι διο τους τ' Ωκιανού με το πλατύ το ρέμα. Εκεί σιμά τους χρόνια εννιά πολλά 'φτιανα στολίδια — 400 θηλύκια, χρυσολούλουδα, γιορντάνια, σκουλαρίκια — μες στη σπηλιά την κουφωτή· και τ' αφρισμένο κύμα με μουρμουρίσματα έτρεχε τριγύρω φουσκωμένο. Μηδ' άλλος τόξερε θεός μηδέ θνητός κανένας, μόνη η Βρυνόμη τόξερε που μ' έσωσε κι' η Θέτη. 405 Αφτή μας ήρθε τώρα εδώ, και να η στιγμή κι' εμένα ότι χρωστώ που μ' έσωσε ναν της πλερώσω τώρα. Μα καλοδέξου την εσύ και στρώσ' της τώρα δείπνο ως που σφυριά και σύνεργα ν' αφίσω εγώ στην άκρη.»

Είπε, κι' αλάργα απ' τη φωτιά τα φυσερά του βάζει, 410 και σήκωσε οχ το κούτσουρο το γιγαντένιο αμόνι, κι' όλα τα σύνεργα έπειτα που δούλεβε μαζέβει μες σε μια γούρνα ασημωτή. Κατόπι με σφουγγάρι τα διο του χέρια ολόγυρα ξεπλαίνει και την όψη, το σνίχι το βασταγερό, τα δασωμένα στήθια. 415 Και ντύθη, πήρε ένα παχύ ραβδί και τράβηξ' όξω, κι' ήρθε σε λίγο εκεί κοντά που κάθουνταν η Θέτη 422 στο λαμπροσκάλιστο θρονί. Το χέρι της με σέβας εκεί της πιάνει, και της λέει διο αγαπημένα λόγια. «Τί, Θέτη ακριβοθώρητη, σε φέρνει στο πυργί μας, θεά μου σεβαστή; Τι δα συχνά δε μας θυμάσαι. 425 Μίλα τι ορίζεις· θα γενεί — σ' το τάζω — ότι διατάξεις, αν είναι μπορετή η δουλιά κι' αν μου περνά απ' το χέρι.»

Τότες η Θέτη απάντησε στα δάκρια βουτημένη «Ήφαιστε, τάχα πια θεά, στον Έλυμπο όσες είναι, πιά — πες μου — τόσες συφορές να πέρασε και λύπες, 430 τόσο όσο εμένα διάλεξε να με πικράνει ο Δίας; Μονάχα εμένα πάντρεψε απ' τις νεράιδες μ' άντρα θνητόνε, κι' είχα εγώ θνητού να καταπίνω χάδια, κιάς φώναξα κιας τσίριξα. Δε σώνει αφτός στον πύργο που πια απ' τα μάβρα γερατιά μού κοίτεται σακάτης, 435 Μον τώρα να! άλλα βάσανα μού βγήκαν στο κεφάλι. Γιόνε αφού μούδωκε λαμπρό της δόλιας να γεννήσω, πρώτο λεβέντη, κι' έρηξε λες ύψος σα φυντάνι, σα δέντρο εγώ τον άντρωσα π' ανθίζει σε περβόλι, κι' έτσι στην Τρία τον έστειλα να πολεμήσει Τρώες 440 μ' αρμάδα αναφρυδόπλωρη, μα πια δε θα γυρίσει ξανά ναν τον δεχτώ η πικρή στο γονικό του πύργο. Μα κι' όσο ζει και βλέπει ήλιου αχτίδα, πάλε ακόμα πάθια τον δέρνουν και καμιά βοήθια εγώ δεν τούμαι. Τη νια μαθές που τούδωκαν πρεσβιό τα παλικάρια, πήγε ξανά απ' τα χέρια του την πήρε ο γιος τ' Ατρέα. 445 Κι' ενώ απ' τη λύπη του έτρωγε τα σωθικά του ο γιος μου για το κορίτσι, να οι οχτροί στρυμώνουν τους Αργίτες μες στα καράβια, κι' όξω πια να βγούνε δε μπορούσαν. Έστειλαν τότε οι πρόκριτοι και τον περικαλούσαν να βγει, και δώρα τούταζαν πολλά και φημισμένα. Τότε είπε, εγώ απ' τη συφορά δεν πάω ναν τους γλυτώσω, 450 μα ας πάει, αν θέλει, ο Πάτροκλος κι' ας βάλει τ' άρματά μου, και μ' ένα πλήθος λόχους του τον προβοδάει στην μάχη. Κι' αφτός πολέμαε ολημερύς κοντά στο Ζερβοπόρτι, και θάπαιρνε την ίδια αβγή το κάστρο, μόνε ο Φοίβος εκεί που θρήνος έκανε στων μπροστινών τη μέση 455 τον σφάζει, και τον Έχτορα δοξάζει με τη νίκη. Έτσι έρχουμαι στα πόδια σου να πέσω τώρα, αν θέλεις του γοργοπέθαντου μου γιου ασπίδα ναν του δώκεις, τσαπράζα, και τουσλούκια διο με τεριαστά θηλύκια, και κράνος· τι όσα αν είχε πριν, παν ο πιστός του βλάμης 460 τού τάχασε, κι' αφτός βογγάει με δίχως όπλα χάμου.»

Τότε ο πιδέξος απαντάει και ξακουστός τεχνίτης «Έννια σου, Θέτη· συλλογή αφτό μην τόχει ο νους σου. Γιατί έτσι απ' τον κακόκραχτο το θάνατο ας μπορούσα ναν τόνε κλέψω πουθενά σα φτάσει η μάβρη η ώρα, 465 όπως πεντάμορφα άρματα θα λάβει, που στον κάμπο όλοι, όσοι τύχει να τους δουν τα κάλλη, θα σαστίζουν.»

Είπε, κι' αφού την άφισε και πάει στα φυσερά του, που στη φωτιά γυρνώντας τα τους είπε να φυσούνε· κι' αφτά όλα αντάμα, ως είκοσι, φυσούσαν μες στις γούβες 470 βγάζοντας χνώτο τεριαστό για κάθε φλόγας είδος, πολύ για φλόγα περισσή κι' άλλοτες πάλι λίγο, έτσι όπως τόθελε ο θεός και της δουλιάς βολούσε. Τότε άσπαστο έβαλε χαλκό πας στη φωτιά κι' ασήμι, καλάι κι' ένα πολύτιμο χρυσάφι, απέ στυλώνει 475 το γιγαντένιο αμόνι του στο κούτσουρο, και παίρνει γερό σφυρί με το δεξύ, μασιά με τ' άλλο χέρι.

Και πρώτα πρώτα αρχίνησε μεγάλη ασπίδα στέρια, πλούμια ως στην άκρη, και λαμπρό της έβαλε στεφάνι τρίκλωνο γύρω αστραφτερό με το λουρί ασημένιο. 480 Τάβρου πετσί είχε ο δίσκος της πεντάδιπλο, και μέσα τού σκάλιζε άθια ένα σωρό με τη σοφή του τέχνη.

Έφτιασε μέσα εκεί τη Γης, μέσα Γιαλό κι' Ουράνια, Ήλιο εκεί μέσα ακούραστο, γιομόφωτο Φεγγάρι, κι' όλα τα ζούδια τ' ουρανού πούχει στεφάνι γύρω, 485 Βροχάστερα και Κυνηγό λαμπρόφεγγο και Πούλια, κι' Αρκούδα που πολλοί θνητοί κι' Αμάξι τήνε κράζουν, που πάντα αφτού κλωθογυρνάει τον Κυνηγό θωρώντας και μόνη αφτή μες στ' Ωκιανού δε λούζεται το κύμα.

Κι' έφτιασε μέσα διο όμορφες αθρώπων πολιτείες. 490 Στη μια 'χαν ξαφαντώματα και γάμους, και τις νύφες πηγαίνανε απ' της μάννας τους με φώτα με λαμπάδες μέσα απ' τους δρόμους, κι' έσκουζαν να ζήσουν να γεράσουν. Κι' ορχιούνταν χορεφτάδες διο, και κόσμο λες χαλνούσαν καταμεσύς τους τ' άργανα — ζουρνάδες και λαγούτα — 495 κι' έκαναν χάζι στέκοντας στα ξώθυρα οι γυναίκες.

Την άλλη χώρα σκάλισε με πύργους στεριωμένη, 509 και μέσα ο κόσμος έτρεχε μελίσσι στην πλατέα, 497 τι είχε στηθεί καβγάς και διο φιλονεικούσαν άντρες για σκοτωμένου πληρωμή. Ορκίζουνταν ο ένας πως κάθε πλέρωσε λεφτό και τα ποσά ξηγούσε, 500 όχεσκε ο άλλος έλεγε, πως τίποτα δεν πήρε· τέλος κι' οι διο 'παν, μάλιστα ας κρίνει ο κατεχάρης. Κι' έσκουζε ο κόσμος κι' έδιναν άλλοι αλλουνού το δίκιο, μα οι κράχτες τους περιόριζαν. Κι' οι γέροι καθισμένοι στα μαρμαρένια τους θρονιά στη στρογγυλή πλατέα, κραχτών καλόφωνων ραβδιά στα χέρια τους κρατώντας 505 σηκώνουνταν με τη σειρά να κρίνουν ένας ένας. Κι' είταν στη μέση διο φλουριά βαλμένα, για να πάρει αφτός π' απ' όλους πιο σωστά το δίκιο θα ξηγούσε. 508

Κι' είταν απ' όξω αντρών στρατός πούρθαν κλεφτά ν' αρπάξουν το βιος της χώρας, κι' ήθελαν καρτέρι εφτύς να στήσουν. 513 Κι' έτσι άμα εκεί ήρθαν που καλά βολούσε το καρτέρι, 520 σε ρέμα πούχε πότισμα για ζωντανά καθ' είδος, κάθησαν τότες, με χαλκό που θάμπωνε οπλισμένοι· και χώρια απ' το στρατό σκοποί διο κάθουνταν σε βίγλα, πότε να δουν προσμένοντας αρνιά απ' αλάργα ή βόδια. Κι' αφτά να! αμέσως πρόβαλαν, και διο βοσκοί ξοπίσω 525 μ' αβλούς γλεντούσαν δίχως πριν την πονηριά να νιώσουν. Μα οι άλλοι πριν που τάδανε, χοιμούν και χέρι χέρι πέφτουν κοπαδιαστοί κι' αρπούν τα τραχηλάτα βόδια, σωρούς τ' αρνιά τ' ασπρομάλλα, και τους τσοπάνους σφάζουν. Κι' απ' το καστρί όταν άκουσαν κοντά στα βόδια αντάρα 530 σα δικαζόντουσαν μπροστά στους γέρους καθισμένοι, πηδούν στ' αμάξια μέσα εφτύς και τρέχουν ναν τους πιάσουν. Κι' όταν σε λίγο ζύγωσαν, παράταξαν τους λόχους κοντά στην ακρορεματιά, και πιάνουν στέρια μάχη κι' ένας τον άλλον κάρφωνε με το χαλκένιο τ' όπλο. Εκεί έσμιγε και Σκιάξιμο κι' Αμάχη, εκεί και Χάρος 535 κρατώντας άλλον ζωντανό βαθιά νιοπληγωμένο, άλλον τραβούσε και νεκρό μες στη σφαγή απ' το πόδι, και ρούχα φόραε κόκκινα στο αίμας βουτημένα. 538

Κι' έφτιασε μέσα λιγδερό χωράφι, πλούσιο κάμπο, 541 φαρδύ και τριπλογύριστο· κι' εκεί πολλοί οργωτάδες ζεβγάρια στριφογύριζαν λαλώντας πέρα δώθες. Κι' οργώνοντας σα θάφταναν στου χωραφιού την άκρη, πήγαινε νιος κι' ένα καφκί τους έβαζε στα χέρια 545 κρασί γλυκό· και δώσ' του αφτοί όλο όργωναν τ' αβλάκια, κι' όλο να φτάσουν σπούδαζαν στου χωραφιού την άκρη. Και μάβριζε από πίσω η γης, λες έμιαζε οργωμένη κιάς είταν χρυσοσκάλιστη· αφτό δα αν είταν θάμα!

Κι' εκεί ένα βαθυγράσιδο μέσα έφτιανε μετόχι, 550 που θεριστάδες, τροχιστά στα χέρια τους δρεπάνια βαστώντας, δώσ' του θέριζαν· κι' απ' τις χουφτιές λες άλλες έπεφταν χάμου απανωτές στη γης αράδα αράδα, άλλες πάλε έπαιρναν γοργοί δετάδες ναν τις δέσουν. Τρεις οι δετάδες π' όριζαν· και τα παιδιά από πίσω 555 δίχως να στέκουν αγκαλιές το χόρτο κουβαλούσαν κι' έδιναν πάντα. Κι' ήσυχος παρέκει ο νοικοκύρης ραβδί κρατώντας έστεκε χαρούμενος στον όχτο. Και κράχτες χώρια τοίμαζαν κάτου από λέφκα δείπνο, κι' έψηναν βόδι πούσφαξαν μεγάλο· κι' οι γυναίκες πολλά άσπρα αλέβρια αλέθανε, ταγή των δουλεφτάδων. 560

Κι' έβαζε αμπέλι εκεί σιμά σταφύλια φορτωμένο ώριο μεγάλο ολόχρυσο, μα τα σταφύλια μάβρα, [το κάθε κλήμα μ' αργυρά παλούκια στυλωμένο]. Γύρω χαντάκι κάρφωσε σμαλτένιο, γύρω φράχτη από καλάι, κι' είχε ανοιχτό μουντό 'να μονοπάτι, 565 στ' αμπέλι απ' όθες έμπαιναν σαν είταν να τρυγήσουν. Και νιες και νιοι καλόκαρδοι μαζί όλοι κουβαλούσαν το γλυκοστάφυλο καρπό μες στα πλεχτά καλάθια. Κι' ένας τους νιος στο γυρισμό τούς βάραε το λαγούτο γλυκά που λες σε λίγωνε, κι' αγάλι τ' αποτρύγια 570 τραγούδαε, κι' όλη η συντροφιά ξοπίσω ροβολούσε, και ξεφωνώντας χόρεβαν μ' ανάλαφρο ποδάρι.

Κι' έφτιασε μέσα εκεί βοδιών κοπάδι κουτελάτων — από καλάι τα διόρθωσε τα βόδια και χρυσάφι — π' απ' την ταγή ίσα τρέχανε με μουγκρητά να πιούνε 575 κοντά σε ρέμα μούρμουρο, δροσάτο καλαμιώνα. Μαζί και τέσσεροι χρυσοί τσοπάνοι μονοσκοίνι κατέβαιναν, μ' εννιά σκυλιά π' ακολουθούσαν άσπρα. 578

Κι' έφτιασε μέσα ο θεϊκός τεχνίτης και λιβάδι 587 μες σε λακκιά, και πρόβατα που εδώ κι' εκεί βοσκούσαν, κι' έφτιασε στρούγγες και μαντρί και σκεπαστές καλύβες.

Κι' έφτιασε μέσα αφρόσπαστο και τ' Ωκιανού το ρέμα 607 κοντά στο γύρο το στερνό της σκαλιστής ασπίδας.

Και τέλος πια σαν έφτιασε μεγάλη ασπίδα στέρια, τσαπράζα φτιάνει αστραφτερά λαμπρότερα από φλόγα· 610 του φτιάνει κράνος σκαλιστό γερό και τεριασμένο στα διο μηλίγγια, με χρυσή πούχε από πάνω φούντα. Κι' από καλάι του τάκανε καθάριο τα τουσλούκια.

Έτσι με τέχνη τη δουλιά σαν την απόφτιασ' όλη, τα άρματα παίρνει και μπροστά στη Θέτη τ' απιθώνει. 615 Και κάτω αφτή απ' τις χιονιστές κορφάδες σα γεράκι πετάει, την αχτιδόλαμπρη αρματωσά κρατώντας.

Τ

Κι' η κροκοστόλιστη η Αβγή οχ τ' Ωκιανού το ρέμα ανέβαινε να φέρει φως σ' όλους, θεούς κι' αθρώπους· και φτάνει η Θέτη φέρνοντας απ' το θεό τα δώρα κάτου στα πλοία. Κι' ήβρε εκεί το γιο της που πεσμένος στα στήθια απάνου του νεκρού πικρόλαλα θρηνούσε, 5 κι' ένα σωρό συντρόφοι του μοιρολογούσαν γύρω. Κι' αφτή στη μέση πρόβαλε, η σεβαστή του η μάννα, που πήγε τον αγκάλιασε με συμπονιά και τούπε «Πονάς, παιδί μου, μα άφισ' τον στο νεκρικό του στρώμα το μάβρο αφτό, αφού πήγε πια από θεών κακία, και δέξου αφτά απ' τον Ήφαιστο τα όπλα, ξακουσμένα 10 πανώρια, π' όμια αντρός κορμί δε ζώστηκε ως στα τώρα.»

Έτσι είπε η σεβαστή θεά, κι' ομπρός του τα σωριάζει χάμου· κι' εκείνα βρόντηξαν, πλουμόφτιαστα ένα κι' ένα. Τρόμος τους έκοψε όλους τους, μηδέ ναν τ' αγναντέψει τόλμαε κανείς, μον σκόρπισαν. Μα ο Αχιλέας όμως 15 τάδε, και πιο το πάθος του τον πήρε, και τα μάτια φριχτές κάτου απ' τα βλέφαρα λες του πετούσαν φλόγες. Και με χαρά τα ξέταζε στα χέρια· και σαν τάδε και χόρτασε πια του θεού τα ζηλεμένα δώρα, εφτύς γυρνάει της μάννας του και της μιλάει διο λόγια 29

«Μάννα, ο θεός μού χάρισε σαν όπλα που τεριάζει νάναι η δουλιά απ' αθάνατο, κι' όχι απ' αθρώπου, χέρι. Και θαν ταν βάλω τώρα εγώ. Μα ανησυχώ όμως, μάννα, μήπως ως τότες στο νεκρό κακόμυιγες χωθούνε περνώντας τις βαθιές πληγές, και μέσα εκεί σκουλήκια 25 γεννήσουν και το λείψανο μου βλάψουν — αχ ο μάβρος πάει πέθανε — και το κορμί του το σαπίσουν όλο.»

Τότε η λεφκόποδη θεά του λέει διο λόγια, η Θέτη «Παιδί μου, τέτοια συλλογή — άσε — μην έχει ο νους σου. Γιατί θα διώξω τ' άγρια εγώ κοπάδια από κοντά του, 30 τις μυίγες, που τους άντρες τρων τους πολεμοσφαγμένους. Γιατί κι' αν κάθεται άθαφτος ολόκληρο 'να χρόνο, δε θεν' αλλάξει αφτός θωριά, ίσως και πιο ροδίσει. Μον κράξε εσύ σε συντυχιά των Αχαιών τ' ασκέρι, και με τ' Ατρέα αφού το γιο φιλιώσεις, τότε οπλίσου 35 για μάχη εφτύς και πόλεμο και δείξε την αντριά σου.»

Είπε, και μέσα τούσταξε παλικαρήσο θάρρος, κι' έπειτα αθάνατο νερό μες στο νεκρόνε στάζει απ' τα ρουθούνια, π' άλιωτες οι σάρκες του να μείνουν.

Κι' εκείνος πήρε το γιαλό άκρη άκρη, ο Αχιλέας, 40 φριχτά αλυχτώντας σήκωσε των Αχαιών τ' ασκέρι. Κι' όλοι όσοι μένανε άλλοτες μες στο καραβοστάσι — όλοι τιμόνια που βαστούν, που κυβερνούν καράβια, κι' όλοι οι ταμίες του στρατού που το ψωμί μοιράζουν — τότες κι' αφτοί στη συντυχιά πηγαίνανε, τι βγήκε 45 ο Αχιλιάς π' από καιρό σπαθί δεν είχε αγγίξει. Κουτσαίνοντας κι' εκείνοι οι διο, οι δουλεφτάδες τ' Άρη, πήγαιναν, του Τυδέα ο γιος κι' ο θεϊκός Δυσσέας, έτσι ακουμπώντας σε μακριά κοντάρια, γιατί ακόμα είχαν βαριές λαβωματιές· και παν στην πρώτη αράδα 50 και κάθουνται της συντυχιάς. Και νά, στερνός τούς ήρθε τ' Ατριά κι' ο πρωταφέντης γιος, ο βασιλιά Αγαμέμνος, τι είχε πληγή· γιατί κι' αφτόν στο πόδι είχε λαβώσει ο Κόνας, τ' Αντηνόρου ο γιος, όταν βαστούσε η μάχη.

Έτσι όλοι αφού μαζέφτηκαν οι παινεμένοι Αργίτες, τότες σηκώθη ο ξακουστός γιος του Πηλέα κι' είπε 55 «Τ' Ατρέα γιε, τι βγάλαμε με τους θυμούς μας τάχα — κι' εσύ κι' εγώ — όταν πιάσαμε καρδολυσσάχτρα αμάχη να! για μια τσούπα, και το νου μας τύφλωσε το πάθος; Κάλια ας την είχε η Άρτεμη θερίσει στο καράβι τη μέρα όταν την πήρα εγώ πατώντας το καστρί της! 60 Τότε έτσι από κοντάρια οχτρών τόσοι Αχαιοί και τόσοι μ' αίμας τη γης δε θάβαφαν, σα μ' έπιασε το πείσμα. Λες θέλαμε καλό να δουν οι Τρώες· μα οι δικοί μας καιρό θαρρώ το πάθος μας θα λεν και ξαναλένε. Μα έγιναν πια, ας τ' αφίσουμε και μ' όλη μας τη λύπη, 65 θέμε δε θέμε την καρδιά σωπώντας μες στα στήθια. Τώρα εγώ πάβω το θυμό, μηδέ τεριάζει αιώνια πείσμα να μου βαστά η ψυχή, κι' έλα — καιρό μη χάνεις — κράξε, Αγαμέμνο, στ' άρματα τους Άκουρους Αργίτες, τι τους οχτρούς θα βγω ξανά να δοκιμάσω, αν θέλουν 70 να καλορίσουν ως εδώ. Μα το πλεβρό θα γύρουν χαρούμενοι σα να θαρρώ όσοι έχουν ίσως τύχη απ' το σπαθί μου αλάβωτοι να βρουν το δρόμο πίσω.»

Είπε, κι' εκείνοι χάρηκαν, οι παινεμένοι Αργίτες, που ξείπε πια ο λιοντόκαρδος γιος του Πηλιά το πείσμα. 75

Τότες τους είπε ο ξακουστός αφέντης Αγαμέμνος έτσι όπως κάθουνταν, χωρίς να σηκωθεί στη μέση «Βλαστάρια τ' Άρη ξακουστά, Αργίτικα ξεφτέρια, καλό όταν σηκωθεί κανείς ν' ακούτε, μηδέ πρέπει ναν τον διακόφτουν, τι κι' αφτός σαστίζει ο κατεχάρης. 80 Μα αν πλήθος θορυβάει πολύ, πώς τότες θες κανείς μας να πει ή ν' ακούσει; Πνίγεται φωνή κι' η πιο λαλούσα. Και τώρα τ' Αχιλέα εγώ θα ξηγηθώ· όμως όλοι προσέξτε οι άλλοι κι' ήσυχα το λόγο μου αγρικήστε. Συχνά μού λέγανε όλοι τους το λόγο αφτό, και πάντα 85 με κατεχούσαν, μα να εγώ δε φταίω, μον η Κατάτρα — αφτή που στ' ανήλια γυρνάει — κι' η Μοίρα μου κι' ο Δίας, που άγρια με φρένια πύρωσε στη συντυχιά το νου μου τη μέρα π' άρπαξα τη νια ξανά απ' τον Αχιλέα. Τι νάκανα όμως; που θεός τα πάντα αποφασίζει. 90 Δέσποινα κόρη του Διός π' όλους λωλαίνει η έρμα, Λωλιά τη λεν, κι' έχει απαλά τα πόδια μηδ' αγγίζει τη γης, μόνε κορφή κορφή πατάει θνητών κεφάλια και τους ζημιώνει. Ζάβωσε πολλούς ως τώρα κι' άλλους, τι και το Δία λώλανε μια μέρα πούναι απ' όλους 95 λεν πρώτος, άντρες και θεούς· μα να η Λωλιά κι' εκείνον τον γέλασε με πονηριές, και θηλυκό όντας πλάσμα, τη μέρα πούταν η ξανθή Αλκμήνη να γεννήσει το θεριοσκοτωστή Ηρακλή στη στεριοπύργω Φήβα. Τι σ' όλους τους θεούς μπροστά τότ' είπε με καμάρι 100 Ακούστε με, όλες οι θεές, κι' όλοι οι θεοί ν' ακούστε, για να σας πω όσα μου ποθεί μέσα η καρδιά στα στήθια. Άντρα θα βγάλει σήμερα στο φως η πονοδότρα Λεφτέρω π' όλα θαν τον πουν τα γυροχώρια αφέντη, άντρα από φύτρα και γενιά μ' αίμα δικό του μέσα.' 105 Τότες με πονηριά απαντάει η δολοπλέχτρα η Ήρα Ψέμα το λες, το λόγο σου ποτές δε θ' αληθέψεις· ειδέ έλα, Δία, ορκίσου μου όρκο μεγάλο τώρα πως όλα αλήθια θα τον πουν τα γυροχώρια αφέντη αφτόν που πέσει σήμερα από γυναίκας μήτρα, 110 άντρας αν είναι από γενιά μ' αίμα δικό σου μέσα.' Είπε, κι' αφτός την πονηριά δεν ένιωσε κι' αμώνει όρκο ένα δέτη, κι' άσκημα γελάστηκε κατόπι. Τι η Ήρα φέβγει τρέχοντας οχ του βουνού την άκρη και στ' Άργος κουβαλιέται εφτύς, που τ' άρχοντα Στενέλου, 115 γιου του Περσέα, εκεί ήξερε τη λυγερή γυναίκα. Αφτή είχε αγόρι στη κοιλιά εφτά μετρώντας μήνες, κι' όξω στο φως τής τόβγαλε, κι' εφταμηνίτικο έτσι, και της Αλκμήνης σταματάει τη γέννα και τους πόνους. Έπειτα τρέχει στου Διός με τα μαντάτα πάλι 120 'Πατέρα αστραποκέραβνε, του Κρόνου γιε, 'να λόγο θα σου μιλήσω. Σήμερα γεννήθηκε ένας άντρας λαμπρός, που θα γενεί ολωνών των Αργιτώνε αφέντης, γιος του Στενέλου, να ο Βρυστιάς απ' του Περσιά το γένος, αίμα δικό σου· πρέπει του να βασιλέβει στ' Άργος.' Είπε, και λύπη φλογερή βαθιά του καίει τα σπλάχνα, 125 κι' αρπάζει αμέσως τη Λωλιά οχ τις σγουρές πλεξούδες, μέσα απ' το πάθος βράζοντας, και βαριορκίστηκ' όρκο το πως ποτές στον Έλυμπο, ποτές στ' αστρένια ουράνια δε θα πατήσει πια η Λωλιά π' όλους λωλαίνει πάντα. Είπε, και με το χέρι του στριφοκλωθάει και ρήχνει 130 οχ τα ουράνια τη Λωλιά, κι' αφτή σε λίγο φτάνει ως στα μετόχια των θνητών. Αφτή θυμούνταν πάντα και στέναζε, όταν έβλεπε το λατρεμένο γυιό του που τον βασάνιζε ο Βρυστιάς και δούλεβε σα σκλάβος. Έτσι κι' εγώ στα πλοία ομπρός σα θέριζε τους άντρες του Έχτορα τ' ανίκητο κοντάρι, δε μπορούσα 135 να βγάλω τη Λωλιά απ' το νου που μ' είχε πριν λωλάνει. Μα αφούσφαλα όμως, και το νου μου πήρε τότε ο Δίας, θέλω ξανά να φιλιωθώ, να δώκω πλούσια δώρα. Μα σήκω μ' όλο το στρατό στον πόλεμο να βγούμε, κι' έτοιμος είμαι εγώ, όταν θες, να δώκω κάθε δώρο 140 που στην καλύβα σου ήρθε εχτές και σούταξε ο Δυσσέας. Ειδέ καρτέρα αν προτιμάς, κιας βιάζεσαι για μάχη, κι' οι παραγιοί απ' το πλοίο μου παν τώρα και τα φέρνουν, και δες τα, κι' έπειτα μου λες, σαν που ποθείς αν είναι.»

Τότες τ' απάντησε ο γοργός γιος του Πηλέα κι' είπε 145 «Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμέμνο, καλά! Τα δώρα δώσ' μου αν θες, σαν που τεριάζει, ή κράτα, τ' αφίνω αφτό στο χέρι σου. Μον έλα ομπρός! στη μάχη αμέσως τώρα! Τι άπρεπο εδώ ν' αργολογούμε, να χάνουμ' ώρα· ατέλιωτη δουλειά μεγάλη ακόμα.» 150