Part 21
Ξανά τότε όρμησαν οι διο μ' αμάχη ψυχοφάγα. Κι' ο Σαρπηδός αστόχησε με το κοντάρι πάλι, τι η μύτη απάνου πέρασε απ' τα ζερβύ τον ώμο δίχως να βρει. Κατόπι ορμά με το χαλκό ο Πατρόκλης, που έτσι του κάκου τ' όπλο του δεν πήδησε απ' το χέρι, 480 Μον μπήκε εκεί που την καρδιά την κλιούν τα σπλάχνα γύρω. Σαν έλατο ή βελανιδιά σωριάστηκε ή σα λέφκα χοντρή, που κόβει ο μάστορης στα όρη με τσεκούρι νιοτρόχιστο, όταν ξυλική τρεχαντηριού συνάζει· έτσι στρωμένος κατά γης σ' άτια μπροστά κι' αμάξι 485 μούγκριζε νυχοσφίγγοντας το ματωμένο χώμα. Τότε ο λεβέντης Πάτροκλος του βάζει το ποδάρι 503 στα στήθια απάνου, κι' έσυρε το χαλκωμένο φράξο οχ το κορμί, και βγήκε εφτύς στόκος μαζί και σπλάχνα. Δε στέκουν τότες, μον σκορπούν κι' οι δυνατοί Λυκιώτες 659 όλοι, σαν είδαν κι' έπεσε στη μάχη ο βασιλιάς τους· κι' αρπούν τα όπλα οι Δαναοί απ' του νεκρού τους ώμους, 663 αχτιδοβόλα χάλκινα, που σ' ένα διο συντρόφους τάδωκε του Μενοίτη ο γιος ναν του τα παν στα πλοία. 665
Τότες στο Φοίβο γύρισε κι' είπε ο μεγάλος Δίας «Φοίβε μου γιε μου, πήγαινε το Σαρπηδό να βγάλεις αλάργα τώρα απ' τις ρηξές, και πάρε οχ το ποτάμι αγνό νερό και πλύνε του τις ματωμένες σάρκες, άλειψ' τον λάδι αθάνατο κι' άλιωτα βάλ' του ρούχα. 670 Και στείλε διο οδηγούς γοργούς μαζί να τον σηκώσουν, το Χάρο κι' Ύπνο, δίδυμα διο αδέρφια, που σε λίγο θάν τόνε παν ως στης Λυκιάς μες στα χωριά τα πλούσια, κι' εκεί ξαδέρφοι κι' αδερφοί με μνήμα και με στήλη θάν τον στολίσουν· τι πρεσβιό αφτό 'ναι των νεκρώνε.» 675
Είπε και του πατέρα εφτύς το λόγο ακούει ο Φοίβος, και κάτου τρέχει οχ τα βουνά της Ίδας ως στον κάμπο, κι' όξω μακριά το Σαρπηδό απ' τις ρηξές σηκώνει, πολύ μακριά, μ' αγνό νερό τον πλαίνει ποταμήσο, του αλείφει λάδι αθάνατο, του βάζει αιώνια ρούχα, 680 και στέλνει διο οδηγούς γοργούς μαζί να τον σηκώσουν, το Χάρο κι' Ύπνο, δίδυμα διο αδέρφια, που σε λίγο ως στης Λυκιάς τον πήγανε μες στα χωριά τα πλούσια.
Κι' ο Πάτροκλος φωνάζει ομπρός! στον αμαξά στα ζώα, και τρέχει πίσω απ' τους οχτρούς ... ω τι βαρύ το λάθος, 685 γιατί αν ο έρμος τ' αρχηγού τα λόγια δεν ξεχνούσε, θάχε σωθεί απ' το θάνατο κι' απ' τα σκοτάδια τ' Άδη. Μα πάντα να! νικάει ο νους του Δία, κι' όχι αθρώπων, 688 που έτσι και τότες την καρδιά του φτέρωσε στα στήθια. 691
Τότε πιους πρώτους, Πάτροκλε, πιους ρήμαξες κατόπι, όταν τα βρόχια πια οι θεοί σού στήσανε του χάρου; Τον Άδραστο θανάτωσες και το Μεγάδη πρώτους, το Έλασο το Βίστορα τον Έχεκλο τον Πέρμο, 695 κατόπι το Μελάνιππο το Μόλη τον Πυλάρτη· όλους αφτούς, ενώφεβγαν αλαφιασμένοι οι άλλοι.
Ωστόσο ο Έχτορας βαστάει στο Ζερβοπόρτι τ' άτια 712 κι' εκεί λογάριαζε αν ξανά θα τρέξει στην αντάρα. να πολεμήσει, ή το στρατό θα κλείσει μες στο κάστρο. Κι' ενώ τ' ανάδεβε, να! εκεί προβάλλει ομπρός του ο Φοίβος, 715 μιασμένος μ' άντρα δυνατό, τον Άση τον ξεστήθια, πούτανε θιός του, αφτάδερφος της σεβαστής Εκάβης, και τ' αρχηγού του Δύμα γιος που στης Φρυγιάς τα μέρη βασίλεβε, τριγύρω εκεί στου Σαγγαριού το ρέμα· έτσι μιασμένος τότε ο γιος τούπε του Δία, ο Φοίβος 720 «Κρίμας τη φήμη σου, Έχτορα! Τι παραιτάς τη μάχη; Τι να σου κάνω πούσαι εσύ πιο δυνατό κοντάρι! αλλιώς, εφτύς θα σούδειχνα πώς παραιτούν πολέμους. Μον έλα λάλα τ' άλογα κατά τον Πάτροκλο ίσια, μήπως τον σφάξεις αν τυχόν σου δώκει νίκη ο Φοίβος.» 725
Έτσι είπε κι' έφυγε ο Θεός. Και τότε εκεί προστάζει ο ξακουσμένος Έχτορας τον άφοβο Κεβριόνη ξανά με τα γοργά άλογα στον κάμπο να γυρίσει.
Κι' ο Φοίβος πάει ως στων στρατών και χώνεται την πύκνα, κι' άσκημη ρήχνει ταραχή στων Αχαιών τους λόχους, μα δόξα δίνει κι' αφοβιά στον Έχτορα στους Τρώες, 730 κι' άξαφνα γύρισαν γραμμή τους Αχαιούς να φάνε, 552 μ' ομπρός ομπρός τον Έχτορα, το φοβερό λιοντάρι. Αφτός καθ' άλλον άφινε οχτρό και δε βαρούσε, 731 κι' ίσια στον Πάτροκλο όρμησε. Κι' ο Πάτροκλος αντίκρυ πήδηξε χάμου οχ τ' άλογα, και κράταε το κοντάρι με το ζερβύ, κι' αδράζοντας με το δεξύ μια πέτρα, χοντρή κοτρώνα που όλη του του γιόμισε τη χούφτα, 735 ρήχνει μ' ορμή, τι δα καιρό δεν άφισε ν' αγιάσουν· μήδ' είταν άστοχη η ρηξά, τι τον Κεβριόνη, νόθο γιο του Πριάμου, κι' αμαξά του φημισμένου Εχτόρου, τον ήβρε εκεί στα κούτελο ενώ τα γκέμια βάσταε. Κι' έσπασε η πέτρα και τα διο τα φρύδια, μηδ' αμπόδιο 740 στάθη το κόκκαλο, κι' αφτού τα μάτια ομπρός στα πόδια τούπεσαν χάμου στα πηλά, κι' αφτός βουτά απ' τ' αμάξι σα σφουγγαράς, κι οχ το σκαρί τού μίσεψε η ψυχή του.
Και τούπες τότες, Πάτροκλε λεβέντη, περγελώντας «Ωχ ωχ, ο σκύλος τι αλαφρύς! βουτιές που σου τις παίρνει. 745 Μα αν γίνει αφτός θαλασσινός, τι λόγος, ένα πλήθος θα θρέψει, απ' τα καΐκι του πηδώντας και στον πάτο σφουγγάρια ψάχνοντας να βρει, κιας είναι οργιές το βάθος, σαν που στον κάμπο να! άφοβα πηδά απ' τ' αμάξι τώρα. Έχουν λοιπόν στο κάστρο τους κι' οι Τρώες μπεχλιβάνια.» 750
Είπε, κι' αμέσως χύθηκε να γδύσει τον Κεβριόνη· θεριό 'ταν λες που χύνεται βουστάσι να ρημάξει, μα απ' αφοβιά του χάνεται τι το βαρούν στα στήθια· σαν έτσι, Πάτροκλε, όρμησες με λύσσα στον Κεβριόνη. Μα κι' απ' αντίκρυ ο Έχτορας πηδά οχ τ' αμάξι χάμου, 755 και τότε αρχίζουν πόλεμο για τον Κεβριόνη οι διο τους, σα λέοντες που έτσι κι' οι διο λεβέντες, πεινασμένοι, σκίζουνται σε βουνού κορφή για σκοτωμένο αλάφι· έτσι για τον Κεβριόνη οι διο της μάχης κατεχάροι, ο Πάτροκλος κι' ο Έχτορας, τ' ατρόμητα λιοντάρια, 760 διψούσαν μ' άσπλαχνο χαλκό να πετσοκοπηθούνε.
Κι' ο Έχτορας μιας κι' έπιασε τ' αδερφικό κεφάλι, δεν τ' άφινε· κι' ο Πάτροκλος αντίκρυ απ' το ποδάρι τραβούσε, κι' έστησαν σφαγή οι άλλοι πεισματάρα. Πώς σ' όρους διάσκελο ο βοριάς κι' ο νότος πολεμούνε 765 πιος πιο πολύ τα σύμπυκνα να σείσει δεντροκόρμια, οξές και φράξα κι' ακρανιές με σύμπυκνα τα φύλλα, που δυνατόλαλα χτυπούν τ' απλόβεργα κλαριά τους τόνα με τ' άλλο, κι' η λογγιά σα σπάζουν σαλαγίζει· έτσι όρμησαν κι' οι διο στρατοί να χτυπηθούν με λύσσα 770 και σφάζουνταν, μηδ' είχε πια φεβγιό κανείς στο νου του. Κι' είχαν τριγύρω στο νεκρό πολλά μπηχτεί κοντάρια, πολλές σαΐτες φτερωτές δοξαροτιναγμένες, και τις ασπίδες έκροσγαν πολλά χοντρά κοτρώνια, σαν πολεμούσαν κύκλω του. Κι' ο ξακουστός Κεβριόνης 775 κοίτουνταν μες στον κουρνιαχνό μακρύς εδώ κι' ως πέρα με δίχως πια μιαλό και νου για αμαξοσύνες κι' άτια.
Κι' ως τότε ο Ήλιος π' άγγιζε τα μεσουράνια απάνου, έβρισκαν κι' απ' τους διο οι ρηξές κι' ισόπεφτε τ' ασκέρι· μα όταν το πίσω πήρε πια στρατί για να ξεζέψει, τότες πια τέλος άγραφα νικήσανε οι Αργίτες 780 κι' έσυραν όξω το νεκρό απ' τις ρηξές, και πήγαν πέρα μακριά και τ' άρματα του βγάλανε οχ τους ώμους.
Όρμησε πάλι ο Πάτροκλος να πετσοκόψει Τρώες. Τρεις τότε χύθηκε φορές σα θνητοφάγος Άρης φριχτά αλυχτώντας, και τις τρεις εννιά 'σφαξε ανομάτους· 785 μα κι' όταν τέταρτη όρμησε σαν το στοιχιό με τ' όπλο, τότε αχ! η ώρα, Πάτροκλε, σου σήμανε η στερνή σου! Τι ομπρός του βγήκε σκιαχτερός ο Φοίβος μες στη μάχη δίχως στον τόσο αναβρασμό πως πλάκωνε να νιώσει. Τι σκεπασμένος με πηχτή θολούρα τον ζυγώνει... 790 και στέκει πίσω... του χτυπάει ώμους πλατιούς και ράχη μ' έτσι τη χούφτα ορθάνοιχτη που τούστριψαν τα μάτια. 792 Στάθηκε τότε ολόξαφνος, κι' εφτύς καθώς τον είδε 806 τρέχει ένας Δάρδανος κι' εκεί του στέλνει το κοντάρι από κοντά στη ράχη του, κατάμεσα των ώμων, του Πάνθου ο νιος ο Έφορβος που κάθε νιο νικούσε με το κοντάρι τ' άλογα τα φτερωτά ποδάρια· που κι' άντρες τότε ως είκοσι είχε απ' τ' αμάξια ρήξει 810 κιάς πρωτοβγήκε μ' αμαξά πώς πολεμούν να μάθει. Μα πιος, λεβέντη Πάτροκλε, σούμπηξε τ' όπλο πρώτος· δε σ' έσφαξε όμως, μον ξανά τ' άρπαξε εφτύς τρεχάτος κι' έφυγε πίσω ως στο σωρό χωρίς να σε προσμείνει. 814
Βλαμένος τότε ο Πάτροκλος απ' του θεού το χτύπο 816 κι' απ' την πληγή του, γύριζε — για να σωθεί οχ το χάρο — κατά των φίλων τους σωρούς· μα ο Έχτορας τον είδε πως κώλωνε, από κοφτερό κοντάρι τρυπημένος, κι' όξω πετιέται απ' τις σειρές των Τρώων, και κοντά του 820 χοιμάει και χώνει χαλκό στου ψυχικού τη ρίζα και πέρα ως πέρα τον τρυπάει. Έπεσε τότε αχώντας, και πλήγωσε βαθιά βαθιά κάθε Αχαιού τα σπλάχνα. Πώς λέοντας μαχονικάει κάπρι στεριοδοντάτο — σαν πολεμούν περήφανα σ' ολόρθο κορφοβούνι για μια πηγούλα, τι διψούν και θεν κι' οι διο να πιούνε — 825 και το σπαράζει, ενώ φυσάει και μάχεται ως στο τέλος· έτσι με τ' όπλο από κοντά και το Δαρδανοφάγο γιο του Μενοίτη ο Έχτορας έστρωσε εκεί στο χώμα.
Έσκουξε τότε ο Έχτορας περήφανα και τούπε «Δεν είσαι εσύ που μ' όλπιζες πως τάχα θα ρημάξεις 830 την ξακουστή πατρίδα μου και πως στης Φτιας τα μέρη σκλάβες θα πας τα τέρια μας με τα γοργά σου πλοία; Μουρλέ, μα ομπρός τους τ' άφταστο του Έχτορα ζεβγάρι στη μάχη πάει με δρασκελιές, κ' είμαι κι' εγώ το πρώτο κοντάρι αδείλιαστου στρατού που θαν τις σώσω θέλω 835 απ' τη σκλαβιά. Μα εσένα εδώ αγιούπες θα σε φάνε. Ά δόλιε, πούταν και βοηθός δε σούρθε ο Αχιλέας; Το παλικάρι! πούμεινε στο πλοίο, μα να στείλει ήξερε εσένα μια χαρά, παχιά μιλώντας λόγια 'Λεβέντη... Πάτροκλε... αλογά... πριν μη γυρίσεις πόδα κατά τα πλοία οχ τη σφαγή πριν σκίσεις τα τσαπράζα 840 στου Έχτορα τ' αντροφονιά τα ματωμένα στήθια.' Έτσι θα σούπε, κι' άμιαλε, τον άκουσε ο μιαλός σου.»
Τότ' είπες, Πάτροκλε αλογά, με την ψυχή στο στόμα «Τώρα καμάρωνε, Έχτορα, όσο μπορείς, τι ο Δίας νίκη κι' ο Φοίβος σούδωκαν που μ' έσφαξαν εμένα· 845 τι σαν κι' εσένα κι' είκοσι να θε μου βγουν, εδώ όλοι 847 θάτρωγαν χώμα, απ' το γερό χαλκό μου καρφωμένοι. Ναί, εμένα η έρμα η Μοίρα μου με σκότωσε κι' ο Φοίβος κι' από θνητούς ο Έφορβος· ύστερα εσύ ήρθες, τρίτος. 850 Μα άκου, ένα λόγο θα σου πω και να μου τον θυμάσαι. Καιρό κι' εσύ δε θα χαρείς — και ξέρε το — τι σ' έχει από κοντά πια η Μοίρα σου κι' ο θνητοφάγος Χάρος, π' από το χέρι είναι να πας του ξακουστού Αχιλέα.»
Είπε, και μάβρο σύγνεφο τον σκέπασε θανάτου, 855 και πέταξε οχ τα στήθια του να πάει η ψυχή στον Άδη, κι' έκλαιε το μάβρο της γραφτό π' άφηκε αντριά και νιότη.
Μα και νεκρό έτσι ο Έχτορας του φώναξε και τούπε «Πάτροκλε, τι μαντολογάς και τι μου ψέλνεις χάρους; Πιος σ' τόπε αν δε θα πάει κι' ο γιος της Χρυσομάλλως Θέτης 860 στον τάφο πριν, από σκληρό χαλκό μου τρυπημένος;»
Έτσι είπε, και πατώντας τον τραβάει το χάλκινο όπλο οχ την πληγή, κι' ανάσκελα τον σπρώχνει απ' το κοντάρι. Κι' εφτύς το πήρε κι' έτρεξε κατά τον Αφτομέδο, αμαξολάτη ισόθεο του φτερωτού Αχιλέα, 865 τι του διψούσε τη ζωή. Μα αφτόν μακριά απ' τη μάχη τον έβγαζαν τ' αθάνατα γοργόποδα άλογά του, δώρα λαμπρά πούχαν θεοί δοσμένα στον Πηλέα.
Ρ
Κι' ένιωσε εφτύς τ' Ατρέα ο γιος, ο μαχητής Μενέλας, το πώς σκοτώθη ο Πάτροκλος στον πόλεμο απ' τους Τρώες. Και μέσα ορμά απ' τους μπροστινούς χαλκόπλιστος, και στέκει σιμά του, θάλεγες ομπρός λαφίνα σε ζαρκάδι χαϊδέφτρα πρωτοβύζαχτη, πριν άγνωρη από γέννα· 5 έτσι σιμά του στάθηκε ο καστανός Μενέλας κρατώντας στο νεκρό μπροστά ασπίδα και κοντάρι, μ' απόφαση όπιος αντικρύ του βγει ναν τον σπαράξει.
Όμως αδιάφορος κι' ο γιος δεν έμεινε του Πάνθου άμα ο λεβέντης Πάτροκλος σκοτώθηκε, μον πήγε 10 κοντά του εκεί και στάθηκε και του Μενέλα τούπε «Θεόσπαρτε τ' Ατρέα γιε, Μενέλα πολεμάρχη, πίσω! Τα λάφυρα άσ' τα αφτού και το νεκρό παραίτα, γιατί απ' τους ξακουστούς βοηθούς ή Τρώες πριν κανείς μου με τ' όπλο δεν τον κάρφωσε μες στης σφαγής τ' ανάστα. 15 Έτσι άφισε να δοξαστώ μες στο στρατό των Τρώων, μη σε βαρέσω και ξινή σου βγει η παλικαριά σου.»
Τότες βαριά αγανάχτησε κι' απάντησε ο Μενέλας «Δία πατέρα, ω τι κακό η ξυπασιά κι' η παίνια! Του λιονταριού, της πάρδαλης δεν είναι τόση η τόλμη, 20 δεν έχει τόση ο ξεσκιστής αγριόχοιρος που μέσα στα στήθια η γίγισσα καρδιά του βράζει απ' αντριοσύνη, όση έχουνε περφάνια οι γιοι του Πάνθου οι φαντασμένοι. Μα λέω, κι' ο Απερήνορας δε χάρηκε ο λεβέντης τη νιότη, όταν μ' αψήφισε και πρόβαλε αντικρύ μου, 25 κι' είπε πως είμαι τάχα εγώ το πιο αχαμνό κοντάρι των Αχαιών· όμως θαρρώ δε θα καλοκαρδίσει γυναίκα, και γονιούς ξανά γυρνώντας στο χωριό του. Όπως θα ξεκοιλιάσω εδώ κι' εσένα, ορέ, σ' το τάζω, αν μου φορτώνεσαι. Μα εγώ στο λέω για το καλό σου. 30 χάιντε πια τώρα μη ζητάς μαζί μου εδώ πολέμους, μην πάθεις... πάντα ο φρόνιμος πριν πάθει λογαριάζει.»
Είπε, μα δεν τον έπεισε, παρά τ' αντείπε πάλι «Τώρα εδώ πια, τ' Ατρέα γιε, βαριά θα μου πλερώσεις τον αδερφό που μούσφαξες — και καμαρώνεις κιόλας — 35 και μες στο νιο νοικοκυριό τού χήρεψες το τέρι, κι' έκανες πίκρες να ποθούν και κλάματα οι γονιοί του. Ίσως των έρμων μια σταλιά το δάκρυ τους στεγνώσει, αν την αρματωσά σου εγώ και το κεφάλι πάρω και τ' απιθώσω σπίτι μας στα χέρια των γονιών του. 40 Μα αφτή η δουλιά αδοκίμαστη καιρό δε θα τραβήξει είτε απολέμιστη... ότι βγει, καν θάνατος καν νίκη.»
Είπε, κι' ευτύς μια κονταριά τού σφίγγει στην ασπίδα, μα δεν την έσκισε ο χαλκός, μον μες στη στέρια ασπίδα στράβωσε η μύτη. Χοίμηξε κατόπι ο γιος τ' Ατρέα 45 με το κοντάρι, κάνοντας παράκληση του Δία, κι' εκεί που πίσω κώλωνε να φύγει, του το μπήγει στου λαρυγγιού τα θέμελα, και σπρώχνει όσο μπορούσε με τη βαριά χερούκλα του, τόσο π' αντίκρυ βγήκε τ' όπλου ο χαλκός διαβαίνοντας τον τροφαντό λαιμό του· κι' έπεσε αχώντας, βούηξαν και τ' άρματα από πάνου. 50 Πώς νιο φυντάνι θρέφει ελιάς ο χωριανός σε θέση 53 ακρότοπη — όπου γάργαρα νερά απ' τη γη αναβρύζουν — πανώριο δροσοστόλιστο, κι' αγέρια το χαϊδέβουν 55 κάθε λογής, και με πυκνά λουλούδια χρυσανθίζει, μα άξαφνα σφίγγει ο άνεμος, κι' ορμώντας τ' αγριοκαίρι όξω απ' τη γούβα το πετάει και χάμου το πλαγιάζει· παρόμια το λεβέντη γιο του Πάνθου κι' ο Μενέλας ξάπλωσε χάμου κι' έπειτα ζητούσε ναν τον γδύσει. 60 Πώς με το θάρρος των νυχιών βουνόθρεφτο λιοντάρι γελάδα αρπάει την πιο όμορφη από σωρό που βόσκει, και με τα δόντια τα σκληρά κρατώντας την της σπάζει το σβέρκο πρώτα, κι' έπειτα τη σκίζει και της χάφτει αίμας και σπλάχνα, κι' όλοι τους — και σκύλοι και τσοπάνοι — 65 γύρω απ' αλάργα σκούζουνε φωνάζουν, μα δε θέλουν ναν του ρηχτούνε, τι χλωμός όλους τους κόβει φόβος· έτσι απ' τους Τρώες κανενός μέσα η καρδιά στα στήθια δεν τόλμαε να προβάλει ομπρός στο μαχητή Μενέλα.
Τότε ήθε πάρει μια χαρά απ' το νεκρό τα πλούσια 70 τ' άρματα, μα του ζούλεψε τη δόξα αφτή ο Απόλλος, που σαν τον Μέντη έτσι μιαστός, τον άρχο των Κιρκόνων, τούστειλε ομπρός τον Έχτορα, σαν Άρη γοργομάχο. Τι πήγε και τον φώναξε και τούπε αφτά τα λόγια «Έχτορα, τρέχεις τώρα εσύ και κυνηγάς του κάκου 75 τ' άλογα τ' Αχιλέα εδώ· μα αφτά ναν τα δαμάσει θνητός και ζέψει σα βαρύ, αίμα αν δε φτύσει πρώτα, άλλος παρά τον Αχιλιά π' αθάνατη έχει μάννα· μα σύγκαιρα τ' Ατρέα ο γιος, ο μαχητής Μενέλας, στητός μπροστά στον Πάτροκλο μάς κάρφωσε έναν πρώτο 80 παλικαρά, τον Έφορβο, και τη ζωή του πήρε.»
Είπε ο θεός, και γύρισε ξανά στ' αντροπελέκι.
Μάτωσε τότες η καρδιά του Έχτορα απ' τη λύπη, κι' εφτύς γυρνάει τη συμπλοκή να δει, και βλέπει πέρα τον έναν π' άρπαε τ' άρματα, τον άλλον πούταν χάμου 85 στρωμένος κι' αίμας έτρεχε οχ τη βαθιά πληγή του· τότες περνάει χαλκόπλιστος των μπροστινών τούς λόχους φριχτά αλυχτώντα, ανέμποδος φωτιά σα φουντωμένη.
Μά 'χε το νου του κι' άκουσε τ' αλύχτημα ο Μενέλας, κι' έτσι είπε αναστενάζοντας μες στη γερή καρδιά του 90 «Ωχού, αν την πλούσια αρματωσά αφίσω, κι' αν το βλάμη πούχασε εδώ τη νιότη του για να τιμήσει εμένα, μήπως ρεζιλεφτώ αν κανείς με δει τυχόν δικός μας· μα αν πάλε Τρώες κι' Έχτορα σταθώ και πολεμήσω μονάχος, μήπως όλοι τους με ζώσουν πούναι τόσοι, 95 γιατί όλο δες! ο Έχτορας μου φέρνει το κοπάδι. Μα τι τα θέλει κι' όλα αφτά μου τ' αναδέβει ο νους μου; Με δίχως τύχη αν πολεμάς θεοπροστάτεφτο άντρα, μεγάλο δεν αργεί κακό να βγει σου στο κεφάλι. Έτσι πιος θάβρει φταίξιμο αν δει πως τάχα ομπρός του 100 τραβιούμαι, αφού στον πόλεμο θεός τον διαφεντέβει; Μα ας είταν κάπου νάβρισκα τον αντριωμένο μου Αία! Τότες γυρνώντας πάλε οι διο ξαναρχινούμε μάχη κιάς έχουμε καταδρομή, κι' έτσι ίσως ενωμένοι σώσουμε καν το λείψανο για το γοργό Αχιλέα απ' τους οχτρούς· τώρα άλλη πια παρηγοριά δεν έχει.» 105
Μα εκεί π' αφτά τ' ανάδεβε μες στης καρδιάς τα βαθιά, να! οι λόχοι φτάνουν των οχτρών κι' ο Έχτορας π' οδήγαε. Τότες αφίνει το νεκρό, και γύρναε στους δικούς του τηρώντας πίσω, θάλεγες λιοντάρι σαγωνάτο, π' από βουστάσι με φωνές το διώχνουν και με φράξα 110 χωριάτες και μαντρόσκυλα, και του θεριού στα στήθια βράζει η καρδιά του κι' άθελα οχ το μαντρί αλαργέβει· έτσι οχ τον Πάτροκλο έφεβγε κι' ο καστανός Μενέλας. Και στο στρατό σαν έφτασε, γυρίζει ομπρός και στέκει, κι' ολούθες τήραζε να δει το γίγα αν θάβρισκε Αία. 115
Και να σε λίγο τον θωράει ζερβά ζερβά της μάχης που γιάρδιωνε έλεγε έσκουζε στους άντρες να βαρούνε, και πάει κοντά του στέκεται και του μιλάει διο λόγια 119 «Αία μου, ομπρός! Τον Πάτροκλο μας σκότωσαν! Ω αδρέφι, 120 μη στέκεις παρά ας τρέξουμε, κι' έτσι ίσως ενωμένοι σώσουμε καν το λείψανο για το γοργό Αχιλέα απ' τους οχτρούς· τώρα άλλη πια παρηγοριά δεν έχει.»
Είπε, κι' ανάβει την καρδιά του πολεμόχαρου Αία, 123 που μέσα ορμά απ' τους μπροστινούς, κι' αντάμα του ο Μενέλας.
Και τότε εκεί τον Πάτροκλο ο Έχτορας στον κάμπο 125 τον έσερνε, αφού τούβγαλε τα θαμπερά άρματά του, για ναν του κόψει με χαλκό την κεφαλή απ' τους ώμους και ρήξει το κορμί στης Τριάς τους σκύλους ντροπιασμένο. Μα να! πλακώνει με τρανή σαν πύργο ασπίδα ο Αίας, κι' ο Έχτορας κωλώνει εφτύς ως στο σωρό των Τρώων. 129 Τότες σκεπάζει το νεκρό με την πλατιά του ασπίδα 132 και στέκει ο Αίας μ' ανοιχτά τα γιγαντένια σκέλια, σα λιονταρού που, ενώ περνά το δάσος με μικρά της, άξαφνα βρίσκει παγανιά στο δρόμο της, και στέκει 135 στα κουταβάκια ομπρός αντριά γιομάτη, κι' όλο κάτου τραβάει το φρυδοτόμαρο σκεπάζοντας τα μάτια· έτσι κι' ο Αίας στάθηκε μπροστά στο σκοτωμένο. 137
Και τότε απ' την πολύδακρη ο Έχτορας τη μάχη 192 στάθηκε πέρα, κι' άλλαζε τα πλουμιστά άρματά του. Και τη δική του αρματωσά στους ασπιστάδες Τρώες τη δίνει μέσα ναν του παν στο στεριωμένο κάστρο, κι' έβαζε αφτός τ' αθάνατα τα όπλα τ' Αχιλέα 195 που ουράνιοι στον Πηλιά θεοί τα χάρισαν, κι' εκείνος τάδωκε πάλι γέρος πια του λατρεμένου γιου του. 196
Και σαν τον είδε από ψηλά ο συγνεφιάστης Δίας 198 πως τ' άρματα τότε έβαζε του θεϊκού Αχιλέα, μες στην καρδιά του λάλησε κουνώντας το κεφάλι 200 «Α δόλιε, μηδέ καν σου πάει στο χάρο ο νους, που σ' έχει από κοντά, παρά άλιωτη αρματωσά μού βάζεις παλικαριού κοσμάκουστου που τόνε τρέμουν κι' άλλοι· που βλάμη τού θανάτωσες λεβέντη κι' αντριωμένο και την αρματωσά άπρεπα από κεφάλι κι' ώμους 205 του πήρες. Νίκη όμως τρανή θα σου χαρίσω τώρα, αφού δεν έχει οχ τη σφαγή πίσω να πας, και μέσα να πάρει και να σου νιαστεί τα όπλα η Αντρομάχη.»
Είπε, και το μαβρόσγουρο κουνάει κεφάλι ο Δίας.
Και τέριαξε η αρματωσά στου Έχτορα το σώμα, 210 κι' Άρης φονιάς καταλυτής του μπήκε, και τα μέλη γιόμισαν δύναμη αντοχιά. Και στων βοηθών το μέρος τρέχει με φοβερές φωνές, κι' οπλολαμποκοπώντας τους φάνη σαν Αχιλέας να πλάκωνε αντριωμένος. Και σ' όλους πήγε και φωτιά τους έβαλε, έναν έναν, 215 στο Μέδο και Θερσίλοχο, στο Μέστλη και στο Γλάφκο, στον Ιπποθό, Δεισήνορα, κι' Αστεροπιό, και Φόρκη, στο Χρόμιο τον παλικαρά, στον Έννομο το μάντη.
Σε δάφτους πήγε κι' έκραξε ναν τους φιλοτιμήσει «Ακούστε, γείτονες βοηθοί που μούρθατε κοπάδια, 220 εγώ λαό δε γύρεβα, μήδε έθνος μούχε λείψει, κι' εδώ όλους απ' τους τόπους σας σας μάζεψα έναν έναν, Μον για να σώστε πρόθυμοι των Τρώων τις γυναίκες και τα παιδιά τ' ανήλικα απ' των οχτρών τα νύχια. Τέτια μ' ολπίδα σε θροφές και φόρους νύχτα μέρα 225 λιώνω τους Τρώες μου, κι' εσάς κάθε όρεξή σας κάνω. Έτσι ο καθείς κατάστηθα ορμώντας θέλει ας πέσει θέλει ας σωθεί· γιατί είναι αφτό της μάχης το παιχνίδι. Κι' όπιος, παιδιά, κι' έτσι νεκρό τον Πάτροκλο όπως είναι σύρει οχ τα χέρια των οχτρών και του κωλώσει ο Αίας, 230 του δίνω τα μισά άρματα να πάρει, εγώ κρατώντας τ' άλλα μισά· κι' η δόξα του όση η δική μου θάναι.»
Είπε, κι' εκείνοι χύθηκαν σα δρόλαπας όλοι ίσα μ' όρθια κοντάρια, κι' η καρδιά μια αποθυμιά τούς είχε, ν' αρπάξουνε ως στο μέρος τους τον Πάτροκλο απ' τον Αία... 235 λωλοί! τι απάνου του έσκάψε πολλών εκεί το λάκκο.
Στερνά όμως είπε του άσκιαχτου Μενέλα τότε ο Αίας «Αδρέφι, θεογέννητε Μενέλα, δεν τ' ολπίζω κι' εμείς πως πια οχ τον πόλεμο τώρα θα πάμε πίσω. Ναί, τώρα πια τον Πάτροκλο δε συλλογιέμαι τόσο 240 π' όρνια και σκύλους γλήγορα στο κάστρο θα χορτάσει, όσο για το κεφάλι μου και το δικό σου τρέμω μην πάθουν, τι όλα σκέπασε πολέμου αντάρα γύρω, και χάσκει ρούφουλας θαρρείς ο Έχτορας μπροστά μας. Μα φώναξε, κι' ίσως κανείς ακούσει πολεμάρχης.» 245
Είπε, και πρόθυμα άκουσε ο μαχητής Μενέλας, κι' έκραξε κι' η γερή φωνή ακούστη απ' άκρη ως άκρη «Αδρέφια, πρώτοι οπλαρχηγοί των Αχαιών κι' αρχόντοι, π' απ' τα κοινά μας θρέφεστε στου βασιλιά Αγαμέμνου και στου Μενέλα, κι' ο καθείς με την εφκή του Δία 250 τιμή και δόξα χαίρεται και το λαό του ορίζει· χώρια εδώ μούναι δύσκολο κάθε άντρα να ξανοίξω μέσα στο πλήθος — τι η φωτιά τόσο λυσσάει της μάχης — μα ας τρέξει μόνος του ο καθείς, και μην καταδεχτείτε να γίνει ο Πάτροκλος σκυλιών στο κάστρο πανηγύρι.» 255
Είπε, και του Οϊλιά ο γοργός αμέσως άκουσε Αίας, κι' έφτασε πρώτος, τη σφαγή διαβαίνοντας τρεχάτος. Κατόπι πήγε ο Δομενιάς, και πήγε ο σύντροφός του Μηριόνης, ισοδύναμος του θνητοφάγου τ' Άρη. 259
Κι' οι Τρώες όλοι ορμούν μαζί, κι' ο Έχτορας οδήγαε. 262 Πώς σπάει σε κάβο ορθόβραχο το κύμα, και βουήζει 264 γύρω κάθε άκρη ενώ ο αφρός πηδάει στις πέτρες όξω, 265 με τέτοια πλάκωναν βουή. Μα κι' αντικρύ οι Αργίτες όλοι τους μια μ' απόφαση μπροστά στο σκοτωμένο είταν στημένοι ολόφραχτοι με τα χαλκένια ασπίδια. 268
Και πρώτοι οι Τρώες άμπωξαν τους άκουρους Αργίτες 274 π' αφίσαν το νεκρό εκειπά και πόδισαν, μα οι Τρώες 275 κανέναν τους δε σκότωσαν κιας είχαν τόσο πάθος, παρά τραβούσαν το νεκρό. Μα λίγο κι' οι Αργίτες είταν μακριά να σέρνουνται, τι πίσω εφτύς τους πήγε ο Αίας, πρώτος σ' ομορφιά και πρώτος σε κοντάρι μέσα στο στράτεμα όλο εξόν τον άφταστο Αχιλέα. 280 Τι σαν κάπρι λες χύθηκε τους μπροστινούς περνώντας λογγόθρεφτο, που στα βουνά γυρνάει μέσα από δάσος και σκύλους άκοπα σκορπάει και νιους παλικαράδες· έτσι ο λεβέντης Αίας, γιος τ' αρχόντου Τελαμώνα, χοιμάει και τους σωρούς σκορπάει σε μια στιγμή των Τρώων, 285 πούστεκαν στο νεκρό κοντά κι' όλοι είχαν έναν πόθο, να δοξαστούν τραβώντας τον ως στο δικό τους κάστρο.
Έσερνε τότες το νεκρό μες στη σκυλήσα μάχη οχ το ποδάρι ο Πόθος, γιος του Πελασγού του Λήθου, δεμένο μ' ασπιδόλουρο κοντά στους αστραγάλους 290 γύρω στα νέβρα, τι ήθελε στον Έχτορα στους Τρώες ζήλο να δείξει ... μα κακό του βγήκε στο κεφάλι, που δεν τ' αμπόδισε κανείς κιας λαχταρούσαν τόσο. Τι ο Αίας μέσα απ' το σωρό χοιμάει και τον σουγλίζει από κοντά, τρυπώντας του το χαλκοστέριο κράνος, 294 κι' οχ την πληγή όξω πήδησαν κοντά στο σουληνάρι 297 ανάκατα αίμα και μιαλός. Έτσι έσβυσε η ζωή του, κι' από τη χούφτα αφίνοντος να πέσει χάμου ο πόδας στρώθηκε εκεί τ' απίστομα στον Πάτροκλο από πάνου, 300 μακριά απ' την πλούσια Λάρισσα, και να γεροκομήσει γραφτό δεν τούταν τους γονιούς, μον τούκοψε τα νιάτα ο Αίας, γίγας μαχητής, με το πικρό κοντάρι.