Part 22
Τότες στον Αία ο Έχτορας τινάζει το κοντάρι, που εκείνος τόδε απ' αντικρύ κι' απόφυγε το χτύπο 305 μόλις· μα του λιοντόκαρδου Βιφίτου γιο, το Σκέδη, των Φωκιωτών τον πιο γερό, που πύργο 'χε στημένα στο φημισμένο Πανοπιό, χωριών πολλών αφέντης, αφτόν βαράει κατάμεσα της κλείδας, κι' ήβγε ως πέρα — κάτου απ' τον ώμο προόριζα — τ' όπλου η χαλκένια μύτη. 310 Και πέφτοντας βροντάει, αχούν και τ' άρματα από πάνου.
Κι' ο Αίας πάλι ένα απ' τους γιους του Φαίνοπα, το Φόρκη — που ομπρός στον Πόθο στάθηκε — μεσόκοιλα ακοντίζει, και τούσπασε του τσαπραζού τη χούφτα, κι' ως στο βάθος τούφαγε τ' άντερα ο χαλκός. Κι' ο Φόρκης μες στη σκόνη έπεσε, κι' άδραξε τη γης σφιχτά στην αγκαλιά του. 315
Κωλώνει τότε ο Έχτορας κι' οι στρατηγοί των Τρώων, και με τα ζήτω οι Δαναοί τον Πόθο και το Φόρκη τραβάν και τις αρματωσές τούς λύνουν απ' τους ώμους.
Και τότε οι πολεμόχαροι Αργίτες μες στο κάστρο τους Τρώες πίσω θάκλειναν τρομοπαραλυμένους, 320 και δοξασμένα — στου γραφτού το πείσμα — θα νικούσαν με την αντριά και τόλμη τους, μα σύντομα ο Απόλλος πύρωσε τον Αινεία εκεί, μιασμένος σαν τον κράχτη Περίφα, του Φωνάκλα γιο, που σπίτι τους γερνούσε κράχτης του γέρου του γονιού πιστός κι' αγαπημένος· 325 όμιος μ' αφτόν του μίλησε ο γιος του Δία Απόλλος «Αινεία, πώς θα σώζατε τ' όρθιο καστρί αν η μοίρα και κάπως δεν καλόθελε, σαν που πολλούς είδα άλλους δίχως βοήθια θεϊκιά — με τόλμη αντριά και θάρρος και μ' όσο αφτοί είχανε λαό — να σώζουν τα χωριά τους; 330 Μα εσάς πιο θέλει απ' των οχτρών τη νίκη σας ο Δίας, μα να! δεν πολεμάτε εσείς, παρά δειλιάτε αιώνια.»
Είπε κι' εκείνος ένιωσε το Φοίβο σαν τον είδε αγνάντια εκεί, και χούγιαξε στον Έχτορα με πάθος «Έχτορα κι' οι λοιποί αρχηγοί των Τρώων και βοηθώνε, 335 ντροπής σας αν ως στο καστρί οι παινεμένοι Αργίτες τώρα έτσι σβάρνα αν θα μας παν παράλυτους της δείλιας! Μα τώρα ότι με ζύγωσε κάπιος θεός, και μούπε το Δία, ολόπρωτο οριστή, πως μας συντρέχει πάντα· έτσι όλοι ας τρέξουμε ίσα ομπρός, και δίχως πετσοκόπι 340 ας μην τον πάνε οι σκυλοχτροί τον Πάτροκλο ως στα πλοία.»
Είπε, και πρώτος χύνεται μπροστά μπροστά και στέκει κι' όλοι γυρνάν και τους οχτρούς με θάρρος αντικρύζουν. Κι' αφτός με το κοντάρι εφτύς το Λιόκριτο σκοτώνει, τ' Αρίσβα γιο κι' αγαπητό του Λυκομήδη φίλο. 345 Και σαν τον είδε πούπεσε, πικράθη ο Λυκομήδης, και τρέχει στέκει ολόκοντα και ρήχνει το λαμπρό όπλο, και τ' όπλο του τον Απισά κάτου χτυπά απ' τη σκέπη στο σκώτι, και τον προβοδάει, ένα άντρα πολεμάρχο, που πέρα απ' τη χοντρόσβωλη την Παιονιά 'χε φτάσει 350 κι' είταν στερνά απ' τον Αστροπιό το πιο γερό κοντάρι.
Λυπήθη τότε ο Αστροπιός πεσμένο σαν τον είδε, και τρέχει τους οχτρούς κι' αφτός με πάθος να χτυπήσει, μα αργά το σκέφτηκε, γιατί παντού ασπιδοφραγμένοι στέκανε γύρω στο νεκρό με πρόβαλτα κοντάρια. 355
Τι ο Αίας έτρεχε παντού, τους θάρρυνε τους μίλαε, οχ το νεκρό τους σύσταινε κανείς μήτε ένα βήμα να μην κωλώνει ή χώρια ομπρός να πολεμά απ' τους άλλους, Μον γύρω να βαρούνε εκεί κατάκοντα στημένοι. Έτσι έκραζε ο θεόρατος ο Αίας, κι' απ' το αίμα 360 μούσκεβε η γης το κόκκινο, και πέφτανε σφαγμένοι γειτονικά άφοβοι βοηθοί και Τρώες, μα κι' Αργίτες μαζί τους· τι δα απλήγωτα κι' αφτοί δεν πολεμούσαν. 363
Έτσι άγρια ζάλη ολημερύς φουρτούνιαζε πολέμου 384 σκυλήσου. Κι' ίδρος κουρνιαχτός, δίχως στιγμής ανάσα, 385 τα μάτια κάθε μαχητή περέχαε και ρουθούνια και χέρια πόδια γόνατα καθώς πετσοκοπιούνταν γύρω όλοι εκεί στον παραγιό του ξακουστού Αχιλέα. Κι' όπως σα δώσει ο μάστορης τάβρου τρανού τομάρι σε νιους να χρίσουν μ' άλειμα και να τεντώσουν γύρω, 390 κι' οι νιοι το παίρνουν κι' ανοιχτοί κύκλω όλοι το τραβούνε γερά, κι' η ύλη μπαίνοντας καλντίζει η δύναμή του, κι' όλο παντού τεντώνεται καθώς τραβούνε τόσοι· έτσι κι' οι διο τους το νεκρό τραβούσαν πέρα δώθες μικρό σε κύκλο, κι' όλπιζαν κάθε στιγμή κι' οι διο τους 395 οι Τρώες ναν τον σύρουνε στο κάστρο, κι' οι Αργίτες στα βαθουλά καράβια τους. Θεριά λες πολεμούσαν· να θε τους δει θεά Αθηνά, να θε αντροσκιάχτης Άρης, λόγο αχαμνό δε θάλεγαν, όσο κι' αν είχαν πάθος. 399
Έτσι πολέμαε, κι' έλεγε κάθε Αχαιός λεβέντης 414 «Ντροπής, αδρέφια, κι' ατιμιά να τραβηχτούμε πίσω! 415 Δεν έχει, σ' όλους μας εδώ μπροστά ας ανοίξει πρώτα η μάβρη γης! Ναί, κάλια αφτό, κάλια ότι τύχει ας τύχει, αν είναι αφτόν ν' αφίσουμε στους ασπιστάδες Τρώες να μας τον σύρουν στο καστρί και να βουήξει ο κόσμος.»
Και πάλε αφτά κάθε έλεγε χαλκοπλισμένος Τρώας 420 «Αδρέφια, κι' αν μας γράφτηκε να πέσουμε όλοι αντάμα κοντά σ' αφτόν τον ήρωα, κανείς μη φύγει βήμα!»
Έτσι έλεγαν, και πύρωνε την τόλμη ο ένας τ' άλλου και δώσ' του χτύπους, κι' έφτανε ο σιδερένιος κρότος ως στον χαλκόστρωτο ουρανό μέσα απ' τον άδιο αιθέρα. 425
Τέλος πια ο Αίας μίλησε στο γιο τ' Ατριά Μενέλα 651 «Τήρα, Μενέλα θεϊκέ, αν ζωντανά ίσως κάπου δεις το λεβέντη Αντίλοχο, του γέρου γιο Νεστόρου, και ξόρκισ' τον να τρέξει εφτύς στον Αχιλέα ως πέρα και ναν του πει πως χάθηκε ο λατρεφτός του βλάμης.» 655
Είπε και πρόθυμα άκουσε ο καστανός Μενέλας, και ξεκινάει να πάει, καθώς λιοντάρι αφίνει στάνη σαν κουραστεί ερεθίζοντας σκυλιά και παλικάρια, 659 που όλη τη νύχτα ξάγρυπνοι φρουρούν αρματωμένοι, 660 και το λιοντάρι θέλοντας να φάει βοϊδήσο πάχος χοιμάει, μα δίχως όφελος, τι από βαριές χερούκλες όπλα πολλά του πέφτουνε και κούτσουρα αναμένα στα μάτια ομπρός, που μ' όλη του την προθυμιά το σκιάζουν, και πια αλαργέβει την αβγή με σπλάχνα πικραμένα· έτσι έφεβγε απ' τον Πάτροκλο κι' ο θαρρετός Μενέλας 665 πολλά άθελα, γιατί έτρεμε μην τον αφίσουν όλοι σκυλιών ξεσκλίδι, αν πανικός ακράτητος τους πιάσει.
Και ξόρκιζε τους Αίιδες, ξορκίζει το Μηριόνη «Αίιδες και του Μέγη γιε, των Αχαιών αρχόντοι, τώρα όλοι θυμηθείτε τες του δόλιου μας Πατρόκλου 670 τις χάρες. Πάντα 'να γλυκό να πει είχε σ' όλους λόγο σα ζούσε... Αχ τώρα θάνατος τον πήρε κι' άγρια μοίρα.»
Έτσι τους είπε, κι' έφυγε ο καστανός Μενέλας παντού τηρώντας, σαν αητός π' απ' του ουρανού τα όρνια πολύ πιο διαπεραστικά το μάτι του ξανοίγει, 675 που κι' απ' τα ύψη ο γλήγορος λαγός δεν του ξεφέβγει κρυμένος μες σε σύμπυκνα θυμάρια, μον βουτώντας έτσι άψε σβύσε τον αρπάει και τη ζωή του κόβει· έτσι κι' εσύ, τ' Ατρέα γιε, τ' αστραφτερά σου μάτια κατά των λόχων τους σωρούς παντού τα γύρναες τότες, 680 αν το Αντίλοχο ίσως δεις στον κάμπο ζωντανόνε.
Και σε λιγάκι τον θωράει ζερβά ζερβά της μάχης που γιάρδωνε έλεγε έσκουζε στους άντρες να βαρούνε, και πήγε στάθηκε κοντά και τούπε αφτά τα λόγια «Αντίλοχε, έλα γλήγορα, θεόσπαρτε, να μάθεις 685 πικρή είδηση που έτσι αχποτές ας μη μας είχε τύχει! Τώρα το βλέπεις μόνος σου, το ξέρεις πως ο Δίας εμάς μας βρέχει συφορές και πως νικούν οι Τρώες. Κι' έπεσε πάει απ' όλους μας η πιο καλή μας σπάθα, ο Πάτροκλος, και το στρατό γονάτισε ο χαμός του. 690 Μα τρέξε εσύ στα πλοία εφτύς και πες το τ' Αχιλέα, μήπως προφτάσει το νεκρό και σώσει ως στα καράβια γυμνό· τα όπλα βρίσκουνται στου Έχτορα τα χέρια.»
Είπε, κι' εκιός λες πάγωσε σαν άκουσε το λόγο. Ώρα πολλή λογαλαλιά τον είχε, κι' η ανάσα 695 τού πιάστηκε, και γιόμισαν τα διο του μάτια δάκρια. Μα κι' έτσι δεν αστόχησε τα λόγια του Μενέλα, Μον τρέχει ομπρός, και τ' άρματα σ' ένα συντρόφι αφήκε, στα Λαοδόκο, που κοντά του γύρναε τα γοργά άτια.
Έτσι, λεβέντη Αντίλοχε, στα δάκρια βουτημένο 700 μακριά οχ τη βράση και σφαγή σε πάγαιναν τα πόδια να δώσεις στου Πηλιά το γιο τα θλιβερά μαντάτα.
Μα ο γιός τ' Ατρέα ως στο νεκρό γυρνάει τρεχάτος πίσω. 706 στέκει στους Αίιδες κοντά και λέει λαχταρισμένος «Να, εκιόν εγώ τον έστειλα στ' ανάφρυδα καράβια, μα αν θα προβάλει ο Αχιλιάς και τόσο δεν τ' ολπίζω όση κι' αν τούχε μαχητά του Έχτορα και μίσος. 710 Τι πώς; Δε γίνεται άνοπλος να βγει να πολεμήσει. Μα ας δούμε ελάτε μόνοι μας πιος τρόπος τώρα μένει που το νεκρό να σώσουμε και πού κι' εμείς να βγούμε απ' των οχτρών το ζώσιμο μ' ακέριο το πετσί μας.»
Τότες ο γιγαντένιος γιος τού λέει του Τελαμώνα 715 «Σωστά ναι λες, αδρέφι μου, κι' ελάτε γιάσου! μπάτε γλήγορα κάτου απ' το νεκρό, εσύ με το Μηριόνη, κι' έτσι από δω όξω πάρτε τον. Εμείς ακολουθώντας βαρούμε οι διο τον Έχτορα και τους Δαρδάνους πίσω, οι διο μας μ' ένα τ' όνομα και μια καρδιά, π' αντάμα 720 στέκοντας πάντα ατρόμητοι τον Άρη καρτεράμε.»
Είπε, κι' οι διο τους το νεκρό αγκαλιαστά από χάμου τον σήκωσαν ψηλά ψηλά. Και σκούξανε όλοι οι Τρώες σαν είδαν Αχαιούς μπροστά και σήκωναν το σώμα. Κι' όρμησαν ίσα σα σωρός σκυλιά που πληγωμένο 725 καπρί να φτάσουν χύνουνται και λιώμα ναν το κάνουν· 727 έτσι όρμησαν κατόπι τους κοπαδιαστοί κι' οι Τρώες. 730
Μα εκείνοι με τον Πάτροκλο στους ώμους πήραν δρόμο 735 προς τα καράβια βιαστικά, τη μάχη παραιτώντας. Πώς διο μουλάρια βάζοντας τα δυνατά τους σέρνουν 742 ή καραβόξυλο ή χοντρό οχ τα βουνά δοκάρι σε μονοπάτι ανόμαλο, και λύνεται η καρδιά τους ενώ τραβούν και βιάζουνται λαχανιστά δρωμένα· 745 σαν έτσι οι διο τους βιαστικά το σώμα κουβαλούσαν. Και πίσωθε οι διο Αίιδες αμπόδιζαν τους Τρώες, λες κάβος βραχοστήθωτος που σταματάει το κύμα 747 σαν αφροσπάει κι' ανόφελα λυσσάει ναν τον κλονίσει· 751 έτσι όλο πίσω οι Αίιδες βαρούσαν το γιουρούσι των Τρώων, π' όλοι τους μαζί με πείσμα ακολουθούσαν, μ' άρχους διο ομπρός ατρόμητους, τον Έχτορα κι' Αινεία.
Σ
Σαν έτσι αφτοί χτυπιόντουσαν, που λες φωτιά 'χε ανάψει. Εκεί ο γοργός Αντίλοχος ως στ' Αχιλέα φτάνει με τα μαντάτα, κι' ήβρε τον π' ομπρός στα τρεχαντήρια στο νου ίσα ίσα αφτά 'βαζε που τούχαν τύχει κιόλας, κι' έτσι έλεγε στενάζοντας μες στη γερή καρδιά του 5 «Ωχού, τι πάλι τσάκισαν ως στα καράβια τάχα οι Δαναοί, και τρέχουνε στον κάμπο αλαφιασμένοι; Λες οι θεοί πως τους κακούς να μούκαναν σκοπούς τους, σαν που μου ξήγαε η μάννα μου και μούλεγε πως όσο ακόμα ζω, ένας αρχηγός τρανός των Μυρμιδόνων 10 θ' αφίσει του ήλιου το φως από κοντάρι Τρώων; Ωχού, ναι ο Πάτροκλος θαρρώ θα μούπεσε στη μάχη... ο έρμος! μα δεν τούπα εγώ, σα σώσει απ' την κορώστρα φωτιά τα πλοία, δίχως πια πολέμους να γυρίσει;»
Μα εκεί π' αφτά τ' ανάδεβε μες στης καρδιάς τα βάθια, 15 να! δάκρια χύνοντας θερμά του γέρου ο γιος Νεστόρου προβάλλει ομπρός του κι' έφερνε τα θλιβερά μαντάτα «Ωχού γιε τ' άρχοντα Πηλιά, ω τι είδηση θ' ακούσεις, φαρμάκι, που έτσι ας είτανε ποτές να μη θε τύχει! Έπεσε ο Πάτροκλος ... γυμνό να σώσουν πολεμάνε 20 το σώμα· τ' άρματα έμειναν στου Έχτορα τα χέρια.»
Είπε, κι' εκείνον καταχνιά σκεπάζει μάβρης νύχτας, και στάχτη αρπάζει με τις διο τις χούφτες, και τη ρήχνει στην κεφαλή ασκημίζοντας την όψη την πανώρια· κι' η στάχτη γύρω κάθουνταν στ' αφρόφαντο του ρούχο. 25 Και στρώθηκε μακρύς πλατύς στις σκόνες ξαπλωμένος, και σπούσε χάμου, ρήμαζε, την κόμη με τα χέρια. Κι' οι σκλάβες, πούχαν πάρει οι διο αντάμα πολεμώντας, ξεφώνισαν απ' τον καημό των σπλάχνων τους, κι' όξω όλες τρέξανε αμέσως γύρω του χτυπώντας με τα χέρια 30 τ' αφράτα στήθια, κι' έπεφταν λιγόθυμες μια μια τους. Θρήναε και του Νεστόρου ο γιος δακρολογώντας δίπλα, κι' ενώ εκεινού η αντρόπλαστη βόγκαε καρδιά, τα χέρια τού βάσταε, μπας και το λαιμό θερίσει με το λάζο.
Μούγκρισε τότες σα θεριό, κι' η μάννα του στα βάθια 35 πούμενε κάτου του γιαλού, στου γέρου της πατέρα, τ' ακούει και σπάει στα κλάματα, και του γιαλού οι νεράιδες μαζέβουνται όλες γύρω της, όσες βαθιά 'ναι κάτου, 38 και γιόμισε η πλατιά σπηλιά· κι' ενώ όλες τους τα στήθια 50 χτυπούσαν, τότε αρχίνησε τα μοιρολόγια η Θέτη «Ακούστε με τη χλιβερή, νεράιδες μου αδερφούλες, για να μου ξέρτε τι καημοί τα σπλάχνα μου σπαράζουν. Γόϊ μου κι' αλί μου η δύστυχη πικραρχοντογεννήτρα, που γιο αφού γέννησα λαμπρό βασταγερό, τον πρώτο 55 λεβέντη απ' όλους, κι' έρηξε λες ύψος σα φυντάνι, σα δέντρο εγώ τον άντρωσα π' ανθίζει σε περβόλι, κι' έτσι στην Τρια τον έστειλα να πολεμήσει Τρώες μ' αρμάδα αναφρυδόπλωρη, μα πια δε θα γυρίσει ξανά να τον δεχτώ η πικρή στο γονικό του πύργο. 60 Μα κι' όσο ζει και βλέπει ήλιου αχτίδα, πάλε ακόμα πάθια τον δέρνουν και καμιά βοήθια εγώ δεν τούμαι. Μα τώρα πάω ναν τόνε δω, ν' ακούσω απ' το παιδί μου τι τον λυπάει ενώ κάθεται αλάργα από πολέμους.»
Είπε κι' αφίνει τη σπηλιά, κι' οι άλλες δακρυσμένες 65 μαζί της όλες πάγαιναν, και γύρω τους το κύμα σπούσε. Κι' απέ σαν έφτασαν στης Τριάς τα φαρδοκάμπια, βγαίνανε αράδα στην ξηρά, εκεί συρμένα ως όξω πούταν πυκνά τα γλήγορα των Μυρμιδόνων πλοία μ' άρχο τους του Πηλιά το γιο. Κι' αφτός ενώ βογγούσε, 70 να! άξαφνα ομπρός του πρόβαλε η σεβαστή του η μάννα, και ξεφωνώντας έπιασε του γιου της το κεφάλι, κι' άρχισε μ' αναφυλλητά ναν του μιλάει και τούπε «Τι κλαις, παιδί μου, τι κακό σου πίκρανε τα σπλάχνα; Πες το, μην τόχεις μυστικό. Να, σούγινε απ' το Δία η χάρη έτσι απαράλλαχτα σαν που τα χέρια απάνου 75 σήκωσες πριν και δέουσουν, να στρυμωχτούν στα πλοία μ' άσκημα χάλια οι Δαναοί και να σε κράζουν όλοι.»
Τότες βαθιά στενάζοντας τής είπε ο Αχιλέας «Ναί, μάννα, αφτό ναι μούκανε τον πόθο ο γιος του Κρόνου, μα :πια η χαρά μου αφού 'χασα το βλάμη της καρδιάς μου, 80 τον Πάτροκλο μου πούχα εγώ κάλια από κάθε αδέρφι, σα φως μου· αφτός πάει χάθηκε, κι' ο Έχτορας τα όπλα τού πήρε — αφού τον σκότωσε — πανώρια γιγαντένια, θάμα μονάχα αν τάβλεπες, που ζηλεμένα δώρα τάδωσαν του Πηλιά οι θεοί τη μέρα που σ' αθρώπου 85 τάδωσαν του Πηλιά οι θεοί τη μέρα που σ' αθρώπου αφτού με τις αθάνατες της θάλασσας νεράιδες και τέρι νάπαιρνε ο Πηλιάς απ' τις θνητές γυναίκες. Μα να, για νάχεις την ψυχή πίκρες κι' εσύ γιομάτη όταν το γιο σου στερηθείς, που πια δε θα γυρίσει στη Φτιά ξανά ναν τον δεχτείς... τι μήτε εγώ δε θέλω 90 να ζω και μ' άντρες να γυρνάω, αν πρώτα εδώ στον κάμπο δεν ξεψυχήσει ο Έχτορας απ' όπλο μου σφαγμένος και του Πατρόκλου τη σφαγή και γύμνια αν δεν πλερώσει.»
Τότες η Θέτη η θέϊσσα του λέει δακροπνιγμένη «Κοντά σημαίνει η ώρα σου, παιδί μου, αφτά που κραίνεις, 95 τι εφτύς στερνά απ' τον Έχτορα σε καρτεράει ο χάρος.»
Μα τότες του Πηλέα ο γιος της λέει βαρύ με πάθος «Τώρα ας ψοφήσω! αφούτανε το βλάμη να μη σώσω σα σφάζουνταν, μόνε έπεσε αλάργα απ' την πατρίδα, κι' έβοσκα εγώ σα μ' έκραζε ζητώντας μου βοήθια. 100 Και τώρα τί; θα ξέρω εγώ τ' αδέρφια μου πως Τρώες 103 τα σφάζουν και θα κάθουμαι με χέρια σταβρωμένα, της γης σαβούρα ανόφελη, στα πλοία εδώ κλεισμένος; Εφτύς θα τρέξω ναν τον βρω, του δόλιου μου Πατρόκλου 114 το ρημαχτή τον Έχτορα, και καλώς νάρθει ο χάρος 115 σα θέλει ο Δίας κι' οι λοιποί θεοί να μου τον στείλουν! Ας δω καν καμιά Τρώισσα, πριν σβύσω, ομορφοπούλα 122 απ' τ' απαλά της μάγουλα τα δάκρια να σφουγγίζει διπλόχερα έτσι, αστέρεφτους με στεναγμούς και θρήνους. Κι' όσο, μαννούλα, αν μ' αγαπάς, μη θέλεις απ' τη μάχη 126 να με κρατήσεις, γιατί εγώ δεν πείθουμαι, θα σύρω.»
Τότε η λεφκόποδη θεά του λέει διο λόγια, η Θέτη «Ναί γιε μου, αφτά καλά τα λες· σωστό 'ναι τους συντρόφους, που τυραγνιούνται, απ' το βαρύ χαμό να λεφτερώσεις. Μα η όμορφή σου αρματωσά σε Τρώικα 'ναι χέρια, 130 χάλκινη αστραφτερή, κι' αφτή ο Έχτορας στους ώμους καμαρωμένος τη φοράει... μα δε θα καμαρώσει θαρρώ καιρό, τι από κοντά τον έχει τώρα ο χάρος. Όμως κοντάρι ακόμα εσύ μην πιάσεις, πριν γυρίσω κι' εδώ με δουν τα μάτια σου· τι μόλις φέξει ο ήλιος, 135 πρωΐ πρωΐ στον Έλυμπο θα σύρω να σου φέρω αρματωσά απ' τον Ήφαιστο πανώρια δουλεμένη.»
Είπε κι' αφίνει η θέϊσσα τον ξακουσμένο γιο της, και κάνει στις θαλασσινές γυρνώντας αδερφάδες «Βουτήξτε εσείς μες στου γιαλού το φαρδοκόρφι τώρα 140 να δείτε το θαλασσινό γονιό μας στο πυργί του, κι' όλα του γέρου πέστε τα. Τι εγώ θα τρέξω τώρα στον Έλυμπο, στου ξακουστού πρωτοτεχνίτη Ηφαίστου, αν θέλει ολόλαμπρα άρματα του γιου μου να χαρίσει.»
Έτσι είπε, κι' οι θεές βουτούν μέσα στο κύμα αμέσως. 145 Κι' αφτή ίσα προς τον Έλυμπο, η λεφκοπόδα η Θέτη, πιλάλαε ξακουστά άρματα να φέρει του παιδιού της.
Μα ενόσω αφτή στον Έλυμπο την πάγαιναν τα πόδια, αφτή την ώρα οι Δαναοί μ' αχό δαιμονισμένο κυνηγητοί απ' τον Έχτορα τον αντροφάγο φτάνουν τρεχάτοι ως στον Ελλήσποντο κι' ως στο καραβοστάσι. 150 Μηδ' ήθε σύρουν το νεκρό ως όξω οχ την αντάρα, τι πάλι τους ξανάφτασαν πεζοί κι' αμαξωμένοι κι' ο Έχτορας που θάχε λες αντριά άπιαστη σα φλόγα. Αφτός τρεις πίσωθε φορές τον έπιασε απ' τα πόδια 155 ναν τον τραβήξει θέλοντας κι' έκραζε ομπρός! στους Τρώες και τρεις φορές οι Αίιδες, ψημένοι μαχητάδες, τόνε βαρούνε απ' το νεκρό. Μα αφτός γιομάτος θάρρος πάντα πότε όρμαε στο σωρό, πότε έστεκε αλυχτώντας τρομαχτικά, μα πίσω πια δε σάλεβε ούτε βήμα. 160 Κι' όπως λιοντάρι που ψοφάει της πείνας δε μπορούνε βοσκοί λαγκαδοκοίμητοι από σφαχτό να διώξουν, έτσι κι' οι Αίιδες, οι διο χαλκόφραχτοι ασπιστάδες, τον Έχτορα απ' τον Πάτροκλο να σκιάξουν δε μπορούσαν. Και θαν τον τράβαε μάλιστα με πάγκοσμή του δόξα, 165 μα η ανεμόποδη Ίριδα γοργή στον Αχιλέα τρέχει μηνήτρα, και του λέει ν' αρματωθεί, τι η Ήρα κρυφά απ' το Δία και λοιπούς την έστειλε αθανάτους.
Και πήγε στάθηκε κοντά και τούπε αφτά τα λόγια «Σήκω, Αχιλέα, ολόπρωτο του κόσμου παλικάρι, 170 βόηθα για το νεκρό! Έστησαν πεισματωμένη μάχη μπροστά στα πλοία οι διο στρατοί και σφάζουνται, ζητώντας οι Δαναοί τον Πάτροκλο να σώσουν, κι' οι Δαρδάνοι στ' ανεμοφύσητο καστρί λυσσάνε να τον σύρουν. Κι' απ' όλους πρώτα ο Έχτορας ναν τον τραβήξει ως μέσα 175 τόβαλε πείσμα, τι έταξε απ' το λαιμό να κόψει και σε παλούκια τ' όμορφο κεφάλι ναν του μπήξει. Μα σήκω πια, μην κάθεσαι! Ντροπή η ψυχή σου ας νιώσει μη θες σκυλιά τον Πάτροκλο στο κάστρο να χαρούνε.» 179
Τότε ο γοργός απάντησε γιος του Πηλέα κι' είπε 181 «Καλή Ίριδα, και πιος θεός να μου τα πεις σε στέλνει;»
Τότε η γοργόποδη Ίριδα τ' απάντησε και τούπε «Η σεβαστή Ήρα μ' έστειλε, του Δία η συγκοιμήτρα. Κι' αφτό μήτ' ο πρωτόθρονος του Κρόνου γιος μήτ' άλλος 185 το ξέρει αθάνατος θεός απ' όσους κατοικούνε στο συχνοχιόνιστο Έλυμπο και γύρω στις ραχούλες.»
Τότες απάντησε ο γοργός γιος του Πηλέα κι' είπε «Πώς θες να σύρω αφού οι οχτροί μού πήραν τ' άρματα μου; Η μάννα πριν δεν ήθελε ν' αρματωθώ για μάχη εδώ πριν έρθει και ξανά τα μάτια μου τη δούνε. 190 Τι μούταξε απ' τον Ήφαιστο λαμπρά άρματα να φέρει.»
Τότε η γοργόποδη Ίριδα του λέει κι' αφτή διο λόγια 195 «Ναί, αφτό το ξέρουμε κι' εμείς, τα όπλα πως σ' τα πήραν. Μα σύρε κι' έτσι· πρόβαλε στου χαντακιού τον όχτο, μήπως δειλιάσεις τους οχτρούς και πια τραβήξουν χέρι, κι' έτσι ανασάνουν μια σταλιά κι' οι Δαναοί, που πάνε 200 να λιώσουν· λίγη 'ναι μαθές απ' τη σφαγή η ανάσα.»
Έτσι είπε η γλήγορη θεά και φέβγει πίσω πάλι, κι' αφτός σηκώθηκε να πάει. Κι' η Αθηνά του βάζει γύρω στους ώμους τους γερούς την κροσσωμένη αιγίδα. και του στεφάνωσε η θεά με σύγνεφο την κόμη 205 χρυσό· όθες λαμπαδόφτερες κυκλοπηδούσαν φλόγες. Πώς απ' αλαργινό νησί βγαίνει φωτιά και φτάνει ως στον αιθέρα, από καστρί πούχουν οχτροί ζωσμένα, τι βγαίνουν όξω οι κάτοικοι και μάχουνται ολημέρα 210 σ' ανατριχιάρη πόλεμο, μα σα βουτήσει ο ήλιος ανάβουν σύδετες φωτιές — κι' η λάμψη ως στα ουράνια ψηλά πηδάει — για ναν τη δουν γειτόνοι κι' ίσως τρέξουν οχ το χαμό με καραβιών βοήθια να τους σώσουν· έτσι απ' την κόμη του έφτανε κι' η λάμψη ως στον αιθέρα. Και πήγε απάνου στάθηκε στου χαντακιού τον όχτο, 215 παρέκει λίγο απ' το τειχί, μηδέ έσμιγε τους άλλους, τι την ορμήνια 'χε στο νου της μάννας· κι' απ' τον όχτο χούγιαξε ολόρθος στέκοντας, κι' η Αθηνά ως αλάργα έσκουξε, κι' έκοψε η στριγγιά τα ήπατα των Τρώων. 218 Όλους τους έπιασε σπασμός — κι' όλες ξανά οι φοράδες 223 γυρνούν τ' αμάξια — τι έβλεπαν μπροστά ανοιχτό τον Άδη. Κι' οι αμαξάδες σάστισαν, σαν είδαν πως η φλόγα 225 αδάμαστη τρομαχτικά στην κόμη του από πάνου πήδαε· κι' η κόρη του Διός τη φούντωνε η Παλλάδα. Τρεις άγρια χούγιαξε φορές απάνου απ' το χαντάκι, και τρεις κουβάρια γίνηκαν και Τρώες και συμμάχοι. Τότες και δώδεκα αρχηγοί σκοτώθηκαν απ' όπλα 230 κι' από δικές τους άμαξες.
Και τότες πια οι Αργίτες όξω απ' τους χτύπους το νεκρό τραβούν ξαλαφρωμένοι και τον πλαγιάζουν σε ψαθί. Κι' οι φίλοι του θρηνώντας τον τριγυρνούν, και πίσω ο γιος περπάταε του Πηλέα κι' έχυνε δάκρια πύρινα, σαν είδε απάς στο ξύλο 235 στρωμένο κονταρόσφαχτο το μπιστεμένο βλάμη. Αχ ναι μ' αμάξια κι' άλογα τον έστειλε στη μάχη, μα δεν τ' αξιώθηκε να πει το καλώς ήρθες πάλι.
Τον Ήλιο τότες η κυρά του Κρόνου κόρη, η Ήρα, τον στέλνει κάτου στ' Ωκιανού το ρέμα αθέλητά του 240 πίσω να πάει. Και βούτηξε ο Ήλιος, κι' οι Αργίτες τους χτύπους πια τους άσπλαχνους σκολνούν και τους πολέμους. Το ίδιο οι Τρώες αντικρύ τραβιούνται οχ τη σκοτώστρα τη μάχη και τ' αλόγατα ξεζέβουν απ' τ' αμάξα, κι' όλοι ίσα παν στη συντυχιά πριν καν φροντίσουν δείπνο. 245 Όρθιοι έκαναν τη συντυχιά στο πόδι, ουδέ τολμούσε κανείς να κάτσει, τι έτρεμαν π' άξαφνα ο Αχιλέας βγήκε στον κάμπο, και καιρό σπαθί δεν είχε αγγίξει.
Κι' έπιασε πρώτα ο γνωστικός το λόγο Πολυδάμας, του Πάνθου ο γιος, τι μόνο αφτός θωρούσε ομπρός και πίσω. 250 Συντρόφοι αφτός κι' ο Έχτορας, μιας νύχτας είταν γέννες· αφτός στους λόγους, μα πολύ νικούσε στ' όπλο ο άλλος. Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι' είπε «Παιδιά, τα μάτια τέσσερα! Τι εγώ σας λέω πως πίσω να πάμε πρέπει· εδώ ξανά μεσόκαμπα δεν πρέπει 255 να μας ξανάβρει η χαραβγή, τι το καστρί είναι αλάργα. Τι έχτρα σαν είχε με το γιο τ' Ατρέα αφτός ο άντρας, πιο τότες είταν οι οχτροί στη μάχη του χεριού μας. Τόχα χαρά μου τότε εγώ ν' απλώνω την αρίδα στα πλοία ομπρός, τι τόλπιζα πως θαν τα κάνω στάχτη. 260 Πολύ όμως τώρα σκιάζουμαι το γλήγορο Αχιλέα, τι με το πάθος τ' άπιαστο που βγήκε αφτός, :θαρρείτε στον κάμπο θα περιοριστεί, όπου Αχαιοί και Τρώες μοιράζουν κονταριές, εδώ στη μέση πολεμώντας, και δε θα στήσει πόλεμο για τέρια μας και κάστρο; 265 Μον πάμε πίσω, ακούστε με· τι να τι θα μας τύχει. Τώρα ναι η νύχτα αμπόδισε το γλήγορο Αχιλέα η θεϊκιά· μα αν μείνουμε κι' εδώ ταχιά αν μας πιάσει όταν φανεί χαλκάρματος, τότε ένα διο θα κρίνουν, σωστά αν μιλώ· τι θα βλογούν τ' αστέρια τους αν σώσουν 270 να παν στο κάστρο, και πολλοί εδώ όξω θα χορτάσουν όρνια και σκύλους. Μα οι θεοί έτσι ας με βγάλουν ψέφτη!»