Ιλιάδα

Part 14

Chapter 1485 wordsPublic domain

Τότες σαν πήγαν των φρουρών και σμίξανε τους λόχους, 180 δε βρήκαν — όχι — σ' ύπνο εκεί τους αρχηγούς πεσμένους, Μον ξάγρυπνοι όλοι κάθουνταν φορώντας τ' άρματά τους. Πώς σκύλοι ομπρός στα πρόβατα κακονυχτάν σε στρούγγα, αν νιώσουν αιματόχαρο θεριό που το λαγκάδι περνάει στα όρη, και πολύς από βοσκούς και σκύλους 185 κρότος κι' αχός, και δε σφαλνούν το μάτι μια στιγμούλα· έτσι κι' αφτών στα βλέφαρα δεν τους κατέβαινε ύπνος π' όλη τη νύχτα φύλαγαν, τι είχαν το νου τους πάντα κατά τον κάμπο άμα άκουγαν ροβολητό των Τρώων. Κι' άμα τους είδε, χάρηκε με την καρδιά του ο γέρος, και πήγε και τους θάρρυνε μ' έναν καλό του λόγο 190

«Έτσι φυλάτε, ορές παιδιά, και μη σας πιάνει η νύστα 192 τα μάτια εδώ, μην πέσουμε στα νύχια των οχτρώνε.»

Είπε, και το χαντάκι εφτύς περνάει, και παν μαζί του κι' οι καπετάνιοι, όσοι είτανε στη συντυχιά κραγμένοι. 195 Πήγε ο Μηριόνης, πήγε ο γιος του Νέστορα ο λεβέντης, τι τους προσκάλεσαν να παν μαζί ναν τα μιλήσουν. Και το σκαφτό σα διάβηκαν χαντάκι, παν καθίζουν στα παστρικά, όπου φαίνουνταν στη μέση μια άδια θέση δίχως κουφάρια κατά γης, όθενες, πίσω πάλι 200 είχε γυρίσει ο Έχτορας, σα βάραε τους Αργίτες κι' έφτασε η νύχτα κι' έκρυψε όλα τα πάντα γύρω. Εκεί έκατσαν κι' αρχίνησαν να λεν το τι θα κάνουν.

Και πρώτα ο γερο-Νέστορας πιάνει να πει διο λόγια «Πιανού το λέει, ορέ, η καρδιά, και στο σκοτάδι μέσα κοτάει ως στους λιοντόψυχους Δαρδάνους να ζυγώσει, 205 μήπως στις άκρες κάνα οχτρό συλλάβει, ή κι' ίσως πάρει τίποτα λόγο τους, σαν τι στο νου τους μελετάνε, :ναν τόχουν τάχα απόφαση αφτού να καρτερέψουν κοντά στα πλοία, απ' το καστρί αλάργα, ή θα γυρίσουν στη χώρα, αφού το στράτεμα μάς νίκησαν στη μάχη. 210 Ίσως τ' αφιγκραστεί όλα αφτά, κι' αν μας γυρίσει πίσω γερός, θενάναι η φήμη του όθες διαβεί μεγάλη, σε δύση και σ' ανατολή. Και ζηλεφτά θα λάβει κανίσκια· τι όσοι ορίζουνε αρχόντοι στα καράβια, όλοι από προβατίνα μια με τ' άσπρο της μαννάρι 215 θάν του χαρίσουν — σαν κι' αφτή δε βρίσκεται άλλο χτήμα — και πάντα, όπου ξεφάντωμα κι' όπου τραπέζι, θάναι.»

Έτσι είπε, κι' όλοι απόμειναν χωρίς να βγάλουν λέξη. Μα με καιρό τους μίλησε ο θαρρετός Διομήδης «Γέρο, η περήφανη καρδιά μες στ' άφοβα μου στήθια 220 μου λέει, εγώ ως μες στων οχτρών τους λόχους να ζυγώσω Μα αν γίνεται κι' άλλος κανείς ναρθεί μαζί να πάμε· πιο συντροφιά, και πιότερο για τη δουλιά το θάρρος. Διο παν μαζί, και πριν αφτός πριν πότε νιώθει ο άλλος το τι συφέρνει· μα αν τυχόν και μόνος όντας νιώσεις, 225 όμως πιο οκνός σου πάντα ο νους, δε σούχει η γνώμη βάθος.»

Είπε, κι' αφτοί αρκετοί ήθελαν να παν με το Διομήδη, θέλανε οι Αίιδες οι διο, τα θεοπαίδια τ' Άρη, τόθελε ο γιος του Νέστορα και τόθελε ο Μηριόνης, τόθελε και τ' Ατρέα ο γιος, ο μαχητής Μενέλας, 230 τόθελε ο αγονάτιστος Δυσσέας μες στους Τρώες να μπει, τι πάντα γύρεβε τον κίντυνο η καρδιά του.

Τότες τους είπε ο δυνατός αφέντης Αγαμέμνος «Διομήδη, θρέμμα του Τυδιά, μυριάκριβό μου αδρέφι σύντροφο αν θέλεις, διάλεξε — πάρε όπιον θες ατός σου — 235 τον πιο άξιο απ' όσους πρόβαλαν, τι αποθυμούν πολλοί τους. Μα εσύ, από σέβας τάχατες, τον πιο καλό μη θέλεις ν' αφίσεις, και χειρότερο διαλέξεις, μήτε τήρα φύτρα ή γενιά κι' αν είναι τος πιο βασιλιάς μεγάλος.»

Είπε, μα για τον καστανό Μενέλα ανησυχούσε. 240

Τότες τους μίλησε ξανά ο θαρρετός Διομήδης «Αν ορισμός σας σύντροφο εγώ 'ναι να διαλέξω, πώς τότες να ξεχάσω εγώ το θεϊκό Δυσσέα, π' ότι κι' αν πιάσει, η τολμηρή καρδιά του δε γνωρίζει τι είναι όκνος, κι' η θεά Αθηνά τον αγαπάει περίσσα; 245 Μ' αφτόν μαζί, κι' απ' της φωτιάς τις φλόγες μέσα οι διο μας πίσω γυρνούμε, τι ποτές δεν του σαστίζει ο νους του.»

Τότες του κάνει ο θεϊκός πολύγνωρος Δυσσέας «Γιε του Τυδιά, ασ' τις παίνιες σου και κατηγόριες τώρα· τι αφτά που λες, τα ξέρουνε εδώ οι Αργίτες όλοι. 250 Μον πάμε! η ώρα πέρασε, η χαραβγή σιμώνει, έγυρε η πούλια, βρίσκεται στο τέλος τώρα η νύχτα.»

Έτσι είπαν, και τα φοβερά φορέσανε άρματά τους. 254 Κι' έδωκε στου Τυδιά το γιο ο άξιος Θρασυμήδης 255 δίστομο λάζο — τι άφισε στα πλοία το δικό του — κι' ασπίδα, και του φόρεσε έναν ταβρήσο σκούφο με δίχως φούντα ή χάλκινα στεφάνια, π' απλοσκούφι τον λεν και των παλικαριών γλυτώνει τα κεφάλια. Και του Δυσσέα τούδωκε ο ξακουστός Μηριόνης, 260 των Κρητικώνε ο στρατηγός, δοξάρι με σαΐτες και σπάθα· και του φόρεσε βοϊδοπετσένιο κράνος στην κεφαλή, που μέσαθες γερά 'τανε ραμένο μ' ένα σωρό λουριά, κι' εχτός γύρω σειρά 'χε δόντια ασπρόδοντου αγριογουρουνιού, κοντά κοντά με τέχνη βαλμένα· κι' είταν βολικά στη μέση φελπωμένο. 265 Απ' τον Ελιό ο Αφτόλυκος σε περασμένα χρόνια το πήρε — όταν διαγούμισε τον πύργο τ' Αμυντόρου — και τ' Αφιδάμα τόδωκε του Κυθηριώτη, κάτου στη Σκάντια. Αφτός το χάρισε του Μόλου θυμητάρι, και πάλε αφτός ναν το φοράει το χάρισε του γιου του. 270 Τότε ο Δυσσιάς το φόρεσε και τούρθε στο κεφάλι.

Έτσι λοιπόν σαν έβαλαν τα φοβερά άρματά τους, κινούνε, κι' άφηκαν εκεί των προεστών το πλήθος. Κι' απάς στο δρόμο η Αθηνά τους έστειλε μια λάκρα δεξά· μα το καλό πουλί μες στο βαθύ σκοτάδι 275 δεν τόδαν, μόνε λάλησε κι' ακούστηκε η φωνή του. Χάρηκε του Λαέρτη ο γιος με το καλό σημάδι που φάνηκε, και στη θεά δεήθηκε έτσι κι' είπε «Άκου με, κόρη αμάλαγη του Δία, εσύ που πάντα μου παραστέκεις στα δεινά, και σαν κινώ η ματιά σου 280 με βλέπει, ω πλήθια αγάπα με, καλή θεά, και τώρα, και κάνε να γυρίσουμε στα πλοία δοξασμένοι, μεγάλα κατορθώνοντας που ο οχτρός ναν τα θυμάται.»

Κατόπι προσεφκήθηκε κι' ο μαχητής Διομήδης «Άκου με τώρα, δέσποινα διόσπαρτη, κι' εμένα. Έλα μαζί μου, θέαινα, σαν που στη Θήβα πήγες 285 με τον πατέρα μου άλλοτες, το θεϊκό Τυδέα, σαν έσυρε των Αχαιών στη Θήβα αποσταλμένος. Εκείνους δίπλα στ' Ασωπού τους άφισε το ρέμα, και πήγε αφτός ειρηνικά μαντάτα στους Θηβαίους· όμως γυρνώντας, συφορές τους σκάρωσε και πίκρες μαζί σου, τι δε σάλεβες, θεά μου, απ' το πλεβρό του. 290 Τώρα έτσι βόηθα πρόθυμα, θεά, και φύλαγέ με, κι' εγώ σου σφάζω ενός χρόνου δαμάλι κουτελάτο, αμέρωτο που σε ζυγό δεν τόβαλαν ακόμα· σ' το σφάζω αφτό χρυσώνοντας τα κέρατά του γύρω.»

Έτσι είπαν, και τους ξάκουσε τη προσεφκή η Παλλάδα. 295

Λοιπόν σαν προσεφκήθηκαν στην κόρη του μεγάλου Διός, μέσα στα σκοτεινά κινούν σαν διο λιοντάρια, περνώντας αίματα, άρματα, λαβωματιές, κουφάρια.

Μα και των Τρώων ο άφοβος ο Έχτορας τ' ασκέρι δεν άφισε να κοιμηθεί, μον σε βουλή τους πρώτους 300 φωνάζει, όσοι είταν πρόκριτοι και στρατηγοί των Τρώων. Τους έκραξε και το βαθύ κατάστρωσε σκοπό του «Πιος να κερδίσει έχει όρεξη και τη δουλιά που θέλω μου τάζει; Ας πει, και πλερωμή τον καρτεράει π' αξίζει. Άμαξα εγώ και διο άλογα μ' ακούραστα τα σνίχια, 305 τα πιο γοργά που βρίσκουνται στων Αχαιών τα πλοία, θα δώσω σ' όπιον του βαστάει με δόξα του μεγάλη να πάει κοντά στων Αχαιών τα πλοία, και να μάθει αν πάντα τα γοργότρεχα φυλάγουνται καράβια, για τώρα που τα στέρια μας τους ρήμαξαν κοντάρια 310 έβαλαν πια φεβγιό στο νου, κι' απ' τους μεγάλους κόπους σπασμένοι, δεν τους πάει η καρδιά τη νύχτα να φυλάξουν.»

Είπε, κι' αφτοί όλοι απόμειναν χωρίς να βγάζουν λέξη. Μα εκεί είταν κάπιος Δόλονας, γιος βροντολάλου κράχτη, του Καλογνώμη, σε χαλκό και σε χρουσάφι πλούσιος· 315 ναι μεν κορμί είχε ασήμαντο, μα πιλαλά τα πόδια, και σπίτι του είταν μονογιός μες σ' αδερφάδες πέντε. Αφτός λοιπόν του Έχτορα του λέει μπροστά στους Τρώες «Έχτορα, ναι! η ατρόμητη μου λέει καρδιά μου εμένα πέρα να πάω ατά μελανά καράβια και να μάθω. 320 Μον σήκωσε έλα το ραβδί, κι' ορκίσου μου στο Δία πως χαλκοπλούμιστη άμαξα θα μου χαρίσεις κι' άτια, αφτά που παν στον πόλεμο τον ξακουστό Αχιλέα, κι' εγώ άκαρπος κατάσκοπος δε θα φανώ σου ή ψέφτης· γιατί ίσα τόσο ως το στρατό θα σύρω, όσο να φτάσω 325 το πλοίο το βασιλικό, που εκεί οι αρχόντοι τώρα θάχουν βουλή αν θα μείνουνε ή κάλια να μισέψουν.»

Είπε, και τότε ο Έχτορας, του γέρου ο γιος Πριάμου, πήρε στο χέρι το ραβδί και τούκανε τον όρκο «Στ' όνομα αμώνω του Διός που μας ακούει και βλέπει, κανείς μας τ' άτια που ζητάς δε θ' ανεβεί, σ' το τάζω, 330 Μον πάντα θάναι στολισμός δικός σου και καμάρι.»

Έτσι είπε κι' είπε ψέφτορκα, μα εκείνος πήρε αέρα. Εφτύς στους ώμους κρέμασε το γυριστό δοξάρι, κι' έβαλε στο κορμί προβιά ψαροτριχάτου λύκου, και σκούφο νιφιτσόπετσο στην κεφαλή, και πήρε 335 το κοφτερό κοντάρι του. Έτσι κινά απ' τον κάμπο κατά τα πλοία... όμως γραφτό δεν τούταν να γυρίσει και των οχτρών στον Έχτορα να πάει μαντάτα πίσω.

Έτσι το πλήθος των αντρών αφίνοντας κι' αλόγων, παίρνει τη στράτα πρόθυμος. Μα ο θεϊκός Δυσσέας τον νιώθει καθώς ζύγωνε και κάνει του Διομήδη 340 «Κάπιος, Διομήδη, ροβολάει — τήρα — μακριά απ' τους Τρώες, δεν ξέρω, καν κατάσκοπος των καραβιών καν θέλει καμιά να κλέψει αρματωσά απ' τα νεκρά κουφάρια. Μον άσ' τον πρώτα δίπλα μας να προχωρήσει λίγο όξω απ' τη στράτα, κι' έπειτα ορμάμε εμείς, κι' αμέσως 345 τον πιάνουμε. Μα αν τρέχοντας τυχόν μας προσπεράσει, με τ' όπλο εσύ από τους οχτρούς προς τα καράβια πάντα περιόριζέ τον, μην τυχόν στο κάστρο μας ξεφύγει.»

Είπαν, και παραμέρισαν όξω απ' το δρόμο, δίπλα μες στους νεκρούς· κι' αθώα αφτός τους πέρασε τρεχάτος. 350 Μα τόσο σαν αλάργεψε όσο μουλάρια οργώνουν μες σε μιας μέρας κάματο, τι αφτά νικούν τα βόδια μες στο βαθύ κατεβατό όταν τραβούν τ' αλέτρι, τότες χοιμάνε απάνου του· κι' εκείνος μες στη στράτα στάθηκε αφτού σαν άκουσε των ποδαριών το χτύπο, τι του κρυφόλπιζε η καρδιά πως τον ζητούσαν φίλοι 355 με προσταγή του Έχτορα ναν τον γυρίσουν πίσω. Μα σαν τον ζύγωσαν να πεις μια κονταριά ή πιο λίγο, νιώθοντας το πως είναι οχτροί κάνει φτερά τα πόδια, και δρόμο! Μα κι' εκείνοι εφτύς τον πήραν καταπόδι. Πώς διο σκυλιά καρφόδοντα κυνηγομαθημένα 360 σ' αλάφι ρήχνουνται ή λαγό και κυνηγούν με πείσμα μέσα σε δάσος, κι' ο λαγός μπροστά όπου φύγει φύγει· έτσι κι' αφτοί χωρίζοντας το γιο του κράχτη αλάργα απ' τους δικούς του, επίμονα τον κυνηγούσαν πάντα. Μα τη στιγμή που κόντεβε μες στους φρουρούς να πέσει, 365 προς τα καράβια φέβγοντας, πια τότες το Διομήδη τον δυναμώνει η Αθηνά, μην τον προλάβουν άλλοι και πουν π' αφτοί τον σκότωσαν, κι' έρθει κατόπι εκείνος. Κι' έκραξε του Τυδέα ο γυιός, με το κοντάρι ορμώντας «Στάσου, μωρέ, και σ' έφαγα! Ή στάσου ή θα σ' το μπήξω 370 όπου κι' αν είναι — κι' άκου με — στη ράχη το κοντάρι.»

Είπε και ρήχνει, μα χωρίς σκοπό ναν τον βαρέσει. Και τ' όπλου η μύτη πέρασε δεξά απ' τον ώμο απάνου, και μέσα μπήχτηκε στη γης· κι' εκείνος ξαφνιασμένος στέκει, του φόβου πράσινος, παντού ριγοκοπώντας, και μες στο στόμα του άκουγες τα δόντια που χτυπούσαν. 375

Τότες λαχανιασμένοι οι διο τον φτάνουν, και τα χέρια του πιάνουν. Κι' είπε ο Δόλονας με κλάματα στα μάτια «Πάρτε με τώρα ζωντανό, και ξαγορά κατόπι σας δίνω να λεφτερωθώ· μας έχει εμάς το σπίτι χαλκό, χρυσάφι, σίδερο δυσκολοδουλεμένο. Για ξαγορά μου ο γέρος μου πολλά θα σας μετρήσει, 380 αν μάθει ακόμα ζωντανό πως μ' έχουν στα καράβια.»

Τότες τ' απάντησε ο βαθύς γιος του Λαέρτη κι' είπε «Θάρρος, δεν έχει θάνατο να συλλογιέται ο νους σου. Μον έλα πες μου τώρα αφτό και μίλα την αλήθια. Γιατί έρχεσαι έτσι μόνος σου οχ το στρατό στα πλοία 385 μέσα στης νύχτας τη θολιά π' όλοι οι θνητοί κοιμάνται; Μη θες να κλέψεις άρματα απ' τα νεκρά κουφάρια, ή μη σε στέλνει ο Έχτορας τα πάντα να ξετάσεις εδώ στα πλοία; Ή τόθελες κι' από δική σου γνώμη;»

Τότες του λέει ο Δόλονας, και τούτρεμαν τα σκέλια 390 «Με τις ψευτιές του ο Έχτορας μού πλάνεψε το νου μου, που τ' άλογα τα ξακουστά του θεϊκού Αχιλέα πως θα μου δώκει μούταξε με το χαλκώριο αμάξι· και μ' έκανε μες στη γοργή να ξεθαρρέψω νύχτα και να ζυγώσω ως στων οχτρών τ' ασκέρι, για να μάθω 395 αν πάντα τα φτερότρεχα φυλάγουνε καράβια, ή τώρα που σας ρήμαξαν τα στέρια μας κοντάρια βάλατε πια φεβγιά στο νου, κι' απ' τους μεγάλους κόπους σπασμένοι, πια δε θέλετε τη νύχτα να φυλάξτε.»

Τότες του χαμογέλασε κι' απάντησε ο Δυσσέας 400 «Βρε δώρα αλήθια μια φορά π' ορέχτηκε η καρδιά σου! τ' άτια που του Πηλέα ο γιος τραβάει! μα αφτά να λάβει άλλος θνητός σα ζόρικα θαρρώ και να τα ζέψει, εξόν αφτός που θέϊσσα τον γέννησε μητέρα. Μον έλα πες μου τώρα αφτό και μίλα την αλήθια. 405 Όταν για δω ξεκίνησες, τον Έχτορα, για πες μου, τώρα σαν πού τον άφισες, τον αρχηγό των Τρώων; πούχει βαλμένα τ' άρματα, πού στέκουν τ' άλογά του; σαν πώς φρουρούνε οι άλλοι οχτροί και πούναι πλαγιασμένοι; Και πες σαν τι να μελετούν; μη θεν αφτού να μείνουν 410 κοντά στα πλοία, ξέμακρα του κάστρου, ή θα γυρίσουν στη χώρα, αφού το στράτεμα μάς νίκησαν στη μάχη;»

Τότε απαντάει ο Δόλονας, ο γιος του Καλογνώμη «Μετά χαράς σου, θα σ' την πω εγώ όλη την αλήθια. Κοντά στον τάφο ο Εχτορας του θεογέννητου Ίλου χώρια έχει τώρα συντυχιά με τους αρχόντους όλους 415 μακριά απ' τους κρότους· κι' οι φρουρές που με ρωτάς, αφέντη, καμιά ταγμένη επίτηδες δε μας φρουράει τ' ασκέρι. Όσά 'ναι τζάκια Τρώωνε, σαν πούναι στανεμένοι, αφτοί αγρυπνούν, και να φυλάν παρακινούνε ο ένας τον άλλονε· όμως οι βοηθοί π' από παντού μας ήρθαν 420 κοιμάνται και το φύλαγμα τ' αφίνουν για τους Τρώες, τι αφτών γυναίκες και παιδιά δεν έχει εδώ να πάθουν.»

Τότες απάντησε ο βαθύς γιος του Λαέρτη κι' είπε Πώς τάχα, πες, ανάκατοι μες στους σωρούς των Τρώων κοιμάνται τώρα ή χωριστά; Πες μου καλά, να νιώσω.» 429

Τότε απαντάει ο Δόλονας, ο γιος του Καλογνώμη «Μετά χαράς σου εγώ κι' αφτά θενά σ' τα πω όπως είναι. Γιαλού μεριά 'ναι οι Παίονες με τα γυρτά δοξάρια, οι Λέλεγες κι' οι Κάφκονες, οι Πελασγοί κι' οι Κάρες. Της Θύμπρας έπεσε η μεριά στους αλογάδες Φρύγες, 430 στους Μήονες και στους Μυσούς, στους άσκιαχτους Λυκιώτες. Μα τι τα θέτε τώρα αφτά; Του κάκου τα ρωτάτε. Τι αν να χωθείτε ορέγεστε ως στο στρατό των Τρώων, να! οι Θράκες νιοφερμένοι εκεί — στην άκρη, χώρια απ' όλους — κι' ο Ρήσος, γιος του Ηονιά, στη μέση, ο βασιλιάς τους. 435 Σαν τ' άλογά του εγώ όμορφα δεν είδα ή πιο μεγάλα· χιόνι δεν είναι ασπρύτερο, άνεμοι πιο δεν τρέχουν. Τ' αμάξι του είναι τεχνικά μ' ασήμια δουλεμένο και με χρουσάφια. Αρματωσά χρυσή ήρθε αρματωμένος, θεόρατη αριστούργημα· τέτια άρματα δεν πρέπει 440 άντρες ναν τα φορούν θνητοί, μόνε οι θεοί οι αιώνιοι. Μα τώρα εμένα σύρτε με στα γοργοδρόμα πλοία, ή με τριχιά εδώ δέστε με κι' αφίστε με δεμένο, ως που να πάτε ως στο στρατό και να με δοκιμάστε, :σας τάπα εγώ απαράλλαχτα τα πάντα ή δε σας τάπα.» 445

Τότες λοξά τον κοίταξε κι' είπε ο γερός Διομήδης «Λαμπρά, βρε Δόλονα, κι' ορθά μας τάπες, μα φεβγάλα μην καρτεράς, αφούπεσες στα χέρια τα δικά μας. Τι τώρα αν σ' αμολήσουμε και πούμε ας πας καλιά σου, ξέρεις εσύ των καραβιών να ξαναβρείς το δρόμο, 450 να κάνεις ή κατασκοπιές ή να μας πολεμήσεις· μα αν σε χαλάσει ο λάζος μου και κατεβείς στον Άδη, δεν έχει πια των Αχαιών παιγνίδια ναν τους παίξεις.»

Είπε, κι' εκείνος ήθελε, πηγουνοπιάνοντάς τον με το παχύ το χέρι του, σπλαχνιά ναν του ζητήσει, 455 Μον ο Διομήδης χοίμηξε και τούχωσε το λάζο μεσόσβερκά του, κι' έκοψε τα δυο ποντίκια αντάμα, κι' έφαγε χώμα η κεφαλή ενώ λαλούσε ακόμα. Και τότες τον ξεσκούφωσαν, του πήραν και τ' ολόϊσο κοντάρι, τη λυκοπροβιά, το λυγιστό δοξάρι· αφτά τα σήκωσε αψηλά ο θεϊκός Δυσσέας 460 στην Αθηνά τη λαφυρού κι' έτσι είπε με καμάρι «Πάρ' τα με γιά σου αφτά, θεά· τι εσύ πιο πρώτα απ' όλους τους Ελυμπήσους δώρα μας θα λάβεις. Μα και πάλι οδήγα μας, θεά, ως εκεί που πέζεψαν οι Θράκες.»

Έτσι είπε, και τα λάφυρα σηκώνει και τα θέτει 465 πας σε μυρχιά, κι' αλάθεφτο τους έβαλε σημάδι, σμίγοντας τα μυρχόκλαδα με σύχλωρα καλάμια, μήπως γυρνώντας δεν τα δουν μες στο βαθύ σκοτάδι.

Έπειτα μέσα απ' το πηχτό το αίμας ροβολώντας και τα κουφάρια, παν γοργά ως στων Θρακών τους λόχους. 470 Αφτοί απ' τον κόπο αχόρταγα κοιμόντουσαν μ' ομπρός τους όλα γυρμένα κατά γης τα χάλκινα άρματά τους, σωστά, με τάξη, τρεις σειρές· κι' είχε ο καθένας δίπλα τα γλήγορά του τ' άλογα· κι' ο Ρήσος μες στη μέση κοιμούνταν, κι' είχε πρόχειρο τ' άσπρο εκειπά ζεβγάρι, δεμένο πίσω με λουριά απ' τ' αμαξιού το γύρο. 475

Και πρώτος του Λαέρτη ο γιος τον είδε και τον δείχνει «Νά σ' τον, Διομήδη, ο βασιλιάς, και να σου το ζεβγάρι που μας μολόγαε ο Δόλονας πριν τα τινάξει ο σκύλος. Μον έλα σφίξ' τα δόντια σου κι' ομπρός! Ντροπής να στέκεις με τ' άρματα έτσι ανόφελα, μον λύνε το ζεβγάρι· 480 ή εσύ μαχαίρωνε, κι' εγώ βάζω στο χέρι τ' άτια.»

Είπε, κι' η άγγιχτη θεά φυσάει μες στο Διομήδη καρδιά, και κάθιζε λαζιές δεξά ζερβά, κι' οι Θράκες ρήξανε απελπισιάς στριγγιές καθώς με το μαχαίρι τους σκότωνε, και κάτου η γης κοκκίνιζε απ' το αίμας. Κι' όπως λιοντάρι π' απαντάει ατσόπανα κοπάδια, 485 πρόβατα ή γίδια, αιμόδιψο τους ρήχνεται στη μέση, έτσι έπεσε και του Τυδιά ο γιος απάς στους Θράκες ως πούφαγε άντρες δώδεκα, ενώ ο σοφός Δυσσέας, όπιον ζυγώνοντας σιμά μαχαίρωνε ο Διομήδης, πίσω του αφτός τον έπιανε απ' το ποδάρι, κι' όξω 490 τόνε τραβούσε, τι ήθελε τ' ασπροτριχάτα ζώα με δίχως κόπο να διαβούν, κι' όχι κορμιά πατώντας να φοβηθούν· τι από νεκρούς δεν ήξεραν ακόμα. Μα τέλος πια σαν έφτασε στο βασιλιά ο Διομήδης, στερνόνε νέκρωσε κι' αυτόν ενώ βαριά με κόπο 495 ρούχνιζε· τι κακός σβραχνάς τού πλάκωσε στον ύπνο απ' τις ορμήνιες της θεάς τη νύχτα αφτή, ο Διομήδης. Έσφαζε ο ένας, κι' έλυνε τα ζώα τότε ο άλλος, κι' όξω απ' το πλήθος τάβγαλε, σ' ένα λουρί δεμένα, βαρώντας τα με δοξαριές· τι ξέχασε στο χέρι 500 να πάρη τ' ώριο καμοτσί απ' τ' όμορφο τ' αμάξι. Έπειτα σφύριξε σιγά να νιώσει ο σύντροφός του.

Μα έστεκε αφτός κι' ανάδεβε τι πιο σκυλήσο τάχα να κάνει, ή τ' αμαξόκουτο συρτό από τ' ατιμόνι μ' όλα τα χαλκοπλούμιστα μέσα άρματα να πάρει — ή και ν' αρπάξει το αψηλά κουβαλητό στους ώμους — 505 για απ' των Θρακώνε το σωρό να σφάζει ακόμα κι' άλλους. Μα εκεί π' αφτά λογάριαζε στο νου του, να! κοντά του προφταίνει η κόρη του Διός που στέκει και του κάνει «Γιε του λιοντόψυχου Τυδιά, καιρός πια να τραβήξεις κατά τα πλοία, μήπως πας κυνηγημένος κιόλας, 510 αν άλλος — που μπορεί — θεός σηκώσει και τους Τρώες.»

Ένιωσε εκείνος τη φωνή πως η θεά λαλούσε, και χέρι χέρι ανέβηκε στ' αμάξι· κι' ο Δυσσέας με το δοξάρι βάρεσε τα ζώα, που πιλάλα μέσα απ' τον κάμπο τρέχανε να πάνε στα καράβια.

Μα σαν τυφλός δε φύλαγε κι' ο Αργυροδοξάρης 515 σαν είδε τη θεά Αθηνά που βόηθαε το Διομήδη, Μον σκυλιασμένος έτρεξε μες στους σωρούς των Τρώων και σήκωσε τον Ιπποκό, πρωτάτο των Θρακώνε, γερό του Ρήσου ξάδερφο. Κι' αφτός πηδά απ' τον ύπνο κι' άδιο το μέρος βλέποντας πούστεκαν πριν τα ζώα, 520 και τα παιδιά που σπάραζαν λαβωματιές γιομάτοι, ωχού, είπε, του τον έσφαξαν τον γκαρδιακό του βλάμη. Και βούηξε απ' την ταραχή κι' απ' τις φωνές ο κάμπος πούτρεχε ο κόσμος· κι' έβλεπαν δουλιές φαρμακωμένες που οχτροί ήρθαν νύχτα κι' έκαναν και τόστριψαν κατόπι. 525

Κι' εκείνοι οι διο τους, φτάνοντας στο μέρος πούχαν σφάξει το γιο του κράχτη, σταματούν τα ζώα, κι' ο Διομήδης χάμου πηδάει, και βάζει του στο χέρι του Δυσσέα τα ματωμένα πλιάτσικα. Κι' εφτύς ξανανεβαίνει και τ' άλογα βαράει· κι' αφτά με προθυμιά πετούσαν. 530

Εκεί το χτύπο ο Νέστορας πρωταγρικάει και κράζει 532 «Αδρέφια, πρώτοι οπλαρχηγοί των Αχαιών κι' αρχόντοι, ψέφτης θα βγω ή θα βγω σωστός; Μα θαν το πω κιας σφάλλω. Αλόγων ποδοβολητό σα ν' άκουσαν τ' αφτιά μου. 535 Αχ και ν' αρπάξανε άλογο οι διο μας αντριωμένοι έτσι απ' τους Τρώες άξαφνα και να γυρίζουν πίσω! Μα τρέμει μέσα μου η καρδιά, μου τρέμει, μήπως πάθουν οι πιο πολύτιμοι αρχηγοί απ' των οχτρών γιουρούσι.»

Τόχε δεν τόχε ακόμα πει, κι' οι διο τους να! προβάλλουν. 540 Κι' άμα ξεπέζεψαν, εφτύς τα χέρια οι βασιλιάδες τους έσφιξαν χαρούμενοι με γιές με καλώς ήρθαν. Και πρώτα ο γέρος έπιασε να πει και να ρωτήσει «Μίλα, Δυσσέα ξακουστέ, των Αχαιών καμάρι, πες, τ' άτια πώς τα πήρατε; Τι, μπήκατε ως στων Τρώων 545 μες στο στρατό; ή σας τάδωκε κάνας θεός στο δρόμο; Μώρ' άλογα τα λες αφτά, για του ηλιού 'ναι αχτίδες; Σ' όλες τις μάχες βγαίνω εγώ, μηδέ συνήθιο τόχω θαρρώ να μένω πίσω αργός κιας είμαι τόσο γέρος· μα τέτια ζώα ως σήμερα δεν ξάνοιξα, δεν είδα. 550 Θεού θενάναι δώρα αφτά που βρήκε σας στη στράτα , τι και τους διο σας αγαπάει, το ξέρω, ο Ελυμπήσος του Κρόνου γιος κι' η Αθηνά, του Δία η θυγατέρα.»

Τότες τ' απάντησε ο βαθύς γιος του Λαέρτη κι' είπε «Νέστορα, του Νηλέα γιε, των Αχαιών αθέρα, 555 θεός αν θέλει, ναι έφκολα και πιο όμορφα από δάφτα χαρίζει αλόγατα, επειδής πολύ είναι ανότεροί μας. Μα τ' άτια, γέρο, που ρωτάς, αφτά 'ναι νιοφερμένα πέρα οχ τη Θράκη· κι' έσφαξε ο θαρρετός Διομήδης το νοικοκύρη μ' άλλους του ως δώδεκα νομάτους, 560 που δίπλα εκεί κοιμόντουσαν, καπεταναίους όλους. Εδώ σιμά μάς έπεσε στα χέρια κι' ένας άλλος οχτρός, που μας τον έστελναν κατάσκοπο απ' τους Τρώες.» Είπε, και μ' όψη ολόγελη διαβαίνει το χαντάκι με τα φαριά· κι' οι άλλοι τους χαρούμενοι ακλουθούσαν 565 Και στου Διομήδη φτάνοντας τη στερεή καλύβα, δένουν τα ζώα στο παχνί με τα καλοκομένα λουριά, στ' αχούρι οπούστεκαν και τάλλα του Διομήδη γοργόποδα άτια κι' έτρωγαν καρδόγλυκο κριθάρι. Και τ' άρματα του Δόλονα τ' απίθωσε ο Δυσσέας 570 μες στο καράβι, ως να ψηθεί της Αθηνάς σφαχτάρι. Κατόπι μπαίνουν στο γιαλό κι' απ' τα κορμιά ξεπλαίνουν τον ίδρο, από τα διο μεριά τα σκέλια το κεφάλι. Κι' αφού το κύμα του γιαλού τούς ξέπλυνε από πάνου τη λέρα και τον ίδρο τους κι' ανάσανε η καρδιά τους, 275 μπήκαν μες σε καλόξυστα λουτρά ν' απολουστούνε. Κι' αφού με λάδι τρίφτηκαν, λουσμένοι και τριμένοι καθήσανε ψωμί να φαν, και της θεάς μοσκάτο στάζουν κρασί που κένωσαν γιομάτη από κροντήρα.

Λ

Κι' απ' του λεβέντη Τιθωνού την αγκαλιά η Αβγούλα σηκώνουνταν να φέρει φως σ' όλους, θεούς κι' αθρώπους· κι' έστειλε ο Δίας στα γοργά καράβια την Αμάχη φριχτή, που πολεμόσκιαχτρο στα χέρια της βαστούσε. Και στάθηκε η Αμάχη ομπρός στα πλοία του Δυσσέα, πούταν στη μέση κι' άκουγες καλά απ' τα διο τα μέρη, 5 δεξά απ' τα ξυλοκάλυβα του Αία, και ζερβά σου απ' τ' Αχιλέα, πούσυραν τα τρεχαντήρια οι διο τους στις διο άκρες της απλογιαλιάς απ' αφοβιά και θάρρος· εκεί η Αμάχη στάθηκε και σκούζει και στριγγλίζει 10 άγρια, και σ' όλων την καρδιά των Αχαιών πυρώνει το θάρρος, για να πολεμάν κι' ακούραστοι να σφάζουν. Και πιο γλυκιά άξαφνα ολωνών τους ήρθε τότε η μάχη παρά να παν στην ποθητή πατρίδα με τα πλοία.