Ιλιάδα

Part 20

Chapter 20130 wordsPublic domain

Και το δοξάρι ο Έχτορας πως χάλασε σαν είδε, 484 κράζει με δυνατή φωνή τους Τρώες και Λυκιώτες 485 «Δαρδάνοι κονταρόπλιστοι και Τρώες και Λυκιώτες, σαν άντρες βάρτε τους, παιδιά, σαν άξια παλικάρια στα πλοία ομπρός· γιατί είδα εγώ μ' αφτά τα μάτια τώρα πούσπασε ο Δίας στρατηγού μεγάλου το δοξάρι. Λάθος δεν κάνεις, ξάστερη του Δία 'ναι η βοήθια, 490 και σ' όσους θέλει την τιμή της νίκης να χαρίσει κι' όσους αφίνει αβοηθήτους δίχως καρδιά και θάρρος, σαν όπως τώρα εμάς βοηθάει και τους οχτρούς δειλιάζει. Μον πολεμάτε αχώριστοι εδώ μπροστά στα πλοία! Κι' όπιος νεκρός από σπαθί για από κοντάρι πέσει, 495 ας πέσει! Δεν είναι ατιμιά να πέσεις πολεμώντας για την πατρίδα· λέφτερα τα τέρια τα παιδιά μας, τα γονικά μας άβλαφτα κι' οι πύργοι μας θα μείνουν, οχτρούς και πλοία αν σύψυχους τους φάει το μάβρο φίδι!»

Είπε, και σ' όλους έβαλε απόφαση και θάρρος. 500 Και σα λιοντάρια οι λόχοι εφτύς ορμούν ζωντανοφάγα 592 ίσια στα πλοία, κι' έκαναν τους ορισμούς του Δία, π' όλο τους λύσσαε, μα άρπαζε τη νίκη απ' τους Αργίτες και την αντριά τους χάβνωνε, μα πύρωνε τους Τρώες. 595 Γιατί είταν πάντα ο πόθος του οι Τρώες να νικήσουν κι' άσβυστη ο Έχτορας φωτιά θεόκαφτη να βάλει στα πλοία, κ' έτσι να γενεί της Θέτης η κατάρα. 598 Κι' αφτός σαν Άρης φρένιαζε, σα φλόγα λες ρημάχτρα 605 που σε βουνήσας λαγκαδιάς λυσσομανάει την πύκνα, κι' έχυνε αφρούς το στόμα του και σπίθιζαν τα μάτια κάτου απ' τα φρύδια τα σμιχτά, κι' ενώ πολέμαε αχούσε με φρίκη στα μηλίγγια του ζερβόδεξα το κράνος. 609 Κι' έτσι τους πέφτει όπως ορμάει σε τρεχαντήρι κύμα ανεμοθέριεφτο άρπαγο, και χάνεται το πλοίο 625 όλο μες σε νερά κι' αφρούς, και στα πανιά μουγκρίζει σκιαχτό το σιφουνόφυλλο, κι' οι νάφτες καρδιοτρέμουν, τι λεν θαν τους ρουφήξει εφτύς η μάβρη καταβόθρα. 628

Κι' άδραξε τότε ο Έχτορας πελαγοδρόμο πλοίο 704 πανώριο φτεροτάξιδο, πούχε στην Τριά φερμένα 705 τον Πρωτεσίλα, μα ξανά και στ' Άργος δεν τον πήγε. Για αφτό αφρισμένοι οι Δαναοί κι' οι Τρώες το καράβι ένας τον άλλο από κοντά βαρούσαν, κι' απ' αλάργα δεν καρτερούσαν δοξαριών ρηξές και κονταριώνε, Μον έστεκαν σιμά σιμά, κι' οι δυο τους μ' ίδιο πάθος, 710 και με μπαλτάδες κοφτερούς χτυπιόντουσαν κι' αξίνες και με θεόρατα σπαθιά και δίστομες μαχαίρες. Κι' είταν στρωμένη χάμου η γης μαβροδεμένες πάλες πλατιές πανώριες, και κορμιά με γυμνωμένα στήθια. και λες ποτάμια τρέχανε μαβρόθολα απ' το αίμας. 715

Μα ο Αίας ο τρανόκαρδος δεν έστεκε εκεί χάμου 674 να πολεμήσει όπου οι λοιποί Αργίτες πολεμούσαν, Μον με μεγάλα βήματα τα ξύλα δρασκελούσε του πλοίου, σιώντας ναφτικό στις χούφτες του κοντάρι, πήχες εικοσιδιό μακρύ ζουναροκολλημένο. 678 Κι' όλο στους άντρες έβαζε φωτιά θεριοφωνώντας 732 «Βλαστάρια τ' Άρη ξακουστά, Αργίτικα ξεφτέρια, σαν άντρες βάρτε τους, παιδιά, σαν άξια παλικάρια! Μην ξέρτε κι' άλλους πίσω μας βοηθούς που καρτεράνε, 735 ή κάναν πύργο πιο γερό που στέκει να μας σώσει; Κάστρο δεν ξέρω εγώ κοντά πυργόφραχτο κανένα που μ' άλλη δύναμη από κει ξανά ν' αντισταθούμε. Τρώες εδώ μας τριγυρνούν με σπάθες με κοντάρια, κι' εμείς σπρωγμένοι ως στο γιαλό αλάργα απ' την πατρίδα. 740 Έτσι η ολπίδα στο σπαθί, όχι σε δείλια κι' όκνο.»

Είπε, και σ' όλους έβαλε απόφαση και θάρρος. 667

Μα μιας την πρύμη ο Έχτορας και μπόρεσε να πιάσει, 716 πια δεν την άφινε στιγμή κρατώντας τη φιγούρα με τα διο χέρια δυνατά, και φώναξε τους Τρώες «Φέρτε φωτιά, κι' ως στο στερνό σα σκύλοι πολεμάτε! Έφεξε τώρα αβγή για μας η πιο χαριτωμένη τα πλοία ναν τους κάψουμε, που στων θεών το πείσμα 720 ήρθαν κι' εδώ μας ρήμαξαν, απ' των γερόντων δείλια που πάντα, εγώ σα γύρεβα να βγω ναν τα βαρέσω, οι έρμοι αφτοί μ' αμπόδιζαν και το στρατό κρατούσαν. Μα τότες κι' αν μας τύφλωνε ο βροντολάλος Δίας, να! αδρέφια, πάλε μας βοηθάει και μας θαρρύνει τώρα.» 725

Είπε, κι' οι Τρώες ρήχτηκαν με πιο μεγάλη λύσσα. Και θεν δε θένε οι Δαναοί τραβιούνται απ' τα καράβια 655 τα πρώτα, κι' έμειναν εκεί πούταν κοντά οι καλύβες, άσπαστοι μήτε σκόρπισαν στον κάμπο· τι τους βάσταε ντροπής και σέβας, τι έσκουζαν ένας στον άλλο θάρρος.

Π

Σαν έτσι αφτοί για τ' όμορφο καράβι πολεμούσαν. Και τότες φτάνει ο Πάτροκλος μπροστά στον Αχιλέα χύνοντας δάκρια φλογερά, σα βρύση βουρκωμένη π' απ' ορθολίθι τα θολά κατρακυλάει νερά της. Και σαν τον είδε ο θεϊκός τον πόνεσε Αχιλέας, 5 και κράζοντάς τον του λαλεί διο φτερωμένα λόγια. «Τι κλαις σαν κόρη, Πάτροκλε, μικρούλα που της μάννας ζητάει, μαζί της τρέχοντας, στα χέρια ναν την πάρει, και την τραβά ενώ βιάζεται, κι' ως που ναν τη σηκώσει τη βλέπει πάντα ολόδακρη πιασμένη απ' την ποδιά της; 10 Έτσι τα δάκρια, Πάτροκλε, σαν κοπελούδι χύνεις. Μην ξέρεις τίποτα κακό για τα παιδιά ή για μένα; μην άκουσες εσύ καμιά πικρή είδηση απ' τη Φτία; Ωστόσο ζει ο Μενοίτης λεν, τ' Αχτόρου ο γιος, ακόμα, ζει κι' ο Πηλιάς, του Αιακού ο γιος, μες στα βουνά μας, 15 που να κλαφτούμε, αν πέθαναν, βαριόκαρδα κι' οι διο μας. Μα πες τι κλαις, να ξέρουμε κι' οι διο μας, μην το κρύβεις.» 19

Τότ' είπες, Πάτροκλε αλογά, με στεναγμούς και κλάμα 20 «Ω αδέρφι, του Πηλέα γιε, των Αχαιών αθέρα, συμπάθα· τι άγρια το στρατό φουρτούνα συνεπήρε. Τι όσοι είταν πριν οι πιο καλοί, από σαΐτες όλοι κι' από κοντάρια κοίτουνται στα πλοία χτυπημένοι. Σαΐτα του Τυδέα ο γιος, και κονταριά ο Δυσσέας, 25 έφαγε κονταριά κι' ο γιος τ' Ατρέα ο Αγαμέμνος· κι' έχει αρπαγμένα στο μερί σαΐτα ο γιος του Βαίμου. Αφτούς γιατροί με τα πολλά βοτάνια τους κοιτάζουν και τους γιατρέβουν τις πληγές. Μα εσύ καρδιά δεν έχεις! Σαν τέτιο πάθος που βαστάς πεισματικά στα στήθια 30 θεός να σώζει, ω της κακής της ώρας παλικάρι! Πιος άλλος, πες, κι' απ' τους στερνούς θα δει καλό από σένα αν οχ τη μάβρη συφορά τους Αχαιούς δε βγάλεις; Άσπλαχνε, η Θέτη μάννα σου, πατέρας σου ο Πηλέας δεν είναι· εσένα θάλασσα σε γέννησε αφρισμένη και γκρεμοβράχια, τι θεριού καρδιά 'χεις μες στα στήθια. 35 Μα αν ίσως σου δειλιάει καμιά το νου σου προφητεία πούχε απ' το Δία ακούσει πριν η σεβαστή σου η μάννα, μα άφισε καν να σύρω εγώ, μαζί μου ας βγουν και τάλλα τα παλικάρια μήπως δει μια στάλα φως τ' ασκέρι . Και δάνεισε μου τ' άρματα, σα βγω, τ' αστραφτερά σου, 40 ίσως ότι είμαι τάχα εσύ νομίζοντας με οι Τρώες σταθούν, κι' έτσι ανασάνουνε οι παινεμένοι Αργίτες πούλιωσαν πια· τι λιγοστή απ' τη σφαγή είναι ανάσα. Έφκολα ακούραστος λαός πολεμοκουρασμένους θα διώξει πίσω ως στο καστρί αλάργα απ' τις καλύβες.» 45

Έτσι είπε περκαλώντας τον ... α τι τυφλός, γιατί είταν δικό του χάρο και κακό να περκαλέσει τέλος!

Τότε αναστέναξε βαθιά και τούπε ο Αχιλέας «Ωχού, τι λόγο, Πάτροκλε θεόσπαρτε, μου κραίνεις! Δε συλλογιέμαι εγώ καμιά μαντολογιά που ξέρω, 50 λόγο δε μούπε η σεβαστή μητέρα μου απ' το Δία· λάβρα όμως τόχω της καρδιάς, πάει να μου φέρει φρένια, όταν κανείς τον ίσο του να παραπάει γυρέβει και πίσω αρπά του το πρεσβιό, τι πιό 'ναι δυνατός του. Αφτός με τυραγνά ο καημός, τι μάτωσε η καρδιά μου, 55 γιατί τη νια που χώρισε πρεσβιό ο στρατός για μένα και πήρα με τη σπάθα μου πατώντας καστροχώρια, αφτή ξανά οχ τα χέρια μου την πήρε ο Αγαμέμνος, τ' Ατρέα ο γιος, σα νάμουνα λες του σωρού ραγιάς του. Μα τώρα αφτά ας κουρέβουνται· γραφτό 'ταν να μη μείνει 60 πάντα η καρδιά μου αμέρωτη, κι' εγώ δα πούπε ο νους μου πως πριν δεν πάβω το θυμό πριν καταντήσει πρώτα ως στα καράβια αφτά μου εδώ η μάχη κι' η αντάρα. Τώρα έλα βάλε, Πάτροκλε, τα ξακουστά άρματά μου να πας στη μάχη τα παιδιά που λαχταρούν κοντάρι, 65 τι μάβρο σύγνεφο, οι οχτροί, δες! πλάκωσαν τα πλοία βαριά, κι' είναι όλοι οι Δαναοί ρηγμένοι στ' ακροβράχια άκρη άκρη· λίγο κι' ο γιαλός θαν τους χωνέψει πίσω. Τι όλο όξω βγήκε οχ το καστρί της Τριάς το ψυχομέτρι.... πώς όχι; Ομπρός τους δε θωρούν του κράνου μου την όψη 70 ν' αστράφτει· ειδέ θα γιόμιζε κουφάρια κάθε αβλάκι μεμιάς αν ήξερε ο τρανός τι μ' άξιζε Αγαμέμνος. Μα να τα τώρα, ας χαίρεται, τα πλοία του βαρούνε. Τι δόντια πια δε δείχνει εκεί Διομήδικο κοντάρι, 75 γύρω δεν άκουσα να βγει λαλιά οχ τον Αγαμέμνο, το σκύλο αφτό τον άπιστο· μα ο Έχτορας θα σκάσει απ' τ' άπαφτο λες σκούξιμο, που στέλνει Τρώες γύρω παντού, και μες στον κάμπο αφτοί κάθε Αχαιό σαρώνουν. Μα τρέξε — πρέπει — Πάτροκλε, να σώσεις την αρμάδα 80 απ' τη φωτιά, μην τους καεί και πια δε δουν πατρίδα. Μα άκου καλά τι θα σου πω και τήρα μην ξεχάσεις. 83 Διώξε οχ τα πλοία τους οχτρούς, και πίσω εφτύς! Και νίκη 87 όταν σου δώκει και χαρείς ο βροντολάλος Δίας, μη σε μεθήσει ο πόλεμος και πάρα θες αλάργα 89 91 δίχως μου ως στο καστρί να πας, ομπρός σου οχτρούς βαρώντας, μην τύχει κι' απ' τον Έλυμπο κανείς θεός αιώνιος στη μέση μπει, τι αφτούς πολύ τους προστατέβει ο Φοίβος· μον πόδα πίσω γύρισε, τα πλοία άμα αλαφρύνεις, 95 κι' εκείνους άσ' τους όσο θεν να φαγωθούν στον κάμπο.»

Έτσι κουβέντιαζαν οι διο. Κι' ο Αίας πια στο πλοίο 101 δεν έστεκε, τι οι κονταριές τον έσφιγγαν των Τρώων. Του Δία τον νικούσε ο νους κι' οι τόσοι αντάμα Τρώες βαρώντας· κι' έβγαζε φριχτή τριγύρω στα μηλίγγια, σαν το χτυπούσαν, ταραχή τ' αστραφτερό του κράνος, 105 γιατί όλο στα καλόφτιαστα στεφάνια το βαρούσαν. Κομένος τούταν ο ζερβύς ο νώμος που του κράταε πάντα γερά τη σκαλιστή εφτάπετσή του ασπίδα, 107 τον είχε πιάσει και βαρύ λαχάνιασμα, κι' ολούθες 109 τούτρεχε βρύση απ' το κορμί ο ίδρος, μηδ' ανάσα 110 στιγμή δεν είχε, και σωρός πλακώνανε οι λαχτάρες.

Και τώρα, Μούσες, πέστε μου, των ουρανών νυφούλες, πώς πρώτα νάπεσε η φωτιά μες στην αρμάδα τάχα. Στον Αία πήγε ο Έχτορας σιμά, κι' έτσι με τέχνη μια τ' άστραψε καλή σπαθιά στο φράξινο κοντάρι 115 κοντά στης μύτης το καρφί, και τόκοψε ίσα πέρα. Αφτό έτσι, ο Αίας κολοβό το σούσε μες στη χούφτα, κι' αλάργα αχώντας τούπεσε χάμου ο χαλκένιος στόκος. Τούνιωσε τότε η αντρικιά καρδιά — και τούρθε σύγκρια — το θεϊκό το δάχτυλο, πως κάθε μάχης τέχνη 120 του χάλναε ο Δίας κι' ήθελε τους Τρώες να νικήσουν. Τότε έτσι ο Αίας κώλωσε οχ τα κοντάρια πίσω, κι' εκείνοι ακούραστη φωτιά στο σπαθωτό καθίζουν σκαφί· και φλόγα απάνου εφτύς του χύθηκε ρημάχτρα.

Σαν έτσι τότρωγε η φωτιά. Και τότε ο Αχιλλέας χτυπάει τα διο του γόνατα και κράζει του Πατρόκλου 125 «Πάτροκλε, ομπρός, θεόσπαρτε, γενναίε αμαξομάχε, να! βλέπω γλώσσα ανήμερη φωτιάς κοντά στα πλοία. Τρέχα, μην πια τα κάψουνε και γλυτωμό δεν έχει. Οπλίσου, μην αργείς, κι' εγώ τους άντρες παρατάζω.»

Είπε, κι' αφτός οπλίστηκε το θαμπωτή χαλκό του. 130 Έβαλε πρώτα τα γερά τουσλούκια στα καλάμια, πανώρια, πούταν μ' αργυρά θηλύκια αρμοδεμένα. Έπειτα πήρε φόρεσε στο στήθος τα τσαπράζα, αστρένια παρδαλόμορφα, του φτερωτού Αχιλλέα. Κατόπι γύρωθε κρεμάει στους ώμους του την πάλα, 135 μ' ασημοκάρφια κεντητή και λεπιδοχαλκένια, κρεμάει και τη θεόρατη στεριόφτιαστή του ασπίδα. Κι' έβαλε στ' αρχοντόμορφο κεφάλι τη φαντούσα περκεφαλιά, που έτσι αγριωπή η αλογόφουντά της πας στην κορφή κυμάτιζε, και πήρε διο αντριωμένα κοντάρια που του πάγαιναν στη δυνατή του χούφτα. 139

Και ναν του ζέψει τ' άλογο τον Αφτομέδο ορίζει, 145 που τον αγάπαε πιο πολύ στερνά απ' τον λοχοσπάστη γιο του Πηλιά, και τα πιστά που τούχε, πως στη μάχη έφοδο οχτρού δε θα σκιαχτεί. Και πάει ο Αφτομέδος κι' εφτύς τον Ξάνθο στο ζυγό και τον Ψαρύ του ζέβει, τα πιλαλά άτια, που μαζί πετούσαν με τ' αγέρια, που με το Ζέφυρο άνεμο τάχε μια λάμια κάνει, 150 η Λεφκοπόδα, ενώβοσκε μια μέρα στο λιβάδι κοντά στο ρέμα τ' Ωκιανού. Και μες στα παραλούρια το γάβρο δένει Πήδασο — που ο Αχιλιάς τον πήρε τότες τ' Αητιού σαν πάτησε το στεριωμένο κάστρο — πούτρεχε μ' άτια αθάνατα, θνητό κιας είταν θρέμμα.

Πάει τότε ο Αχιλιάς παντού από καλύβα σ' άλλη 155 κι' όλους φωνάζει στ' άρματα. Κι' εκείνοι αμέσως όξω 156 166 πρόστρεξαν όλοι, κι' έστεκε στη μέση ο Αχιλέας αμαξωτούς θαρρύνοντας κι' ασπιδωμένους άντρες.

Πενήντα θάταν τα γοργά καράβια που στην Τροία οδήγαε του Πηλέα ο γιος με λαμνοκόπους μέσα 170 από πενήντα αντρόκαρδους. Και κάνοντάς τους λόχους διόρισε πέντε οπλαρχηγούς που τα πιστά τους είχε. 171

Τον πρώτο λόχο αρχήγεβε ο παρδαλοτσαπράζης 173 Μενέστης, σπέρμα του Σπερχιού, διόθρεφτου ποτάμου, πούκανε η κόρη του Πηλιά, η ωραία Πολυδώρα, 175 με τον ακούραστο Σπερχιό, γυναίκα με θεόνε· μά 'λέγαν τάχα με το γιο — το Βώρο του Περγήρη, που την παντρέφτηκε ανοιχτά βαριά αγοράζοντάς την. Τον άλλο λόχο ο Έβδωρος οδήγαε, γεννημένος δίχως στεφάνι απ' την καλή χορέφτρα Πολυμήλα, 180 κόρη του Φύλα. Αφτή ο γερός την πόθησε Αργοσφάχτης όταν την είδε μ' άλλες νιες που χόρεβε στη σκόλη της χρυσοδόξαρης θεάς, της κυνηγήτρας κόρης, κι' εφτύς ανέβηο άκακος Ερμής κρυφά στον πύργο και την αγκάλιασε, και γιο της έσπειρε λεβέντη, 185 γοργό πολύ στο τρέξιμο, στις κονταριές τεχνίτη· π' όταν κατόπι η Λεφτερό, των πόνων η χαρίστρα, έβγαλε το παιδί στο φως και του ήλιου 'δε αχτίδα, τότες την κόρη ο Εχεκλής, τ' αφέντη ο γιος Αχτόρου, την πήρε τέρι σπίτι του βαριά πλερώνοντάς την, 190 και το παιδί τ' ανάθρεψε με χάδια ο γέρο-Φύλας, ολόψυχα αγαπώντας το σα νάταν γιος δικός του. Τον τρίτο λόχο ο Πείσαντρος οδήγαε, ο φημισμένος γιος του Μαιμάλου, πούτανε το πιο γερό κοντάρι των Μυρμιδόνων ύστερα απ' τ' Αχιλιά το βλάμη. 195 Ο γέρος πάλε Φοίνικας τον τέταρτο οδηγούσε. Τον πέμτο του Λαέρτη ο γιος, ο άξιος Αλκιμέδος.

Και πια άμα με τους αρχηγούς τ' ασκέρι ο Αχιλέας καλά 'στησε και χώρισε, τότες σφιχτό 'πε λόγο «Παιδιά, κανείς μη μου ξεχνάει τι λόγια για τους Τρώες 200 εδώ παχιά μού κόβατε, και τα παράπονά σας στιγμή δεν πάβατε όλοι σας σαν είμουν θυμωμένος 'Έρμε αρχηγέ, έτσι για θυμούς σ' έκανε εσένα η μάννα, που, άκαρδε, τα παιδιά βαστάς με το στανιό απ' τη μάχη. Κάλια στη Φτιά ας γυρίσουμε με τα θαλάσσια πλοία 205 ξανά, αφού μπήκε σου κακός έτσι θυμός στα σπλάχνα.' Τέτια συχνά όλοι σωρεφτοί μου σκούζατε· να! τώρα σφαγής βαριά άνοιξε δουλιά πούχατε πριν σας πόθο, και σύρτε μ' άτρομη όλοι σας καρδιά να πολεμήστε.»

Έτσι είπε, και τους έβαλε απόφαση και θάρρος, 210 και πιο όλοι οι λόφοι πύρωσαν μ' τ' αρχηγού το λόγο. Πώς αραδιάζει ο μάστορης σε τοίχο ολόρθου πύργου πυκνές τις πέτρες, που βοριά να μην τις σπάει δρολάπι, έτσι τα κράνα γράμμιζαν κι' αφαλωμένα ασπίδια. Ασπίδα ασπίδα στήριζε, άντρα άντρας, κράνος κράνος, 215 κι' άγγιζαν τα φουντόκρανα με τους χαλκένιους γρόμπους σα σκύβανε· έτσι στη σειρά πυκνοί σταθήκανε όλοι. Κι' ομπρός ομπρός διο στέκουνταν μ' τ' άρματά τους άντρες, ο δοξασμένος Πάτροκλος κι ο άξιος Αφτομέδος, διο μ' έναν πόθο, ολόμπροστα να θανατώνουν Τρώες. 220

Ωστόσο του Πηλέα ο γιος γυρίζει στην καλύβα κι' ανοίγει εκεί το σκέπασμα κουτιού πλουμουδισμένου, που η αργυρόποδη θεά του τόχε βάλει, η Θέτη, να πάρει μες στο πλοίο του, καλά στοιβάζοντάς το με φλοκοπέφκια, ρουχικά, κι' ανεμοκόφτρες κάπες. Ποτήρι φύλαε μέσα εκεί καλόφτιαστο, π' ούτ' άντρας 225 μ' αφτά άλλος έπινε κρασί, μήτ' έπιανε να στάξει αλλού θεού ποτές του εξόν του Δία του πατέρα. Το πήρε τότε απ' το κουτί, το πάστρεψε με θιάφι πρώτα, και τόπλυνε έπειτα μ' αγνό νερό οχ τη βρύση. Κατόπι νίβοντας κι' αφτός τα χέρια, το γιομίζει 230 μάβρο κρασί, και στέκεται μες στης αβλής τη μέση. Κι' έσταζε τότε εκεί κρασί θωρώντας τα ουράνια και δέουνταν, και του Διός δεν ξέφυγε το μάτι «Ω Δία Δωδωνάρχοντα, Πελασγικέ, π' ορίζεις μακριά τη μυριοχιόνιστη Δωδώνη, και χωριά 'χουν γύρω οι Σελλοί, οι λερόποδοι χαμόστρωτοί σου μάντες, 235 κι' άλλοτες πριν μου ξάκουσες την προσεφκή μου εμένα, και για το δίκιο μου έστρεξες των Αχαιών τ' ασκέρι και παίδεψες σπαραχτικά· και τώρα πάλι, ω Δία, περικαλώ σε, ακόμα αφτό τον πόθο ξάκουσέ μου. Εγώ θα μείνω τώρα εδώ, μα μ' όλους μου τους λόχους αδέρφι στέλνω αγαπητό να πάει να πολεμήσει, 240 και δόξασ' τον, δυνάμωσ' του, ω βροντολάλε Δία, μέσα στα στήθια την καρδιά, που ο Έχτορας να μάθει, κι' αν μοναχός του ο βλάβης μου να πολεμάει κατέχει, ή τότες μόνο του λυσσούν τ' αζύγωτά του χέρια όταν μαζί του πάω κι' εγώ στο πανηγύρι τ' Άρη. 245 Μα όταν πια διώξει τη σφαγή κι' αντάρα οχ τα καράβια, άπαθος κάνε τότε εδώ να μου γυρίσει πίσω μ' όλα μου τ' άρματα, μαζί και τ' άσκιαχτο μου ασκέρι.»

Έτσι είπε και την άκουσε τη δέηση του ο Δίας. Για τόνα τούπε μάλιστα, για τ' άλλο τούπε τ' όχι· 250 ναν τα γλυτώσει τούστρεξε οχ τα χαμό τα πλοία, ναν τούρθει πίσω ζωντανός, όχι είπε πως δε θάρθει.

Έτσι λοιπόν σαν έσταξε του Δία, εφτύς γυρίζει μέσα ξανά, και το καφκί μες στο κουτί απιθώνει. Έπειτα βγαίνει εκεί μπροστά και στέκει στην καλύβα, 255 τι καν τα μάτια του να δουν τον πόλεμο ποθούσε.

Τότες γυρνάει ο Πάτροκλος και στους συντρόφους κράζει 268 «Παιδιά, της Φτιας σταβραετοί, συντρόφοι τ' Αχιλέα, άντρες φανείτε κι' όλοι σας σα σκύλοι πολεμήστε. 270 Έτσι, παιδιά, θα δοξαστεί κι' ο αρχηγός, που πρώτος είναι, τον ξέρουν, στη φωτιά, και πρώτοι οι παραγιοί του· έτσι θα δει το κρίμας του κι' ο γιος τ' Ατρέα ακόμα π' αψήφισε το πιο γερό των Αχαιών κοντάρι.»

Έτσι είπε, και τους έβαλε απόφαση και θάρρος. 275 Κι' ομπρός όλοι ίσια χύθηκαν απ' το καραβοστάσι, 257 259 σα σφήκες πούχουνε φωλιές σε μονοπάτι απάνου, 260 και τα παιδιά 'χουν σύστημα ναν τις πεισμώνουν πάντα, έτσι από σκανταλιά, κι' αφτές μ' ατρόμητο όλες θάρρος 262 264 ίσα τους πέφτουν θέλοντας να σώσουν τα μικρά τους· 265 έτσι όλοι χύθηκαν τυφλά οι Μυρμιδόνες τότες οχ τα καράβια με φωνή και ξεκουφάστρα αντάρα, κι' έπεσαν τους οχτρούς να φαν, κι' ολόγυρα η αρμάδα 276 τρομαχτικά αντιβούηξε απ' του στρατού τα ζήτω.

Και πρώτος τότε ο Πάτροκλος τινάζει το κοντάρι 284 ίσα στη μέση, οπούτανε πιο πυκνωμένη η μάχη, 285 στ' ακροκαράβι εκεί κοντά τ' αρχόντου Πρωτεσίλα, και τον Πυραίχμη κάρφωσε πούχε απ' τ' Αξιού το ρέμα αμαξοπλίτες Παίονες της Αμυδός φερμένα. Στον ώμο βρήκε τον δεξά, κι' εκείνος ξεφωνώντας πέφτει στα βούρκα ανάσκελα, και γύρω του οι συντρόφοι 290 σκορπούν, τι σ' όλους έβαλε μες στην ψυχή τρομάρα σα σκότωσε τον αρχηγό πούταν στη μάχη ο πρώτος. Και διώχνοντάς τους έσβυσε τις φλόγες, και το πλοίο έμεινε εκεί μισόκαφτο, και πόδισαν οι Τρώες. 294

Κι' όπως απ' αψηλή κορφή βουνού μεγάλου ο Δίας 297 πυκνό αλαργέβει σύγνεφο, και γύρω τ' ακροτήρια προβάλνουν και τα ξέφαντα και τροφαντά λιβάδια, τι κάτου πλημμυράει το φως οχ τ' ουρανού το θόλο· 300 έτσι είδαν φως οι Δαναοί σα γλύτωσε η αρμάδα 301 302 απ' τη φωτιά και κώλωσαν αναγκασμένοι οι Τρώες. 303 305 Και πρώτος χάνει ο Έχτορας το θάρρος, και πηδώντας 656 στ' αμάξι φέβγει ακράτητος, και πρόσταζε όλοι πίσω να φύγουν, τι είδε του Διός πως είχε αλλάξει η γνώμη. 658

Τότες πώς κλέφτες λύκοι παν οχ το βυζί της μάννας 352 αρνιά ν' αρπάξουν και τραγιά, κι' οι μάννες μες στο λόγγο σκορπούν απ' του βοσκού ατζαμιά, και σαν το δουν οι λύκοι γλήγορα γύρω αρπούν κι' αφτές παράλυτες του φόβου· 355 έτσι όρμησαν οι Δαναοί να φαν οχτρούς, κι' οι Τρώες φύγει όπου φύγει, κι' άτιμος τους συνεπήρε τρόμος. Τι πίσω πλάκωνε στοιχιό ο Πάτροκλος, και πάντα 372 ομπρός! στους άντρες φώναζε, που οι Τρώες σαστισμένοι και σκούζοντας κάθε στρατί πλημμύρησαν, και τ' άτια 374 375 άναβλα πήραν του καστριού στα τέσσερα το δρόμο. 375 376

Τον Πρόνο τότες σούγλισε με το λαμπρό όπλο πρώτα — 399 στα στήθια εκεί σαν τάδειξε ασπιδογυμνωμένα — 400 πούπεσε αχώντας και νεκρός απόμεινε στον τόπο. Δέφτερο εκεί το Θέστορα, με το βαρύ κοντάρι ορμώντας — κάθουνταν αφτός στ' αμάξι ζαρωμένος, τι τάχασε και τούπεσαν τα γκέμια του απ' τα χέρια — αφτόν δεξά στα μάγουλο ζυγώνει και του μπήγει 405 μια κονταριά και του τρυπάει το δοντοφράχτη ως πέρα. Έτσι όξω από την άμαξα πιασμένο στο κοντάρι τόνε τραβούσε, σαν ψαράς που στέκει σ' ακροβράχι και ψάρι βγάζει οχ το γιαλό μ' αρμίδι και μ' αγκύστρι· έτσι έσερνε ανοιχτόστομο το Θέστορα με τ' όπλο οχ το κουτί, και πίστομα τον πέταξ' άψυχο όξω. 410 Έπειτα τρέχει και χτυπάει με πέτρα τον Ερύλα κατάμεσα της κεφαλής, που μες στο στέριο κράνος άνοιξε σε κομάτια διό· κι' έπεσε εκείνος μπρούμπα, κι' ανήλιος γύρω θάνατος του χύθηκε στα μάτια. Κατόπι τον Τληπόλεμο κι' Αφοτερό κι' Επάλτη, 415 τον Έχιο και τον Έβιππο και το Βιφιά και Πύρη και τον Ερύμα και το γιο του πρωταρχόντου Αργέα, τους έστρωσε όλους σωρεφτούς στη γης την πλουτοδότρα.

Μα άμα τότ' είδε ο Σαρπηδός τους άφασκιους συντρόφους π' απ' τ' αντριωμένου σφάχτηκαν Πατρόκλου το κοντάρι, 420 γυρνάει με λόγια αγγιχτικά και σκούζει στους Λυκιώτες «Παιδιά, πού φέβγετε; Ντροπής! Σταθείτε, ορέ, με θάρρος, τι εγώ σ' αφτόν θα βγω μπροστά τον άντρα, για να μάθω πιος είναι αφτός που μας νικάει κι' έκανε τόσο θρήνος, γιατί πολλών παλικαριών έφαγε εδώ το μάτι.» 425

Είπε, και χάμου πήδηξε με τ' άρματα απ' τ' αμάξι, πήδηξε κι' όξω ο Πάτροκλος άμα αντικρύ τον είδε. Κι' οι διο, όπως διο γαντζόμυτοι αητοί καρφονυχάτοι μ' άγριες στριγγιές ξεσκίζουνται σε σύραχο βουνήσο, έτσι κι' αφτοί στριγγίζοντας να φαγωθούν χοιμούνε. 430

Και σαν τους είδε, πόνεσε μέσα η καρδιά του Δία, κι' εφτύς της Ήρας λάλησε διο φτερωμένα λόγια «Ωχού, γραφτό 'ναι ο Σαρπηδός — θνητός που κάλια απ' όλους λατρέβω εγώ — να μου σφαχτεί με του Πατρόκλου χέρι. Και συλλογιέμαι, κι' η καρδιά διπλόγνωμα με σέρνει· 435 πότες μου λέει πως άρπαξ' τον απ' τη σφαγή και σύρ' τον, έστι όσο ζει, ως μες στης Λυκιάς την πλούσια του πατρίδα, και πότες, τώρα πια ας σφαχτεί με του Πατρόκλου τ' όπλο.»

Τότες του λέει η δέσποινα, η μαρμαρόλαιμη Ήρα «μα αλήθια τώρα αφτό το λες, γιε σεβαστέ του Κρόνου; 440 Άντρα θνητόνε, από καιρούς σημαδεφτό της μοίρας, θες πάλι απ' τον κακόκραχτο να λεφτερώσεις χάρο; Κάν' το· όμως μερικοί θεοί, σ' το λέω, θα πικραθούμε. Τώρα ένα λόγο θα σου πω και πρόσεξε ν' ακούσεις. Αν πας κι' αφτόν στον τόπο του τον στείλεις ζωντανόνε, 445 τότ' ίσως κι' άλλος μας θεός γυρέψει, συλλογίσου, να βγάλει οχ τη σκληρή σφαγή παιδί του αγαπημένο, τι γύρω του τρανού καστριού της Τροίας πολεμούνε κι' άλλων πολλά παιδιά θεών που θα σκυλιάσουν όλοι. 449 Μα αν σούναι ακριβαγάπητος κι' αν σ' τον θρηνούν τα σπλάχνα, τώρα άφισ' τον κι' ας σκοτωθεί με του Πατρόκλου χέρι, μα όταν ανάσα και ζωή πια τον αφήσουν, στείλε το θάνατο και το βαθύ τον Ύπνο ναν τον πάρουν, ως ναν τον πάνε στης πλατιάς μες στα χωριά Λυκίας, 455 όπου ξαδέρφοι κι' αδερφοί με μνήμα και με στήλη θάν τον στολίσουν· τι πρεσβιό αφτό 'ναι των νέκρωνε.»

Είπε, και των θεών κι' αντρών την άκουσε ο πατέρας. Και ματωμένες έβρεχε κατά τη γης ψιχάλες τιμώντας τον καλό του γιο, πούταν στης Τριάς τους κάμπους 460 ναν του σφαχτεί τότε άδικα αλάργα απ' την πατρίδα.

Κι' οι διο αρχηγοί σα ζύγωσαν με τ' άρματα στα χέρια, τότε ο αφέντης Πάτροκλος τον κοσμοξακουσμένο Θρασύδημο, που παραγιός του Σαρπηδού 'ταν άξιος, τρυπάει στη ρίζα της κοιλιάς και τη ζωή του κόφτει. 465 Κι' ο Σαρπηδός με το λαμπρό κοντάρι δεν τον ήβρε κατόπι ορμώντας, μα βαράει δεξά στον ώμο τ' άτι τ' αποξινό, τον Πήδασο, που μούγκριζε φυσούσε, κι' απέ έπεσε μ' αχό βαρύ και πέταξε η ψυχή του. Χώρισαν τ' άλλα διο... ο ζυγός τους έτριζε... τα γέμια 470 μπερδέφτηκαν σα στρώθηκε τ' αποξινό στις σκόνες. Σ' αφτό όμως βρήκε εφτύς γιατριά ο άξιος Αφτομέδος· δεν τάχασε, μον σέρνοντας οχ το παχύ μερί του την κάμα, τρέχει τα λουριά και κόβει του Πηδάσου, κι' έτσι τ' αλόγατα έσιαξαν και μπήκαν στα λουριά τους. 475