Part 2
Τότες με βαριοστεναγμούς της είπε ο Αχιλέας «Ξέρεις — τι να σ' τα λέω αφτά; — και τάχα δεν τα ξέρεις; 365 Πέρα στη Θήβα πήγαμε, στ' Αητιού την πολιτεία, που την κουρσέψαμε, κι' εδώ το φέραμε το πράμα. Αφτό το μοίρασε ο στρατός με δίκιο ανάμεσό του, και χώρισαν του βασιλιά την ώρια Χρυσοπούλα. Ο Χρύσας τότε, ο λειτουργός του προφυλάχτη Απόλλου, 370 ήρθε από πέρα ως στα γοργά των Αχαιών καράβια να λεφτερώσει θέλοντας την κόρη του, και πλούσια είχε μαζί του ξαγορά, και κράταε στα διά χέρια, πάς στο χρυσόφτιαστο ραβδί, τ' Απόλλου τα στεφάνια, κι' όλους τους άλλους Αχαιούς θερμοπερικαλούσε, μα τα πρωτάτα πιο πολύ, τους διο τους γιους τ' Ατρέα. 375 Τότες με σέβας φώναξαν οι άλλοι Αργίτες όλοι πάρτε την ώρια ξαγορά, το γέρο σπλαχνιστείτε!' μα αφτή η βουλή δεν τ' άρεσε του βασιλιά Αγαμέμνου, μόνε τον έδιωξε άσκημα κι' είπε σφιχτό 'να λόγο. Έτσι οργισμένος έφυγε ο γέρος πίσω πάλι, 380 κι' ο Φοίβος τότες ξάκουσε του γέρου την κατάρα, τι είταν αγαπημένος του πολύ, και στους Αργίτες έρηξε αρρώστια φοβερή, που απανωτοί οι στρατιώτες πεθαίναν, κι' έπεφταν παντού οι θεϊκές σαΐτες μέσα στον κάμπο τον πλατύ. Μας λέει τότε ο προφήτης, σαν που τους κάτεχε βαθιά, τους ορισμούς τ' Απόλλου. 385 Πρώτος προβάλλω εφτύς εγώ το Φοίβο να μερώσουν· μα πήρε ο βασιλιάς φωτιά, κι' όρθιος μεμιάς πετιέται και μια φοβέρα μούρηξε που κι' είναι κανωμένη. Τι με καράβια παν τη μια στη Χρύσα οι μαβρομάτες Αργίτες έχοντας μαζί για το θεό σφαχτάρια, 390 και την κοπέλα οι Δαναοί που μούδωκαν εμένα, ήρθαν πολιώρα οι κράχτες του και πίσω μού την πήραν. Μα βόηθα, μάννα, εσύ, αν μπορείς, τον αντριωμένο γιο σου. Σύρε να πάς στον Έλυμπο και να περικαλέσεις το Δία, αν την καρδιά άλλοτες, ή μ' έργατα ή με λόγο, 395 μια στάλα του τη γλύκανες. Γιατί στο σπιτικό μας σ' άκουσα εγώ πολλές φορές να λες και να παινιέσαι πως δα το μαβροσύγνεφο του Κρόνου γιο, μονάχη μες στους θεούς, τον γλύτωσες απ' άσκημη λαχτάρα, τότες που θέλανε οι θεοί οι άλλοι — ο Ποσειδώνας, η Ήρα, κι' η θεά Αθήνα — ναν τόνε τριχοδέσουν. 400 Μα απ' τις τριχιές εσύ, θεά, ναν τον γλυτώσεις πήγες. κι' απάνου φώναξες γοργά τον εκατοχεράτο, που Μυριοδύναμο οι θεοί τον λεν — οι άντρες όμως Αιγαίο — γιατί στη δύναμη νικάει και το γονιό του· αφτός στο Δία κάθησε σιμά καμαρωμένος, 405 κι' εκείνοι χέρι τράβηξαν απ' τον πολύ τους φόβο. Μα θύμισέ του τώρα αφτά, και κάτσε εκεί, και πιάσ' του το γόνα, μήπως τους οχτρούς θελήσει να βοηθήσει, κι' εκείνους γύρω στο γιαλό και στο καραβοστάσι ναν τους στρυμώξει με σφαγή μεγάλη, τους Αργίτες, που έτσι να νιώσουν τ' όφελος του βασιλιά τους όλοι, 410 και έτσι να δει το κρίμας του κι' ο γιος τ' Ατρέα ακόμα που ντρόπιασε το πιο γερό των Αχαιών κοντάρι.»
Και τότες δάκρια χύνοντας απολογιέται η Θέτη «Αχ γιε μου, τι σ' ανάθρεφα τον πικρογεννημένο; Ας ζούσες δίχως καν καημούς και δάκρια στα καράβια, 415 αφού κοντέβει η ώρα σου, πολύ μακριά δεν είναι. Μον τώρα πιο λιγόζωος και πιο πικρός απ' όλους μούγινες. . . θάτανε η στιγμή κακή σα σε γεννούσα. Μα αφτό το λόγο σου να πω του βροντορήχτη Δία μόνη θα πάω στον Έλυμπο το χιονοσκεπασμένο, 420 μήπως πειστεί. Μον κάθου εσύ εδώ στα πλοία τώρα, και βάστα πάντα το θυμό και μην αγγίζεις μάχη. Τι τούχουνε στον Ωκιανό τραπέζι οι Αιθιόποι, και πήγε ο Δίας απ' τα ψες κι' όλοι οι θεοί μαζί του· όμως σε μέρες δώδεκα πάλι είναι να γυρίσει, 425 και τότες στο χαλκόστρωτο τον πύργο του θα τρέξω να πέσω ομπρός στα πόδια του, και θαν τον πείσω θέλω!»
Έτσι είπε κι' έφυγε, κι' αφτόν τον άφισε στον κάμπο γιομάτο οργή που τ' άρπαξαν με ζόρι κι' άθελά του την ομορφοζωσμένη νιά. 430
Και τότες ο Δυσσέας στη Χρύσα ζύγωνε μαζί με τα σφαχτά τ' Απόλλου. Και μπαίνοντας μες το βαθύ λιμάνι, τα πανιά τους διπλώνουν και μες στο γοργό καράβι τ' απιθώνουν, και το κατάρτι στρώνουνε στην κοίτη ξαμολώντας τα ξάρτια, κι' ως πιο μέσα εκεί στ' αραξοβόλι λάμνουν. 435 Κι' όξω τα βάρια ρήχνουνε και δένουν την πρυμάτσα, όξω κι' ατοί τους βγαίνουνε πάς στου γιαλού την άκρη, και βγάζουν όξω τα σφαχτά που φέρνανε του Φοίβου, κι' η Χρυσοπούλα όξω πηδάει μέσα απ' το τρεχαντήρι.
Και φέρνοντάς την στο βωμό ο γνωστικός Δυσσέας, 440 στα χέρια του γερο-γονιού τη δίνει και του κάνει «Γέρο, στη Χρύσα ο βασιλιάς με στέλνει να σου φέρω την κόρη, κι' εκατοβοδιά να σφάξουμε του Φοίβου, για ναν του σπλαχνιστεί η καρδιά τους Αχαιούς που τώρα στον κάμπο πολυστέναχτες τους έστειλε λαχτάρες.» 445
Είπε, και του την έδωκε στα χέρια· το παιδί του το πήρε ο γέρος με χαρά. Κι' αφτοί τριγύρω αμέσως στον ομορφόχτιστο βωμό αράδιασαν τα βόδια, κι' έπειτα χερονίφτηκαν και πήραν τα κριθάρια. Τότες παράκληση άρχισε ο Χρύσας ναν τους κάνει 450 με δυνατόφωνη λαλιά και χέρια σηκωμένα «Άκου με, αργυροδόξαρε, εσύ που διαφεντέβεις την Κίλλα με το τόσο βιος και το νησί της Χρύσας, και που φυλάει την Τένεδο τ' ανίκητό σου χέρι. Κι' άλλοτες πριν συνάκουσες την προσεφκή μου εμένα, και για το δίκιο μου έστρεξες των Αχαιών τ' ασκέρι και παίδεψες σπαραχτικά· και τώρα πάλι, Απόλλο, 455 περικαλώ σε, ακόμα αφτόν τον πόθο ξάκουσέ μου· λυπήσου πια τους Αχαιούς και διώξε την πανούκλα.»
Είπε, και την παράκληση ξακούει ο γιος του Δία.
Έτσι σαν είπαν δέηση κριθάρι πασπαλώντας, πρώτα σηκώνουν των βοδιών τις κεφαλές, τα σφάζουν, τα γδέρνουν, κόβουν τα νεφρά, και τα διπλοτυλίγουν 460 με σκέπη, και τα συγυρνάν μ' από παντού κομμάτια. Κι' απάνου ο γέρος τάκαιγε σε σκίζες περιχώντας ξανθό κρασί· κι' οι νιοι κοντά πεντόσουγλα κρατούσαν. Απέ η φωτιά σα χώνεψε και φάγανε τα σπλάχνα, λιανίζουν τ' άλλα κρέατα και τα περνάν στις σούγλες, 465 τα ψήνουν όμορφα, όμορφα κι' απ' τη φωτιά τα βγάζουν, Και τη δουλιά σαν τέλιωσαν και τοίμασαν τραπέζι, τρων, και δε λείπει τίποτα που να ποθεί η καρδιά τους. Τέλος σα χόρτασαν καλά γερό με φαγοπότι, πιάνουν οι νιοι κι' εφτύς πιοτό γιομίζουν τα κροντήρια 470 ίσα ως στα χείλια, κι' έπειτα γύρω κερνάν να πιούνε, αφού τ' Απόλλου τούσταξαν με τα ποτήρια πρώτα. Έτσι όλη μέρα με χαρές μαλάκωναν το Φοίβο, του προφυλάχτη ψέλνοντας και το χαριτωμένο δοξολογώντας γιατρεφτή· κι' άκουγε αφτός με γλύκα. Κι' ο ήλιος σα βασίλεψε και πήρε το σκοτάδι, 475 τότες στου ξύλου πλάγιασαν κοντά το παλαμάρι.
Κι' έφεξε η ροδοδάχτυλη νυχτοθρεμένη Αβγούλα, και τότες πια τα πρύμισαν πίσω να παν στον κάμπο. Κι' ο Φοίβος τους ξαπόστειλε ένα αγεράκι πρύμο, κι' εφτύς οι νάφτες έστησαν απάνου το κατάρτι 480 και τ' άσπρο ανοίξανε πανί, και το πανί στη μέση απ' τον αγέρα φούσκωσε, και γύρω στην καρίνα αχούσε σαν αρμένιζαν τ' αφροντυμένο κύμα, κι' έτρεχε το καράβι ομπρός οργώνοντας το κύμα. Και πια σαν ήρθαν στον πλατύ των Αχαιώνε κάμπο, τράβηξαν όξω στην ξηρά το μελανό καράβι, 485 ψηλά στον άμμο, με μακριά το στήλωσαν φαλάγγια, κι' ατοί τους γύρω σκόρπισαν στα πλοία και καλύβια.
Ωστόσο εκείνος κάθουνταν στα πλοία χολιασμένος ο γιος ο φτερουγόποδος του ξακουστού Πηλέα, δίχως σε προεστών βουλή ποτές του να ζυγώνει, 490 δίχως να πάει σε πόλεμο, μον τούλιωναν τα σπλάχνα πούμενε αφτού, και τις σφαγές ποθούσε και τις μάχες.
Μα τέλος πια σαν πέρασαν ως μέρες διο και δέκα, να κι' οι παντοτινοί θεοί στον Έλυμπο γυρνούσαν όλοι μαζί, κι' ομπρός ομπρός ο Δίας περπατούσε. 495 Κι' η Θέτη τις παραγγελιές δεν ξέχασε του γιου της, Μον βγαίνει μέσα απ' του γιαλού το κύμα, κι' ανεβαίνει πρωΐ πρωΐ στον Έλυμπο και στα μεγάλα ουράνια. Και βρήκε χώρια απ' τους λοιπούς θεούς το γιο του Κρόνου πας στου μυριόκορφου βουνού την άκρη καθισμένο. Και έκαστε ομπρός του, τούπιασε με το ζερβύ της χέρι 500 το γόνα, και με το δεξύ τού αγγίζει το πηγούνι κι' έτσι τον πρωταφέντη γιο περικαλάει του Κρόνου «Αφέντη Δία, αν άλλοτες μες στους θεούς με λόγο ή μ' έργο εγώ σ' ωφέλησα, αχ κάνε μου μια χάρη! Βόηθα τα γιο μου... αφτός ζωή στον κόσμο σαν τους άλλους 505 δεν έχει, μα κι' ο βασιλιάς, τ' Ατρέα ο γιος, να τώρα μεγάλο τούκανε άδικο· γιατί με βιά του πήρε κι' έχει τη νια του που πρεσβιό τούχε ο στρατός χαρίσει. Μα εσύ καν Δία, βόηθα τον, βαθύβουλε Ελυμπήσε, κι' ως τότες δίνε δύναμη στους Τρώες, δίνε νίκες, ως που στο γιο μου οι Δαναοί να παν και να προσπέσουν.» 510
Είπε, μα δεν της έκρινε ο συγνεφοσυνάχτης, Μον ώρα κάθουνταν πολλή δίχως να βγάζει λέξη. Κι' η Θέτη καθώς τούπιασε το γόνα, το βαστούσε πάντα σφιχτά, και ξαναρχής δεφτέρωσε το λόγο «Πες πια το ναι έτσι αληθινά και τάξ' το μου, ή κι' αρνήσου — και τι σε μέλει αν αρνηθείς; — να μάθω θέλω εμένα 515 πόσο πιο λίγο απ' τους λοιπούς θεούς με λογαριάζεις.»
Τότες βαριά στενάζοντας της είπε ο γιος του Κρόνου «Κακές, πολύ κακές δουλιές μ' ανοίγεις με την Ήρα, και σύχυσες, σα με κεντάει με τα πικρά της λόγια· που κι' έτσι εκείνη αδιάκοπα μπρος στους θεούς μαλώνει 520 και μου φωνάζει πως βοηθάω τους Τρώες στους πολέμους. Μόνε τραβήξου τώρα εσύ μήπως σε νιώσει η Ήρα, κι' εγώ θαν τα φροντίσω αφτά να γίνουνε. Όμως στάσου να σκύψω το κεφάλι μου, για να συχάσει ο νους σου. Δεν έχω πιο σημαντικό με τους θεούς σημάδι, 525 τι το φυλάω ασάλεφτο κι' αληθινό, και πάντα θα γίνει ότι κι' αν τάξω εγώ κουνώντας το κεφάλι.»
Έτσι είπε ο Δίας, και κουνάει τα μελανά του φρύδια, και γύρω στο θεοτικό κεφάλι ανασαλέβουν τ' αθάνατα του τα σγουρά, κι' ο βούναρος τραντάζει. 530
Έτσι σαν τα μιλήσανε, χωρίζουνται. Κι' η Θέτη πηδά απ' τ' ολόφωτο βουνό μες στου γιαλού τα βάθια, κι' ο Δίας πάει στον πύργο του. Κι' όλοι οι θεοί μπροστά του αντάμα προσηκώθηκαν απ' τα καθίσματά τους, μήτε αποκότησε κανείς να μείνει σαν τον είδαν 535 που σίμωνε, μον όλοι τους στέκουν μπροστά του ολόρθοι.
Τότε έτσι ο Δίας κάθησε στο θρόνο του. Κι' η Ήρα τον είδε κι' ένιωσε βουλές πως σκάρωσε μαζί του η Θέτη, του θαλασσινού η θυγατέρα γέρου, κι' εφτύς με λόγια αγγιχτικά να του μιλάει αρχίζει «Με πιόν, μαργιόλε, απ' τους θεούς είχες κουβέντες πάλι; 540 Πάντα αγαπάς, σα βρίσκουμαι μακριά, ν' αποφασίζεις κρυφά από μένα, και ποτές δε βάσταξε η ψυχή σου νάρθεις μονάχος να μου πεις μια λέξη απ' τις δουλιές σου.»
Τότες της είπε των θεών κι' ανθρώπωνε ο πατέρας «Ήρα, δα κάθε μου σκοπό να μάθεις μην τ' ολπίζεις· 545 θαρρώ θαν τόβρεις δύσκολο κι' ας σ' έχω και γυναίκα. Μα αν είναι τίποτα σωστό ν' ακούσεις, από σένα δε θαν το μάθει πριν κανείς, μήτε θεός μήτ' άντρας· μα κι' ότι θέλω απ' τους θεούς να λογαριάσω χώρια, αφτό μην το ψιλορωτάς, μην το συχνοξετάζεις.» 550
Τότες του λέει η δέσποινα, η μαρμαρόλαιμη Ήρα «Καλέ, τι κάθεσαι και λες, γιε φοβερέ του Κρόνου; Και τόσο δα δε σ' αρωτώ, δε σε ζαλίζω ως τώρα, μόνε ότι θέλεις, ήσυχος μπορείς και συλλογιέσαι. Όμως πολύ είμαι ανήσυχη μη σ' έπεισε ν' αλλάξεις 555 η Θέτη, του θαλασσινού η θυγατέρα γέρου· τι ήρθε κοντά σου σύνταχα και σούπιασε το γόνα, και μ' όρκο εσύ της έταξες, το βλέπω, να βοηθήσεις τον Αχιλιά, και Δαναούς πολλούς να ξολοθρέψεις.»
Τότες γυρνάει του Κρόνου ο γιος και με θυμό της κάνει 560 «Καημένη, δε σε ξεγελώ, μον πάντα κάτι νιώθεις. Όμως δε βγάζεις τίποτα, μον που θα με κρυώσεις χειρότερα· και πιο πολύ αφτό θα σου κοστίσει. Τάχα κι' αν έγινε ότι λες, θα πει πως έτσι θέλω. Μον κάτσε κάτου φρόνιμα κι' αγρίκα μου τα λόγια, 565 μη σηκωθώ, κι' όλοι οι θεοί που βρίσκουνται εδώ γύρω δε σε γλυτώνουν, έτσι εγώ χουφτιάσω τα μαλλιά σου.»
Είπε, και σκιάχτηκε η κυρά, η γελαδόματη Ήρα, και την καρδιά της έσφιξε πια λέξη να μη βγάλει. Βαριόμησαν εκεί οι Θεοί στου Δία το παλάτι, 570 κι' άρχισε πρώτα ο Ήφαιστος, ο ξακουστός τεχνίτης, ναν τους μιλάει, και πάσκιζε τη μάννα να βοηθήσει «Α πια θα γίνει μισερή κι' ασήκωτη η ζωή μας, αν έτσι οι διο σας σκούζετε εδώ σαν καρακάξες και πιάνεστε για τους θνητούς! Και το ξεφάντωμά μας 575 γλύκα δε θάχει πια καμιά, τι πήρε η φαγομάρα. Τη μάννα εγώ περικαλώ, καθώς κι' αφτή το νιώθει, νάναι καλή και μαλακιά με τον πατέρα Δία, μην πιάσει τα μαλώματα ξανά, και μας χαλάσει κι' εμάς το φαγοπότι μας. Γιατί μπορεί, σα θέλει, 580 να μας πετάξει απ' τα θρονιά ο κεραβνοτινάχτης του Κρόνου γιός· τι είναι πολύ πιο δυνατός απ' όλους. Μα εσύ με λόγια μαλακά καλόπιανέ τον, μάννα, και τότε εφτύς πονετικό θαν τόνε δεις μαζί μας.»
Έτσι είπε, και στης μάννας του σηκώνεται και βάζει 585 τα χέρια πλουμιστό καφκί, και της λαλεί διο λόγια «Κάνε, μαννούλα, απομονή, και μ' όλη σου την πίκρα, μήπως σε δουν τα μάτια μου, που σ' αγαπάω, στρωμένη στο ξύλο, και δε θα μπορώ να σε βοηθήσω τότες κι' ας λαχταρίζω. Σα βαρύ ν' αντιφερθείς του Δία.
Τι ζήτησα κι' άλλη φορά εγώ να σε βοηθήσω, 590 μα από το πόδι μ' άρπαξε και μ' έρηξε ίσα κάτου οχ το κατώφλι τ' ουρανού· κι' ολημερύς γυρνούσα, και πια σα βράδιασε, έπεσα πας στο νησί της Λήμνος, είχα δεν είχα πια ψυχή· πρόθυμα τότε αμέσως, σαν έπεσα, με πήρανε να με νιαστούνε οι Σίντες.»
Είπε, και χαμογέλασε του Κρόνου η θυγατέρα, 595 και μες το χαμογέλιο της απ' το παιδί της παίρνει στα χέρια το καφκί. Κι' αφτός νεχτάρι ζαχαρένιο απ' το κροντήρι βγάζοντας, δεξά κερνούσε γύρω και τους λοιπούς αθάνατους. Και πιάνουν κάτι γέλια τους τρισμακάριστους θεούς!... ατέλιωτα, σαν είδαν να συρταφέρνει ο Ήφαιστος κουτσολαχανιασμένος. 600
Έτσι όλη μέρα τρώγανε ώστε να πέσει ο Ήλιος, και τάχανε όλα όσα ζητάει καλό 'να φαγοπότι, λαγούτο θες πεντάμορφο που το βαρούσε ο Φοίβος, θες Μούσες που τραγούδιζαν με χάρη αράδα αράδα.
Του ήλιου τέλος βούτηξαν οι φωτεινές αχτίδες, 605 και τότες μέσα κίνησαν να παν και να πλαγιάσουν, οπούχε του του καθενός χτισμένα ο ξακουσμένος πρωτοτεχνίτης Ήφαιστος με τη σοφή του τέχνη· κι' ο Δίας ο αστραπεφτής ο συγνεφοσυνάχτης στο στρώμα πάγαινε κι' αφτός, όπου κοιμούνταν πάντα, 610 ύπνος σαν τούρχουνταν γλυκός. Απάνου εκεί γυρμένος κοιμούνταν, κι' η χρυσόθρονη θεά κοντά του, η Ήρα.
Β
Κι' οι άλλοι αθρώποι και θεοί κοιμούντανε όλη νύχτα, μα ο Δίας δεν τη χαίρουνταν του ύπνου τη γλυκάδα, Μον μες στο νου του ανάδεβε το πώς στον Αχιλέα δόξα να δώκει, και πολλούς να σφάξει στα καράβια. Κι' αφτή η βουλή τού φάνηκε σαν πιο καλή στο νου του· 5 να στείλει τον Ψεφτόνειρο στον Αγαμέμνο κάτου. Και κράζοντας τον του λαλεί διο φτερωμένα λόγια «Κάνε, Ψεφτόνειρε, να πάς στ' Αργίτικα καράβια. Να τρέξεις στην καλύβα εφτύς του βασιλιά Αγαμέμνου, κι' όλα σωστά ναν του τα πεις, καθώς σ' τα παραγγέλνω. 10 Πες του να κράξει στ' άρματα όλο τα' ασκέρι αμέσως, που τώρα την πλατύδρομη μπορεί να πάρει Τροία, γιατί στον Έλυμπο οι θεοί δεν έχουν πια διο γνώμες, τι με τα περικάλια της τους γύρισε μαζί της όλους η Ήρα, και καημοί τους Τρώες καρτεράνε.» 15
Είπε, και τρέχει ο Όνειρος σαν άκουσε το λόγο, και χέρι χέρι ως στα γοργά καράβια κατεβαίνει κι' εκεί τραβάει κατά το γιο του ξακουσμένου Ατρέα. Και κοιμισμένο μέσα εκεί τον βρήκε στην καλύβα, κι' ύπνος αθάνατος παντού είταν χυμένος γύρω. Κι' απάνου απ' το κεφάλι του πάει στέκει, με του Νηλέα 20 όμοιος το γιό, που πιο πολύ απ' όλους τους αρχόντους τόνε τιμούσε ο βασιλιάς· έτσι αλλαγμένος τότες του μίλησε ο Ψεφτόνειρος και τούπε αφτά τα λόγια «Κοιμάσαι, γιε του μαχητή, του φημισμένου Ατρέα; Όλη τη νύχτα ο προεστός δεν πρέπει να κοιμάται, πούχει πολλά να νιάζεται, λαούς να διαφεντέβει. 25 Μον γλήγορα άκου με· έρχουμαι σταλμένος απ' το Δία, που κι' απ' αλάργα σε πονάει και σ' ακριβοφροντίζει. Να κράξεις είπε στ' άρματα όλο τ' ασκέρι αμέσως, που τώρα την πλατύδρομη μπορείς να πάρεις Τροία, γιατί στον Έλυμπο οι θεοί δεν έχουν πια διο γνώμες, 30 τι με τα περικάλια της τους γύρισε μαζί της όλους η Ήρα, και καημοί προσμένουνε απ' το Δία τους Τρώες. Μον θυμήσου τα, και τήρα μη σε πιάσει αλησμονιά όταν σηκωθείς απ' το βαθύ τον ύπνο.»
Έτσι είπε κι' έφυγε, κ' αφτού τον άφισε μονάχο 35 μ' ελπίδες μέσα στην καρδιά που να γενούν δεν είταν. Έλεγε τάχα πως θα μπει μονήμερα στην Τροία... τυφλός! και δε φαντάζουνταν σαν τι δουλιές ο Δίας λογάριαζε. Τι είχε σκοπό στους Αχαιούς και Τρώες να στείλει ακόμα στεναγμούς και πίκρες και πολέμους. 40 Και ξύπνησε, κι' η θεϊκιά φωνή είτανε χυμένη γύρω, κι' ορθός κάθεται, και βάζει το πανώριο σκουτί, καινούργιο μαλακό, και την πλατιά του κάπα, κι' ώρια αμποδένει σάνταλα στα παχουλά του πόδια, κι' ασημοκάρφωτη κρεμάει γύρω στους ώμους σπάθα· 45 έτσι, κρατώντας το ραβδί το γονικό στα χέρια, τ' άλιωτο πάντα, κίνησε για το καραβοστάσι.
Και σαν ανέβηκε η θεά στον Έλυμπο, η Αβγούλα, στο Δία κι' όλους τους θεούς να πει πως ξημερώνει, προστάζει τους καλόφωνους τους κράχτες να φωνάξουν 50 σε συντυχιά τους Αχαιούς με τις θρεμένες χήτες. Κι' αφτοί λαλούσαν, κι' έτρεχε το πλήθος χέρι χέρι.
Και πρώτα οργάνιζε βουλή των δυνατών αρχόντων κοντά στου γερο-Νέστορα το μελανό καράβι. Κι' αφού τους έκραξε, έστησε βαθιά βουλή μαζί τους 55 «Ακούστε, αδρέφια. Ο Όνειρος μου φάνηκε ήρθε τάχα μες στην αθάνατη νυχτιά, στον ύπνο που κοιμόμουν, κι' απ' όλους πιο του Νέστορα, του βασιλιά απ' την Πύλο, λες θάμιαζε στο πρόσωπο, στ' ανάστημα, στα χρόνια. Κι' ήρθε από πάνου στάθηκε στην κεφαλή μου κι' είπε «'Κοιμάσαι, γιε του μαχητή, του φημισμένου Ατρέα; 60 Όλη τη νύχτα ο προεστός δεν πρέπει να κοιμάται, πούχει πολλά να νιάζεται, λαούς να διαφεντέβει. Μον γλήγορα άκου με· έρχουμαι σταλμένος απ' το Δία, που κι' απ' αλάργα σε πονάει και σ' ακριβοφροντίζει. Να κράξεις είπε στ' άρματα όλο τον λόχο αμέσως, 65 που τώρα την πλατύδρομη μπορείς να πάρεις Τροία, γιατί στον Έλυμπο οι θεοί δεν έχουν πια διο γνώμες, τι με τα περικάλια της τους γύρισε μαζί της όλους η Ήρα, και καημοί προσμένουνε απ' το Δία τους Τρώες. Μον θυμήσου τα.' Κι' εκείνος έτσι φέβγει 70 πετώντας, και ξυπνάω εγώ απ' το γλυκό τον ύπνο. Μον πάμε, κι' ίσως βγάλουμε στον πόλεμο τ' ασκέρι. Μα πρώτα με τα λόγια εγώ λέω ναν τους δοκιμάσω όπως τεριάζει, και θα πω να φέβγουμε απ' την Τροία μαζί με τα πολύσκαρμα καράβια. Μον τηράτε, εσείς τότε άλλος απ' αλλού ναν τους κρατήστε πίσω.» 75
Είπε και κάθησε. Κι' εφτύς σηκώθηκε κατόπι ναν τους μιλήσει ο βασιλιάς της αμμουδάτης Πύλος. Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι' είπε «Αδρέφια, πρώτοι οπλαρχηγοί των Αχαιών κι' αρχόντοι, αν άλλος μας τέτιο όνειρο πες είχε δει, να πούμε 80 είναι ψεφτιά, και πιο πολύ και να τραβάμε χέρι· μα τώρα τόδε τ' όνειρο αφτός που εδώ παινιέται πως είναι ανότερος πολύ απ' όλους τους Αργίτες. Μον πάμε, κι' ίσως βγάλουμε στον πόλεμο τ' ασκέρι.»
Είπε, και πρώτος κίνησε απ' τη βουλή να σύρει. Κι' οι άλλοι σηκωθήκανε κατά τη συβουλή του, 85 οι ραβδοφόροι προεστοί. Και πρόστρεχε τ' ασκέρι. Κ' όπως παγαίνουν σύννεφα πυκνώνε μελισσώνε, που βγαίνουν κι' όλο βγαίνουνε μέσα από κούφια πέτρα, και στοίβες στοίβες στους ανθούς της άνοιξης πετάνε, κι' εδώθες τρέχει ένας σωρός και τρέχει εκείθες άλλος· 90 έτσι σωροί κι' αφτών πολλοί κοπαδιαστοί απ' τα πλοία κι' απ' τις καλύβες τρέχανε στη συντυχιά να πάνε, μπρος στ' ακρογιάλι τ' αψηλό. Κι' η Φήμη ανάμεσό τους φούντωσε και να περπατάν τους κένταε, η μηνήτρα του Δία, και μαζέβουνταν. Και βούηζε το μεϊντάνι, βογγούσε κάτωθες κι' η γης καθώς τοποθετιούνταν, 95 κι' είταν αντάρα και φωνή. Κι' εννιά διαλαλητάδες τους έσκουζαν να κάτσουν πια και τη φωνή να πάψουν, ίσως ακούσουν τους τρανούς αρχόντους τι θα πούνε. Με κόπο κάθησε ο λαός, μα στα καθίσματά τους σύχασαν τέλος κι' έμειναν.
Και τότε ο Αγαμέμνος σηκώθηκε με το ραβδί το γονικό στα χέρια, ψιλόφτιαστη Ηφαιστοδουλιά. Αφτός τόχε δοσμένα στο Δία, τον αφέντη γιο του Κρόνου, πάλε ο Δίας τόδωκε στον αργοφονιά Ερμή, τον αγωγιάτη, και πάλε αφτός στον Πέλοπα, τεχνίτη αμαξολάτη, 105 κι' ο Πέλοπας στον βασιλιά τόσων λαών Ατρέα· τ' άφισε αφτός πεθαίνοντας στο μυριοπλούσιο Θιέστη· στον Αγαμέμνο τ' άφισε κι' εκείνος, που έχοντάς το, να βασιλέβει σε πολλά νησά και στ' Άργος όλο. Ακουμπισμένος πας σ'αφτό λόγο να βγάλει αρχίζει 110 «Βλαστάρια τ' Άρη ξακουστά, Αργίτικα ξεφτέρια, ο Δίας μ' έχωσε βαθιά μες σε ζημιά μεγάλη, ο έρμος! πριν που μούταξε κουνώντας το κεφάλι, πως πριν μισέψω εγώ από δω, την Τρια θα την κουρσέψω, και τώρα γέλασμα κακό βουλήθηκε στο νου του, και στ' Άργος πίσω μού μηνάει να σύρω ντροπιασμένος 115 κι' ας έχασα τόσο λαό ... μα φαίνεται πως έτσι το θέλει ο παντοδύναμος του Κρόνου γιος, που ως τώρα πολλών χωρώνε γκρέμισε, κι' ακόμα θα γκρεμίσει, τα κάστρα· τι στο χέρι του να κάνει ότι τ' αρέσει. Τι είναι ντροπής ν' ακούσουνε αφτό και τα παιδιά μας, έτσι άδικα τέτιος λαός των Αχαιών και τόσος 120 να πολεμά ανωφέλεφτο σεφέρι με μια χούφτα μονάχα οχτρούς, κι' άκρη καμιά δε φάνηκε ως στα τώρα. Τι μια στιγμή αν πες θέλαμε οι Δαναοί και οι Τρώες να φιλιωθούμε, κι' έτσι οι δυο να μετρηθούμε χώρια, οι Τρώες κάτου να στρωθούν όσοι είναι χωραΐτες, 125 και πάλε εμείς σε δεκαριές πες α θε χωριστούμε και διάλεγε ναν την κερνάει μια μιά κι' από 'ναν Τρώα, θάμεναν δεκαριές πολλές χωρίς τον κεραστή τους. Σαν τόσο πιο πολλούς εγώ τους κάνω τους δικούς μας απ' τους οχτρούς που' κάθουνται στο κάστρο· μα από χώρες 130 βοηθοί πολλές τους ήρθανε, στρατός κονταρομάχος, που μου ζαβώνουν τους σκοπούς και μ' όλο μου τον πόθο να πάρω δεν μ' αφήνουνε τη μυριοπλούσια Τροία. Εννιά πια χρόνια πέρασαν του Δία, και των πλοίων έλιωσαν τώρα τα σκοινιά και σάπισαν τα ξύλα, 135 και θα μας κάθουνται κλειστές οι δόλιες μας γυναίκες με τα παιδιά να καρτεράν, κι' εμάς ατέλιωτη έτσι μένει η δουλιά μας που ως εδώ μας έφερε στα ξένα. Μον όλοι ελάτε! ας κάνουμε όπως εγώ προστάξω. Ας φύγουμε με τα γοργά καράβια στην πατρίδα, 140 τι πια δεν το κουρσέβουμε το ξακουσμένο κάστρο.»
Έτσι είπε, κι' όλων την καρδιά την άγγιξε στα στήθια, όσοι απ' το πλήθος της βουλής δεν τ' άκουσαν τα λόγια. Κι' η συντυχιά κουνήθηκε σαν κύματα μεγάλα μες στο Νικάριο πέλαγος, όταν ξεσπάει σιρόκος 145 ή όταν νοτιά απ' τα σύγνεφα του Δία και το δέρνει. Κι' όπως πλακώνει απόσπερος και το βαθύ χωράφι φυσσομανώντας το κουνά και σκύβουνε τ' αστάχια, έτσι άκρη ως άκρη σάλεψε ολόκληρο το πλήθος. Και τρέχανε μ' οχλοβουή στα πλοία, κι' από κάτου 150 απ' τα ποδάρια ως αψηλά ο κουρνιαχτός πηδούσε, κι' έσκουζε ο ένας τ' άλλου εφτύς ν' αδράξουν τα καράβια και ναν τα ρήξουν στο γιαλό, και πάστρεβαν τ' αβλάκια κι' ως στα ουράνια ανέβαινε το σκούξιμο, ζητώντας πίσω να πάνε, κι' έβγαζαν των πλοίων τα φαλάγγια.
Τότε οι Αργίτες θάφεβγαν κι' ας είταν άγραφτό τους, 155 ανίσως και της Αθήνας δεν της λαλούσε η Ήρα «Ωχού μου, αμάλαγη θεά, του Δία θυγατέρα, έτσι λοιπόν οι Δαναοί θα φύγουν στου πελάγου τα στήθια απάνου τα πλατιά, να πάνε πίσω στ' Άργος, και την Αργίτισσα Λενιό των Τρώωνε θ' αφίσουν 160 και του Πριάμου παίνεμα, που τόσοι απ' αφορμή της στην Τροία Αργίτες χάθηκαν αλάργα απ' την πατρίδα; Μα σύρε τώρα ως στο στρατό των Αχαιών, και τήρα μην τους αφήσεις στο γιαλό να σέρνουν τα καράβια.» 165
Είπε, κι' αγρίκησε η θεά, του Δία η θυγατέρα, κι' απ' του Ελύμπου με σπουδή κατέβηκε τις άκρες κι' ήρθε σε λίγο ως στα γοργά των Αχαιών καράβια Και το Δυσσέα βρήκε εκεί, άντρα σοφό σα Δία, πούστεκε δίχως τ' άφταστο καλόδετο καράβι 170 ν' αγγίζει, τι είχε στην καρδιά φαρμάκι και στα σπλάχνα. Εκεί σιμά του στάθηκε του Δία η κόρη κι' είπε «Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε· Δυσσέα, έτσι λοιπόν στα σπίτια σας, στο πατρικό σας χώμα, θα φύγετε, και στα γοργά καράβια θα ριχτείτε, 175 και την Αργίτισσα Λενιό των Τρώων θενά αφίστε και του Πριάμου παίνεμα, που τόσοι εδώ στην Τροία για δάφτη Αργίτες χάθηκαν αλάργα απ' την πατρίδα; Μον τρέχα τώρα μέσα εσύ στους λόχους και μη στέκεις, κι' αμπόδιζε έναν ένανε με πειστικά σου λόγια 180 και μην αφίνεις στο γιαλό να ρήχνουν τα καράβια.»