Part 17
Εκεί όμως να! ο αψέγαδος σιμώνει Πολυδάμας 60 τον αντριωμένονε Έχτορα και λέει αφτά τα λόγια «Έχτορα κι' οι λοιποί αρχηγοί των Τρώων και βοηθώνε, τρελά λαλούμε διάμεσα του χαντακιού τ' αμάξια· μα αφτό σα ζόρικο πολύ ναν το διαβείς, τι απάνου παλούκια στέκουν μυτερά, κι' έχει τειχί παρέκει. 64 Καλά, αν ο Δίας τους μισεί και βούλεται ως στο τέλος 67 να χαντακώνει τους οχτρούς και να βοηθάει τους Τρώες — ναι εγώ και τώρα θάθελα αφτό να γίνει αμέσως, άχναρος να χαθεί ο οχτρός στην Τροία, αλάργα απ' τ' Άργος — 70 μα αν πόδα ομπρός γυρίσουνε και γίνει απ' τα καράβια αντιδιωγμός και μπλέξουμε μες στο σκαφτό χαντάκι, τότες θαρρώ και μηνητής πως πίσω δε θα φτάσει στο κάστρο πια, όταν ο οχτρός στραφεί και μας νικήσει. Μον τώρα ελάτε, κι' ότι εγώ σας πω ας το κάνουμε όλοι. 75 Τ' άλογα στο χαντάκι ομπρός οι παραγιοί ας βαστάξουν, κι' εμείς πεζοί με τ' άρματα παραταγμένοι ας πάμε μαζί όλοι με τον Έχτορα αχώριστοι· οι Αργίτες δε θα σταθούν αν πια θεών τους κυνηγάει κατάρα.»
Είπε κι' εκείνου τ' άρεσε ο γνωστικός ο λόγος, 80 και πήδησε απ' τ' αμάξι εφτύς αρματωμένος χάμου. Μηδέ έμειναν κι' οι άλλοι εκεί παραταγμένοι Τρώες στ' αμάξια μέσα, μον πηδούν όξω όλοι σαν τον είδαν.
Τότε οι κοσμάκουστοι βοηθοί κι' οι άλλοι οι Τρώες όλοι 108 την άκουσαν τ' αψέγαδου τη γνώμη Πολυδάμα· μα ο Άσος, του Αρτάκου ο γιος, ο στρατηγός των Τρώων, 110 ν' αφίσει εκεί δεν ήθελε τον παραγιό και τ' άτια, μον με τ' αμάξι πέρασε. Μηδέ τα φύλλα βρήκε 120 σφιχτοκλεισμένα του πορτιού μήτε βαλτό το σύρτη, Μον τα κρατούσανε ανοιχτά, μήπως γλυτώσουν ίσως κάνα συντρόφι πούτρεχε οχ τη σφαγή στα πλοία. Μάτιαζε εκεί ίσα κι' έτρεχε, κι' οι άλλοι ακολουθούσαν φρικτά αλυχτώντας· τι έλεγαν πως πια δε θα βαστάξουν 125 οι Δαναοί, μον στα γοργά θα πέσουν μέσα πλοία... λωλοί, γιατί ήβραν στο πορτί διο πρώτα παλικάρια, κονταριστάδων Λαπιθών παιδιά καμαρωμένα, τον ένα του Περίθου γιο, τον άξιο Πολυποίτη, κι' άλλον το Λιοντάρα, άτρομο σαν Άρη θνητοφάγο. 130 Αφτοί στ' αψηλοπόρτι ομπρός στηθήκανε, όπως στέκουν απάνου γιγαντόκορφες βελανιδιές στα όρη, που πάσα μέρα σε βροχές αντέχουν και σ' ανέμους, τι ρίζες έχουν θέμελα μεγάλες απλωμένες· 134 έτσι τον Άσο πρόσμεναν και βήμα δεν κουνούσαν, 136 σαν που τους γκάρδιωνε η αντριά κι' απάνουθε οι συντρόφοι. 153
Τι εκείνοι απ' τα καλόχτιστα πυργιά πετροβολούσαν κοτρώνες, διαφεντέβοντας το στόλο το πετσί τους 155 και τα καλύβια. Κι' έπεφταν οι πέτρες σαν τολούπες, π' ανεμοζάλη, σείνοντας ανταρωμένα γνέφια, χύνει πυκνές απάς στης γης κάθε βοσκή και κάμπο· έτσι έβρεχε απ' των Αχαιών τα χέρια και των Τρώων βαριές κοτρώνες, και μ' αχό ξερόνε απ' τα λιθάρια 160 τα κράνα γύρω βούηζαν κι' οι στρογγυλές ασπίδες.
Τότε είταν που ξεφώνισε τα γόνατα χτυπώντας, κι' έτσι είπε και βλαστήμησε του Αρτάκου ο γιος ο Άσος «Δία πατέρα, να λοιπόν! κι' εσύ πλασμένος ψέφτης ως στο μεδούλι! Τι είπα δα εγώ πως οι Αργίτες 165 δε θα βαστάξουν την ορμή και τ' άπιαστά μας χέρια· μα τώρα αφτοί σα μέλισσες, που απάς στο μονοπάτι — ή σφήκες παρδαλόκορμες — φωλιάζουν, μηδ' αφίνουν στιγμή τις βαθουλές φωλιές, μον στέκουν και κεντρώνουν τους κυνηγούς τους, θέλοντας να σώσουν τα μικρά τους· 170 έτσι κι' αφτοί, κιας είναι διο, οχ το πορτί δε θέλουν να τραβηχτούν, πριν πέσουνε ή πριν ξαπλώσουν άλλους.»
Είπε, μα του Διός του νου δεν πείθει αφτά λαλώντας, γιατί η καρδιά τον Έχτορα του ζήταε να δοξάσει. 174
Τότες εκεί το Δάμασο ο άξιος Πολυποίτης 182 μέσα απ' το χαλκομάγουλο τον ακοντίζει κράνος· και δεν αμπόδισε ο χαλκός, μον πέρα ως πέρα ο στόκος με την ορμή του ξέσκισε το κόκκαλα, και λιώμα 185 μέσα όλος τούγινε ο μιαλός και τούκοψε τη φόρα· κατόπι και τον Όρμενο ξαρμάτωσε και Πύλο. Κι' ο αντριωμένος Λιονταράς γιο σφάζει τ' Αντιμάχου με τ' όπλο, τον Απόμαχο, χτυπώντας τον στη ζώνη· απέ ξαμώνει τη βαριά απ' το φηκάρι σπάθα, 190 κι ορμώντας μέσα απ' το σωρό, τον Αντιφάτη πρώτα από κοντά τρυπάει — κι' αφτός ανάσκελα ήρθε κάτου — έπειτα και το Γιαμενό το Μένο τον Ορέστη, όλους τους στρώνει απανωτούς στη γης την καρποδότρα.
Κι' ενόσω αφτοί τούς άρπαζαν τ' αστραφτερά άρματά τους, 195 τότε όσοι νιοι τον Έχτορα στην έφοδο ακλουθούσαν, που πιο πολλοί είταν κι' άτρομοι και το τειχί να σπάσουν πρώτοι ήθελαν και με φωτιά να κάψουν τα καράβια, αφτοί έστεκαν σα δίγνωμοι μπρος στο χαντάκι ακόμα. Τι ενώ ζητούσαν να διαβούν, να! απ' τα ζερβά τούς βγήκε 200 κακό όρνιο, αψηλοπέταχτος αητός, κρατώντας φίδι στα νύχια κόκκινο χοντρό, που ζωντανό έτσι ακόμα σπαρτάριζε μα την αντριά δεν είχε χάσει ωστόσο· τι ενώ το βάσταε, πίσω αφτό γυρνάει κι' εκεί στο στήθος 204 τον τρώει, στα πλάγια του λαιμού, κι' αφτός μακριά του χάμου τ' αμόλησε μες στου στρατού, σαν πόνεσε, τη μέση, και πήρε δρόμο — κρώζοντας — με τ' αγεριού το χνώτο. Πάγωσαν όλοι ιδόντας το το πλουμισμένο φίδι χάμου στη μέση, του Διός του αστραπεφτή σημάδι.
Τότες αμέσως σίμωσε ο άξιος Πολυδάμας 210 τον αντριωμένονε Έχτορα· και τούπε αφτά τα λόγια «Έχτορα, πάντα, όταν μιλώ, σαν κάπως μ' αποπαίρνεις, κιάς λέω σωστά, τι τάχας μου μηδέ τεριάζει, εγώ όντας απλός πολίτης, σε βουλές ή μάχες ν' αντιστέκω· χρέος μου λες να σέβουμαι τους ορισμούς σου πάντα.
Πάλι όμως τώρα θαν το πω το τι θαρρώ συφέρνει. 215 Μην πάμε να χτυπήσουμε των Αχαιών τα πλοία· τι έτσι φοβάμαι θα μας βγει, αν τ' όρνιο αφτό, όπως τόδες, απ' τα ζερβά μας φάνηκε σαν είταν να διαβούμε, κακό όρνιο, αψηλοπέταχτος αητός, κρατώντας φίδι
στα νύχια κόκκινο χοντρό, που μέσα του είχε ακόμα 220 ζωή, μα τόρηξ' άξαφνα πριν φτάσει ως στη φωλιά του, μήτε να πάει κατόρθωσε στ' αητούδια ναν το δώκει· έτσι κι' εμείς, κι' αν σπάσουμε τειχί και καστροπόρτι με την ορμή μας κι' οι οχτροί κωλώσουν, μα με χάλια τον ίδιο δρόμο θάρθουμε οχ τα καράβια πίσω. 225 Κι' ίσως πολλούς αφίσουμε δικούς μας, που οι Αργίτες. τα πλοία διαφεντέβοντας, με το χαλκό θα σφάξουν. Να, μαντολόγο αν ξέταζες, τι θα σου πει, αν κατέχει από σημάδια θεϊκά κι' αληθινό τον ξέρουν.»
Τότες ο Έχτορας λοξά τον κοίταξε και τούπε 230 «Τώρα όσα, Πολυδάμα, λες δεν είναι φίλου λόγια. Σου ξέρει κι' άλλη πιο καλή να κόψει ο νους σου γνώμη. Μα αν τέτιο λόγο αληθινά τον λες με τα σωστά σου, τότες θα πει οι αθάνατοι πως σ' έχουν ξεμωράνει, που εδώ μου ψέλνεις ορισμούς του Δία ν' αστοχήσω 235 και κάλια θες εγώ πουλιά κι' αητούς μ' οργιά φτερούγες ν' ακούσω... που δεν τους ψηφάω, στο νου μου δεν τους βάνω, θένε δεξά ας πηγαίνουνε όθε ανατέλνει ο ήλιος, θένε ζερβά, κατάισα κατά τη μάβρη δύση. 240 Εμείς τη γνώμη του Διός ν' ακούμε πρέπει, π' όλους ορίζει αθρώπους και θεούς. Ένα πουλί είναι απ' όλα το πιο καλό, να πολεμάς για τη γλυκιά πατρίδα. Τι τάχα εσύ τον πόλεμο φοβάσαι και τους φόνους; Τι κι' αν οι άλλοι πέφτουμε με τις χιλιάδες όλοι 245 στα πλοία ομπρός, μα φόβο εσύ να σκοτωθείς δεν έχει, τι είναι η καρδιά σου απόλεμη, δειλιάζει αν δει κοντάρι. Μα άκου, απ' τη μάχη αν τραβηχτείς ή πας και ξελογιάσεις κάνα άλλονε κι' οχ τη σφαγή τόνε γυρίσεις πίσω, σ' έφαγα εφτύς καρφώνοντας μες στην καρδιά σου τ' όπλο.» 250
Είπε και κίνησε μπροστά, κι' οι άλλοι ακολουθούσαν με χλαλοή που κούφαινε. Κι' ανεμοζάλη ο Δίας οχ' τα βουνά τους έστειλε της Ίδας, που στα πλοία φύσαε γραμμή τον κουρνιαχτό, και ζάβωνε τα μάτια των Αχαιών μα πλήθαινε τη δύναμη των Τρώων. 255 Απ' τα σημάδια του έτσι αφτά κι' απ' την αντριά τους θάρρος πήραν, και το τρανό τειχί να σπάσουν προσπαθούσαν. Τραβούσαν πυργαγκώναρα και γκρέμιζαν μπροστήθια, τα προβαλμένα μόχλεβαν στηρίδια, που οι Αργίτες τάστησαν πρώτα μες στη γη για να βαστούν τους πύργους. 260 Αφτά τραβούσαν, κι' όλπιζαν των Αχαιών το κάστρο να σπάσουν· όμως βήμα αφτοί δε σάλεβαν ακόμα, Μον τα μπροστήθια φράζοντας μ' ασπίδες βοϊδοπέτσες χτυπούσαν τον οχτρό από κει καθώς ορμούσε απάνου. 264
Μα δε θα σπούσε ο Έχτορας κι' οι αλογάδες Τρώες 290 τότες ακόμα το πορτί και το μακρύ το σύρτη, να μη θε στείλει στους οχτρούς απάνου τότε ο Δίας, σα μες σε βόδια λέοντα, το Σαρπηδό το γιο του. Αμέσως την ολόιση πρόβαλε ομπρός του ασπίδα, ώρια χαλκένια χτυπητή, π' ένας χαλκιάς με τέχνη 295 τη χτύπησε, και σ' απλωτά χρυσά ραβδιά από μέσα πολλά 'ραψε βοϊδόπετσα τριγύρω στο στεφάνι· αφτή κρατώντας μπρόστηθα, διο παίζοντας κοντάρια, κινάει σα λαγκαδόθρεφτο λιοντάρι που του λείψει καιρό το κριάς, κι' η άφοβη του λέει καρδιά του κριάρια 300 να δοκιμάσει κι' αν μαντρί γερό 'ναι να πατήσει· σαν έτσι τότες πύρωσε το Σαρπηδό η καρδιά του, 307 πηδώντας τότες στο τειχί να σπάσει τα μπροστήθια.
Κι' εφτύς το Γλάφκο φώναξε και τούπε αφτά τα λόγια «Γλάφκο, τι τάχα στη Λυκιά εμάς τιμούν πιο πρώτα 310 με κρέατα και με πρωτιά και ξέχειλο ως απάνου ποτήρια, κι' όλοι σα θεούς στα μάτια μάς θωρούνε; Εκεί τρανό χαιρόμαστε μετόχι απάς στου Ξάνθου τις άκρες, πλούσιο σε φυτιά και κάμπο σταροδότη. Τώρα για αφτό να στέκουμε μάς πρέπει με τους πρώτους 315 και με τους πρώτους στη φωτιά να μπαίνουμε της μάχης, που τέτια και να πει κανείς χαλκόφραχτος Λυκιώτης Όχι! εκεί πέρα στη Λυκιά ανάξια δεν ορίζουν οι βασιλιάδες μας εμάς, και τρων παχιά θρεφτάρια ή διαλεχτό τραβούν κρασί γλυκόπιοτο, μον έχουν 320 κι' αντριά λαμπρή, τι πολεμούν μες στη σειρά των πρώτων.' Μα, αδρέφι, αν είταν απ' αφτή τη μάχη να σωθούμε και να μη δούμε πια ποτές γεράματα και χάρο, τότες κι' εγώ δε θάτρεχα μπροστά να πολεμήσω μήτε κι' εσένα θάστελνα στη δοξοδότρα μάχη· 325 μα τώρα αφού μας καρτερούν κι' έτσι θανάτου τύχες χίλιες, που δε μπορεί κανείς θνητός ναν τους γλυτώσει, πάμε, ή να δώσουμε τιμή ή και στους διο μας άλλος.»
Είπε, κι' ο Γλάφκος άκουσε με προθυμιά το λόγο, κι' όρμησαν ίσα, τον πυκνό στρατό τους οδηγώντας. 330
Και σαν τους είδε ο Μενεστιάς, του κόπηκε το αίμα, τι αφτόν να σβύσουν έτρεχαν και στο πυργί του ορμούσαν, και το τειχί ζερβόδεξα κοιτάζει, μήπως δει ίσως κάνα αρχηγό π' οχ τα δεινά τους άντρες ναν του σώσει. Εκεί είδε τους διο Αίιδες τους μαχολιμασμένους 335 πούστεκαν — και τον Τέφκρο εκεί π' ότι ήρθε οχ την καλύβα — κοντά· μα πού να φώναζε και ν' ακουστεί η φωνή του! τόση βουή είταν, κι' έφτανε στον ουρανό η αντάρα, καθώς βαρούσαν άπαφτα ασπίδες κράνα πόρτες· τι όρμησαν σ' όλα τα πορτιά, κι' ομπρός τους πλήθος Τρώες 340 ναν τις γκρεμίσουν πάσκιζαν με ζόρι και να μπούνε.
Κι' έστειλε εφτύς στους Αίιδες τον κράχτη του το Θότη «Ξεκίνα, Θότη θεϊκέ, τον Αία τρέξε κράξ' τον — ας έρθουν μάλιστα κι' οι διο — πες τους πως κάλια οι διο τους νάρθουν, τι γλήγορα άσκημη θα δούμε εδώ φουρτούνα· 345 τι έτσι οι Λυκιώτες αρχηγοί μας έσφιξαν, που αιώνια μες στις σφαγές σα σίφουνας τα πάντα συνεπαίρνουν. Μα αν κόρωσε κι' εκεί η δουλιά και πολεμούν, μα ας έρθει μονάχος ο παλικαράς καν γιος του Τελαμώνα, κι' αντάμα ο Τέφκρος που καλά κατέχει από δοξάρια.» 350
Είπε, κι' ο κράχτης άκουσε του βασιλιά το λόγο, και παίρνει δρόμο, το τειχί τρεχάτα ακολουθώντας, έπειτα ομπρός στους Αίιδες πάει στέκει και τους κάνει «Αίιδες, των χαλκόφραχτων αρχόντοι Δαναώνε, ο γιος του θεογέννητου του Πετεού σας κράζει 355 να πάτε εκεί, και μια σταλιά στη μάχη να βοηθήστε — μάλιστα αν γίνεται κι' οι διο — καλυτέρα κι' οι διο σας να πάτε, τι άσκημη θα δουν γλήγορα εκεί φουρτούνα, τι έτσι οι Λυκιώτες αρχηγοί τον έσφιξαν, που αιώνια μες στις σφαγές σα σίφουνας τα πάντα συνεπαίρνουν. 360 Μα αν κόρωσε κι' εδώ η δουλιά και πολεμάτε, ας έρθει και μόνος ο παλικαράς καν γιος του Τελαμώνα, κι' αντάμα ο Τέφκρος που καλά κατέχει από δοξάρια.»
Είπε, κι' εκείνος έστρεξε, ο γιγαντένιος Αίας, και λέει του συνονόματου διο φτερωμένα λόγια 365 «Αδρέφι, οι διο σας τώρα, εσύ κι' ο άξιος Λυκομήδης, βαστάτε εδώ και δίνενε καρδιά στα παλικάρια να πολεμούν μ' απόφαση, κι' εγώ θα τρέξω πέρα ναν τους βοηθήσω στη σφαγή· μα πάλι θα γυρίσω γλήγορος σαν τους σώσω πριν και φόβο πια δεν έχει.»
Έτσι είπε ο Αίας κι' έσυρε, κι' αντάμα πήγε ο Τέφκρος 370 ο αδερφός του απ' άλληνε μητέρα και μαζί τους ο Πάντης με το λυγιστό του Τέφκρου πάει δοξάρι. Κι' ότι έφτασαν στου Μενεστιά τον πύργο ροβολώντας μέσα απ' το κάστρο — και δεινά τους ήβρανε σφιγμένους — να! τότε οι άλλοι σα θολή τις πολεμίστρες μπόρα 375 ανέβαιναν, των Λυκιωτών οι στρατηγοί κι' αρχόντοι· μα αφτοί τούς πέφτουν σα θεριά και το πελέκι αρχίζει.
Πρώτος νομάτο σκότωσε ο αντριωμένος Αίας το λιονταρόψυχο Επικλή, του Σαρπηδού συντρόφι, ρήχνοντας πλάκα, π' άξυστη μεγάλη, απάνου απάνου 380 κοίτουνταν μέσα απ' το τειχί κοντά στην πολεμίστρα. Τέτια έφκολα δεν κουβαλάει, όσο γερός κι' αν είναι, με διο του χέρια άντρας θνητός σαν τους θνητούς τούς τώρα· μα μ' ένα αφτός τη σήκωνε. Και ρήχνοντάς την σπα του το κράνο το χαλκόσκαρο, και θρούβαλα του κάνει της κεφαλής τα κόκκαλα χωρίς μισό ν' αφίσει. 385 Και χάμου εκείνος έπεσε απ' τον ολόρθο πύργο σα βουτηχτής, κι' οχ το κορμί φτερούγιασε η ψυχή του.
Κι' ο Τέφκρος τον Ατρόμητο γιο τ' Απολόχου Γλάφκο με τη σαΐτα, ενώτρεχε στ' αψηλοπύργι απάνου, τον κάρφωσε εκεί πούδε τον μ' αφύλαχτο βραχιόνι, και τούκοψε την προθυμιά. Κι' αφτός κλεφτά οχ τον πύργο 390 πίσω πηδάει, μην τόνε δει κάνα Αχαιού το μάτι πως έφαγε λαβωματιά και παινεσές φωνάξει. Τούρθε κακό του Σαρπηδού που τούφεβγε έτσι ο βλάμης, άμα τον είδε· μα έμεινε ν' αγωνιστεί και μόνος, και καθώς είδε τον Αλκμά του μπήγει το κοντάρι κι' όξω το σέρνει· τότε αφτός τ' όπλο ακλουθώντας πέφτει 395 μπρούμτα, κι' αχεί η χαλκόπλουμη τριγύρω αρματωσά του. Τότε άρπαξε με τη γερή χερούκλα το μπροστήθι και τράβαε, κι' έπεσε όλο του ως πέρα, και του κάστρου άνοιξε δρόμο σε πολλούς γυμνώνοντάς του απάνου.
Όμως αφτόνε οι διο αδερφοί ενώθηκαν, κι' ο ένας 400 τον σαϊτέβει στο λαμπρό λουρί της αντροσώστρας γύρω στα στήθια ασπίδας του — μα απ' το παιδί του ο Δίας διώχνει το χάρο, μη σφαχτεί σιμά στ' ακροκαράβια — κι' ο Αίας την ασπίδα ορμάει και του τρυπάει, μα μέσα δε μπήκε η μύτη, μοναχά τον άμπωξε ενώ ορμούσε. 405 Έτσι λιγάκι κώλωσε οχ το τειχί, μα πάλι δεν τράβαε χέρι, τι η καρδιά τη νίκη του διψούσε.
Γύρισε τότες κι' έκραξε στων Λυκιωτών τ' ασκέρι «Λυκιώτες, τι έτσι τη σκληρή αναμελάτε μάχη; Δύσκολο μόνος, βρε παιδιά, κιας είμαι παλικάρι, 410 να σπάσω κάστρο, και στρατί ν' ανοίξω ως τα καράβια. Μον όλοι ομπρός! τι πιο η δουλιά των πιο πολλώνε αξίζει.»
Είπε, κι' αφτοί σεβάστηκαν την προσταγή τ' αφέντη κι' όλοι μαζί του πλάκωσαν με πιο μεγάλο πείσμα. 414 Μα κι' έτσι που τους Αχαιούς ναν τους τσακίσουν πίσω! 432 Μον στέκανε όπως ζυγαριά της τίμιας στέκει αργάτρας, που έχοντας ζύγι και μαλλιά ζερβόδεξα ισοζιάζει σωστά, τι θέλει το ψωμί να βγάλει των παιδιών της· 435 έτσι ίσα αφτών είχε απλωθεί ο πόλεμος κι' η μάχη, ως πούδωκε του Έχτορα ο Δίας πιο μεγάλη τέλος τιμή, και πήδηξε μέσα στο κάστρο πρώτος.
Έσκουξε τότες, κι' η φωνή αχούσε απ' άκρη ως άκρη «Τρώες, ομπρός, λιοντόκαρδοι! Των Αχαιών το κάστρο 440 σπάστε το, και θεόκαφτη βάλτε φωτιά στα πλοία!»
Έτσι τους πύρωσε, κι' αφτοί κάνουν αφτιά κι' ακούνε, κι' όλοι ενωμένοι ομπρός τραβάν μες στο τειχί να μπούνε. Κι' ενόσω απ' τ' αγκωνάρια αφτοί σκαρφάλωναν κρατώντας κοντάρια χαλκοτρόχιστα, να! ο Έχτορας μια πέτρα 445 αρπάει και φέρνει, πούστεκε εκεί μπροστά στην πόρτα, . χοντρή με μυτερή κορφή· τέτια από χάμου πέτρα γεροί διο αργάτες έφκολα δεν τη φορτώνουν τώρα μέσα σε κάρο, όμως αφτός τη χόρεβε και μόνος. 449 Πώς ο τσοπάνης έφκολα κριαριού κουρά με τόνα 451 σηκώνει χέρι και πολύ δεν τον λυγάει το βάρος, έτσι την πέτρα σήκωσε, και στις σανίδες ίσα πήγε, στις φράχτρες της μπασιάς, μαστροσφιγμένες στέριες αψηλοδίφυλλες, που διο απανωτοί από μέσα 455 σύρτες τις κλιούσαν με μονό καρφί συγκρατημένοι. Και πήγε στάθηκε σιμά και μες τη μέση μ' άχτι τις χτύπησε, ριζώνοντας τα σκέλια που η ρηξά του να κάνει θρήνος, και τους διο τους τσάκισε ρεζέδες. Μέσα απ' το βάρος έπεσε η πέτρα, και τριγύρω βούηξε η πόρτα δυνατά· κι' οι σύρτες δεν αντέχουν, 460 Μον σπάει η ξυλική άλλη αλλού με την ορμή της πέτρας. Πήδηξε τότε ο φοβερός γιος του Πριάμου μέσα μ' όψη άγρια σα γοργής Νυχτός — και ξάστραφτε απ' το σκιάχτη χαλκό που φόραε στο κορμί — βαστώντας διο κοντάρια μέσα στις χούφτες του. Κανείς, νάθε προβάλει ομπρός του, 465 δεν τον σταμάταε εξόν θεός την ώρα που πηδούσε μες στη μπασιά, και λες φωτιές τα μάτια του πετούσαν. Γύρισε τότες κι' έκραξε προς το στρατό των Τρώων να μπούνε απάνου απ' το τειχί· κι' εκείνοι ακούν το λόγο, κι' άλλοι από πάνου μονομιάς πηδούσαν, άλλοι πάλι χύνουνταν μέσα απ' τη μπασιά. Σκορπούν τότε οι Αργίτες 470 κατά τα πλοία εδώ κι' εκεί, και γόνα πήγε ο κρότος.
Ν -
Ξ
Εκεί να! ακούει, κιας έπινε, ο Νέστορας τα ζήτω, και στ' Ασκληπιού λαλεί το γιο διο φτερωμένα λόγια «Σκέψου, τι λες να κάνουμε, Μαχά θεοσπαρμένε. Σαν πιο μεγάλο σάλαγο τώρα αγρικάω απ' τη μάχη. Μον κάθου εδώ του λόγου σου κι' ήσυχος πίνε μόνος, 5 ως να ζεστάνει ένα λουτρό η λυγερή Εκαμήδη θερμό, και της πικρής πληγής το αίμας να ξεπλύνει· τι τρέχει, εγώ στο ξέφαντο θα πεταχτώ να μάθω.»
Έτσι είπε, και του γιου του εφτύς του Θρασυμήδη παίρνει στέρια μια ασπίδα αστραφτερή, εκεί βαλμένη δίπλα 10 στην κόχη — τι του γέροντα την είχε ο Θρασυμήδης- και παίρνει ακρόχαλκο γερό κοντάρι ακονισμένο. Κι' όξω ότι βγήκε, απ' τη μπασιά δουλιά άχαρη ξανοίγει, τους Αχαιούς που τσάκιζαν και Τρώες καταπόδι που τους βαρούσαν· κι' είταν πια και το τειχί πεσμένο. 15 Πώς τον απέραντο γιαλό μουγκό θολώνει κύμα — τι ανέμων λάλωνε μηνάει σιφουνιαστό δρολάπι, κύμα με δίχως να κυλάει απ' τόνα ή τ' άλλο μέρος ως να κατέβει οριστικό κάνα απ' το Δία αγέρι· να πώς μελέταε ο γέροντας με σπλάχνα ανταρωμένα 20 διπλόβουλα, ή για το σωρό των Αχαιών να κάνει είτε να πάει στ' Ατριά το γιο, στο βασιλιά Αγαμέμνο. Μα αφτή η βουλή τού δόκησε σαν πιο καλή, να σύρει στο βασιλιά. Κι' οι διο στρατοί στην μάχη πελεκιούνταν με πείσμα, κι' άλιωτος χαλκός γύρω στα στήθια αχούσε 25 καθώς χτυπιούνταν με σπαθιά και δίστομα κοντάρια.
Εκεί οι θεόσπαρτοι έσμιξαν το γέρο βασιλιάδες — τι απ' τα καράβια ανέβαιναν — όσοι είταν λαβωμένοι, τ' Ατρέα ο γιος, και του Τυδιά ο γιος, και του Λαέρτη. Γιατί ως πολύ είτανε αψηλά τα πλοία τραβηγμένα 30 αλάργα απ' το μαβύ γιαλό, τι τράβηξαν στον κάμπο τα πρώτα, κι' έχτισαν τειχί σιμά στ' ακροκαράβια· τι το περγιάλι είταν πλατύ, μα δε μπορούσε κι' όλα ναν τα χωρέσει, κι' ο στρατός πολύ είταν στρυμωγμένος. Για αφτό σκαλιά τ' αράδιασαν, και γιόμισε όλη η άπλα 35 της αμμουδιάς ως πέρα εκεί που φράζανε οι διο άκρες. Εκεί οι αρχόντοι πάγαιναν συμαζωχτοί, ακουμπώντας πας στα κοντάρια, για να δουν την ταραχή, και βόγγαε μέσα η καρδιά στα στήθια τους. Εκεί απαντούν το γέρο, 39 κι' ο πρωταφέντης γιος τ' Ατριά τον φώναξε και τούπε 41 «Νέστορα, του Νηλέα γιε, των Αχαιών καμάρι, εδώ γιατί ήρθες κι' άφισες την αντροφάγα μάχη; Τρέμω το λόγο ο Έχτορας μη μας τον βγάλει αλήθια, που μια φορά φοβέρισε μιλώντας μες στους Τρώες, 45 πως οχ τα πλοία στο καστρί δε θα γυρίσει πίσω αν στάχτη δεν τα κάνει πριν κι' αν όλους δε μας σφάξει. Έτσι έλεγε, και τώρα αφτά βλέπω αληθέβουν όλα. Ω δυστυχιά, κι' οι άλλοι τους καλοπλισμένοι Αργίτες μαζί μου κρυφοχόλιασαν, και σαν τον Αχιλέα 50 δε θεν να πολεμήσουν πια για τ' ακρινά καράβια.»
Τότες του λέει ο Νέστορας, ο γέρο-αλογολάτης «Τέλιωσαν ναι έτσι αφτά όπως λες — αφτή είναι η μάβρη αλήθεια — κι' αλλιώς δεν τα τελιώνει πια μήτε ο μεγάλος Δίας· τι το τειχί πάει έπεσε, π' ολπίζαμε θα μείνει 55 κάστρο για μας απάτητο, ταμπούρι της αρμάδας, κι' αφτοί σα σκύλοι πολεμούν, με πείσμα, να μας πάρουν τα πλοία, και δε βγάζεις πια, και μια και διο αν κοιτάξεις, που πιο ο στρατός — ζερβά ή δεξά — τσακάει κακοπαθαίνει· τόσο έτσι πέφτει ανάκατα, κι' αχεί η φωνή ως στα ύψη. 60 Μα ας δούμε, αδρέφια, αφτή η δουλιά πώς να γενεί, αν μας βγάλει τίποτα η σκέψη· όμως εμείς δε γίνεται να μπούμε μες στη σφαγή, τι δε βαστάει σε μάχη ο λαβωμένος.»
Τότες του λέει τ' Ατρέα ο γιος, ο βασιλιά Αγαμέμνος «Γέρο, αφού τώρα πολεμούν ως στ' ακρινά καράβια, 65 κι' άφελο βγήκε το χτιστό τειχί και το χαντάκι που να γενεί μας παίδεψε και κρυφολπίζαμ' όλοι κάστρο θαν τόχουμε άσπαστο κι' εμείς και τα καράβια, θα πει έτσι ο παντοδύναμος το θέλει γιος του Κρόνου, άχναροι να χαθούμε εδώ αλάργα απ' την πατρίδα. 70 Τι τόξερα όταν γκαρδιακά μας βόηθαε, και το ξέρω και τώρα που έτσι σα θεούς μακαριστούς δοξάζει τους Τρώες, και τα χέρια εμάς μας κόβει και το θάρρος. Μα ελάτε, κι' ότι εγώ σας πω, αφτό ας το κάνουμ' όλοι. Ρήξτε τα πλοία στο γιαλό, τα πρώτα εκεί που στέκουν 75 κοντά στην ακροθαλασσά, και στ' ανοιχτά τραβώντας εκεί ας τ' αφίσουμε δετά στα βάρια ως που να φτάσει η νύχτα η αστροστόλιστη, αν δα και τότε αν πάψουν τη μάχη οι Τρώες· έπειτα τραβούμε κι' όλα τ' άλλα. Ντροπής δεν έχει να σωθείς, κι' αν ξεκινήσεις νύχτα.» 80
Τότες λοξά τον κοίταξε κι' είπε ο σοφός Δυσσέας 82 «Τι λόγια αφτού, τ' Ατρέα γιε, σου ξεστομίζει η γλώσσα; Δύστυχε! Κάλια ας όριζες κάνα άλλο ασκέρι — ψόφιο — όχι άντρες τέτιους σαν κι' εμάς, εμάς που ο γιος του Κρόνου 85 από παιδιά μας προίκισε σε μάχες και πολέμους να ζούμε πάντα ως στη στιγμή που θα μας φάει το χώμα. Έτσι λοιπόν, ορέγεσαι την πλατοδρόμα Τροία ν' αφίσεις π' άπειρα για αφτή βάσανα εδώ τραβούμε; Σώπα! μην τύχει σου κανείς το λόγο και σ' ακούσει, 90 λόγο που δα άντρας καθαφτός δε βγάζει έτσι οχ το στόμα ποτές του, αν ξέρει το σωστό να κατεβάσει ο νους του, τα χρέη αν ξέρει τ' αρχηγού κι' ορίζει τόσο πλήθος. 93 Μα πάει! σ' τον ξέγραψα το νου μ' αφτό το λόγο πούπες, 95 που θες την ώρα που η σφαγή κι' η μάχη βράζει ακόμα να ρήξουμε μες στο γιαλό τα πλοία και να γίνει πιο ακόμα ότι οι οχτροί ποθούν, που μας νικάνε κιόλας, και να μας συνεπάρει πια το ρέμα· τι οι Αργίτες δε θάχουν νου για πόλεμο, παρά θα παραλύσουν 100 κι' αλλού θα βλέπουν σαν τραβάς μες στο γιαλό τα πλοία. Θα δεις τότε αν μας ρήμαξε αφτή η βουλή σου, αφέντη.»
Τότε απαντάει τ' Ατρέα ο γιος, ο πρωταφέντης τ' Άργους «Βαρύς, Δυασέα, ο λόγος σου και σα μαχαίρι μπήκε μες στην καρδιά μου· μα άθελα δε θέλω εγώ οι Αργίτες 105 να ρήξουν τα καλόθρονα μες στο γιαλό καράβια. Και τώρα, πιο καλό όποιος σας ξέρει στρατί, ας μιλήσει, γέρος ή νιός· τι με χαρά το λόγο εγώ θ' ακούσω.»