Part 19
Είπε, και τότες των θεών κι' αθρώπων ο πατέρας μ' ένα χαμόγελο ήμερο της μίλησε έτσι κι' είπε «Αν τότες, Ήρα, δέσποινα γελαδομάτα, μένεις ήσυχη εδώ μες στους θεούς και πας καθώς παγαίνω, 50 γλήγορα τότε ο Ποσειδός θαρρώ σκοπό θ' αλλάξει όπως εμείς τα θέλουμε, κιας προτιμά άλλη στράτα. Όμως αλήθια αφτά αν τα λες κι' όχι έτσι τάχα λόγια, σύρε ως στους θεϊκούς σωρούς κι' αμέσως κράξε τώρα Την ανεμόποδη Ίριδα ναρθεί και τον Απόλλο, 55 για να κατέβει η Ίριδα στων Αχαιών τους λόχους κι' ας πει του σείστη Ποσειδού ν' αφίσει τους πολέμους και να τραβάει στον πύργο του μες στου γιαλού τα βαθιά· κι' ας στείλει ο Φοίβος πάλε ομπρός τον Έχτορα στη μάχη, μέσα ξανά φυσώντας του ζωή σαν του γιατρέψει 60 τους πόνους που τον τυραννούν, και τους Αργίτες πίσω ας τους γυρίσει με φεβγιό δειλόκαρδο σκιαγμένους, που αβάσταχτοι ως στα φτερωτά να τσακιστούν καράβια. 63 Μα πριν δεν ξεθυμώνω εγώ, μήτε θεό κανέναν 72 άλλονε αφήνω εδώ βοηθός των Αχαιών να τρέξει, πριν ως στην άκρη ο πόθος του τελειώσει τ' Αχιλέα που τούταξα — τη θεϊκιά κουνώντας κεφαλή μου — 75 τη μέρα π' άγγιξε η θεά τα γόνατά μου, η Θέτη, και να τιμήσω κλάφτηκε τον καστροπάρτη γιο της.»
Είπε, κι' εφτύς τον άκουσε του Κρόνου η κόρη η Ήρα, και στον τρανό πήγε Έλυμπο οχ τις κορφές της Ίδας. Σαν πώς πετάει ο νους αντρός κοσμοταξιδεμένου 80 όταν στης μάβρης του καρδιάς τα βάθια λογαριάζει «εδώ 'μουνα κι' εκεί 'μουνα,» και τα παλιά θυμάται· έτσι γοργά πετάχτηκε πιλάλα η σεβαστή Ήρα. Και τους θεούς, σαν έφτασε, τους βρήκε συναγμένους στον πύργο μέσα του Διός, κι' όταν την είδαν, όλοι 85 σηκώθηκαν κι' εφτύς να πιει της πρόσφερναν ποτήρια. Μα αφτή τους άλλους άφισε, και παίρνει το ποτήρι τη Θέμης, πρώτη πούτρεξε να την καλοσορίσει και πρώτη που της μίλησε δυο φτερωμένα λόγια «Ήρα, γιατί ήρθες; Φαίνεσαι σαν τρομασμένη. Ξέρω, 90 θα σ' αποπήρε ο άντρας σου, ο γιος του γέρο-Κρόνου.»
Τότες απάντησε η θεά, η μαρμαρόκορφη Ήρα «Θέμη θεά, μην τα ρωτάς! Κι' εσύ εκείνου την ξέρεις τη γνώμη τι είναι, ανήμερη δίχως ψηφιά και σπλάχνος. Μα κάτσε κι' άρχισε να τρως, γιατί οι θεοί προσμένουν, 95 και θαν τα πω εγώ σ' όλους τους τι μας μηνάει ο Δίας, άσκημες μας μηνάει δουλιές, που δε θαρρώ θ' ανοίξουν την όρεξη όντου ζωντανού, ούτε θεού ούτ' ανθρώπου, τώρα αν ακόμα μ' ήσυχο κεφάλι τρώει κανείς τους.»
Έτσι είπε η Ήρα κι' έκατσε — και στου Διός τον πύργο 100 όλοι οι θεοί βαριόμησαν — -και γέλασε, μα γέλιο στα χείλια μόνο κι' έμεινε ανταριασμένη η όψη, κι' έπειτα πήρε με πικρά ναν τους μιλήσει λόγια «Αλί μας που έτσι αλόγιαστα θυμώνουμε του Δία κι' ακόμα ναν του βάλουμε περιορισμό ζητούμε 105 μ' αντριές μας και φοβέρες μας! Μα εκείνος τι τον μέλει που κάθεται κι' αδιαφορεί. Τι απ' τους θεούς παινιέται πως ξάστερά 'ναι ανότερος, πιο δυνατός απ' όλους. Για αφτό ότι στέλνει σας, καλό κακό, σπολλάτη πάντα. Να! που και τώρα στεναγμοί τον Άρη καρτερούνε, 110 τι τον πιο λατρεφτό θνητό τού σκότωσαν στη μάχη, το γιο του τον Ασκάλαφο που τόνε λέει δικό του.»
Είπε, κι' ο Άρης χτύπησε το σαρκωτό του γόνα με τις παλάμες των χεριών, και φώναξε θρηνώντας «Δε φταίω πια τώρα εγώ, θεοί, αν τρέξω στα καράβια 115 των Αχαιών και τη σφαγή του γιου μου ξεχρεώσω, κι' αν μέλλεταί μου ο κεραβνός του Δία να με ρήξει χάμου ξερό μες στους νεκρούς στο ματωμένο κάμπο.»
Είπε και βάζει τ' άρματα και πρόσταξε να ζέψουν στ' αμάξι του τα δυο ψαριά, το Φόβο και τον Τρόμο. 120
Τότε οι θεοί χειρότερα πιο ακόμα των παθών τους τον τάραχο ίσως πάθαιναν απ' τους θυμούς του Δία, μόνε από φόβο η Αθηνά, όλοι οι θεοί μην πάθουν, όξω χοιμά οχ το πρόσπιτο κι' αφίνει το θρονί της, κι' έτρεξε αμέσως τούβγαλε τα κράνο απ' το κεφάλι 125 και την ασπίδα απ' το κορμί, και τ' άσπαστο κοντάρι του τ' άρπαξε απ' τη χέρα του και τόστησε στην κόχη. Έπειτα με χοντρά άρχισε ναν του τα ψέλνει λόγια «Βλάκα σκαρτάδο, σούστριψε! Λοιπόν τ' αφτιά του κάκου τάχεις ν' ακούς, γιατί έχασες κάθε ντροπής και γνώση. Μα δεν ακούς τι είπε η θεά, η κρουσταλλόκορφη Ήρα, 130 που τώρα μόλις έφτασε στον Έλυμπο απ' του Δία; Ή θες κι' εσύ κακά πολλά να πάθεις, να γυρίσεις άναβλα εδώ στον Έλυμπο με την καρδιά καμένη, κι' εμάς των άλλων συφορές να βάλεις στο κεφάλι; Τι ίσια τους λιονταρόψυχους Αργίτες και τους Τρώες 135 θ' αφίσει, και θα τρέξει εδώ σ' εμάς να ξεθυμάνει, κι' όλους θ' αρπάξει στη σειρά, σφάλλεις ξεσφάλλεις όλους. Έτσι — άκου με — μη χολοσκάς για το παιδί σου τώρα· τι κι' άλλοι ακόμα πιο καλοί στη δύναμη στα χέρια ή σφαχτήκανε ή θα σφαχτούν και σαν πολλά γυρέβεις, 140 απάθεφτη κάθε θεού νάναι η γενιά και φύτρα.»
Έτσι είπε, και τον έβαλε σ' ένα θρονί να κάτσει.
Τότ' όξω η Ήρα φώναξε την Ίριδα οχ τον πύργο — π' αφτή είταν των παντοτινών θεών μαντατοφόρα — και τον Απόλλο, και τους λέει διο φτερωμένα λόγια 145 «Στήν Ίδα εφτύς του Κρόνου ο γιος να πάτε σας προστάζει. Εκεί σα φτάστε κι' έρθετε στο Δία ομπρός, κοιτάξτε πρόθυμα κάντε — ακούστε με — ότι σας πει και θέλει.»
Είπε, και μέσα γύρισε η σεβαστή Ήρα πάλι κι' έκατσε στο θρονί. Κι' αφτοί τρεχάτοι πήραν δρόμο. 150 Έτσι ήρθαν στη μυριόπηγη κυνηγοβόσκητη Ίδα, κι' ήβραν το Δία στου βουνού την άκρη καθισμένο, στο Ξέφαντο· κι' είχε άλωνα μοσκαχνισμένο γνέφι. Κι' ομπρός σαν ήρθαν στων θεών κι' αθρώπων τον πατέρα, στέκουν και καρδιοχάρηκε, άμα τους είδε, ο Δίας 155 που έτσι τα λόγια τ' άκουσαν της γυναικός του αμέσως. Κι' άρχισε πρώτα κι' έλεγε της Ίριδας διο λόγια «Τρέχα, γοργή Ίριδα, να πας, κι' αφτά άκου να μηνήσεις όλα τ' αφέντη Ποσειδού χωρίς ν' αλλάξεις λέξη. Πες του πολέμους και σφαγές να παραιτήσει αμέσως, 160 και μια και διο ή στη θάλασσα ή στων θεών τον κύκλο. Μα αν δεν πειστεί στα λόγια μου κι' αψήφιστα σ' ακούσει, ας λογαριάσει κι' ας σκεφτεί πως, δυνατός κι' αν είναι, δεν έχει να μ' αντισταθεί σαν πιάσω αστροπελέκι και του ρηχτώ, τι εγώ θαρρώ πολύ είμαι ανότερός του 165 και πριν στα χρόνια· ωστόσο αφτός σαν ίσος μου να βγαίνει λες δε δειλιάζει, εμένανε που με φοβάνται κι' άλλοι.»
Είπε, κι' ακούει η γλήγορη θεά, και χέρι χέρι έτρεξε κάτου απ' τις κορφές της Ίδας ως στον κάμπο. Πώς αψηλά οχ τα σύγνεφα πέφτει χαλάζι ή χιόνι 170 κατάκριο, σα φυσάει βοριάς και φέρνει παγοκαίρι, έτσι γοργόποδη η θεά πιλάλησε ως τον κάμπο. Εκεί στο σείστη Ποσειδό πήγε σιμά και τούπε «Ήρθα ως εδώ 'να μήνημα, αφέντη γιε του Κρόνου, να φέρω απ' τον αστραπεφτή φουρτουνοκράτη Δία. 175 Λέει από μάχες και σφαγές να τραβηχτείς, και μέσα στη θάλασσα ή στα θεϊκά λημέρια να γυρίσεις. Μα αν δεν πειστείς στα λόγια του κι' αψήφιστα μ' ακούσεις, φοβέριζε κι' αφτός εδώ πως να σε πολεμήσει θάρθει ανοιχτά, μα κάλια σου να τραβηχτείς νομίζει, 180 μη σου ρηχτεί, τι αφτός μαθές πολύ είναι ανότερός σου και πριν στα χρόνια· ωστόσο εσύ έτσι ίσος του να βγαίνεις λέει δε δειλιάζεις, του Διός που τον φοβάνται κι' άλλοι.»
Τότες βαριά αγανάχτησε της γης ο σείστης κι' είπε «Ω φαντασία! Τι, δυνατός γιατί είναι, θα μ' ορίζει 185 με ζόρι εμένα κι' άθελα, που εγώ 'μαι ισόβαθμός του; Τι είμαστε τρία αδέρφια εμείς, του Κρόνου οι γιοι απ' τη Ρέα, εγώ κ' ο Δίας κι' έπειτα ο νεκρορήγας Άδης. Κι' όλα σε τρία μοιράστηκαν, του κάθε γιου ένα θέμα· εγώ, σα ρήχναμε λαχνό, πήρα να ορίζω πάντα 190 τα κύμα, ο Δίας τα πλατιά ουράνια μες στα γνέφια και στο λιοπύρι, κι' έπεσαν στον Άδη τα σκοτάδια· μα η Γης κοινή κι' ο Έλυμπος μένει ολονώνε ως τώρα. Έτσι ορισμούς του ή προσταγές δεν παίρνω εγώ, κι' ας μένει εκεί ήσυχος στο θέμα του, όσο τρανός κι' αν είναι. 195 Κι' ας μη με σκιάζει — έτσι δειλός δεν είμαι — μ' αστραπές του. Πιο γνωστικό 'ναι κόρες του να παραπάει και γιους του με λόγια του έτσι αγέρωχα, τι σαν παιδιά του πούναι, χρέος τους, θεν δε θένε, αφτοί ν' ακούν ότι προστάζει.»
Τότε η γοργόποδη Ίριδα τ' απάντησε και τούπε 200 «Έτσι λοιπόν, αφτά να πω, Τραντάχτη μαβρομάλλη, στο Δία θες τα λόγια σου — σφιχτά πεισματωμένα — ή θες ν' αλλάξεις; Αλλαχτή του γνωστικού 'ναι η γνώμη. Τους πιο μεγάλους πως βοηθούν το ξέρεις οι Κακίστρες.»
Τότες της είπε ο Ποσειδός, ο μαβρομάλλης σείστης 205 «Σωστός πολύ, Ίριδα θεά, ο λόγος σου. Στόν κόσμο καλό κι' αφτό όταν έχει νου γερό ο μαντατοφόρος. Καημό όμως τόχω της καρδιάς, πάει να μου φέρει φρένια, που εμένα τον ισότιμο, γραμμένονε όμιας μοίρας, να μ' αποπαίρνει όλο ζητάει με θυμωμένα λόγια. 210 Μα τώρα — εγώ τον σέβουμαι — δεν επιμένω, ας είναι. Μα άκου, άλλο λόγο θα σου πω, που δέν απλή φοβέρα. Αν θέλει εμάς στο πείσμα μας, της Αθηνάς κι' εμένα 213 να λυπηθεί τ' ορθόβραχο καστρί και ναν τ' αφίσει 215 ολόρθο, και των Αχαιών να μην τους δώσει νίκη, ας μάθει αφτό, πως άσβυστο θάχουμε πάντα πάθος.»
Είπε, κι' αφίνει το στρατό και πάει και μέσα μπαίνει στο κύμα, κι' αποθύμησαν τον Ποσειδό οι Αργίτες.
Τότες ο Δίας φώναξε το γιο του Φοίβου κι' είπε 220 «Πήγαινε τώρα Απόλλο μου, τον Έχτορα και βόηθα, τι τώρα ο σείστης Ποσειδός μες στο ψαρύ του κύμα ξανάμπε, κι' έτσι γλύτωσε από το βαρύ θυμό μου. Τι κι' άλλοι θάκουγαν θεοί τη μάχη μας στον κόσμο, κι' όσοι είναι ακόμα μες στης γης τα βάθια με τον Κρόνο. 225 Μα κέρδος είναι και των διο που έτσι η δουλιά δεν πήγε πιο κει, και που τα χέρια μου απόφυγε από σέβας· ειδέ, σ' το λέω πως άδρωτα δε θάχε ξεδιαλούδια. Μα πάρε εσύ στα χέρια σου την κροσσωτή μου αιγίδα, και σκιάζε σκιάζε σιώντας την των Αχαιών τ' ασκέρι. 230 Κι' έχε διπλά, προφυλαχτή, στον Έχτορα τα μάτια, το πάθος του πάντα άναβε στα στήθια, ως που οι Αργίτες τρεχάτοι ως στον Ελλήσποντο να φτάσουν κι' ως στα πλοία. Δική μου απέκει 'ναι δουλιά το τι θα πω ή θα κάνω, ξανά οι Αργίτες για να δουν απ' τον αγώνα ανάσα.» 235
Είπε, κι' εκείνος άκουσε την προσταγή του Δία, και χύθη κάτου απ' τα βουνά της Ίδας σαν αγιούπας, σα φασσοφάγος άφταστος πούναι στον κόσμο απ' όλα το πιο γοργόφτερο πουλί. Και βρήκε του Πριάμου το γιο τον κοσμοξάκουστο στον κάμπο εκεί, όχι χάμου στρωμένο πια, μον κάθουνταν, κι' ότι είχε συνεφέρει 240 και γύρω γνώριζε ξανά, κι' ο ίδρος το ζιχούνι σταμάταε, αφού τον ξύπνησε τ' Αστράφτη πάλε η γνώμη. Και πήγε στάθηκε κοντά του Δία ο γιος και τούπε «Λεβέντη του Πριάμου γιε, πώς χώρια απ' όλους στέκεις εδώ μισόνεκρος; Σαν τι κακό σε βασανίζει;» 245
Τότες εκείνος τ' απαντάει με την ψυχή στο στόμα «Πιος είσαι εσύ, θεούλη μου, που μ' αρωτάς αγνάντια; Δε σ' τόπαν πως σαν έσφαζα τους Αχαιούς στα κοίλα καράβια ομπρός, με βάρεσε στα στήθια με μια πέτρα του Τελαμώνα ο άξιος γιος και μ' έβγαλε απ' τη μάχη; 250 Και μια στιγμή είπα, σήμερα πως στα λημέρια τ' Άδη και στους νεκρούς θα βραδιαστώ, γιατί είχα ψυχομάχη.»
Τότες του λέει ο φυλαχτής αφέντης γιος του Δία «Τώρα καρδιά! τι τέτιο δες βοηθό οχ την Ίδα ο Δίας να σε προσέχει σούστειλε και δίπλα σου να στέκει, 255 το Φοίβο εμένα, φυλαχτή του Δία γιο, που πάντα κι' εσένα σώζω ως σήμερα και τ' ορθωμένο κάστρο. Μον έλα τώρα πρόσταξε τ' αμαξωτό σου ασκέρι ίσα ως στα πλοία τις γοργές φοράδες να λαλήσουν, κι' εγώ μπροστά τους τρέχοντας το δρόμο θαν τους σιάξω 260 ίσο έτσι, και των Αχαιών τους λόχους θα τσακίσω.»
Είπε, και φύσησε άπειρο μες στην καρδιά του θάρρος. Πώς το βαρβάτο σε παχνί αργό παραχορταίνει και το καπίστρι σπάει κι' ορμάει στον κάμπο πιλαλώντας — γιατί να λούζεται έμαθε στα δροσερά ποτάμια — 265 περήφανο έτσι, κι' αψηλά βαστάει την κεφαλή του κι' απάνου κάτου η χήτη του στους ώμους κυματίζει, κι' αφτό γιομάτο λεβεντιά γοργά το παν τα πόδια όπου συχνάζουν αλόγα και στα λειβάδια βόσκουν· έτσι κι' εκείνος γόνατα και πόδια γοργοκούναε, κι' έκραζε ομπρός! άμα άκουσε τα θεϊκά τα λόγια. 270
Κι' αφτοί, όπως διπλοκέρατο αλάφι ή αγριογίδι παίρνουν κυνήγι οι χωριανοί κι' ασπροτριχάτοι σκύλοι, μα φέβγει αφτό σε σγουμπουλά βουνά και δασωμένες λογγιές, μηδέ γραφτό μαθές δεν είταν ναν το πιάσουν, τι απ' τις φωνές τους λέοντας αρχοντικός στο δρόμο 275 προβάλνει κι' όλους θεν δε θεν σε μια άχνα τους κωλώνει· έτσι οι Αργίτες σωρεφτοί πριν κυνηγούσαν πάντα όλο χτυπώντας με σπαθιά και δίστομα κοντάρια, μα άμα τον Έχτορα είδανε π' ορμούσε απάς στους λόχους, δείλιασαν κι' όλων θρούβαλα τους έγινε το θάρρος. 280
Τότε είπε και τους λάλησε τ' Αντραίμου ο γιος ο Θόας, πρώτο των Αιτωλών σπαθί, πιδέξος με κοντάρι, γερός και σ' αμαξοσφαγή, και λίγοι τον νικούσαν στη συντυχιά όταν όλοι οι νιοι παράβγαιναν στο λόγο. Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι' είπε 285 «Ωχού, κι' αφτό ναι απ' τ' άγραφα που βλέπω τώρα ομπρός μου! Τήρα, απ' το χάρο γλύτωσε ο Έχτορας, και βγήκε ξανά στη μάχη φοβερός, που εμείς κρυφή μια ολπίδα τόχαμε πια πως τούφαγε την κεφαλή του ο Αίας. Μα κάπιος του ξανάδωκε θεός τη γιά του πάλι 290 και γλύτωσε ... τηράτε, αφτός π' αφάνισε πολλούς μας, όπως και τώρα λέω ξανά θα γίνει, τι δε στέκει με τόση αντριά έτσι ολόμπροστα δίχως του Δία γνώμη. Μα ελάτε κι' ότι εγώ σας πω, τώρα έτσι ας κάνουμ' όλοι. Το πλήθος πρώτα ας στείλουμε να σύρει στα καράβια, 295 κι' εμείς που λέμε του στρατού πως είμαστε ο αθέρας μ' όρθια ας σταθούμε αντίκρυ του κοντάρια, και το δρόμο μπροστά ας του κόψουμε, κι' αφτός θαρρώ, όσο κι αν λυσσάζει, θάν το σκεφτεί ως στων Αχαιών τους λόχους να βουτήξει.»
Είπε, κι' εφτύς τον άκουσαν κι' όχι κανείς δεν τούπε. 300 Και με τον Αία όσοι είτανε και Δομενιά και Τέφκρο και με το Μέγη τον γερό και με το γιο του Μόλου σφιχτογραμμίζουν — κράζοντας τους πιο καλούς κοντά τους — κατάγναντα στον Έχτορα και στο στρατό των Τρώων, και πίσω οι άλλοι πόδιζαν, το πλήθος, προς τα πλοία. 305
Κι' οι Τρώες ίσια μαζωχτοί ορμούνε, κι' οδηγούσε ο Έχτορας με δρασκελιές μεγάλες, και μπροστά του πάγαινε ο Φοίβος, σκεπαστός με σύγνεφο στους ώμους, και σκιάχτρα αιγίδα χάλκινη στα χέρια του κρατούσε με κρόσσα γύρω ολόλαμπρα, που ο Ήφαιστος του Δία την έδωκε, ο λαμπρός χαλκιάς, ναν τη φοράει στη μάχη· 310 αφτή βαστώντας το στρατό μπροστά μπροστά οδηγούσε. Μα αχώριστοι κι' οι Δαναοί βαστούνε, κι' άγρια αντάρα σηκώσανε οι στρατοί κι' οι διο, κι' οχ τις χορδές πηδούσαν σαΐτες, κι' οχ τις δυνατές τα στεριοφράξα χούφτες άλλα σε σάρκες μπήγουνταν αντρών παλικαράδων, 315 όμως πολλά και πέφτανε — πριν άσπρο κριάς αγγίξουν — στη μέση χάμου, αθρώπινη σάρκα να φαν διψώντας.
Έτσι όσο ακίνητη ο θεός κρατούσε την αιγίδα, βρίσκανε κι' απ' τους διο οι ρηξές κι' ισόπεφτε τ' ασκέρι· μα όταν κατάματα έπειτα θωρώντας τους Αργίτες 320 την τράνταξε, κι' απέ έσκουξε σκουξιά φριχτή μεγάλη, τότες τους νάρκωσε το νου, παράλυσε η καρδιά τους. Τότε όπως διο θεριά άξαφνα σε μάβρης νύχτας πίσσα πλακώνουν κι' άπειρο σκορπούν προβάτινο κοπάδι η μουγκροβόδικο σωρό ενώ ο τσοπάνης λείπει· 325 έτσι άναντρα έφυγαν κι' αφτοί, γιατί τρομάρα ο Φοίβος τους έβαλε μες στην καρδιά και δόξαζε τους Τρώες.
Κι' έσφαξε τότε ο Έχτορας το Στίχη κι' Αρκεσίλα, 329 τον ένα των χαλκόφραχτων πρωτάρχο Βοιωτώνε, 330 τον άλλο τ' άξιου Μηκιστιά συντρόφι μπιστεμένο. Κι' ο γιος τ' Αχίσα γύμνωσε το Μέδο και το Γιάσο. Νόθος ο πρώτος είταν γιος του θεϊκού Οΐλέα, του Αία — ο Μέδος — αδερφός, και στη Φυλάκη αλάργα σε ξένους τόπους κάθουνταν, τι της μητριάς Εριώπης, 335 πούχε την τέρι ο Οϊλιάς, ξαδέρφι 'χε σκοτώσει· κι' είταν ο άλλος στρατηγός απ' την Αθήνα, ο Γιάσος, και γιος του Σφήλου πούταν γιος του μαχητή Βουκόλου. Και μες στη μπροστινή σειρά σκοτώνει ο Πολυδάμας το Μηκιστιά, κι' ο θεϊκός Αγήνορας τον Κλόνη, και θανατώνει τον Εχιό ο γλήγορος Πολίτης. 340 Κι' ο Πάρης μες στους μπροστινούς το Διόχο, ενώ γυρνούσε να φύγει, χαλκοβάρεσε στη ρίζα πίσω τ' ώμου, κι' ο στόκος ίσα ως αντικρύ του σούγλισε τον ώμο.
Κι' ενόσω αφτοί τους γύμνωναν, να! πέφτουν οι Αργίτες στο χάντακα και στα μπηχτά παλούκια, και πιλάλα ζερβόδεξα κακήν κακώς μες στο τειχί τραβιούνται. 345 Έκραξε τότε ο Έχτορας με μια φωνή μεγάλη «Δεν έχει τώρα πλιάτσικα, μόν' όλοι ομπρός! στα πλοία. Αλλού κανένα σας αν δω, αλάργα απ' τα καράβια, αφτού θαν του το φάω εγώ το μάτι, και στην Τροία δε θαν του κλάψουν το νεκρό αδέρφια και ξαδέρφια, 350 μον σκύλοι ομπρός στο κάστρο μας κοψίδια θαν τον κάνουν.»
Είπε και τα φαριά χτυπάει στους ώμους, και φωνάζει να τρέξουν όλοι οι λόχοι ομπρός. Και μ' ένα ζήτω οι Τρώες όλοι μαζί του τρέξανε μ' αλόγατα κι' αμάξα, κι' η ταραχή λες κούφαινε. Κι' ομπρός τους τότε ο Φοίβος, 355 του βαθυχάντακου έφκολα γκρεμίζοντας τα χείλια με μια κλωτσά, τα πέταξε στον πάτο, κι' έτσι δρόμο μακρύ γιοφύρωσε, φαρδύ τόσο όσο πάει κοντάρι που νιος τινάζει για να δει σαν πόση η δύναμή του· εκεί — μπροστά ο θεός — χοιμούν οι Τρώες λόχοι λόχοι. 360
Κι' ο Πάτροκλος, όσο οι στρατοί ακόμα πολεμούσαν 390 τριγύρω εκεί στο χάντακα όξω απ' τα πλοία ακόμα, αφτός ως τότες κάθουνταν στου στρατηγού Βρυπύλου, με λόγια τον διασκέδαζε, και στην πικρή πληγή του βοτάνια απίθωνε, γιατριά καταραμένων πόνων. Μα καθώς είδε στα γοργά καράβια πως χοιμούσαν 395 οι Τρώες, και μ' οχλοβουή πως φέβγανε οι Αργίτες, τότε ώχουμου ξεφώνισε, και μ' ανοικτές τις χούφτες τα διο του γόνατα χτυπάει και λέει θρηνολογώντας «Βρύπυλε, εγώ πια δε μπορώ, κιας έχεις τόσο ανάγκη, να μένω εδώ, τι κοίτα να! κακό μεγάλο ανάβει· 400 ο παραγιός σου ας σε νιαστεί. Εγώ στον Αχιλέα θα τρέξω, και στον πόλεμο να βγει θαν του προσπέσω. Πρώτα οι θεοί, ίσως την καρδιά τα λόγια μου — πιος ξέρει; — τ' αγγίξουν· τι πολλά μπορούν του βλάμη τα περκάλια.»
Είπε και φέβγει ακράτητος. Κι' οι Δαναοί τους Τρώες 405 μ' απόφαση, ενώ πλάκωναν, προσμένουν· μα πού τρόπος πίσω ναν τους βαρέσουν πια, κιας είτανε πιο λίγοι. Μήτε κι' οι Τρώες μπόρεσαν τους Αχαιούς να σπάσουν κι' ως στα καλύβια μια φορά και πλοία να ζυγώσουν. 409 Γιατί τους λόχους σφίγγοντας βαστούσαν λες σα βράχος 618 μεγάλος κρεμαστός μπροστά σε θάλασσα οργισμένη, άσειστος βράχος κιας βογγάει τριγύρω ανεμοζάλη 620 κι' άπαφτα ας του ξερνάει αφρούς το κύμα θεριεμένο· έτσι έστεκαν κι' αφτοί άσειστοι και βήμα δεν κουνούσαν.
Κι' ο Αίας όλο φώναζε στα παλικάρια γύρω 501 «Παιδιά, ντροπής μας! Έφτασε στιγμή κι' ή θα χαθούμε, ή θα σωθούμε αν σώσουμε απ' το χαμό τα πλοία. Μη δα θαρρείτε, τώρα εδώ αν πάρουν τα καράβια, πως περπατώντας το γιαλό ως στ' Άργος θα διαβείτε; 505 Για δεν ακούτε στους οχτρούς τον Έχτορα που σ' όλους κράζει να τρέξουν και λυσσάει να κάψει την αρμάδα; Σε πόλεμο, όχι σε χορό, το ξέρτε, τους φωνάζει. Μα, αδρέφια, γνώμη πιο καλή για μας δε μένει τώρα παρά ας σταθούμε αποκοντά, και την παλικαριά μας μαζί τους ας μετρήσουμε και τα βαριά μας φράξα. 510 Κάλια ή να πάμε μια φορά για πάντα ή να σωθούμε, κι' όχι να λιώνουμε άδικα σε μάχη δίχως άκρη, εδώ να! από μια φούχτα οχτρούς στα πλοία στρυμωγμένοι.»
Έτσι είπε, κι' άφριζαν κι' αφτοί ναν τους χτυπήσουν πίσω, 565 και πρόθυμοι στα πλοία ομπρός στήνουν χαλκένιο φράχτη· μα και τους Τρώες πύρωσε του Κρόνου ο γιος ο Δίας.
Και τότες πάλι εκεί σφαγή αρχίζει απελπισμένη. 696 Λες δροσεροί κι' απλήγωτοι πως κι' Αχαιοί και Τρώες σε μάχη πρωτοσμίγανε· τόσο άγρια εκεί χτυπιούνταν! Και πολεμώντας είχε αφτά στο νου το κάθε ασκέρι· πως πια δε μένει γλυτωμός οι Δαναοί θαρρούσαν 700 μόνε όλοι εκεί θα σκοτωθούν, μα μες στα στήθια οι Τρώες είχαν ολπίδα πως στρατό κι' αρμάδα θα ρημάξουν· αφτά θαρρώντας στήθηκαν τα διο τ' ασκέρια αντίκρυ.
Τότε ο γενναίος Έχτορας το Σκέδη χαντακώνει, 515 άξιο του Περιμήδη γιο, των Φωκιωτών τον πρώτο· κι' ο Αίας τ' Αντηνόρου γιο χαριτωμένο σφάζει, το Λαοδάμα, των πεζών, πιδέξο πολεμάρχη· κι' ο Πολυδάμας γύμνωσε τον Ώτο απ' την Κυλλήνη, των Επειγών το στρατηγό και σύντροφο του Μέγη. Μα τόδε του Φυλέα ο γιος κι' ομπρός πηδάει και ρήχνει, 520 μα δεν τον πήρε — τι έκανε παρέκει, κι' ο Απόλλος του Πάνθου γιο δεν άφινε να πέσει εκεί στους πρώτους — Μον μες στα στήθια κάρφωσε τον Κροίσμο, που βροντώντας πέφτει βαρύς. Τότε έπιασε ναν τον γυμνώσει ο Μέγης· μα του πλακώνει ο Δόλοπας, πολεμιστής ψημένος, 525 του Λάμπου ο γιος, που ξακουστός τον έκανε πατέρας, κι' από κοντά τού τρύπησε στη μέση την ασπίδα 528 με το χαλκό, μα τα γερά τον γλύτωσαν τσαπράζα που διπλοχουφτοτέριαστα τα φόραε. Απ' την Εφύρα 530 άλλοτες τάφερε ο Φυλιάς, απ' του Σελλή το ρέμα, και βλάμης τού τα χάρισε, ο βασιλιάς Εφήτης, που σαν κινάει για πόλεμο ναν τα φοράει μπροστήθι· όπως και τότες τούσωσαν το γιο του από το χάρο. Μα τούπαιξε κι' ο Μέγης μια με το βαρύ κοντάρι 535 κατάκορφα στο χάλκινο φουντολοφήσο κράνος, κι' όλη τη φούντα τούσπασε· κι' η φούντα μες στις σκόνες πέφτει όλη χάμου, νιόβαφη μ' άλικο πλούσιο χρώμα. Μα ενώ τη μάχη αφτός βαστάει κι' ολπίζει πάντα νίκη, να σου ο Μενέλας άξαφνα φτάνει βοηθός του Μέγη, 540 και πλάγια στέκοντας κρυφά του ρήχνει το κοντάρι πίσω στον ώμο. Σαν τρελό περνάει τα στήθια τ' όπλο πετώντας ομπρός, κι' ο Δόλοπας σωριάστη με τα μούτρα.
Όμως στον Αία ο Έχτορας τον ξακουστό χοιμίζει. 415 Και γιά 'να πλοίο πιάστηκαν οι διο, μα δε μπορούσαν μήτε τον Αία διώχνοντας να κάψει αφτός το πλοίο, και μήτε ο Αίας πάλε αφτόν να τον αμπώξει πίσω μιας και του Δία ο ορισμός τον πήγε ως στην αρμάδα. Εκεί τον Κράχτη, τ' Ακουστού το γιο, ο λαμπρός ο Αίας τρυπάει στα στήθια ενώφερνε φωτιά για το καράβι· 420 κι' έπεσε αχώντας, κι' ο δαβλός του γλύστρησε απ' τα χέρια. Μα μόλις είδε ο Έχτορας νεκρό τον ξάδερφό του πούπεφτε χάμου, ομπρός εκεί στο μελανό καράβι, έκραξε σ' όλο το στρατό μ' αψιά φωνή μεγάλη «Δαρδάνοι κονταρόπλιστοι και Τρώες και Λυκιώτες, 425 μη χαλαρώστε, μον καρδιά λιγάκι αφτή την ώρα και σώστε τ' Ακουστού το γιο, μη λάχει εδώ οι Αργίτες και τον γυμνώσουν πούπεσε μες στο καραβοστάσι.»
Είπε, και σφίγγει το λαμπρό κοντάρι του στον Αία, μα δεν τον ήβρε, μον το γιο του Μάστορα Λυκόφρο, 430 τον Κυθηριώτη, σύντροφο του Αία — που φεβγάτος για φόνο οχ τ' όμορφο νησί στου Αία κατοικούσε — αφτόν χτυπάει στην κεφαλή, εκεί στ' αφτί από πάνου, ενώστεκε κοντά κοντά στο γιο του Τελαμώνα· κι' έπεσε χάμου ανάσκελα ξερός μπροστά στο πλοίο. 435
Πάγωσε ο Αίας κι' έκραξε παρέκει τ' αδερφού του «Τέφκρο μου, πάει πια χάσαμε το μπιστεμένο φίλο, το γιο του Μάστορα, που εμείς σαν ήρθε απ' το νησί του πατέρα λες τον είχαμε στον πύργο μας. Να, τώρα του Έχτορα τον σκότωσε η χέρα η μεστωμένη. 440 Μα πούναι τώρα οι φτερωτές σαΐτες σου, αδερφέ μου, και το δοξάρι σου που ο γιος σου χάρισε του Δία;»
Είπε, κι' εκιός τον άκουσε κι' ήρθε σιμά τρεχάτος, κι' είχε στα χέρια φονικές σαΐτες και δοξάρι πισώσυρτο· κι' αρχίζει εφτύς να ρήχνει στα γιομάτα. Και του Πεισάνορα βαράει το γιο, τον άξιο Κλείτο, 445 το σύντροφο του φημιστού λεβέντη Πολυδάμα, ενώταν μες στην άμαξα. Τα γκέμια αφτός κρατούσε κι' έτρεχε εκεί που πιο πυκνοί χτυπιόντουσαν οι λόχοι, του αντρειωμένου Έχτορα ζητώντας και τους Τρώες να καλοπιάσει· μα κακό του βγήκε στο κεφάλι, 450 κακό που δεν του πρόλαβαν κιας λαχταρούσαν όλοι, τι πίσω μπήκε η άχαρη σαΐτα μες στο σνίχι. Κι' όξω οχ τ' αμάξι κύλησε, γυρνούν και τα γοργά άτια πίσω ξανά, την άμαξα κατρακυλώντας άδια. Μα τάδε εκεί ο αφέντης τους ο Πολυδάμας πρώτος κι' έτρεξε ναν τα πιάσει έφτύς. Και τότες στον Αστύνο 455 τάδωκε, στου Πρωτιά το γιο, και τούπε και ξανάπε νάχει τα μάτια τέσσερα κι' αλάργα να μη στέκει· κι' ο ίδιος πάει τους μπροστινούς και ξανασμίγει πάλι.
Κι' ο Τέφκρος βγάζει δέφτερη σαΐτα να τραβήξει στον Έχτορα, και θάπαβε τη μάχη ομπρός στα πλοία αν τον βαρούσε πούτανε το πιο γερό κοντάρι. 460 Μα τον Διός δε γέλασε το μάτι, π' αγρυπνούσε μην πάθει ο Έχτορας, κι' αφτή τη δόξα δεν τ' αφίνει, Μον την καλόστριφτη του σπάει χορδή του στο δοξάρι καθώς τραβούσε απάνου του. Και πάει στραβά η σαΐτα, κι' όξω απ' το χέρι τούπεσε το λυγιστό δοξάρι. 465