Part 16
Είπε και πρώτος κίνησε, και πίσω ο Αίας, άντρας θεώνε ισάξιος. Κι' ήβρανε το σύντροφο από Τρώες τριγυρισμένο, θάλεγες τσακάλια αιματοφάγα γύρω σε διπλοκέρατη λαφίνα λαβωμένη, 475 π' απάς στα όρη κυνηγό ξεφέβγει πιλαλώντας όσο το αίμα 'ναι ζεστό και την ακούει το γόνα· όμως στερνά όταν η πικρή σαΐτα τη δαμάσει, την τρων μέσα σ' ολόσκιωτο ρουμάνι τα τσακάλια, στ' όρος απάνου· μα άξαφνα λιοντάρι αν φέρει η τύχη 480 νυχάτο, θαν τη χάψει αφτό και τα τσακάλια φέβγουν· τότε έτσι τον ατρόμητο στη μέση τους Δυσσέα Τρώες πολλοί και δυνατοί βαρούσαν, και με τ' όπλο αφτός ορμώντας πάσκιζε να σώσει το πετσί του. Μα να! μ' ασπίδα σαν πυργί προβάλνει ο Αίας δίπλα 485 και στέκει· τότε εφτύς φεβγιό άλλοι απ' αλλού οι Δαρδάνοι. Τότε ο Μενέλας τούπιασε το χέρι και τον βγάζει οχ τη σφαγή, ως που ζύγωσε ο παραγιός με τ' άτια.
Κι' ο γιος του Τελαμώνα ορμάει στους Τρώες και σκοτώνει το φημισμένο Δόρυκλο, γιο του Πριάμου νόθο, 490 έπειτα και τον Πάντοκο και Λύσαντρο καρφώνει, καρφώνει και τον Πύρασο και το γοργό Πυλάρτη. Πώς ποταμός βουνόπεφτος γιομάτος το χειμώνα ορμάει στον κάμπο, από βροχή του Δία φουσκωμένος, και πλήθος ξεροπρίναρα, και κούτσουρα 'να πλήθος, σέρνει, και πλήθος στο γιαλό θυμάρια κατεβάζει· 495 έτσι όρμαε κι' έτσι σάρωνε τον κάμπο τότε ο Αίας κι' έσφαζε αθρώπους κι' άλογα.
Κι' ο Έχτορας ακόμα δεν τόξερε, τι ολόζερβα της μάχης πολεμούσε κοντά στην ακροΣκαμαντριά, όπου κορμιά αντριωμένα πέφτανε τόσα κι' άσβυστη βουή είταν σηκωμένη 500 γύρω στο γερο-Νέστορα, στον άξιο Δομενέα. Εκεί πολέμαε ο Έχτορας, μ' αλογοσύνη κι' όπλο θάματα κάνοντας κι' αντρών θερίζοντας τους λόχους· μα βήμα ακόμα οι Δαναοί δε θα κουνούσαν πίσω, αν το Μαχά το βασιλιά εκεί π' αντραγαθούσε 505 δεν τον σταμάταε της Λενιός ο ζηλεμένος άντρας, πούστειλε τρίδοντη δεξά στον ώμο του σαΐτα. Όπου για δάφτον τρόμαξαν οι αφρισμένοι Αργίτες, μήπως τσακίσει ο πόλεμος ξανά και τον συλλάβουν, κι' εφτύς του γερο Νέστορα του κράζει ο Δομενέας 510 «Νέστορα, του Νηλέα γιε, των Αχαιών καμάρι, γλήγορα! και στ' αμάξι σου ανέβα — κι' ο Μαχάος δίπλα σου — και στα τέσσερα κατά τα πλοία χτύπα. Γιατί άθρωπος μαθές γιατρός αξίζει πλήθος άλλους· σαΐτες βγάζει, βότανα μαλαχτικά απιθώνει.» 515
Είπε, κι' ακούει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης, και μπαίνει εφτύς στ' αμάξι του — κι' ανέβηκε ο Μαχάος κοντά του, θρέμμα τ' Ασκληπιού, παράξου γιατροπόρου — και τ' άλογα βαράει· κι' αυτά με προθυμία πετούσαν προς τα καράβια του, τι εκεί να φτάσει αποθυμούσε. 520
Τότε ο Κηβριόνης ένιωσε τους Τρώες πως σκορπούσαν αμαξωμένος, στο πλεβρό του Έχτορα, και τούπε «Έχτορα, εμείς με τους οχτρούς χτυπιούμαστε εδωκάτου στην άκρη του κακόηχου πολέμου, όμως οι άλλοι Τρώες τσακάνε ανάκατοι, πεζούρα κι' αμαξάδες. 525 Ο Αίας τους στενοχωράει, ο γιος του Τελαμώνα· καλά τον ξέρω, την πλατιά φοράει στον ώμο ασπίδα. Μα εκεί ίσα ας σύρουμε κι' εμείς, που πιο πυκνό τ' ασκέρι — πεζοί κι' αμάξια — από κακή ερεθισμένη αμάχη πετσοκοπιούνται, κι' άσβυστη βουή είναι σηκωμένη.» 530
Είπε, κι' αμέσως βάρεσε τ' ασπρότριχα άλογά του με κροτολάλο καμοτσί· κι' αφτά πονώντας, πήραν και τράβηξαν στα τέσσερα τ' αλαφροδρόμο αμάξι νεκρούς πατώντας κι' άρματα, κι' όλο τ' αξόνι κάτου κι' οι αμαξόγυροι είτανε πασπαλισμένοι μ' αίμας 535 απ' τις σταλιές που των τροχών πετούσαν τα στεφάνια και τ' αλογόνυχα. Κι' αφτός μες στο σωρό να πέσει και ναν τον σπάσει βιάζουνταν, και ταραχή μεγάλη έρηξε σ' όλους, κι' άρχισε πελέκι χέρι χέρι. 539
Φόβο του Αία τούβαλε τότε ο μεγάλος Δίας. 544 Και στέκει ολόξαφνος, πετάει στη ράχη την ασπίδα, 545 κι' αφού 'δε γύρω, σα θεριό κατά το πλήθος κάνει τηρώντας πίσω, μια σταλιά γόνα περνώντας γόνα. Κι' όπως από μαντρί βοδιών ξανθότριχο λιοντάρι, διώχνουν σκυλιά και χωριανοί που ξάγρυπνοι όλη νύχτα 549 φρουρούν, κι' εκείνο θέλοντας να φάει βοϊδήσο πάχος 551 χοιμάει, μα δίχως όφελος, τι απ' αντριωμένα χέρια όπλα πολλά του πέφτουνε και κούτσουρα αναμένα στα μάτια ομπρός, που μ' όλη του την προθυμιά το σκιάζουν και πια αλαργέβει την αβγή με σπλάχνα πικραμένα· 555 τότε έτσι ο Αίας έφεβγε με στήθια πικραμένα πολλά άθελα, γιατί έτρεμε μην πάθουν τα καράβια. Πώς γάιδαρος νικάει παιδιά διαβαίνοντας χωράφι, στανιάρης και πολλά του σπουν στη ράχη του ματσούκια, και μπαίνει κόφτει τα βαθιά σπαρτά, και τα κοπέλια 560 τον κοπανούνε, μα άπλερη είναι έτσι η δύναμή τους, και μόλις πια τον διώχνουνε σαν την τυλώσει πρώτα· έτσι ακλουθούσανε το γιο του Τελαμώνα πάντα τότε οι πολύτοποι βοηθοί κι' οι αλογάδες Τρώες και την ασπίδα αδιάκοπα του ακόντιζαν στη μέση. 565 Κι' ο Αίας πότες φρόντιζε να πολεμάει γυρνώντας πίσω ξανά κι' αμπόδιζε τα τάγματα των Τρώων, ποτές γυρνούσε κι' έφεβγε· μα ως στα γοργά καράβια να προχωρήσουνε άκοποι τους έφραζε το δρόμο. 569
Μα τότε εκεί ο λεβέντης γιος τον ένιωσε του Βαίμου, 575 ο Βρύπυλος, π' απ' τις πυκνές ρηξές στενοχωριούνταν, και πάει κοντά του στέκεται και ρήχνει το κοντάρι, κι' ένα αρχηγό, τον Απισά, βαράει, το γιο του Φάψη, στο σκώτι, κάτου απ' τη σκεπή, κι' εφτύς τον χαντακώνει· έπειτα ορμάει κι' απ' τ' άρματα αρχίζει να τον γδύνει. 580 Μα τότες ο θεόμορφος μόλις τον είδε Πάρης π' αρπούσε την αρματωσά, αμέσως το δοξάρι πισωτραβάει απάνου του, και στο δεξύ μερί του με τη σαΐτα τον τρυπάει. Κι' έσπασε το καλάμι, και το μερί του βάρυνε· και λίγο λίγο πίσω προς τους συντρόφους κώλωσε για να σωθεί απ' το χάρο. 585 Έσκουξε τότες, κι' η φωνή αχούσε απ' άκρη ως άκρη «Αδρέφια, πρώτοι οπλαρχηγοί των Αχαιών κι' αρχόντοι, γυρίστε και μη φέβγετε, κι' απ' το χαμό γλυτώστε τον Αία που τον λύσσαξαν οι κονταριές. Δε θάβγει θαρρώ οχ της μάχης ζωντανός τους χτύπους. Μον τα στήθια 590 στήστε μπροστά στον Αία μας, το γιο του Τελαμώνα.»
Έτσι είπε σα λαβώθηκε. Κι' αφτοί όλοι πυκνωμένοι στέκουν σιμά του — γέρνοντας στους ώμους τις ασπίδες — μ' όρθια κοντάρια. Κι' έσμιξε ο Αίας στους συντρόφους, κι' ανάμεσό τους φτάνοντας ξαναγυρνάει και στέκει. 595
Τότε έτσι αφτοί χτυπιόντουσαν σαν πυρκαγιά αγριεμένη. Και βγάζανε οχ τον πόλεμο το γέρο τα γοργά του τα ζα δρωμένα, και μαζί το στρατηγό Μαχάο. Εκεί τον είδε κι' ένιωσε το γέρο ο Αχιλέας, τι έστεκε ομπρός στ' απλόκοιλου τρεχαντηριού την άκρη 600 θωρώντας τη βαριά δουλιά και τ' άχαρο κυνήγι· και κράζει εφτύς τον Πάτροκλο να βγει ναν του μιλήσει. Κι' εκείνας μόλις άκουσε απ' την καλύβα μέσα, βγήκε σαν Άρης... μα κακού αρχή είταν ναν του γίνει.
Και πρώτος ο παλικαράς γιος είπ3 του Μενοίτη 605 «Γιατί, Αχιλέα, μ' έκραξες; τι θες και με γυρέβεις;»
Τότε ο γοργός τ' απάντησε γιος του Πηλιά και τούπε «Γιε του Μενοίτη θεϊκέ, μυριάκριβό μου αδρέφι, τώρα θαρρώ πια οι Δαναοί στα πόδια θα μου πέσουν με περικάλια, τι ψαχνό πια αγγίζει το μαχαίρι. 610 Μον σύρε εκεί το Νέστορα κι' αρώτα, Πάτροκλέ μου, πιόν τάχα αφτόν απ' τη σφαγή να φέρνει λαβωμένο; Πίσωθε αν κρίνεις, σ' όλα του με το Μαχά λέω μιάζει, το θρέμμα τ' Ασκληπιού, μα ομπρός την όψη του δεν είδα, τι ίσα τραβώντας τ' άλογα με πέρασαν τρεχάτα.» 615
Είπε, κι' ακούει ο Πάτροκλος τα λόγια του συντρόφου κι' ίσια τρεχάτος ξεκινάει να σύρει ως στις καλύβες.
Κι' εκείνοι μόλις έφτασαν στου γέρου την καλύβα, ατοί τους πέζεψαν στη γης που θρέφει κάθε πλάσμα, κι' έλυσε τ' άτια ο παραγιός του γέροντα, ο Βρυμέδος. 620 Εκείνοι τότε απ' τα σκουτιά ξεστέγνωσαν τον ίδρο, κατά τ' αγέρι στέκοντας ομπρός στ' ακροθαλάσσι· έπειτα μέσα μπαίνουνε και στα σκαμνιά καθίζουν Τότες τους έφτιασε χυλό η όμορφη Εκαμήδη — π' απόχτησε απ' την Τένεδο ο γέρος, όταν πήρε 625 ο Αχιλέας το νησί — τ' Αρσίνου η θυγατέρα, πούχαν του γέρου οι Δαναοί χωρίσει μέσα απ' όλο το πράμα, τι είταν στη βουλή ο πιο ολωνών σοφός τους. Αφτή τους σπρώχνει πρώτα ομπρός καλόξυστο τραπέζι πανώριο ατσαλοπόδαρο, και σε ταψί χαλκένιο τους βάζει μια μελόπητα, και βάζει 'να κρομμύδι 630 προσφάι να πίνουν, και κοντά σταρόψωμο τους βάζει, βάζει κι' ολόλαμπρο καφκί πούχε απ' την Πύλο ο γέρος φερμένα χαλκοκάρφωτο, με τέσσερα φτιασμένο αφτιά, που περιστέρια διο ζερβόδεξα βοσκούσαν χρυσά στο κάθε αφτί, και διο είχε από κάτω πάτους. 635 Άλλος το κούναε δύσκολα απ' το τραπέζι αν είταν γιομάτο, μα το σήκωνε με δίχως κόπο ο γέρος. Αφτού χυλό η θεόμορφη γυναίκα ανακατέβει από κρασί Πραμνιώτικο, και μέσα γιδοτύρι ξύνει με τρίφτη χάλκινο και πασπαλά άσπρο αλέβρι. 640 Και το χυλό άμα τοίμασε, τους είπε «ελάτε πιέστε.»
Κι' αφτοί ήπιαν, κι' η πολύστεγνη σαν κόπηκέ τους δίψα κι' η ώρα διάβαινε ήσυχα με λόγια και κουβέντα, να! το κατώφλι ο Πάτροκλος πατάει, θεόμιος άντρας. Όρθιος εφτύς σηκώθηκε ο γέρος — σαν τον είδε — 645 οχ το λαμπρόφτιαστο σκαμνί, κι' απ' το δεξύ το χέρι τον πήρε και τον έμπασε και τούλεγε να κάτσει. Μα του Μενοίτη πάλι ο γιος δεν ήθελε και τούπε «Δεν κάθουμαι όχι, γέρο μου, δέν ώρα για καθήσι. Δύστροπος πάντα ο αρχηγός, και μ' έπεψε να μάθω πιος λαβωμένος είναι αφτός που φέρνεις· μα τον βλέπω 650 και τον κατέχω μόνος μου, το βασιλιά Μαχάο. Πάω τώρα, πρέπει τ' αρχηγού να δώκω τα μαντάτα. Εσύ τον ξέρεις, γέρο μου, καλά, σαν τι είναι εκείνος· δε χωρατέβει, εκεί άξαφνα του φταις χωρίς να φταίξεις.»
Τότες του κάνει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης 655 «Τι τάχα κλαίει τους Αχαιούς ο Αχιλέας έτσι και δα ρωτάει πιοι πάθανε; που καν δε βάζει ο νους του σαν τι δεινά μας πλάκωσαν! Τι οι πρώτοι από σαΐτες κι' από κοντάρια κοίτουνται στα πλοία χτυπημένοι. Σαΐτα του Τυδέα ο γιος, και κονταριά ο Δυσσέας, 660 έφαγε κονταριά κι' ο γιος, τ' Ατρέα, ο Αγαμέμνος· κι' εγώ άλλον πάλε εδώ 'φερα, αφτόν, τώρα οχ τη μάχη 663 με σαϊτιάς λαβωματιά. Ωστόσο ο Αχιλέας καρδιά 'χει, μα δε χλίβεται, δε μας πονάει κομάτι. 665 Για στέκει πια ως να καίγουνται κοντά στ' ακροθαλάσσι τα πλοία από φωτιά άσβυστη, ενώ παραλυμένους κι' εμάς μας σφάζουν σαν τραγιά; Τι εγώ — τί θες; — δεν έχω πια μες στο γέρικο κορμί το νέβρο πούχα πρώτα. Αχ νάθελ' είμουνα έτσι νιος και να βαστούσα ακόμα 670 σαν όταν πιάσαμε σπαθί εμείς με τους Ηλιώτες από βοϊδαρπαγή, κι' εγώ τον άξιο τ' Απερόχου γιο σκότωσα, τον Τυμονιά, ένα άρχοντα του τόπου, ζητώντας πίσω ξεζημιά. Τι εγώ μ' αφτό το χέρι τον κάρφωσα ενώ γλύτωνε τα βόδια του, και χάμου 675 έπεσε, κι' όλο σκόρπησε των χωριανών το πλήθος. Και πλιάτσικα με τους σωρούς μαζέψαμε οχ τον κάμπο, πενήντα βοϊδοκόπαδα, προβάτων άλλα τόσα, πενήντα χοίρων, και γιδιών πλατιά κοπάδια ως τόσα, και γλήγορα άλογα ξανθά ως εκατόν πενήντα, 680 όλα φοράδες πούθρεφαν πολλές τους και πουλάρια. Και μες σε μια νυχτιά όλα αφτά τα πήγαμε στην Πύλο ως στο καστρί. Αναγάλλιασε μέσα ο Νηλιάς στα στήθια πούμουνα τόσο τυχερός μόλις σε μάχη βγήκα. Και μόλις έφεξε η αβγή, οι κράχτες διαλαλούσαν 685 ναρθεί οπιανού στην Ήλιδα χρωστιούνταν κάπιο χρέος. Και σα μαζώχτηκαν αφτοί, τότε οι δημογερόντοι τους μοίραζαν· γιατί πολλών χρωστούσανε οι Ηλιώτες, σαν πούμαστε μια χούφτα εμείς στην Πύλο, ρημασμένοι· τι ο θεριομάχος Ηρακλής μάς ρήμαξε σαν ήρθε 690 τα χρόνια πριν, και χάθηκαν οι πιο καλοί μας όλοι. Τι είμαστε ως γιοι πριν δώδεκα του γνωστικού Νηλέα, κι' ενώ μονάχα απόμενα κι' όλοι είχαν πάει οι άλλοι. Για αφτό οι χαλκόφραχτοι Επειγοί πολύ είταν ξεπαρμένοι κι' άδικες έπαιζαν δουλιές, σαν που μας αψηφούσαν. 695 Και πήρε τότε ο γέροντας βοδιών κοπάδι, κι' άλλο μεγάλο αρνιών, διαλέγοντας τρακόσα και τσοπάνους. Τι και του γέρου μου μαθές τρανό χρωστιούνταν χρέος, τέσσερα τρεξεμιά άλογα κι' οι άμαξες που πήγαν να παραβγούν· γιατί είτανε να τρέξουν για τριπόδι, 700 μα εκεί τα κατακράτησε ο βασιλιάς Αβγείας, κι' έδιωξε απέ τον αμαξά που θρήναε τ' άλογά του. Για αφτά τα λόγια κι' έργατα ο γέρος σκυλιασμένος κράτησε τόσα, κι' έδωκε να μοιραστούνε τ' άλλα στο πλήθος, μην του πάει κανείς αδικημένος σπίτι. 705 Εμείς αφτά τα σάξαμε ένα ένα, και στο κάστρο σφάξαμε γύρω στους θεούς. Κι' εκείνοι τρίτη μέρα όλοι ήρθανε — οι πεζοί πολλοί, πολλοί κι' οι αλογάδες — σύψυχοι, και μαζί διο γιοι τ' Αχτόρου αρματωμένοι, νιοι ακόμα κι' από πόλεμο χωρίς να καλοξέρουν. 710 Κι' είναι μια χώρα, η Βούρλισσα, όρθια ραχούλα, αλάργα απάνου στο Ρουφιά, ακρινή της αμμουδάτης Πύλος· που ζώνοντάς την, τ' αλατιού ζητούσαν ναν την κάνουν. Μα αφού παντού κατέβηκαν στον κάμπο, εμάς τη νύχτα η Αθηνά οχ τον Έλυμπο γοργή ήρθε μας μηνήτρα 715 ν' αρματωθούμε, κι' άθελους δεν έμασέ μας γύρω, όλοι είμαστε ανυπόμονοι να βγούμε στο κοντάρι, Μα εμένα να οπλιστώ ο Νηλιάς δε μ' άφινε, και τ' άτια μούκρυψε, τι είπε από σφαγές πως δε σκαμπάζω ακόμα. Μα κι' έτσι εγώ όμως — και πεζός — δοξάστηκα στη μέση 720 των αμαξιών, τι η Αθηνά μούδωκε αντριά και θάρρος. Κι' έχει ένα Μίνιο ποταμό, που δίπλα της Αρήνας πάει στο γιαλό· με τ' άτια εκεί προσμέναμε να φέξει, κι' άλλοι πίσω πλάκωναν, οι λόχοι των πεζώνε. Σύψυχοι την αβγή από κει με τάξη αραδιασμένοι, 725 κρατώντας τ' άρματα, ήρθαμε ως στου Ρουφιά το ρέμα. Εκεί ώρια καίγοντας σφαχτά του παντοκράτη Δία, σφάζοντας τάβρο του Ρουφιά, του Ποσειδού άλλον τάβρο, όμως της σώστρας Αθηνάς γελάδα κουτελάτη, τότες στον κάμπο κάτσαμε να φάμε λόχοι λόχοι, 730 και κοιμηθήκαμε, όλοι μας με τ' άρματα οπλισμένοι, γύρω στο ρέμα. Τότε εκεί να! από παντού οι οχτροί μας ζώνουν τα κάστρο κι' ήθελαν κομάτια ναν το κάνουν. Μα τ' Άρη φοβερή δουλιά τους έκοψε τη φόρα· τι μόλις έφεξε τη γης ο φωτοδότης ήλιος 735 ορμούμε, Δία κι' Αθηνά περικαλώντας όλοι. Τότες στα χέρια οι Επειγοί σαν ήρθαν κι' οι Πυλιώτες, εγώ άντρα πρώτος σκότωσα και πήρα τ' άλογά του, το Μόλιο τον κονταριστή, πούταν γαμπρός τ' Αβγεία κι' είχε την πρώτη κόρη του, την καστανιά Αγαμήδη, 740 π' όσα η πλατιά φυτρώνει γης βοτάνια, τάξερ' όλα. Αφτόν εγώ, σα ζύγωνε, του μπήγω το χαλκένιο κοντάρι, και μακρύ πλατύ σ' τον στρώνω· και στ' αμάξι πήδησα εγώ και στην σειρά των πρωτομάχων μπήκα. Τότε οι λιοντόκαρδοι Επειγοί όλοι όπου φύγει φύγει 745 σκόρπησαν μόλις είδανε κι' έπεσε τέτιος άντρας, των αλογάδων αρχηγός, πούταν στις μάχες πρώτος. Ωστόσο εγώ τους μπήχτηκα σα μπόρα ανταρωμένη. Πενήντα αμάξια τσάκωσα, και γύρω στο καθένα άντρες διο δάγκασαν τη γης, απ' τ' όπλο μου σφαγμένοι. Μα και τ' Αχτόρου τα παιδιά θα κατελούσα, ανίσως 750 της γης ο σειστής Ποσειδός δεν τάσωζε οχ το φόνο, ο σπάρτης τους, με καταχνιά πολλή σκεπάζοντάς τους. Νίκη τρανή τότε έδωκε των Πυλιωτώνε ο Δίας, τι ως τόσο ομπρός τούς είχαμε μέσα απ' το πυκνοκάμπι, άντρες βαρώντας κι' άρματα μαζώνοντας πανώρια, 755 ως που το πολυκρίθαρο πάτησαν τ' άλογά μας Βουπράσι, και της Ωλενιάς το βράχο, και τ' Αλείση που λεν τη ράχη· όθε η θεά μας γύρισε πια πίσω. Εκεί στερνό άντρα σκότωσα κι' αφήκα το κυνήγι. Κι' απ' το Βουπράσι οι Αχαιοί κατά την Πύλο τότες 760 λαλούσαν πίσω τ' άλογα, δοξολογώντας όλοι το γιο του Κρόνου απ' τους θεούς, το Νέστορα απ' τους άντρες. Έτσι είμουν, νιος κι' αν είμουνα! Μα απ' τ' Αχιλιά τη νιότη ψυχή στον κόσμο δε θα δει σταλιά καλό. Μα ας είναι! μετανιωμένος και πικρά θα κλάψει σα χαθούμε. Όμως, αδρέφι, εσένα αφτά σου σύσταινε ο Μενοίτης 765 τότες που σ' έστελνε οχ τη Φτιά να πας στον Αγαμέμνο, κι' είμαστε μέσα εμείς, εγώ κι' ο θεϊκός Δυσσέας, κι' όλα καλά τ' ακούγαμε σα σ' τάλεγε στον πύργο. Τι ήρθαμε στου Πηλέα οι διο τ' αρχοντικό, ζητώντας στρατό μες στην πολύβοσκη να μάσουμε Αχαιΐδα. 770 Μέσα λοιπόν εκεί ήβραμε τον αρχηγό Μενοίτη, ήβραμε εσένα, κι' έστεκε σιμά σου ο Αχιλέας. Τότε ο Πηλιάς μες στης αβλής τον πυργοφράχτη μπούτια έψαινε πρόσπαχα βοδιών στο βροντορήχτη Δία, κι' ένα ποτήρι ολόχρυσο στα χέρια του κρατώντας, ξανθό κρασί σαν ψαίνουνταν τα μπούτια περεχούσε. 775 Κι' εσείς το κριάς φροντίζατε, μα στη μπασιά να! οι διο μας σταθήκαμε. Όρθιος τότε εκεί πετάχτη ο Αχιλέας σαν ξαφνισμένος, κι' έτρεξε κι' απ' το δεξύ το χέρι μας πήρε μέσα στην αβλή, να κάτσουμε μας είπε, μας φίλεψε όλα τα καλά που συνηθούν με ξένους. Κι' αφού χαρήκαμε καλά το φαγοπότι, πιάνω 780 το λόγο εγώ, και νάρθετε σας έλεγα μαζί μας. Εσείς πολύ το θέλατε, κι' αμέσως τότε εκείνοι, κι' οι διο οι γερόντοι, αρχίνησαν πολλά να δασκαλέβουν. Το γιό του ο γέρος ξόρκιζε, ο βασιλιάς Πηλέας, πάντα στη μάχη ατρόμητος κι' απ' όλους νάναι πρώτος, μα εσένα αφτά τ' Αχτόρου ο γιος σου σύσταινε, ο Μενοίτης 785 'Παιδί μου, του Πηλέα ο γιος στην αρχοντιά 'ναι ο πρώτος, στα χρόνια εσύ· μα αν πεις αντριά, πολύ πιο αξίζει εκείνος. Μα αρμήνεβέ τον όμοφα, την ίσια στράτα δείχνε, δώστ' του μια γνώμη· και πια αφτός επί καλού ας σ' ακούει. Έτσι έλεγε, μα εσύ ξεχνάς. Όμως και τώρα ακόμα 790 ίσως σ' ακούσει αν του τα πεις του φρόνιμου Αχιλέα. :Πιος ξέρει το — πρώτα οι θεοί! — τα σπλάχνα αν δεν τ' αγγίξει η συβουλή σου· η συβουλή καλή είναι του συντρόφου. Μα αν την καρδιά του ίσως καμιά μαντολογιά δειλιάζει, καμιά αν του ξέρει η σεβαστή μητέρα του απ' το Δία, 795 μα ας στείλει εσένα, και μαζί ας βγει και τ' άλλο πλήθος των Μυρμιδόνων, μήπως δει μια στάλα φως τ' ασκέρι. Και πες του τα λαμπρά άρματα, σα βγεις, να σου δανείσει, μήπως θαρρώντας οι οχτροί πως είσαι τάχα εκείνος σταθούν, κι' έτσι ανασάνουνε οι αντριωμένοι Αργίτες 800 πούλιωσαν πιά· τι λιγοστή απ' τη σφαγή είναι ανάσα. Έφκολα ακούραστος λαός πολεμοκουρασμένους θα διώξει κατά το καστρί αλάργα απ' τις καλύβες.»
Έτσι είπε, και του τ' άγγιξε τα σπλάχνα μες στα στήθια, και ξεκινάει απ' τα πλοία ομπρός να πάει στον Αχιλέα 805 τρεχάτος. Κι' όταν έφτασε στου θεϊκού Δυσσέα το τρεχαντήρι, οπούκαναν τις συντυχιές και δίκες κι' οπούχανε και τους βωμούς χτισμένα των θεώνε, να! άξαφνα ομπρός του ο Βρύπυλος, του Βαίμου θεοπαίδι, από τη μάχη, στο μερί σαϊτολαβωμένος, 810 προβάλλει εκεί κουτσαίνοντας, και κρύος τούτρεχ' ίδρος κάτου οχ τα ραχοκέφαλα, κι' απ' τη βαθιά πληγή του ανάβρυζε αίμας μελανό, μα ο νους του βάσταε ακόμα. Και σαν τον είδε ο άφοβος του γέρου γιος Μενοίτη, τον πόνεσε και λόγια διο του μίλησε θρηνώντας 815 «Α δύστυχοι, των Αχαιών οπλαρχηγοί κι' αρχόντοι, έτσι λοιπόν σας μέλλουνταν, αλάργα από πατρίδα και φίλους, μ' άσπρο πάχος σας εδώ όρνια να χορτάστε. Μον έλα πες μου Βρύπυλε, θεόσπαρτε αρχηγέ μου, τι λες, στον Έχτορα άραγες θ' αντισταθούνε ακόμα, 820 ή θα χαθούν πια οι Δαναοί σφαγμένοι απ' το σπαθί του;»
Τότε απαντάει ο Βρύπυλος, ο λαβωμένος άντρας «Όχι, άρχοντά μου Πάτροκλε, ολπίδα πια οι Αργίτες δεν έχουν, μον μες στα γοργά θα πέσουνε καράβια· γιατί όλοι εκείνοι, όσοι είταν πριν οι πιο καλοί μας, όλοι 825 σακατεμένοι κοίτουνται στα πλοία από κοντάρι ή σπάθα οχτρών, και πάντα αφτών πληθαίνει η δύναμη τους. Μα εμένα γλύτωσέ με εσύ και σύρε με στο πλοίο, και κόψε μου όξω οχ το μερί τη φτερωτή σαΐτα, με σύχλιο ξέπλυνε νερό το αίμας, και βοτάνια 830 βάλε καλά μαλαχτικά, π' ο άξιος Αχιλέας λεν σ' τάμαθε και που κι' αφτόν λεν έχει μαθημένα ο Χείρωνας, ο πιο πραγύς απ' τους Κεντάβρους όλους. Τι ο Ποδαλείρης ο γιατρός κι' ο γιατρεφτής Μαχάος, ο ένας με πληγή θαρρώ πως χάμου στην καλύβα κοίτεται θέλοντας γιατρό κι' ατός του κατεχάρη· 835 στον κάμπο ο άλλος σταματάει των Τρώων το γιουρούσι..»
Τότες του λέει ο Πάτροκλος, ο ξακουστός λεβέντης «Σαν πώς να κάνουμε, αρχηγέ; πώς και τα διο να γίνουν; Πρέπει να πάω 'να λόγονε να πω στον Αχιλέα π' ο γέρος μού παράγγειλε, ο βασιλιάς της Πύλος· 840 μα κι' έτσι δε σ' άφίνω εγώ να σε παιδέβει ο πόνος.»
Είπε, και στην καλύβα του τον πάει, σηκώνοντάς τον κάτου απ' τα στήθια. Κι' είδε τον ο παραγιός και χάμου του στρώνει βοϊδοδέρματα. Εκεί τόνε ξαπλώνει, κι' οχ το μερί τη χάλκινη φαρμακερή σαΐτα με το μαχαίρι τούκοψε, και τούπλυνε το αίμας 845 με χλιαρό νεράκι· απέ μια ρίζα με τα χέρια τρίβει και βάζει του, πικρή πονοκοιμήτρα ρίζα. Έτσι όλοι πια του λούφαξαν οι πόνοι, κι' η πληγή του σιγά σιγά ξεράθηκε και τούπαψε το αίμας.
Μ
Έτσι μες στα καλύβια αφτός το λαβωμένο φίλο γιάτρεβε, του Μενοίτη ο γιος· μα οι άλλοι πολεμούσαν Τρώες κι' Αργίτες σωρεφτοί. Μηδ' είταν ν' αμποδίσει πια το χαντάκι, ή το φαρδύ τειχόκαστρο από πάνου που τόφτιασαν των καραβιών ταμπούρι, και χαντάκι 5 κυκλόσκαψαν, μα των θεών δεν πρόσφεραν σφαχτάρια που τα πολλά τους λάφυρα να σώζει και καράβια γύρω τριγύρω· αθέλητα σα νάταν των μεγάλων θεών χτισμένο, και για αφτό δε βάσταξε και τόσο. Γιατί όσο ζούσε ο Έχτορας και χόλιαε ο Αχιλέας 10 κι' είταν το κάστρο απάτητο του βασιλιά Πριάμου, τόσο και το τρανό τειχί των Αχαιών βαστούσε. Μα αφού των Τρώων έπεσαν όσοι εκλεχτοί είταν όλοι, πολλοί κι' Αργίτες χάθηκαν — ή και σωθήκανε άλλοι — κι' έπεσε χρόνο δέκατο το κάστρο του Πριάμου 15 και για την ποθητή ο στρατός τα πρύμισε πατρίδα, τότες πια ο Φοίβος βάρθηκε κι' ο Ποσειδός να σείσουν το καστροτείχι, μπάζοντας τα δυνατά ποτάμια όλα όσα τρέχουν στο γιαλό οχ τα βουνά της Ίδας, το Ρήσο τον Εφτάπορο τον Κάρησο το Ρόδη 20 το Γρανικό τον Αίσηπο το θεϊκό Σιμόη το Σκάμαντρο, που εκεί πολλές μες στα νερά του ασπίδες και κράνα πέσανε κι' αντρών μισόθεων βλαστάρια· όλων αφτών τα στόματα γύρισε αντάμα ο Φοίβος, κι' έστελνε απάνου στο τειχί μέρες εννιά το κύμα 25 — κι' όλο κι' ο Δίας έβρεχε — ζητώντας χέρι χέρι να θαλασσώσει τα τειχιά. Κι' ομπρός, της γης ο σείστης πάγαινε με το τρίδοντο στα χέρια, και πετούσε στο κύμα όλα τα θέμελα, θες κούτσουρα θες πέτρες, πούδρωσε κι' έβαλε ο στρατός· κι' εκεί έτσι τάκανε όλα απλάδα στον Ελλήσποντο τον πελαγοδαρμένο. 30 Και το τειχί σαν γκρέμισε, τότε άμμο στο περγιάλι ξανάστρωσε, και γύρισε τους ποταμούς να πάρουν το δρόμο πούστελναν και πριν τ' αφρόδροσα νερά τους.
Λοιπόν έτσι είταν έπειτα οι δυο θεοί να κάνουν· μα άναψε τότες στο τειχί τριγύρω ξεκουφάστρα 35 σφαγή, κι' αχούσε η ξυλική των πύργων απ' τους χτύπους. Κεραυνωμένοι οι Δαναοί απ' την οργή του Δία παράλυσαν, μες τ' αλαφριά καράβια στρυμωμένοι, λείψανα ομπρός στον Έχτορα, γερό σφαγής τεχνίτη. Κι' αφτός, σαν πάντα, μ' όργητα φουρτούνας πολεμούσε. 40 Κι' όπως στη μέση κυνηγών και σκύλωνε λιοντάρι, ή χοίρος άγριος, απ' αντριά περήφανα γυρίζει, και κύκλο κάνουνε σφιχτό οι κυνηγοί και στέκουν αγνάντια, κι' όλο κονταριές συχνά πυκνά τινάζουν, μα του θεριού η γερή καρδιά δεν του δειλιάει δε τρέμει, 45 μα η τόση του όμως αφοβιά το χαντακώνει τέλος· έτσι κι' εκείνος τρέχοντας μες στο σωρό γυρνούσε 49 κι' όλο τους φίλους ξόρκιζε τον τάφρο να διαβούνε. 50 Μα δεν κοτούσαν τ' άλογα, μον στέκανε άκρη άκρη στα χείλια και χλεμέντριζαν, τι το πλατύ χαντάκι τα φόβιζε, σα δύσκολο ναν το πηδήσουν πέρα η να διαβούν· γιατί γκρεμοί τού σκούφωναν τον όχτο απ' άκρη ως άκρη, κι' είτανε παλούκια απάνου απάνου 55 αραδιασμένα μυτερά, που στήσανε οι Αργίτες — πυκνά μεγάλα — διαφεντιά από γιουρούσια Τρώων. Εκεί έφκολα άτι, σ' άμαξα καλόροδη δεμένο, δεν έμπαινε, μα βλέπανε, πεζοί αν θα κατορθώσουν.